Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νίκου Γεωργίου Οικονομίδη, Αρ. Αγωγής: 7624/2010, 19 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A197 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7624/2010 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Νίκου Γεωργίου Οικονομίδη Εναγομένου --------------------- Αίτηση ημερ. 1.12.2010 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 19 Μαΐου, 2011 Για αιτητές-ενάγοντες: κ. Ν. Κουρσάρης Για καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενο: κ. Μ. Ιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές επιζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου για €10.898,18 πλέον τόκους προς 14,5% από 25.8.2010 επί €10.657,79 και κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, καθώς και την έκδοση διατάγματος πώλησης συγκεκριμένου ενυπόθηκου κτήματος προς ικανοποίηση της απαίτησης. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η απαίτηση βασίζεται σε υπόλοιπο τρεχούμενου τραπεζικού λογαριασμού, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 2.6.
- Ο εναγόμενος καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 30.9.2010 και οι ενάγοντες καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον του την 1.12.
- Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών, έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, κατέχει και φυλάττει όλα τα σχετικά έγγραφα, παρακολουθεί τη διακίνηση του σχετικού λογαριασμού και ετοίμασε την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει μαζί με τον διευθυντή του. Ακολούθως πιστοποιεί τα οφειλόμενα ποσά και επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα, όπως τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερ. 2.6.2006, αντίγραφο υποθηκευτηρίου εγγράφου Υ7710/06 της ίδιας ημερομηνίας με έγγραφο υποθήκης, επιστολές προς τον εναγόμενο με τις οποίες τερματίζεται η λειτουργία του λογαριασμού και αυξάνεται το επιτόκιο με τη χρέωση τόκου υπερημερίας εκ 5,25%, αντίγραφα ανακοινώσεων στον τύπο για τις αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου, καθώς και την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό, ότι οι ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς στον εναγόμενο μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού και ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή. Ο εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στις 13.1.2011 και προβάλλει, ως μπορώ να συνοψίσω, του εξής λόγους ένστασης: (α) Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι παραδεκτό (β) Ο εναγόμενος αρνείται ότι δεν έχει υπεράσπιση και ισχυρίζεται ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση, την οποία και θα πρέπει να προβάλει για να έχει το Δικαστήριο μια πλήρη εικόνα των γεγονότων (γ) Η απαίτηση στηρίζεται σε τρεχούμενο λογαριασμό που ανοίχθηκε πριν 4 χρόνια και ουδεμία αναλυτική κατάσταση επισυνάπτεται στην αίτηση για να στηριχθεί το αίτημα (δ) Τα ισχυριζόμενα ως οφειλόμενα ποσά δεν είναι παραδεκτά (ε) Οι ενάγοντες περιέλαβαν στις χρεώσεις τους τόκους πέραν των νομίμων και/ή τόκους που δεν δικαιούνται (στ) Η απαίτηση των εναγόντων δεν είναι ξεκάθαρη, αφού δεν έχει προσφερθεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο ή αναλυτική κατάσταση για τον επίδικο λογαριασμό τεσσάρων ετών, ούτε γίνεται αναφορά στην κίνηση του λογαριασμού ώστε να είναι εφικτός ο οποιοσδήποτε έλεγχος της αλήθειας του (ζ) Οι ενάγοντες προσέθεσαν στον λογαριασμό του εναγομένου αδικαιολόγητα τόκους, χρεώσεις και άλλα έξοδα και επιδιώκουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να επιτύχουν την έκδοση απόφασης για μεγαλύτερο ποσό από αυτό που πιθανόν να δικαιούνται (η) Οι ενάγοντες δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου, ο οποίος τονίζει τη θέση του ότι οι ενάγοντες παράνομα και αυθαίρετα προέβησαν σε υπερχρεώσεις και χρέωσαν τον λογαριασμό του με ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επισημαίνει ότι το Τεκμήριο Α που επισύναψαν οι ενάγοντες είναι συμφωνία ημερ. 25.5.2006 και όχι συμφωνία ημερ. 2.6.2006, όπως δηλώνει ο κ. Παπαλαμπριανού και όπως καταγράφεται στην αγωγή, και ότι το έγγραφο υποθήκης Τεκμήριο Β αφορά υποχρεώσεις της εταιρείας G.M. Economides Dental House Supplies Ltd και της Ελένης Οικονομίδου που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Δηλώνει επιπλέον ότι ουδέποτε έλαβε επιστολές και μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού από τους ενάγοντες, οι οποίοι παρέλειψαν να επισυνάψουν αναλυτική κατάσταση όπου θα εμφαίνετο η κίνηση του λογαριασμού με τις διάφορες χρεωπιστώσεις, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της αλήθειας του. Τέλος, τονίζει ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ειδικότερα ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε παράνομες υπερχρεώσεις και/ή ανατοκισμούς στο οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια [1] . Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι απ' ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που καθορίζει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι επαρκείς. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του [2]. Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 8.9.2010 και σημείωμα εμφάνισης για τον εναγόμενο καταχωρίστηκε στις 30.9.2010. Συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση», ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Σε περιπτώσεις εταιρειών είναι αναγκαίο να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα [3]. Το ζήτημα του κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης - πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι φυσικό ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος μιας εταιρείας να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενόρκως δηλών είναι υπάλληλος των αιτητών, που είναι τραπεζικός οργανισμός, στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών. Αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την αγωγή, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι σε κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήταν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο του λογαριασμού του εναγομένου και έχει στην κατοχή και φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα. Αναφέρει επιπλέον ότι ετοίμασε την κατάσταση του λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει μαζί με τον διευθυντή του. Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 915, στην οποία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ήταν παρόμοιο με την παρούσα, κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική για σκοπούς της Δ.18 θ.1 [4]. Ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι οι καθ' ων εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Ο κ. Παπαλαμπριανού με την ένορκη δήλωσή του εκ μέρους των αιτητών πληροί όλα αυτά παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Ειδικότερα όσον αφορά τη θέση του εναγομένου ότι η συμφωνία που επισυνάπτει ο κ Παπαλαμπριανού φέρει ημερ. 25.5.2006 αντί 2.6.2006 που αναφέρει η αγωγή, σημειώνω ότι ναι μεν στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας της συμφωνίας καταγράφεται η ημερομηνία 25.5.2006, αλλά στο τέλος της δεύτερης και τελευταίας σελίδας, τόσο κάτω από την υπογραφή εκ μέρους των εναγόντων όσο και κάτω από την υπογραφή του εναγομένου, έχει συμπληρωθεί ως ημερομηνία υπογραφής η 2.6.2006. Περαιτέρω, όσον αφορά τη θέση του εναγομένου ότι το έγγραφο υποθήκης που επισυνάπτει ο κ. Παπαλαμπριανού αφορά δέσμευση κτήματός του προς εξασφάλιση υποχρεώσεων τρίτων προσώπων και όχι του ιδίου, επισημαίνω ότι το εν λόγω έγγραφο καταγράφει ρητά ότι, επειδή οι ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν και/ή να συνεχίσουν να παρέχουν δάνεια σε τρεχούμενο λογαριασμό στον ίδιο «προσωπικά και/ή από κοινού με οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή πρόσωπα και/ή προς George M. Economides Dental House Supplies Ltd και/ή Ελένη Οικονομίδου και/ή από κοινού και/ή χωριστά που πιο κάτω θα αναφέρονται ως «πρωτοφειλέτης» και/ή διαφορετικά δίνει στον πρωτοφειλέτη πίστωση.», ο εναγόμενος υποθηκεύει το εν λόγω κτήμα του προς «εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα.». Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται περί υποθήκης που εξασφαλίζει μόνο υποχρεώσεις τρίτων, αλλά και του ιδίου του εναγομένου προσωπικά. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή του. Στην παράγραφο 3 αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να είναι απαιτητό και στην παράγραφο 5 δηλώνει ρητά την πίστη του ότι οι εναγόμενοι καμία απολύτως υπεράσπιση έχουν στην αγωγή. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ. 1 (α). Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να του δίδει το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, ο εναγόμενος θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Το κριτήριο όμως δεν θα ικανοποιηθεί χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς (Ν. V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912). Η θέση του εναγομένου περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης έχει ως κεντρικό άξονα ισχυρισμό περί παράνομων ή αδικαιολόγητων χρεώσεων, τόκων και ανατοκισμών στον επίδικο λογαριασμό. Εν τούτοις, οι ισχυρισμοί αυτοί παραμένουν παντελώς αδιευκρίνιστοι και ατεκμηρίωτοι, εφόσον δεν παρέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Οι ισχυρισμοί αυτοί τίθενται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου με τόσο γενικό και αόριστο τρόπο, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτουν γνήσια υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεν έχει δοθεί η παραμικρή επεξήγηση ή τεκμηρίωση που να παρέχει κάποια βάση στους γενικούς, ασαφείς και διαζευκτικούς ισχυρισμούς του εναγομένου. Η απλή αναφορά περί παράνομων υπερχρεώσεων ή ανατοκισμών (βλ. παράγραφο 4 και 7 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου) δεν είναι αρκετή για να ικανοποιήσει τα ελάχιστα απαιτούμενα για να του δοθεί άδεια προς υπεράσπιση. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία είναι υποχρέωση του εναγομένου, εφόσον ο ενάγων συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1, να αποκαλύψει γεγονότα που του δίδουν δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή, παρέχοντας όχι γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πιθανολογήσεις, αλλά επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες. Η δε δικαιολογία που δόθηκε από τον εναγόμενο για την παράλειψή του να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις - ότι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας των χρεώσεων στον επίδικο λογαριασμό επειδή δεν επισυνάφθηκαν αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού στην αίτηση - ενδεχομένως να είχε κάποια αξία εάν προβάλλετο συγχρόνως ισχυρισμός ότι αποτάθηκε στους ενάγοντες ζητώντας να λάβει αναλυτικές καταστάσεις και οι ενάγοντες αρνήθηκαν. Εάν ο εναγόμενος ήθελε με σοβαρότητα να προωθήσει τους ισχυρισμούς περί παράνομων χρεώσεων, και πράγματι δεν παρέλαβε τις μηνιαίες καταστάσεις που του απέστελλαν οι ενάγοντες, θα μπορούσε να είχε αποταθεί στους ενάγοντες για να του δοθούν. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν έχουν επισυνάψει αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού από την έναρξη της λειτουργίας του δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, σελ. 258-60, δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα παράθεσης λεπτομερειών ή επισύναψης εγγράφων, εκτός αν το επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής. Όπως προαναφέρθηκε, ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση. Ειδικότερα όσον αφορά το θέμα του ανατοκισμού, σημειώνω ότι με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ 1.1.2001, καταργήθηκε ο περί Τόκου Νόμος 2/77, ο οποίος καθόριζε ως ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο το 9% ετησίως. Το δε άρθρο 3
(1)(δ) του Ν. 160(Ι)/99 στην ουσία επιτρέπει σε πιστωτικά ιδρύματα τον ανατοκισμό (κεφαλαιοποίηση τόκων) μέχρι και δύο φορές τον χρόνο. Σε σχέση με το θέμα του επιτοκίου, η επίδικη συμφωνία καθορίζει ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 8,25% που αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας που κατά τον χρόνο υπογραφής καταγράφηκε ότι ήταν 4,25% (και σύμφωνα με το Τεκμήριο Ε - ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο - αυξήθηκε σε 4,5% από 2.4.2008 και σε 5% από 23.6.2008) προσαυξημένο κατά 4%, και ότι θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες, με δικαίωμα χρέωσης τόκου υπερημερίας όπως θα κοινοποιηθεί στον χρεώστη σε περίπτωση που τερματιστεί η λειτουργία του λογαριασμού και απαιτηθεί το υπόλοιπο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιστολή ημερ. 13.2.2009, Τεκμήριο Γ, τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και ενημέρωσαν τον εναγόμενο για τη χρέωση συνολικού ποσοστού επιτοκίου 14,5%, δηλαδή συμπεριλαμβανομένου τόκου υπερημερίας. Ο εναγόμενος δεν έχει παραθέσει οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με τα θέματα αυτά που θα μπορούσε να εκληφθεί ότι αποκαλύπτει καλόπιστη υπεράσπιση ή έστω συζητήσιμο θέμα. Αναφορικά με τους γενικούς ισχυρισμούς του εναγομένου περί μη παραλαβής των σχετικών επιστολών των εναγόντων, δεν έχει επεξηγηθεί με ποιο τρόπο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει καλόπιστη υπεράσπιση ή συζητήσιμη υπόθεση επί της ουσίας, εφόσον δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στις εν λόγω επιστολές ως η διεύθυνση στην οποία απεστάλησαν οι εν λόγω επιστολές στον εναγόμενο, και η οποία είναι η διεύθυνση που αναγράφεται στην επίδικη συμφωνία που υπέγραψε ο εναγόμενος ως η διεύθυνσή του, δεν είναι στην πραγματικότητα η ορθή διεύθυνσή του. Με βάση όλα τα πιο πάνω, διαπιστώνω πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη και πως ο εναγόμενος δεν έχει καταδείξει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση στην απαίτηση ή ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €10.898,18 πλέον τόκο προς 14,5% από 25.8.2010 επί του ποσού των €10.657,79 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12, καθώς και Διάταγμα ως η παράγραφος 9β της Έκθεσης Απαίτησης. Οι ενάγοντες δικαιούνται επίσης τα έξοδά τους, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. [2] βλ. Hermes Insurance, πιο πάνω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ'Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204. [3] Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223 στη σελ. 3 [4] Βλ. ακόμα Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274 και Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, πιο πάνω cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο