Ανδρεούλλα (Ανδρούλλα) Αχιλλέως Κόκκινου ν. ΕΠΙΠΛΩΣΕΙΣ ΝΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αγ. Αρ. 10090/10, 20 Μαίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A198 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 10090/10 ΜΕΤΑΞΥ:- Ανδρεούλλα (Ανδρούλλα) Αχιλλέως Κόκκινου, εκ Λευκωσίας ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και -
- ΕΠΙΠΛΩΣΕΙΣ ΝΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
- CYFAST RECONDITION LIMITED, εκ Λευκωσίας ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ---------------------------- Ημερομηνία: 20 Μαίου 2011 Αίτηση ημερ. 25.11.10 και Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 26.11.10 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Κυπριανίδου διά κ. Τσίκκο Για την Εναγομένη-Καθ' ης η Αίτηση 1: κα Καρή διά κ.κ. Γεωργιάδης και Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε Για την Εναγομένη-Καθ΄ ης η Αίτηση 2: κα Χρ. Σιακαλλή διά κ.κ. Ορφανίδης Χριστοφίδης, Πουτζιουρής και Δαμιανού Δ.Ε.Π.Ε ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του οικοπέδου επί της Λεωφ. Κέννεντυ 19 και Ζήνωνος Σώζου, Άγιοι Ομολογητές Λευκωσία με Κτηματολογικά στοιχεία Αρ. εγγρ. C/2432, Φ/Σ ΧΧΙ/54.5.ΙΙ & 54.2.IV, Τμήμα C, Τεμ.
- Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 31.12.2003, εκχωρήθηκε διά 8 έτη εις την καθ' ης η αίτηση 1 άδεια χρήσης του άνω οικοπέδου. Το συμφωνηθέν χρηματικό αντάλλαγμα ήταν από 1.1.10 μέχρι 31.12.10 €1503,56 μηνιαίως και από 1.1.11 μέχρι 31.12.11 €1.606,
- Εντός του οικοπέδου ανηγέρθησαν προ ετών υπό της εναγομένης 1 κινητά λυόμενα υποστατικά. Το οικόπεδο χρησιμοποιείται αποκλειστικά από την εναγομένη 1 ως έκθεση επίπλων αλλά δεν δικαιούται να προβεί σε οποιαδήποτε προσθήκη χωρίς τη γραπτή συγκατάθεσή της αιτήτριας την οποία και ουδέποτε έδωσε. Η εναγομένη 1 σε άγνωστη ημερομηνία κατά παράβαση του άνω γραπτού όρου και χωρίς τις αναγκαίες οικοδομικές άδειες άρχισε οικοδομικές εργασίες στο άνω οικόπεδο αφού κατεδάφισε τα υφιστάμενα λυόμενα. Η εναγομένη 2 που ασχολείται με οικοδομικές εργασίες εκτελεί τις διάφορες εργασίες και κατεδαφίσεις επί του οικοπέδου προς όφελος της εναγομένης
- Ειδοποιήθηκε η αιτήτρια περί των άνω εργασιών από το αρμόδιο τμήμα του Δήμου Λευκωσίας περί το Σεπτέμβριο 2010, οπότε με εντολή της ο δικηγόρος της απέστειλε στις 24.9.10 επιστολή προς την εναγομένη 1 με την οποία τερμάτισε την ρηθείσα συμφωνία ημερ. 31.12.03 δια αντισυμβατική συμπεριφορά και καλούσε την καθ΄ ης η αίτηση 1 να παύσει αμέσως τις εργασίες και παραδώσει ελεύθερο κατοχής το επίδικο οικόπεδο. Εναντίον της αιτήτριας καταχωρήθη από το Δήμο Λευκωσίας ποινική υπόθεση. Αμφότερες οι Καθ΄ ων η αίτηση ειδοποιήθησαν όπως παύσουν τις παράνομες οικοδομικές εργασίες πλην όμως αυτές συνέχιζαν μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιοί Διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία οι εναγόμενοι να εμποδίζονται και/ή παύσουν οποιεσδήποτε οικοδομικές εργασίες επί του ρηθέντος ακινήτου και όπως το εκκενώσουν και παραδώσουν κενό και ελεύθερο κατοχής και κατεδαφίσουν και/ή απομακρύνουν τα παράνομα υποστατικά. Επίσης αξιοί ενδιάμεσα κέρδη και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Με την υπό εξέταση αίτηση η αιτήτρια πέτυχε την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος με το οποίο αμφότερες οι καθ΄ ων η αίτηση εμποδίζονται και/ή διατάσσονται όπως παύσουν την εκτέλεση οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας επί του επίδικου οικοπέδου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της ενάγουσας και ιδιοκτήτριας του επιδίκου ακινήτου. Εις αυτήν αναφέρονται τα πιο πάνω ισχυριζόμενα γεγονότα και περαιτέρω ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις δι έκδοσιν του αιτούμενου διατάγματος. Η εναγομένη 1 με την ένστασή της εγείρει θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αβασιμότητας της και μη εδραιωμένης σε επαρκή ένορκη δήλωση. Περαιτέρω εγείρεται θέμα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου, μη πλήρωσης των προϋποθέσεων για έκδοση του προσωρινού διατάγματος και τέλος κατάχρηση της διαδικασίας. Εις την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και που είναι του κ. Α. Πιτσιλλίδη, ενός του Διευθυντού της, αναφέρονται μεταξύ άλλων:- - Η εναγομένη 2 προσελήφθη από την εναγομένη 1 δι΄ εργασίες συντήρησης και ανακαίνισης του υποστατικού που βρίσκεται εντός του επίδικου οικοπέδου και το οποίο κτίστηκε το
- - Η επίδικη συμφωνία μεταξύ των μερών δεν είναι "συμφωνία εκχώρησης άδειας χρήσης» αλλά συμφωνία ενοικίασης. - Οι εργασίες που έγιναν ή θα γίνουν εις την υφισταμένη άνω οικοδομή είναι τέτοιας φύσεως και εκτάσεως που δεν χρειάζεται η συγκατάθεση της αιτήτριας αλλά ούτε και άδεια οικοδομής βάσει της ΚΔΠ 859/
- - Με επιστολή της ημερ. 22.4.09 ενημέρωσε την αιτήτρια ότι θα προέβαινε σε εργασίες ανακαίνισης του υποστατικού λόγω φθοράς και η αιτήτρια με επιστολή της ημερ. 19.5.09 απάντησε ότι δεν την αφορούσε και δεν είχε καμία υποχρέωση. - Η ποινική υπόθεση που ασκήθη εναντίον της αιτήτριας, εναγομένης 1, εναγομένης 2 και Διευθυντών τους είναι ορισμένη δι΄ ακρόαση την 7.7.11 ενώ η ακρόαση του προσωρινού διατάγματος που εξεδόθη στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας ορίστηκε στις 8.2.
- - Οι εργασίες εντός του επίδικου ακινήτου έχουν σταματήσει λόγω των προσωρινών διαταγμάτων που εξεδόθησαν στην παρούσα αγωγή και στην ποινική υπόθεση αρ. 27983/10 αλλά και λόγω του ότι γίνονται διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων δια διευθέτηση της διαφοράς. - Η εναγόμενη 1 λόγω των άνω διαταγμάτων υφίσταται ζημία διότι δυνάμει της συμφωνίας με την εναγομένη 2 επιβαρύνεται με χρηματικό ποσό για κάθε μέρα που καθυστερούν οι εργασίες της και επίσης λόγω αδυναμίας χρήσεως του υποστατικού ως εκθεσιακού χώρου. - Η ενοικιαστική αξία του χώρου δεν είναι €6033 ως ισχυρίζεται η αιτήτρια αλλά €4260 και λιγότερο αν ληφθεί υπόψη ότι τα υποστατικά αυτά κατασκευάστηκαν υπό της εναγομένης 1 έναντι δαπάνης €300.
- Επίσης η αξία του οικοπέδου είναι €890.000 και όχι €1.800.000 ως ισχυρίζεται η αιτήτρια. - Αρνείται το κατεπείγον έκδοσης των άνω επίδικων προσωρινών διαταγμάτων. - Προβάλλεται ότι η αιτήτρια απέκρυψε ότι την 11.11.11 εξεδόθη διάταγμα διακοπής των εργασιών εις την άνω ποινική διαδικασία και το οποίο επεδόθη την 12.11.11 με αποτέλεσμα να τερματιστούν οι εργασίες. Το προσωρινό διάταγμα της ποινικής υπόθεση επεδόθη και εις την αιτήτρια πριν της καταχώρησης της παρούσας αγωγής. (Λανθασμένα αναφέρεται ως ημερομηνία έκδοσης και επίδοσης του διατάγματος η 11 και 12.11.
- Αυτό θα πρέπει να έγινε στις 11 και 12.11.10 όπως προκύπτει από το τεκμ. ΣΤ της ένορκης δήλωσης Α. Πιτσιλλίδη) - Σύμφωνα με τον όρο 9 της μεταξύ των μερών συμφωνίας η εναγόμενη 1 έχει υποχρέωση μετά την λήξη της περιόδου εκχωρήσεως της άδειας χρήσεως να επαναφέρει το επίδικο ακίνητο εις την προτέρα του κατάσταση. Συνεπώς παραπλανεί η αιτήτρια το Δικαστήριο όταν ισχυρίζεται με την ένορκη δήλωση της ότι εάν δεν σταματήσουν οι εργασίες θα ήταν δύσκολη και/η αδύνατη η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της επέμβασης κατάστασης. - Οι ζημιές της Εναγομένης 1 συνίστανται επίσης στην αδυναμία λειτουργίας της εναγομένης 1 ως επιχείρηση καθότι το επίδικο υποστατικό αφορά τον κύριο χώρο εργασίας της, απώλεια σεβαστού αριθμού πελατολογίου, πληρωμή τεράστιων ποσών εις την εναγομένη 2 δια τις εργασίες που εξετέλεσε. - Οι εργασίες συντήρησης και ανακαίνισης είναι αναγκαίες καθότι διεφάνη ότι «ο φέροντας οργανισμός του κτιρίου» είναι ανεπαρκής και χρειάζεται άμεσα στατική ενίσχυση. - Η αιτήτρια εκμεταλλεύεται την όλη κατάσταση δι΄ επιβολή αύξησης ενοικίου. Ένσταση κατεχώρησε και η εναγομένη 2 η οποία μεταξύ άλλων προβάλλει πέρα των λόγων που προβάλλει η εναγομένη 1 ότι δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής εναντίον της, η εναγομένη 2 δεν είχε καμία υποχρέωση να εξασφαλίσει οιαδήποτε άδεια δια τις εκτελούμενες εργασίες αλλά ούτε και συγκατάθεση υπό της αιτήτριας. Το εκδοθέν διάταγμα είναι άνευ ουσίας άνευ αντικειμένου και/ή καταχρηστικό. Εις την ένορκη δήλωση του κ. Λ. Λοίζου, Διευθυντή της εναγομένης 2 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:- - Η εναγομένη 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν «διορισμένος εργολάβος» βάσει εγγράφου με την εναγομένη 1 και λάμβανε οδηγίες από τον αρχιτέκτονα του έργου κ. Ηράκλη Παπαχρίστου. - Μη εκτέλεση των υποχρεώσεων της, βάσει της άνω γραπτής συμφωνίας, ή καθυστέρηση στην εκτέλεση τους, θα είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας, μη έκδοσης πιστοποιητικού πληρωμής και καταβολή αποζημιώσεων. - Η αιτήτρια γνώριζε την εκτέλεση των εργασιών από τον Ιούνιο 2010 ότι άρχισαν οι εργασίες καθότι αυτή διέμενε πλησίον του επίδικου ακινήτου - Οι εκτελούμενες εργασίες αφορούν ανακαινίσεις σε υφιστάμενα κτήρια και ουδέποτε η εναγομένη 2 έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους της ενάγουσας δια παύση των εργασιών. - Η αιτήτρια δεν απεκάλυψε ότι κατά το χρόνο εξέτασης της μονομερούς αίτησης της είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα από το ποινικό Δικαστήριο στην υποθεση 27983./10 με το οποίο διατάσσετο η αναστολή και διακοπή των εργασιών μέχρι την ακρόαση της άνω ποινικής υπόθεσης. - Η έκδοση του άνω διατάγματος από το ποινικό Δικαστήριο καθιστά το υπό εξέταση προσωρινό διάταγμα άνευ αντικειμένου. Το προσωρινό διάταγμα του ποινικού Δικαστηρίου έγινε απόλυτο για την ενάγουσα στις 18.11.
- - Οι εργασίες στο επίδικο ακίνητο έπαυσαν στις 11.11.10 όταν εξεδόθη από το ποινικό Δικαστήριο το ρηθέν προσωρινό διάταγμα. - Δεν ήταν κατεπείγον η έκδοση του υπο εξέταση διατάγματος καθότι προηγουμένως εξεδόθη το ίδιο διάταγμα από το ποινικό Δικαστήριο. Εις όλες τις ενόρκους δηλώσεις ως άνω επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια δι΄ υποστήριξη των ισχυρισμών των ενόρκως δηλούντων. Κατά την ακρόαση η συνήγορος της αιτήτριας «υιοθέτησε» την ένορκο δήλωση της αιτήτριας και δεν πρόσθεσε οτιδήποτε άλλο. Η συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση 1 πρόβαλε το θέμα της ανυπαρξίας δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα διαφορά, την μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και τέλος ότι δεν ήταν επειγούσης φύσεως το θέμα ώστε να τύχει εξέτασης με μονομερή αίτηση. Η συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση 2 πέραν των πιο πάνω αναφέρθη και σε μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων υπό της αιτήτριας ως αυτά αναφέρονται εις την ένορκο δήλωση δι΄ υποστήριξη της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση
- Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4,5,7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6 και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρο
- Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου άρ. 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητουμένης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοσή του η η διατήρηση σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και η ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτισή τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(184)1 A.A.Δ 263, αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 246, 269-270. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει απασχολήσει το Δικαστήριο είναι αυτό της δικαιοδοσίας. Όπως το έθεσε η Καθ΄ ης η αίτηση 1 αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα διαφορά είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η βάση της εισήγησης αυτής αναφέρεται στην παράγρ. 6(στ) της ένορκης δήλωσης Πιτσιλλίδη. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα:- «. από το σύνολο των προνοιών της επίδικης συμφωνίας η επίδικη συμφωνία δεν ήταν «συμφωνία εκχώρησης άδειας χρήσης» αλλά ήταν συμφωνία ενοικίασης για τους ακόλουθους λόγους:- (
- i)πρόθεση και των δύο συμβαλλομένων μερών κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας ήταν η παροχή στην Καθ΄ ης η αίτηση της αποκλειστικής χρήσης του επίδικου ακινήτου και του υποστατικού εντός αυτού για την καθοριζόμενη στην συμφωνία περίοδο έναντι συμφωνηθέντος ενοικίου. (
- ii)η Καθ΄ ης η αίτηση είχε και έχει την αποκλειστική κατοχή του επίδικου ακινήτου. (iii) από το σύνολο των όρων της επίδικης συμφωνίας προκύπτει ότι πρόκειται για συμφωνία ενοικίασης και όχι συμφωνία για άδεια χρήσης.» Η διαφοροποίηση έχει τη σημασία της καθότι σε περίπτωση που κριθεί ότι η σχέση των διαδίκων είναι αυτή της ενοικίασης τότε εάν και εφόσον ισχύουν ορισμένοι περαιτέρω παράμετροι που τίθενται από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983, Ν.23/83όπως τροποποιήθηκε τότε ασφαλώς το παρόν Δικαστήριο δεν θα είχε δικαιοδοσία. Πιστεύω όμως ότι στα στενά πλαίσια εξέτασης ενός προσωρινού διατάγματος δεν είναι εύκολη η διάκριση. Χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. C & S American Heart Institute Ltd Π.Ε. 104/08 ημερ. 28.2.2011 όπου στη σελ. 13 αναφέρονται τα ακόλουθα:- «Ο διαχωρισμός των εννοιών μεταξύ ενοικίασης και άδειας χρήσης («tenancy» ή «licence»), δεν είναι εύκολος, έχει δε δώσει το έναυσμα στην Αγγλία για την έκδοση μιας σειράς αποφάσεων ώστε εξελικτικά το κοινοδίκαιο που δεν παρείχε επαρκή προστασία στους αδειούχους να μετασχηματιστεί σταδιακά και προς όφελος τους με τη βοήθεια του δικαίου της επιείκειας («equity»). Ακόμη και μέχρι το 1966, η νομολογία επί του θέματος χαρακτηριζόταν στο σύγγραμμα των Megarry & Wade: «The Law of Real Property» 3η έκδ. σελ. 775-776, ως υπό διαμόρφωση με κυρίαρχα τα ερωτήματα ως προς τα ποια είδη άδειας χρήσης δημιουργούν δικαιώματα δεσμευτικά για τρίτους και κατά πόσο οι συμβατικές άδειες χρήσης είναι ή όχι ακυρώσιμες. Η διχοτόμηση μεταξύ της έννοιας της ενοικίασης και της έννοιας της άδειας χρήσης έχει στην Αγγλία μεγαλύτερη σημασία από ό,τι στο Κυπριακό Δίκαιο ενόψει του ότι εκεί οι ενοικιάσεις («leases»), δημιουργούν δικαιώματα επί της γης («estates in land»), ενώ η άδεια χρήσης παρέχει απλώς δικαιώματα προσωρινής φύσεως, κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη, ώστε ο αδειούχος να δύναται να εισέλθει στη γη ή το υποστατικό κατά νόμιμο τρόπο για ορισμένο σκοπό που άλλως θα ήταν παράνομος. Στην Κύπρο, η ενοικίαση δημιουργεί απλώς συμβατική υποχρέωση μεταξύ των μερών εκτός εάν πρόκειται για εκμίσθωση γης πέραν των 15 ετών, η οποία δημιουργεί εμπράγματο δικαίωμα εφόσον όμως εγγράφεται στο Κτηματολόγιο με βάση τα άρθρα 65Α-65ΙΕ (Μέρος IV) του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, ως τροποποιήθηκε. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και στην Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν. Spyros Colocassides Estates Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 327, σελ. 332-333. Η ενοικίαση στην Κύπρο με βάση τη σχετική νομοθεσία μπορεί βέβαια να επιφέρει πέραν των συμβατικών υποχρεώσεων και την εκ του νόμου καθοριζόμενη προστασία λόγω της μετατροπής της σε θεσμία ενοικίαση. Η παραδοσιακή έννοια της άδειας χρήσης παραπέμπει ακριβώς σε άδεια ή ανοχή ώστε να νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση στη γη. (Winter Garden Theatre (London) Ltd n. Millennium Productions Ltd
(1946)1 All E.R. 678, σελ. 680). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Hanbury and Martin: Modern Equity 16η έκδ.
(2001), η παροχή άδειας δυνατόν να αναδύεται μέσα από μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Στο κοινοδίκαιο οι βασικές κατηγορίες της άδειας χρήσης ήταν και εξακολουθούν να είναι, η απλή ή κατά χάριν άδεια («bare or gratuitous licence»), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος («licence coupled with a grant (or an interest») και η συμβατική άδεια («contractual licence»). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και τέταρτη κατηγορία αυτή του «licence by estoppel», που θεωρείται ως ένα νέο δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα. (Cedric D. Bell: Land: The Law of Real Property 3η έκδ. σελ. 213 και Pascoe v. Turner
(1979)2 All E.R. 945). Η πρώτη κατηγορία της απλής άδειας αφορά περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης της γης επιτρέπει απλώς την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε συμβατικό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα και μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη δυνατότητα παραχώρησης άδειας χρήσης με ταυτόχρονη παροχή κάποιου περιορισμένου δικαιώματος επί της γης, όπως, για παράδειγμα, άδεια εισόδου σε γη με σκοπό την αγορά ξυλείας. Η άδεια εισόδου στη γη υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να ανακληθεί. Αναμφίβολα η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει σε καμία από τις δύο πιο πάνω κατηγορίες. Η τρίτη κατηγορία, αυτή της συμβατικής άδειας, έχει δημιουργήσει και τα περισσότερα προβλήματα, σε σχέση, ιδιαιτέρως, με τα δικαιώματα του αδειούχου. Κατά το κοινοδίκαιο, η άδεια που δίδει ο ιδιοκτήτης στον αδειούχο να εισέλθει στη γη του για ορισμένο σκοπό ή για ορισμένη περίοδο χρόνου μπορούσε, έστω κατά παράβαση της συμφωνίας, να ανακληθεί από τον ιδιοκτήτη με αποτέλεσμα ο αδειούχος να θεωρείται επεμβασίας με συνακόλουθη την εκδίωξη του. Το δίκαιο της επιείκειας όμως εφηύρε τρόπους προς προστασία του αδειούχου. Σ΄ αυτή την προσπάθεια κατέστη δυνατή η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ώστε ο ιδιοκτήτης να μην μπορεί να παραβιάσει τη συμβατική άδεια χρήσης. Αναγνωρίστηκε ακόμη και η δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης («specific performance»), μιας συμβατικής άδειας (Verrall v. Great Yarmouth Borough Council
(1981)Q.B. 202). Στην υπόθεση Hounslow London Borough Council v. Twickenham Garden Developments Ltd
(1971)Ch 233, λέχθηκε ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ως επεμβασίας ο κάτοχος γης με συμβατική άδεια χρήσης, διότι δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί η σύμβαση από την άδεια ώστε να αποκηρύσσονται χωριστά. Όσον αφορά την ενοικίαση, η παραδοσιακή αντίληψη, διαχρονικά καταξιωμένη, συναρτά την έννοια της με (
- i)την αποκλειστικότητα της κατοχής του χώρου (
- ii)με συγκεκριμένη διάρκεια και (iii) με την καταβολή αντιτίμου ή ανταλλάγματος καλουμένου συνήθως «ενοικίου». (δέστε Θέλμα Μιχαηλίδου ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 18, Street ν. Mountford
(1985)2 All E.R. 289 και Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882). Για την ανεύρεση όμως της ουσίας της συμφωνίας και της ορθής ταξινόμησης της, η περιγραφή που δίνεται από τους ιδίους τους διαδίκους ή ακόμη και οι λέξεις που χρησιμοποιούτναι δεν παρέχουν αφ΄ εαυτών και κατ΄ ανάγκην στερεά βάση. Σημασία αποκτά όχι μόνο η κοινή πρόθεση των μερών για την απόδοση αποκλειστικής χρήσης (Antoniades v. Villiers
(1988)2 All E.R. 309), και Πιριπίτση ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 385, αλλά και η εν γένει φύση, σκοπός και στόχος της συμφωνίας, οι όλες συνθήκες που την περιβάλλουν και το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο αυτή συνομολογήθηκε. Η νομολογία έχει καθορίσει επίσης ότι ακόμη και εν μέσω μιας αποκλειστικότητας στην κατοχή, ή και ρητής χρήσης της λέξης ενοικίασης, είναι το σύνολο της συμφωνίας που πρέπει να εξεταστεί ώστε να αναδυθεί η αληθινή φύση της. (Abbeyfield (Harpenden) Society Ltd v. Woods
(1968)1 All E.R. 352). Αν η συμφωνία παραχώρησης του χώρου διαπνέεται από έντονο προσωπικό στοιχείο, αν εμποτίζεται δηλαδή από μια διακριτή προσωποπαγή σχέση, ιδιαίτερης σημασίας στη σύναψη της συμφωνίας, τότε αυτή η διαφορετικότητα είναι ένδειξη ότι τα μέρη δεν είχαν κατά νουν ή τουλάχιστον δεν ήσαν consensus ad idem στον καταρτισμό μιας απλής κατ΄ ουσίαν ενοικίασης. Αν από την άλλη είναι κατ΄ ουσίαν αδιάφορο για τον ιδιοκτήτη σε ποιον θα παραχωρηθεί ο χώρος, ώστε η έμφαση να είναι περισσότερο στο εμπορικό, παρά στο προσωπικό στοιχείο, τότε αυτό είναι ένδειξη για άδεια χρήσης ή κάποιας άλλης μορφής συμφωνίας. Απόλυτοι παράμετροι δεν είναι δυνατό να τεθούν ως σταθερές, η δε άσκηση της ταξινόμησης στη μια ή την άλλη των κατηγοριών παραμένει ένα λεπτό έργο.» Το Δικαστήριο δεν θα εμπλακεί στο παρόν στάδιο εις την λεπτομερή εξέταση του άνω λεπτού θέματος λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχει τεθεί με αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία το αναγκαίο υπόβαθρο και συγκεκριμένα πότε ανεγέρθησαν στο επίδικο οικόπεδο τα λυόμενα υποστατικά που υπάρχουν εις το ακίνητο. Εις τη συμφωνία των μερών ημερ. 31.12.03 (βλ. τεκμ. 1 ενόρκου δηλώσεως αιτητρίας) αναφέρονται τα ακόλουθα:- «...επειδή .... έχουν κοινή πρόθεση ώστε με την παρούσα απλώς να εκχωρηθεί από την εκχωρήτρια προς τους διαδοχείς άδεια να χρησιμοποιήσουν το οικόπεδο αποκλειστικώς και μόνο απ΄ αυτούς σαν έκθεση επίπλων μέσα στα ήδη υπάρχοντα κινητά-λυόμενα υποστατικά και/ή επιπρόσθετα που ήθελαν ανεγείρει οι εκδοχείς ...» Ασφαλώς σαν θέμα λογικής, έκθεση επίπλων δεν λειτουργεί σε ανοικτό οικόπεδο. Αυτή φαίνεται να λειτουργούσε στα υπάρχοντα λυόμενα υποστατικά. Πότε ανεγέρθησαν αυτά δεν αναφέρεται και/ή δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών. Εις την ένορκη δήλωση της αιτήτριας (βλ. παράγρ. 8) αναφέρεται ότι αυτά ανεγέρθησαν προ ετών από την εναγόμενη 1. Εις την ένορκη δήλωση Πιτσιλλίδη [βλ. παράγρ. 6(δ)] αναφέρεται ότι το επίδικο υποστατικό έχει κτιστεί στο επίδικο οικόπεδο κατόπιν σχετικής άδειας οικοδομής ημερ. 7.5.84. Όπως φαίνεται από τη μαρτυρία αυτή δεν καθορίζεται πότε ανεγέρθηκε το υφιστάμενο υποστατικό/ά. Εις το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν.23/.83 αναφέρεται ότι: «"ακίνητο" σημαίνει κτήριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι 31η Δεκεμβρίου 1999» Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχει ικανή μαρτυρία ή παραδεκτό γεγονός ώστε να διακριβωθεί στον αναγκαίο βαθμό της παρούσης διαδικασίας ο χρόνος ανεγέρσεως του υποστατικού δεν τίθεται θέμα, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο, να ομιλούμε δια δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το επόμενο θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων καθότι σε περίπτωση επιτυχίας αυτού του λόγους ενστάσεως θα υπάρξουν καταλυτικές συνέπειες εις την υπό εξέταση αίτηση. Η πλήρης αποκάλυψη είναι μέρος του καθήκοντος του αιτητή να παρουσιάσει την αίτηση του άνευ κλήσεως, δίκαια (βλ. Memory Corporation v. Sidbu (No. 2)
(2000)1 W.L.R. 1443, Re S (A Child) (Family Division: Without Notice Orders)
(2001)1 All E.R. 362). To καθήκον αυτό αυξάνεται σε αίτηση διά διάταγμα τύπου mareva, αίτηση και Anton Piller, τα οποία από τη φύση τους μπορούν να προκαλέσουν σημαντική βλάβη στον εναγόμενο ή άλλους. Ο Δικαστής Donaldson εις την Bank Mellat v. NikPour
(1985)F.S.R. 87, 92, έθεσε επιγραμματικά και πολύ εύστοχα το θέμα αυτό. Συγκεκριμένα είπε τα ακόλουθα: «Τhe rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the Draconian remedy of the Mareva Injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law´s two ´nuclear´ weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked.» Τo θέμα απασχόλησε ασφαλώς και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία βαρύνει τον αιτητή σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι γνωστά εις αυτόν αλλά και εκείνα που θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. (ίδε Γενικός Εισαγγελέας (Νο.2) ν. Γεώργιου Σαββίδη
(1979)1 C.L.R 349.) Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 λέχθηκε περαιτέρω ότι ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παρελήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Εις την Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ 597 λέχθηκε ότι «το στοιχείο εξαπάτησης (deceit) δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής» (ίδε επίσης Govelfret Ro-Ro Services N.V κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ 733. Εις την Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. - υπό εκκαθάριση κλπ ν. Daventree Resources Ltd κ.ά.,
(2008)1(Β) 801, 806, λέχθησαν τα ακόλουθα: «(α) Η μη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Attorney-General and another (No. 2) v. Savvides [1979]1 C.L.R. 349). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. ν. Τhe Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733, "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali ASltobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597." Στην υπόθεση The King v. The General Commisioners fo the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1917] 1 K.B. 486) όπου το θέμα της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων εξετάστηκε σε έκταση, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής του Φόρου Εισοδήματος κλήθηκε να απαντήσει γιατί να μην εκδοθεί ένταλμα Prohibition το οποίο θα απαγόρευε τον καθορισμό καταβολής φόρου εισοδήματος που θα έπρεπε να καταβληθεί από την αιτήτρια (Πριγκίπισσα Edmond De Polignac). Η τελευταία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονταν σε ένορκη δήλωση της, δεν ήταν Αγγλίδα υπήκοος, δεν ήταν κάτοικος Αγγλίας εκτός μόνο για προσωρινούς λόγους και δεν είχε συμπληρώσει ποτέ συνολική διαμονή έξι μηνών στην Αγγλία σε ένα οποιοδήποτε χρόνο. Αντίθετα η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν Γαλλίδα υπήκοος και μόνιμη κάτοικος Γαλλίας. Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση και της αιτήτριας ως απάντηση, διεφάνη ότι η αιτήτρια είχε πληρώσει για την ενοικίαση και επίπλωση ενός διαμερίσματος στην περιοχή Chelsea του Λονδίνου και ότι τα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος τα κατέβαλλε από κοινού μαζί με τον αδελφό της. Το Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αφού η αιτήτρια απέκρυψε ή παρουσίασε ψευδώς γεγονότα, που ήταν ουσιώδη με την αίτηση που καταχώρισε. Όπως έθεσε τα θέμα ο Δικαστής Scrutton L.J., "It has been for many years the rule of the Court, and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts, and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement." Σε μετάφραση, "Έχει καθιερωθεί για πολλά χρόνια ως κανόνας του Δικαστηρίου και ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας που θα πρέπει να διατηρηθεί, ότι όταν ένας αιτητής έρχεται στο δικαστήριο επιζητώντας ανακούφιση με μονομερή αίτηση θα πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, όχι του νόμου Δεν πρέπει αν μπορεί να παραθέτει λανθασμένα το νόμο αφού το δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει το νόμο. Το Δικαστήριο όμως δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να παραθέτει πλήρως και δικαίως τα γεγονότα, και η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση." H υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1983)3 All E.R. 178). To θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe and others [1988]3 All E.R. 188) στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
- i)φύση της υπόθεσης και (
- ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης, και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το θέμα της μη αποκάλυψης απασχόλησε την κυπριακή δικαιοσύνη στην υπόθεση Demstar Ltd ν. Ζim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, στην οποία οι ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που καταχώρισαν προς υποστήριξη του αιτήματος του για την παροχή άδειας για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι στη σχετική φορτωτική που είχε επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση, υπήρχε όρος για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αποκάλυψη της διαφοράς σε Δικαστήριο της αλλοδαπής αποτελούσε εκτροπή από την υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και προέβη στην ακύρωση του σχετικού διατάγματος. (Βλέπε επίσης Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η ίδια γραμμή με τα ίδια ακριβώς γεγονότα ακολουθήθηκε στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. ν. Πλοίου Saphire Seas (Aρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 833, στην οποία τονίστηκε ότι: "Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένας διάδικος που ζητά τη χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (ex parte), πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. (Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Ειδικότερα στην υπόθεση Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, τονίστηκε ότι η μη αποκάλυψη όρου με τον οποίο διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων παραπέμπονται σε διαιτησία στην αλλοδαπή συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της FEDOSSOVA LARISSA (Aρ. 2) για διάταγμα Certiorari
(1997)1 A.A.Δ. 1333, η αιτήτρια ζητούσε την έκδοση εντάλματος Certiorari για την ακύρωση διατάγματος κατάσχεσης σε χέρια τρίτου επειδή υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος εκπροσώπησης της κατά παράβαση του άρθρου 30.3 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αφού η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο φαινόταν ότι το Δικαστήριο της είχε δώσει την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος.» Έχω εξετάσει όλα τα σημεία μη αποκάλυψης όπως αυτά προβάλλονται από τις δύο καθ΄ ων η αίτησης αλλά με απασχόλησε έντονα η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ημερ. 11.11.10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εις την ποινική υπόθεση 27983/
- (βλ. τεκμ. ΣΤ και Γ εις τις ενόρκους δηλώσεις Πιτσιλλίδη και Λοίζου αντίστοιχα.) Με το διάταγμα αυτό διετάσσοντο όλοι οι κατηγορούμενοι μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όλοι η διάδικοι στην παρούσα διαδικασία να «διακόψουν και/ή αναστείλουν την έναρξη και/ή τη συνέχιση εργασιών για ανέγερση οικοδομής στο τεμ. αρ. 1168 Φ/Σ 21/54.5.2 τμήμα 3 άνευ αδείας του Δήμου Λευκωσίας, στην ενορία Άγ. Ομολογητές στη Λευκωσία, εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λευκωσίας μέχρι ακροάσεως και τελείας αποπερατώσεως της άνω ποινικής υπόθεσης η οποία κατεχωρήθηκε εναντίον των και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου Τούτου». Το προσωρινό αυτό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο την 18.11.10 και ώρα 8.30 π.μ. όπως φαίνεται από τα πιο πάνω τεκμήρια. Η αιτήτρια παρόλο που αναφέρεται εις την άνω ποινική υπόθεση και παρουσίασε το ποινικό κατηγορητήριο (βλ. τεκμ. 3 στην ένορκο δήλωση της) τηρεί σιγήν ισχύος αναφορικά με το διάταγμα ημερ. 11.11.
- Οι καθ΄ ων η αίτησης ισχυρίζονται δια μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τις ενστάσεις ότι αυτό επεδόθηκε και στην αιτήτρια και ότι έγινε απόλυτο σε σχέση με την ενάγουσα στις 18.11.10 (βλ. παράγρ. 26 ενόρκου δηλώσεως Πιτσιλλίδη και παράγρ. 12 ενόρκου δηλώσεως Λοίζου). Δια να γίνει απόλυτο σημαίνει ότι επιδόθηκε στην αιτήτρια. Η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθη είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της αιτήτριας και παρέμεινε αναμφισβήτητη μέχρι τέλους. Συνεπώς η αιτήτρια γνώριζε την ύπαρξη του άνω αναφερόμενου διατάγματος που εξεδόθη από το ποινικό Δικαστήριο και δεν το απεκάλυψε στην αίτηση της ημερ. 25.11.
- Θα πρόσθετα ότι ακόμη και να μην το γνώριζε, στο χρόνο που προέβη στην ένορκο δήλωση της, εφόσον όπως η ίδια παραδέχεται είχε επικοινωνία με το αρμόδιο τμήμα του Δήμου Λευκωσίας από το Σεπτέμβριο του 2010 και γνώση έκδοσης του κατηγορητηρίου στην αναφερόμενη ποινική υπόθεση θα μπορούσε με εύλογη έρευνα και φροντίδα να πληροφορηθεί την έκδοση και ύπαρξη του άνω διατάγματος. Η μη αποκάλυψη του γεγονότος αυτού, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά το χρόνο εξέτασης της μονομερούς αίτησης της αιτητρίας και έκδοση του προσωρινού διατάγματος, ανατρέπει τη βάση έκδοσης τους και το καθιστά ακροσφαλή. Ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει σε εξέταση οτιδήποτε άλλου θέματος και η αίτηση ημερ. 25.11.10 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερ. 26.11.10 ακυρούται. Όσον αφορά τα έξοδα αυτά να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης και να είναι εναντίον της αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο