← Κύπρος

FBME Bank Limited ν. Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης και/ή διαχειριστής της περιουσίας του Charles Robert Hadkinson πτωχεύσαντα, Αγ. Αρ. 8077/10, 20

FBME Bank Limited ν. Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης και/ή διαχειριστής της περιουσίας του Charles Robert Hadkinson πτωχεύσαντα, Αγ. Αρ. 8077/10, 20 Μαίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 8077/10 ΜΕΤΑΞΥ:- FBME Bank Limited ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης και/ή διαχειριστής της περιουσίας του Charles Robert Hadkinson πτωχεύσαντα ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ---------------------------- Ημερομηνία: 20 Μαίου 2011 Αίτηση ημερ. 22.10.10 για Παραμερισμό της απόφασης ημερ. 18.10.10 Για τον Αιτητή-Εναγόμενο: κ. Εμμανουήλ Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Γ.Ζ. Γεωργίου (κα Σωκράτους δια ν' ακούσει Απόφαση) ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 18.10.2010 η ενάγουσα λόγω μη εμφάνισης του εναγομένου και δι΄ αποδείξεως εξασφάλισε απόφαση εναντίον του τελευταίου διά €19.044.914,97 (ισότιμο σε $25.316.205,97) πλέον τόκο επί €3.112.859, δυνάμει γραπτής συμφωνίας αναγνώρισης χρέους ημερ. 27.4.

  1. Στις 22.10.2010 ο εναγόμενος-αιτητής κατεχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης για τους ακόλουθους λόγους, όπως αυτοί διαφαίνονται στην ένορκο δήλωση της κ. Άντρης Αντρέου και επί της οποίας στηρίζεται: Εναντίον του χρεώστη Charles Robert Hadkinson εξεδόθη την 5.11.08 από το Ε.Δ. Λάρνακας στην Αίτ. αρ. 39/08 Διάταγμα Παραλαβής και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε παραλήπτης της περιουσίας του. Στις 22.9.2010 επεδόθη στον Επίσημο Παραλήπτη κλητήριο ένταλμα της παρούσης αγωγής. Η ομνύουσα, αγνοώντας τις συνέπειες της παρόδου του χρόνου δια καταχώρηση δικογράφων, καθυστέρησε να ενημερώσει τους δικηγόρους του κλάδου της με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης ως άνω. Από πληροφόρηση του Επίσημου Παραλήπτη η αγωγή ηγέρθη εναντίον του χρεώστη υπο την ιδιότητα του ως εγγυητού τεσσάρων εταιρειών και ενός φυσικού προσώπου (που κατονομάζονται) χωρίς να ληφθούν όμως δικαστικά μέτρα εναντίον τους ως όφειλε προηγουμένως να πράξει. Περαιτέρω, η καταχώρησης της αγωγής συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι σύμφωνα με τη συμφωνία αναγνώρισης χρέους ημερ. 27.4.09 η ενάγουσα επαλήθευσε τις αξιώσεις της στο Γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη. Επίσης η αγωγή θα έπρεπε να επιδοθεί στο χρεώστη ο οποίος έχει δικαίωμα να υπερασπιστεί από μόνος του την υπόθεση αλλά και δια να βοηθήσει τον Παραλήπτη. Τέλος η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται όπως προβάλλεται να προχωρήσει με δικαστικά μέτρα εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη χωρίς άδεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Πτωχεύσεων Νόμου ΚΕΦ.
  2. Η ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση κατεχώρισε ένσταση και προβάλλει μεταξύ άλλων την νομότυπη έκδοση της απόφασης ημερ. 18.10.2010, μη παραβίαση οιουδήποτε δικαιώματος του αιτητή, νομότυπη επίδοση της αγωγής, αβασιμότητα και παρατυπία της αίτησης. Περαιτέρω, προβάλλεται η μη δικαιολόγηση της μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφανίσεως και ότι η προσπάθεια του αιτητή είναι να αποφύγει και/ή καθυστέρηση την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Τυχόν έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης και εξόφληση του χρέους κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων της εναγούσης. Προβάλλεται ακόμη ότι ο αιτητής δεν επέδειξε με την ένορκο δήλωση του καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση και ότι με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος έκαστος δικαιούται δημόσια ακροαματική διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδική άδεια και τέλος ότι δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος. Εις την ένορκο δήλωση της κ. Λίτσας Κωνσταντίνου, υπαλλήλου της εναγούσης, που συνοδεύει την ένσταση αναφέρονται μεταξύ άλλων ότι δεν έχει προβληθεί από τον Αιτητή οποιοσδήποτε σοβαρός λόγος που να εξηγεί τη μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης αλλά αντίθετα υπήρξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα της εναγούσης. Η δικαιολογία της Α. Αντρέου περί άγνοιας της διαδικασίας δεν αποτελεί νόμιμη ή σοβαρή εξήγηση. Επίσης, κανένα δικαίωμα του αιτήτη δεν έχει παραβιαστεί ενώ αντίθετα η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση ικανοποίησης της απόφασης υπέρ της εναγούσης. Ο μόνος λόγος καταχώρησης της αίτησης είναι η πρόκληση καθυστέρησης εξόφλησης της οφειλής. Ουδεμία καλόπιστη ή συζητήσιμη υπεράσπιση προβλήθηκε εκ πρώτης όψεως από τον αιτητή και το Δικαστήριο δεν δύναται να παραμερίσει την απόφαση για το λόγο ότι δεν λήφθησαν δικαστικά μέτρα εναντίον άλλων. Με τη συμφωνία ημερ. 27.4.09 ο χρεώστης αναγνώρισε και παραδέχθηκε τις οφειλές του προς την ενάγουσα δυνάμει των συμφωνιών του με αυτή. Τέλος αρνείται την ισχυριζόμενη κατάχρηση της διαδικασίας με την καταχώρησης της αγωγής και επαναλαμβάνει τα δικαιώματα της εναγούσης που προστατεύονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Ο συνήγορος δια τον αιτητή εις την αγόρευση του επικεντρώθηκε κυρίως εις την προβαλλόμενη κατάχρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της παρούσης αγωγής εν όψει της επαλήθευσης της απαίτησης της εναγούσης σύμφωνα με το άρθρο 34 του ΚΕΦ. 5 και τη μη εξασφάλιση προηγουμένως της άδειας του Δικαστηρίου δια καταχώρηση της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 9

(1)του ΚΕΦ.
  1. Από την άλλη ο συνήγορος δια την Καθ΄ ης η αίτηση υποστήριξε όλα όσα προβάλλονται στην ένσταση και πρόσθετα ότι δεν ήταν αναγκαία η λήψης εκ των προτέρων αδείας υπό του Δικαστηρίου δι έγερσιν της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 71 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ.
  2. Δια το πρώτο θέμα πρόβαλε ότι εφόσον εξεδόθη απόφαση, δεν εξετάζεται θέμα επαλήθευσης και η αγωγή ήταν αναγκαία καθότι η ενάγουσα είχε πληροφόρηση δια περιουσία του χρεώστη εις το εξωτερικό η οποία μπορούσε να δεσμευθεί ή να είναι αντικείμενο εκτέλεσης εφόσον εκδίδετο πρώτα απόφαση. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.17 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία δίδει δικονομική πρόσβαση στην αιτούμενη θεραπεία. Εις την Steven Bush κ.α. v. Γιαννάκη Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ 1342 στη σελ 1345 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά. «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1973)2 All E.R 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» (βλ. επίσης Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ 1774) Εις τα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης είναι παραδεκτό ότι εναντίον του χρεώστη εξεδόθη διάταγμα παραλαβής στις 5.11.08 στην Αίτηση αρ. 39/08 του Ε.Δ. Λάρνακας. Στις 27.4.09 υπεγράφη μεταξύ της εναγούσης, χρεώστη και Επίσημου Παραλήπτη η συμφωνία «DEBT ACKNOWLEDGEMENT AND PAYMENT AGREEMENT" όπου ο χρεώστης ανεγνώρισε ότι το οφειλόμενο υπ αυτού ποσό προς την ενάγουσα είναι US$24.845.689,
  1. Επίσης από το τεκμ. (Α) της ενόρκου δηλώσεως Αντρέου διαπιστώνεται ότι η ενάγουσα ως πιστωτής του χρεώστη στις 26.5.09 προέβη σε επαλήθευση στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη το χρέος του τελευταίου προς αυτή ύψους €18.598.576 ($24.880.989,20) πλέον τόκο από 10.4.
  2. Εν συνεχεία στις 22.9.10 ακολούθησε η καταχώρηση της υπο τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Το άρθρο 9
(1)του περί Πτώχευσης Νόμου ΚΕΦ. 5 προβλέπει: «9.-
(1)Με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, επίσημος παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, και ακολούθως, εκτός όπως διατάσσεται από το Νόμο αυτό, κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δεν θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του χρεώστη σχετικά με το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός κατόπι άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Το Διάταγμα Παραλαβής όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 του ΚΕΦ. 5 εκδίδεται για την προστασία της περιουσίας του Χρεώστη. Εάν δε ο χρεώστης κηρυχθεί σε πτώχευση είναι ο παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη που θα συλλέξει αλλά και θα κατανέμει την περιουσία του χρεώστη στους διάφορους πιστωτές. (βλ. Williams and Hunter on Bankruptcy 19η έκδοση σελ. 69) Εις το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση Τόμος 2ος σελ. 320 παράγρ. 609 και 610 αναφέρονται τα ακόλουθα:- "
  1. Effect on debtor. A receiving order is not equivalent to an adjudi­cation in bankruptcy; it does not divest the debtor of his property, or make him a bankrupt, or place him under the disabilities of an adjudicated bankrupt; notwithstanding the receiving order, the debtor is the only person who can sue for the recovery of what belongs to him, and if he sues, he cannot be ordered to give security for costs, as if he were a mere nominal plaintiff .
  2. Effect on estate. The making of the receiving order vests no estate or interest in the receiver; it gives him no power of bringing or defending actions; it does not cause any change or transmission of interest or liability so as to render it necessary or desirable that he should be made a party to any action which the debtor is bringing or defending. What the debtor recovers after the receiving order by an action is his property, both in law and in equity, although he must, when he receives it, hand it over to the official receiver for the benefit of his creditors, if he does not pay or compound with them. The debtor's estate is not altered by the receiving order; if he was the occupier of premises before the order, and the official receiver takes possession after the order, the debtor remains the occupier, and not the official receiver. If the debtor was entitled to receive the income of any property, the income is not vested in the official receiver by the receiving order, but it becomes payable to him. It is not proper for the official receiver before adjudication to realise the debtor's estate, or to deal with it, except for the purpose of protecting and preserving it; he may however sell perishable goods." Όλα τα πιο πάνω αναφέρονται ώστε να διαφανεί η θέση και νομική κατάσταση μεταξύ χρεώστη και Επίσημου Παραλήπτη. Επανερχόμενος τώρα στο θέμα υπο εξέταση παρατηρώ ότι σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ. 5 (βλέπε άνω) μετά την έκδοση Διατάγματος παραλαβής εναντίον χρεώστη, ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστου και κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με χρέος που δύναται να επαληθεύσει σε πτώχευση μπορεί να εγείρει αγωγή ή άλλη διαδικασία ή να έχει θεραπεία εναντίον της περιουσίας του χρεώστη παρά μόνο μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Συνεπώς, εις τα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης είναι αναγκαίο να διακριβωθεί κατά πόσο το χρέος που αναφέρεται στην αγωγή είναι χρέος το οποίο δύναται να επαληθευθεί σε πτώχευση. Το άρθρο 34 του ΚΕΦ. 5 προβλέπει:
(1)Απαιτήσεις σε μορφή ανεκκαθάριστων αποζημιώσεων, οι οποίες προκύπτουν διαφορετικά παρά από σύμβαση, υπόσχεση ή κατάχρηση εμπιστοσύνης, δεν δύνανται να επαληθευτούν σε πτώχευση.
(2)Πρόσωπο που έχει γνώση οποιασδήποτε πράξης πτώχευσης που υφίσταται εναντίον χρεώστη, δεν δύναται να προβεί σε επαλήθευση με βάση διάταγμα για χρέος ή υποχρέωση που δημιουργήθηκε από το χρεώστη μετά την ημερομηνία που έλαβε γνώση της πράξης πτώχευσης.
(3)Εκτός, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όλα τα χρέη και όλες οι υποχρεώσεις, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, στις οποίες υπόκειται ο χρεώστης κατά την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής, ή στις οποίες θα υπόκειται πριν από την αποκατάσταση του λόγω ευθύνης που προέκυψε πριν από την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής, θα θεωρούνται ως χρέη που δύνανται να επαληθευτούν.» Η γραπτή συμφωνία που έγινε μεταξύ εναγούσης, χρεώστη και Επίσημου Παραλήπτη φέρει ημερ. 27.4.09 και αποτελεί μεταξύ άλλων και αναγνώριση του χρέους υπό του χρεώστη με υπόσχεση του να το εξοφλήσει. Η συμφωνία αυτή αποτελεί νέα σύμβαση. Εις την Επίσημος Παραλήπτης ν. Ρεϊνμποου Πλητσικγκ και Ντάϊγκ Κο Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ 610, 615 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα¨ «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συ­ναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Συνεπώς η άνω «νέα σύμβαση» ημερ. 27.04.09 συμπεριλαμβάνεται στο άρθρο 34
(2)καθότι αφορά «υποχρέωση που δημιουργήθηκε από το χρεώστη μετά την ημερομηνία που έλαβε γνώση της πράξης πτώχευσης» και η ενάγουσα ήταν «πρόσωπο που έχει γνώση ... πράξης πτώχευσης που υφίσταται εναντίον χρεώστη». Ότι είχε γνώση της πράξεως πτώχευσης είναι ξεκάθαρο από το περιεχόμενο της άνω συμφωνίας. Συνεπώς το χρέος βάσει της άνω συμφωνίας δεν είναι επαληθεύσιμο και κατά συνέπεια δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 9 του ΚΕΦ. 5 ούτε θέμα κατάχρησης της διαδικασίας τίθεται καθότι πρόκειται δια μία νέα αυτοτελή βάση αγωγής. Το γεγονός ότι υπεβλήθη στις 26.5.09 η «επαλήθευση χρέους πιστωτή» δεν μπορεί να έχει καμία σημασία καθότι είναι αντίθετη με το άνω άρθρο [άρθρο 34
(2)]. Επίσης το άρθρο 71 του ΚΕΦ. 5 που αναφέρθη από το συνήγορο της εναγούσης-καθ΄ ης η αίτηση δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι σ΄ αυτό γίνεται αναφορά σε διαχειριστή πτώχευσης. Εις τα περιστατικά της παρούσης αίτησης δεν αναφέρθηκε ότι ο χρεώστης κηρύχθηκε σε πτώχευση (βλ. άρθρο 19 του ΚΕΦ. 5). Πέραν των πιο πάνω, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι η κρίση μου ότι δεν απεκαλύφθη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Η πρωτέρα λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον του πρωτοφειλέτου, ως ο προβληθείς ισχυρισμός υπό του αιτητή, δεν αποτελεί υποχρέωση του πιστωτή. (Βλ. άρθρο 95 ΚΕΦ. 149). Περαιτέρω υπενθυμίζεται ότι η βάση της αγωγής είναι η συμφωνία ημερ. 17.4.09, επί της όποιας στηρίχθηκε και το Δικαστήριο όταν εξέδιδε την απόφαση του στις 18.10.10. Όσον αφορά τη νομική υπόσταση της συμφωνίας ημερ. 27.4.09 αυτή ανελύθη νωρίτερα στην απόφαση. Περαιτέρω είναι η κρίση μου ότι η προβαλλόμενη δικαιολογία για μη έγκαιρη εμφάνιση εις τον καθορισμένο χρόνο υπό του ενάγοντα εις την αγωγή, δεν είναι σοβαρή ή βάσιμη και δεν μπορεί να ευσταθήσει. Το ίδιο το κλητήριο ένταλμα στην πρώτη σελίδα παρέχει όλη την πληροφόρηση δι' εμφάνιση στην αγωγή και τις συνέπειες στην περίπτωση μη εμφάνισης. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο στις 5.11.08 όταν εξέδωσε το Διάταγμα Παραλαβής εναντίον του Χρεώστη διόρισε παράλληλα τον Επίσημο Παραλήπτη και ως Παραλήπτη της περιουσίας του άνω, κρίνω ότι ορθά κινήθηκε η αγωγή εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη και/ή Διαχειριστή της περιουσίας του, χωρίς να είναι ανάγκη επίδοσης της εις τον Εναγόμενο. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο άνω και λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας επί του θέματος κρίνω ότι η αίτηση δεν δύναται να επιτύχει και ως αποτέλεσμα απορρίπτεται. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι εναντίον του εναγομένου-αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.