← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ, Αιτ. Αρ. 153/10, 25.5.2011

Αναφορικά με την εταιρεία Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ, Αιτ. Αρ. 153/10, 25.5.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αιτ. Αρ. 153/10 Αναφορικά με την εταιρεία Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ και Αναφορικά με το άρθρο 337 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 --------- Αίτηση υπό Ελευθέριου Ν. Φιλίππου, παραλήπτη και διαχειριστή της εταιρείας Ημερομηνία: 25.5.2011 Εμφανίσεις: Για αιτητή: κ.κ. Λιασίδης και Μιχαήλ Για καθ΄ ου η αίτηση: κ.κ. Σκορδής και Στεφάνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής παραπονείται ότι αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντα του παραλήπτη και διαχειριστή της εταιρείας ΣΚΥΡΟΠΟΙΪΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΤΔ (στο εξής η Εταιρεία) λόγω της άρνησης του μοναδικού αξιωματούχου της, του Ιωάννη Λ. Κυριακίδη (στο εξής ο καθ΄ ου η αίτηση), να συμμορφωθεί στις υποχρεώσεις που έχει βάσει του Νόμου και με την αίτηση του ζητά:- Α. Οδηγίες για τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί για εξασφάλιση της έκθεσης ως προς την περιουσιακή κατάσταση της Εταιρείας και Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο καθ΄ ου η αίτηση να του παραδώσει μέσα (α) σε 7 ημέρες από την επίδοση έκθεση της περιουσιακής κατάστασης της Εταιρείας και (β) σε 2 ημέρες τα οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του ενεργητικού της Εταιρείας ως και τα υποστατικά της. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 337, 340 και 341 του περί Εταιρειών Νόμου (στο εξής ο Νόμος) και στους Κανονισμούς 2, 3, 4

(1), 6(w) και 12 των περί Εταιρειών Κανονισμών και υποστηρίζεται από δύο ενόρκους δηλώσεις όπου διατυπώνονται οι πιο κάτω ισχυρισμοί:- Δυνάμει δύο γραπτών συμφωνιών ημερ. 1.6.1991 και 4.4.1995 μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου (στο εξής η Τράπεζα) και της Εταιρείας, συνεστήθησαν δύο ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης με τα οποία επιβαρύνθηκε το ενεργητικό της Εταιρείας προς όφελος της Τράπεζας και για τα οποία ο Έφορος Εταιρειών εξέδωσε σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής σύμφωνα με το άρθρο 90 του Νόμου (τεκμ. 1 και 2). Στις 23.7.09 η Τράπεζα, ασκώντας δικαίωμα που της παραχωρούσαν οι συμφωνίες σύστασης των ομολόγων, διόρισε τον αιτητή παραλήπτη και διαχειριστή της Εταιρείας, διορισμός που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον Έφορο Εταιρειών σύμφωνα με το άρθρο 97
(1)του Νόμου και που καταχωρήθηκε στο φάκελο της Εταιρείας (τεκμ. 3). Την επομένη του διορισμού, ο αιτητής απέστειλε στον καθ΄ ου η αίτηση δύο επιστολές με τις οποίες αφενός μεν τον πληροφορούσε για το διορισμό του ως παραλήπτη και διαχειριστή της Εταιρείας και αφετέρου τον καλούσε να του παραδώσει τα υποστατικά και τα περιουσιακά της στοιχεία, ως και κατάσταση του ενεργητικού και παθητικού της Εταιρείας. Όπως γίνεται αντιληπτό ο καθ΄ ου η αίτηση αγνόησε τις επιστολές ημερ. 24.7.09 οι οποίες του αποστάληκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας - Λεωφόρος Ομήρου 37, 3ος όροφος, Λευκωσία -, όπως αγνόησε και την επιστολή ημερ. 27.8.09 με την οποία ο αιτητής του γνωστοποιούσε ότι αν δεν παρέδιδε άμεσα τα κλειδιά των υποστατικών της Εταιρείας και αν δεν τον εφοδίαζε μέσα σε 15 ημέρες με κατάσταση του ενεργητικού και παθητικού της Εταιρείας θα προχωρούσε στη λήψη νομικών μέτρων. Η άρνηση του καθ΄ ου η αίτηση να συμμορφωθεί στις ειδοποιήσεις του, ισχυρίζεται ο αιτητής, δεν του άφησε περιθώρια παρά να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για λήψη οδηγιών και έκδοση διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 337 του Νόμου, αλλά προτού προβεί σε τέτοιο διάβημα διευθέτησε να παραδοθούν οι πιο πάνω τρεις επιστολές στον καθ΄ ου η αίτηση και από επιδότη. Πράγματι, όπως σχετικά ορκίζεται ο ιδιώτης επιδότης Μ. Νεοφύτου, επισκέφθηκε το γραφείο του καθ΄ ου η αίτηση στον 3ο όροφο της οικοδομής της οδού Ομήρου 27 στις 5.10.09 και τού επέδωσε τις τρεις επιστολές, έστω και αν ο καθ΄ ου η αίτηση αρνήθηκε να τις παραλάβει και υπογράψει (τεκμ. 1 και 2). Επί του προκειμένου ισχυρίζεται ότι γνώριζε τον καθ΄ ου η αίτηση από προηγούμενες επιδόσεις και για επίδοση των επιστολών επέλεξε να τον αναμένει να βγει από το γραφείο του και όταν βγήκε του φώναξε ότι είχε κάποια έγγραφα να του δώσει, αλλά ο καθ΄ ου η αίτηση έτρεξε στο διπλανό διαμέρισμα και κλείνοντας πίσω του την πόρτα οι επιστολές «πιάστηκαν» στην πόρτα. Στη βάση των πιο πάνω, προβάλλεται, το Δικαστήριο πρέπει να δώσει οδηγίες και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, διαφορετικά ο αιτητής δεν θα είναι σε θέση να εκτελέσει όσα προνοούνται από το άρθρο 340 του Νόμου. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση, στην οποία προβάλλεται ότι (α) η νομική της βάση είναι λανθασμένη ή ελλιπής, (β) ο διορισμός του αιτητή ως παραλήπτη της Εταιρείας δεν είναι νόμιμος, δεν αναγνωρίζεται από την Τράπεζα και αντιστρατεύεται τις αρχές της επιείκειας, (δ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη ή άκυρη και (ε) η αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική για τον καθ΄ ου η αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 337-340 του Νόμου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στα άρθρα 9, 15, 23 και 25 του Συντάγματος και στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, στην οποία υποστηρίζει ότι: 1. Κατέχει νομική συμβουλή ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη ή ελλιπής κι' αυτό γιατί οι πρόνοιες του Νόμου και Κανονισμών επί των οποίων βασίζεται δεν δίδουν εξουσία στο Δικαστήριο να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες ή να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα. 2. Ο διορισμός του αιτητή ως παραλήπτη της Εταιρείας έγινε χωρίς συμβατικό ή θέσμιο δικαίωμα, παραβιάζει τις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας γιατί δεν είναι προς το συμφέρον της Εταιρείας και του ιδίου που είναι ο κύριος μέτοχος της και, περαιτέρω, η ίδια η Τράπεζα που παρουσιάζεται ότι τον διόρισε δεν τον αναγνωρίζει. Και αυτό γιατί στις 1.3.010, δηλαδή μετά τον ισχυριζόμενο διορισμό, ή Τράπεζα καταχώρισε εναντίον της Εταιρείας και του ίδιου την αγωγή 1523/10 (τεκμ.2), χωρίς να ενάξει την Εταιρεία μέσω του αιτητή και 3. Οι επιστολές ημερ. 24.7.09 και 27.8.09 δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη αφού δεν απευθύνονται στην Εταιρεία όπως προβλέπει το ΄Αρθρο 340
(1)(α) του Νόμου αλλά στον ίδιο και εν πάσει περιπτώσει στις 5.10.09 δεν έγινε επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου όπως αναληθώς ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση ο ιδιώτης επιδότης. Σχετικά παρέπεμψε στο περιεχόμενο γραπτής καταγγελίας που διατύπωσε εναντίον του εν λόγω επιδότη προς τον Αρχιπρωτοκολλητή (τεκμ.1), στην οποία τον κατηγορεί για παράνομες επιδόσεις των επιστολών ως και της αγωγής. Πέραν των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, στις οποίες δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά γιατί με αυτές ουσιαστικά διατυπώνονται ισχυρισμοί σε σχέση με το αν ήταν δυνατή ή όχι η επίδοση των τριών
(3)επιστολών στον καθ΄ ου η αίτηση στις 5.10.09. Παρόλο που η υπό εξέταση αίτηση είναι πρωτογενής εντούτοις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επέλεξαν να μην προσκομίσουν προφορική μαρτυρία, αλλά να προωθήσουν τις θέσεις των πελατών τους με (γραπτές) αγορεύσεις. Η Τράπεζα, εισηγήθηκε ο κ. Μιχαήλ, είχε κάθε δικαίωμα να διορίσει παραλήπτη και διαχειριστή της Εταιρείας βάσει των προνοιών των δύο ομολόγων, το οποίο και άσκησε. Ο διορισμός επομένως του αιτητή είναι καθόλα έγκυρος και κοινοποιήθηκε τόσο στον ΄Εφορο Εταιρειών όσο και στην Εταιρεία και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο καθ΄ ου η αίτηση δεν ευσταθούν. Εν πάσει όμως περιπτώσει, ο διορισμός του αιτητή ως παραλήπτη της Εταιρείας δεν μπορεί να τύχει εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και αν ο καθ΄ ου η αίτηση επιθυμούσε να τον προσβάλει θα έπρεπε να το πράξει με ξεχωριστή αίτηση. Με όσα επομένως έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ώστε να μπορέσει να εκτελέσει τα καθήκοντά του βάσει του άρθρου 340 του περί Εταιρειών Νόμου. Τα άρθρα του Νόμου επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, αντέτεινε ο κ. Σκορδής, δεν δίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει προστακτικό διάταγμα, αλλά μόνο οδηγίες. Πέραν τούτου, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και για ουσιαστικούς λόγους. Πρώτο, γιατί οι ισχυριζόμενες επιστολές ημερ. 24.7.09 δεν στάληκαν στην Εταιρεία αλλά στον καθ΄ ου η αίτηση κατά παράβαση του άρθρου 340
(1)(α) του Νόμου και όσα ισχυρίζεται ο ιδιώτης επιδότης για την επίδοση ημερ. 5.10.09 δεν ευσταθούν. Δεύτερο, όποια περιουσία έχει η Εταιρεία τη γνωρίζει τόσο η Τράπεζα όσο και ο αιτητής και το γραφείο της οδού Ομήρου αρ. 27 δεν ανήκει στην Εταιρεία, αλλά εκεί απλώς φιλοξενείται το εγγεγραμμένο της γραφείο. Τρίτο, με την αγωγή 1523/10 φαίνεται ότι η Τράπεζα δεν αναγνωρίζει τον αιτητή ως παραλήπτη της Εταιρείας και, τέταρτο, ο θεσμός του παραλήπτη είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας και υπό τα περιστατικά της υπόθεσης είναι ξεκάθαρο ότι παραβιάζονται οι αρχές της. Διεξήλθα όλα όσα τα μέρη έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου και το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι αν η Τράπεζα είχε δικαίωμα σε διορισμό παραλήπτη και κατά πόσο το άσκησε. Η απάντηση κατά την άποψη μου είναι σαφώς θετική. Η εξουσία της Τράπεζας για διορισμό παραλήπτη της Εταιρείας προνοείται ρητά στις δύο συμφωνίες ημερ. 1.6.91 και 4.4.95 με τις οποίες συστάθηκαν τα δύο ομόλογα και ο ισχυρισμός του καθ΄ ου η αίτηση ότι δεν είχε τέτοια εξουσία δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όπως δεν ευσταθεί και ο ισχυρισμός του ότι ο διορισμός δεν αναγνωρίζεται από την Τράπεζα αφού με βάση τα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου η Τράπεζα ούτε τον ανακάλεσε ούτε τον πρόσβαλε. Επομένως για τους σκοπούς της παρούσας ο διορισμός το αιτητή ως παραλήπτη εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και αν ο καθ' ου η αίτηση ή η Εταιρεία είχαν λόγους να τον προσβάλουν θα έπρεπε να το πράξουν με την καταχώρηση σχετικής αίτησης και όχι να προσβάλλουν αόριστα την εγκυρότητα του στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Με δεδομένο λοιπόν ότι ο διορισμός του αιτητή ως παραλήπτη και διαχειριστή της Εταιρείας έγινε σύμφωνα με ρητές πρόνοιες των συμφωνιών βάσει των οποίων συστάθηκαν τα δύο ομόλογα και κοινοποιήθηκε άμεσα στον ΄Εφορο Εταιρειών σύμφωνα με το άρθρο 97
(1)του Νόμου, το δεύτερο ερώτημα που εγείρεται είναι αν ο αιτητής συμμορφώθηκε στις πρόνοιες του άρθρου 340
(1)(α) το οποίο προνοεί ότι θα έπρεπε αμέσως να αποστείλει ειδοποίηση στην Εταιρεία για τον διορισμό του. Η απάντηση και πάλιν είναι θετική. Ο διορισμός έγινε στις 23.7.09 και στις 24.7.09 ο αιτητής απέστειλε στον καθ' ου η αίτηση δύο επιστολές, με τις οποίες αφενός μεν τον πληροφορούσε ότι διορίστηκε παραλήπτης και διαχειριστής της Εταιρείας και αφετέρου του ζητούσε παράδοση των περιουσιακών της στοιχείων και την έκθεση που προνοείται από το άρθρο 340
(1)(β) του Νόμου. Δηλαδή την υποβολή έκθεσης σύμφωνα με τον καθορισμένο τύπο της περιουσιακής κατάστασης της Εταιρείας. Το ότι οι επιστολές αυτές απευθύνονται στον καθ' ου η αίτηση ως «Διευθυντή της Εταιρείας Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ» και όχι μόνο στην Εταιρεία είναι κατά την άποψη μου χωρίς σημασία, αφού ο καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι είναι ο μόνος διευθυντής της Εταιρείας και ταυτόχρονα ο κύριος μέτοχος της. ΄Επεται ότι ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι ο αιτητής δεν απέστειλε στην Εταιρεία την προβλεπόμενη από το άρθρο 340
(1)(α) ειδοποίηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Το γεγονός δε ότι ο αιτητής επέλεξε, επιπρόσθετα, να του κοινοποιήσει τις επιστολές ημερομηνίας 24.7.09 και 27.8.09 και με ιδιώτη επιδότη κρίνω ότι ήταν εκ περισσού και κατά συνέπεια το τι έγινε στις 5.10.09 είναι άνευ σημασίας. ΄Ο,τι έχει σημασία είναι ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 340
(1)(β) ο καθ' ου, ως ο μόνος διευθυντής και κύριος μέτοχος της Εταιρείας, όφειλε μέσα σε 14 ημέρες από 24.7.09 να ετοιμάσει και παραδώσει στον αιτητή έκθεση της περιουσιακής κατάστασης της Εταιρείας, κάτι που δεν έπραξε. Επί του προκειμένου δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός του ότι η Τράπεζα και ο αιτητής γνωρίζουν ό,τι του ζητούν να περιλάβει στην έκθεση, αφού η ετοιμασία της αίτησης είναι βάσει του Νόμου υποχρεωτική. Για όλα τα πιο πάνω έχω την άποψη ότι δικαιολογημένα ο αιτητής απευθύνθηκε στο Δικαστήριο για ενεργοποίηση των προνοιών του άρθρου 337
(1)που έχει ως ακολούθως:- 337.-
(1)Παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, και σε οποιαδήποτε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοιες οδηγίες ή δύναται να εκδώσει τέτοια διαταγή που να δηλώνει τα δικαιώματα προσώπων ενώπιον του Δικαστηρίου ή διαφορετικά, όπως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.» Το ερώτημα όμως που εγείρεται είναι τι οδηγίες θεωρεί το Δικαστήριο δίκαιο να δώσει στον παραλήπτη ώστε να τον καταστήσει ικανό να εκτελέσει τα καθήκοντα του. Επί του προκειμένου καμία εισήγηση δεν έγινε και εξετάζοντας την αίτηση κατέληξα ότι ουσιαστικά αυτό στο οποίο αποβλέπει ο αιτητής είναι στην έκδοση των δύο διαταγμάτων που ζητά με την αίτηση του. Απ' αυτά το ένα αφορά την παράδοση των υποστατικών όπου στεγάζεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας, χωρίς όμως να δίδονται στοιχεία για την ιδιοκτησία τους. Στη βάση αυτή δε μπορεί να δοθεί τέτοιο διάταγμα, όμως μπορεί να εκδοθεί διάταγμα ως το αιτητικό Β της αίτησης, το οποίο και εκδίδεται. Σ' ότι αφορά τα έξοδα, αυτά θα είναι προς όφελος του αιτητή και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.). Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.