Ιωάννης Σάββα ν. Γεώργιος Σταματάρης, Αρ. Αγωγής: 8188/06, 25 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 8188/06 Μεταξύ: Ιωάννης Σάββα Ενάγοντας και Γεώργιος Σταματάρης Εναγομένου Ημερομηνία: 25 Μαΐου,
- Για τον Ενάγοντα: κ. Χατζηευτυχίου Για τον Εναγόμενο: κ. Ανδρέου ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον του Εναγομένου ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη συνεπεία ατυχήματος. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος την 23.12.2004 ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΖΡ 410 με πισινή ταχύτητα επί της οδού Νάξου, συγκρούστηκε με το όχημα του Ενάγοντα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΤ
- Συνεπεία του ατυχήματος είναι η θέση του Ενάγοντα ότι υπέστη ζημιές ύψους Λ.Κ.1.402,00 πλέον τόκους. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται την απαίτηση του Ενάγοντα, ισχυριζόμενος ότι το ατύχημα επεσυνέβη λόγω της αμέλειας του ιδίου του Ενάγοντα. Είναι η δικογραφημένη του θέση ότι ο ίδιος νόμιμα εξήλθε προκαθορισμένου χώρου στάθμευσης στην οδό Νάξου, και ενώ εκινείτο κανονικά με εμπρόσθια ταχύτητα, κτυπήθηκε εκ των όπισθεν από το όχημα του Ενάγοντα. Από την σύγκρουση αυτή, το όχημα του Εναγομένου σπρώχτηκε και χτύπησε σε σταθμευμένο όχημα. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι από το ατύχημα υπέστη ζημιές ύψους Λ.Κ.2.853,00, τις οποίες και ανταπαιτεί από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση την 30.3.2007, με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου όπως αυτοί εκτίθενται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, και εμμένει στους δικούς του ισχυρισμούς όπως αυτοί προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Την 14.11.2008 οι συνήγοροι δήλωσαν ότι έχουν συμφωνήσει όπως επί πλήρους ευθύνης οι ειδικές αποζημιώσεις του Ενάγοντα ανέρχονται σε €. 2.395,46 στην απαίτηση, ενώ, επίσης επί πλήρους ευθύνης, οι ζημιές του Εναγομένου στην Ανταπαίτηση ανέρχονται σε €. 4.703,
- Παρέμενε, επομένως, προς εκδίκαση μόνο το θέμα της ευθύνης. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης εκ μέρους του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος, ενώ για τον Εναγόμενο μαρτυρία έδωσε ο ίδιος και ο κ. Αγαθάγγελος Αγαθαγγέλου. Ο κ. Αντρέας Νικολάου ανέφερε ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων από το 1982 και κατέχει την θέση του Τεχνικού Επιβλέποντα. Σε σχέση με το ατύχημα που επεσυνέβη στις 25.9.1996 είχε ειδοποιηθεί ότι υπήρχε ζημιά σε καταμετρητή της ΑΤΗΚ στην περιοχή Καλοπαναγιώτη, και, αφού μετέβη εκεί, διαπίστωσε ότι το κουτί της ΑΤΗΚ και ο πάσσαλος είχε χτυπηθεί από το αυτοκίνητο του Εναγομένου. Η ζημιά ήταν, ισχυρίστηκε, πολλή, και προέβη σε διαδικασίες για αντικατάσταση του καταμετρητή. Δεν κατέγραψε, όμως, την ζημιά, και από το στάδιο εκείνο ανέλαβε άλλο Τμήμα της ΑΤΗΚ. Ο κ. Ιωάννης Ευαγόρου ανέφερε ότι εργάζεται στο Γενικό Λογιστήριο της ΑΤΗΚ. Σε περίπτωση που προξενηθεί ζημιά σε περιουσία της ΑΤΗΚ, εκδίδεται διατακτικό στο οποίο χρεώνονται όλα τα υλικά, εργατικά, τιμολόγια τρίτων, καθώς και μεταφορικά ή οδοιπορικά. Σε σχέση με τα εργατικά λαμβάνεται υπ' όψιν ο μέσος όρος ημερομισθίων μαζί με τα οφελήματα των ατόμων που εργάζονται στις ανάλογες υπηρεσίες, και ο αριθμός αυτός πολλαπλασιάζεται επί των ωρών που εργάστηκαν για την συγκεκριμένη εργασία. Τα μεταφορικά υπολογίζονται λαμβάνοντας υπ' όψιν τον μέσο όρο του κόστους του οχήματος κατά χιλιόμετρο, ενώ υπολογίζονται επίσης σε αυτό το κόστος και έξοδα όπως κατανάλωση καυσίμων, άδειες κυκλοφορίας, ασφάλεια, έξοδα συντήρησης και κεφαλαιουχικό κόστος. Δέχτηκε, αντεξεταζόμενος, ότι τα έγγραφα που αφορούν στην υπό εξέταση υπόθεση τοποθετήθηκαν στον φάκελο από τους υπαλλήλους που έκαναν την δουλειά το 1996, ενώ δεν γνώριζε ποίοι ήταν αυτοί. Δέχτηκε επίσης ότι το Τμήμα που κάνει την κοστολόγηση στηρίζεται επί των δεδομένων που τους αναφέρουν άλλοι, όπως οι εργάτες σε σχέση με τις ώρες που εργάστηκαν και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, ενώ το δικό του Τμήμα δεν μπορεί να ελέγξει την αλήθεια των ισχυρισμών αυτών. Τα διοικητικά έξοδα καθόρισαν οι ίδιοι σε 25% επί των υλικών, εργατικών και μεταφορικών. Ο φάκελος της υπόθεσης, αφού συμπληρώθηκε το 1996, στάληκε στις νομικές υπηρεσίες για τα περαιτέρω. Ο κ. Αντρέας Αχιλλέως συνταξιούχος Αστυνομικός, έκανε μία γενική αναφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα. Ο κ. Κύπρος Παναγή ανέφερε ότι εργάζεται ως γραφέας στην Ενάγουσα, και ότι μετά από πρόκληση ζημιάς σε δίκτυο ή εγκατάσταση της Αρχής καταγράφει σε ειδικά έντυπα τους εξοπλισμούς, ώρες κ.λ.π που χρειάστηκαν για αποκατάσταση της ζημιάς. Τις πληροφορίες αυτές παίρνει από τα διάφορα συνεργεία της ΑΤΗΚ. Κατόπιν τούτου αποστέλλει τα έντυπα στις Οικονομικές Υπηρεσίες για να κοστολογηθούν. Την διαδικασία αυτή ακολούθησε και σε σχέση με ζημιά που έγινε σε πάσσαλο και κιβώτιο των Συγκεντρωτικών Γραμμών τον Σεπτέμβριο
- Ο κ. Κυριάκος Παναγιώτου ανέφερε ότι είναι Βοηθός Γραμματέα στην Ενάγουσα, και κατέθεσε στο Δικαστήριο τις επιστολές που απέστειλε ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα την 7.3.2006 και 16.10.2007, καθώς και το έντυπο αποδοχής ευθύνης. Ο κ. Γεώργιος Χ'Πέτρου ανέφερε ότι εργάζεται στην Τεχνική Υποστήριξη Πελατών της ΑΤΗΚ, ενώ το 1996 εργαζόταν στο Τμήμα Εγκαταστάσεων. Στα πλαίσια των καθηκόντων του συμπλήρωσε στην 3η σελίδα του Τεκμηρίου 1 τα μέρη που αναφέρονται σε περιγραφή, κώδικα, μονάδα και ποσότητα. Τις πληροφορίες για συμπλήρωση των στοιχείων αυτών του έδωσε ο υπεύθυνος του συνεργείου κ. Γιώργος Σαββίδης. Κατόπιν της συμπλήρωσης ως ανωτέρω απέστειλε το έντυπο στο Τμήμα Κοστολογήσεων για να γίνει η κοστολόγηση. Ο κ. Ελευθέριος Ιωάννου ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Κοστολογήσεων της ΑΤΗΚ, και στο Τεκμήριο 1 έχει συμπληρώσει τις μοναδιαίες τιμές και το ολικό ποσό στην 1η και 2η σελίδα αυτού. Για τη συμπλήρωση του εντύπου χρησιμοποίησε το κοστολόγιο της αποθήκης σε σχέση με τα υλικά, ενώ για τα εργατικά και μεταφορικά τις μοναδιαίες τιμές που χρησιμοποιεί η ΑΤΗΚ. Δέχτηκε, όμως, ότι το Τεκμήριο 1 μπορεί να συμπληρώθηκε και από άλλο πρόσωπο και όχι από τον ίδιο. Οι τιμές των υλικών, όμως, αντιστοιχούν στις τιμές κόστους που αγοράζει η ΑΤΗΚ. Τον έλεγχο για τις ποσότητες έκαναν οι τεχνικοί και όχι ο ίδιος. Ο κ. Γεώργιος Σαββίδης ανέφερε ότι το 1996 εργαζόταν ως Προϊστάμενος Β στις εναέριες γραμμές, και υπέγραψε το Τεκμήριο 9 ως μάρτυρας. Ο κ. Ανδρέας Πειραίας ανέφερε ότι το 1996 εργαζόταν στο Τμήμα Συντήρησης της Ενάγουσας, και μετέβη στην τοποθεσία του επιδικου ατυχήματος για να αντικαταστήσει το μηχάνημα που χτυπήθηκε. Το μηχάνημα δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί, ισχυρίστηκε, αφού υπέστη σοβαρό χτύπημα. Ο κ. Νίκος Καρατζιάς ανέφερε ότι εργάζεται στις Οικονομικές Υπηρεσίες, Μελέτες και Κοστολογήσεις της ΑΤΗΚ, και συμπλήρωσε την 3η και 4η στήλη της 3ης σελίδας του Τεκμηρίου
- Επεξήγησε την διαδικασία κοστολόγησης που χρησιμοποιεί η Ενάγουσα. Εκ μέρους της πλευράς του Εναγομένου δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προτού προβώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αναφέρω ότι όλοι οι μάρτυρες της Ενάγουσας Αρχής με έπεισαν ότι ήσαν ειλικρινής και ότι προσπάθησαν να πουν στο Δικαστήριο την αλήθεια, πράγμα το οποίο, εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Εναγόμενο. Όπως προέκυψε από την αντεξέταση των Μαρτύρων, αυτό το οποίο αμφισβητείται είναι η ειδική απόδειξη των ζημιών, καθώς και το κατά πόσο η μαρτυρία που υπάρχει στο Δικαστήριο είναι αρκετή για να αποδείξει στον βαθμό που απαιτείται σε τέτοιες υποθέσεις, το ύψος της ζημιάς αυτής. Με αυτά τα δεδομένα προχωρώ στην επισήμανση των πιο κάτω σημείων. Οι Μ.Ε. 1 και 3 Αντρέας Νικολάου και Αντρέας Αχιλλέως έκαναν αναφορά στις συνθήκες του επίδικου ατυχήματος. Δεδομένου ότι η ευθύνη για αυτό είναι παραδεκτή, θεωρώ ότι η μαρτυρία τους στο σημείο αυτό είναι εκ του περισσού. Σημειώνω απλά ότι ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι είχε προκληθεί ζημιά εκ του ατυχήματος, γεγονός σε σχέση με το οποίο με έπεισε, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να καθορίσει αυτήν με ακρίβεια. Στα ίδια πλαίσια αποδέχομαι ως ειλικρινή και την μαρτυρία του Μ.Ε. 8 κ. Γεώργιου Σαββίδη περί της ύπαρξης ζημιάς στον πάσσαλο, αλλά παρατηρώ ότι ο ίδιος μάρτυρας ανέφερε ότι μόνο ως προς την ζημιά του πασσάλου ήταν αρμόδιος να τοποθετηθεί, και όχι για την ζημιά την οποία είχε το κουτί. Σε σχέση με το προαναφερόμενο μηχάνημα - κουτί (concentrator), όμως, θεωρώ ότι η ανάγκη για αντικατάσταση του καθώς και το γεγονός ότι όντως αυτό αντικαταστήθηκε έχει αποδειχθεί με τη μαρτυρία του Μ.Ε. 9 κ. Ανδρέα Πειραία, ο οποίος με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Οι Μ.Ε. 4, 6 και 10 κ. κ. Κύπρος Παναγή, Γεώργιος Χατζηπέτρου και Νίκος Καρατζάς, έδωσαν στο Δικαστήριο μίαν περιορισμένης βαρύτητας μαρτυρία, αφού όλοι ανέφεραν ότι συμπλήρωσαν επί του Τεκμηρίου 1 αριθμούς και στοιχεία τα οποία έλαβαν από τρίτα πρόσωπα, και σε σχέση με τα οποία δεν είχαν καμία προσωπική γνώση ως προς το κατά πόσο οι εργασίες που αναφέρονται επί αυτού όντως έγιναν. Ο δε Μ.Ε. 7 Ελευθέριος Ιωάννου δεν ήταν καν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα κατά πόσο ήταν ο ίδιος που συμπλήρωσε τα ποσά στην σελίδα 3 του Τεκμηρίου 1 ή ο αντικαταστάτης του. Εντελώς τυπική μαρτυρία έδωσε ο Μ.Ε. 5 κ. Κυριάκος Παναγιώτου, ο οποίος απλά κατέθεσε τα Τεκμήρια 7 - 10 από τον φάκελο, αλλά ανέφερε ότι δεν είχε καμία προσωπική γνώση των γεγονότων που τα περιβάλλουν. Ο Μ.Ε. 2 Ιωάννης Ευαγόρου μου έκανε καλή εντύοωση ως μάρτυρας, και θεωρώ ότι προσπάθησε και αυτός να αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρατηρώ ότι και αυτός ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε προσωπική γνώση του τι εργασία έγινε, αλλά απλά βρήκε το έντυπο Τεκμήριο 1 στον φάκελο, χωρίς να γνωρίζει καν ποίος το συμπλήρωσε το
- Σε σχέση με την επεξήγηση που έδωσε για τον τρόπο υπολογισμού επι του Τεκμηρίου 1 του κόστους για τα υλικά, μεταφορικά, εργατικά και διοικητικά έξοδα, λεπτομερής αναφορά θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. Σημειώνω, όμως, ότι ο Μ.Ε. 2 ανέφερε ότι ο φάκελος για την υπόθεση στάληκε συμπληρωμένος στις νομικές υπηρεσίες της ΑΤΗΚ από το 1996, ενώ γνώριζαν τότε ότι υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη για τον Εναγόμενο. Δεν ήταν σε θέση, όμως, να αναφέρει κάποιο λόγο γιατί η αγωγή καταχωρίστηκε 9 χρόνια μετά. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι την 25.9.1996 ο Εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής SY 193 στον δρόμο Γερακιών - Καλοπαναγιώτη, και συγκρούστηκε με πάσσαλο και Συγκεντρωτή Γραμμών της ΑΤΗΚ. Από την σύγκρουση ο πάσσαλος μοιράστηκε στην μέση, ενώ ο Συγκεντρωτής υπέστη ζημιά. Συνεργεία της ΑΤΗΚ προέβησαν σε αποκατάσταση της ζημιάς, και ο φάκελος για το ατύχημα συμπληρώθηκε το 1996 και απεστάλη στις νομικές υπηρεσίες της ΑΤΗΚ. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη του Εναγομένου σε σχέση με τις ζημιές. Από το 1996 μέχρι και την 31.5.2005, ημερομηνία καταχώρησης της υπό εξέταση αγωγής, δεν λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο εκ μέρους των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εν όψει της αποδοχής ευθύνης για το ατύχημα εκ μέρους του Εναγομένου, καθίσταται άνευ αντικειμένου η ανάλυση της νομικής πτυχής επί του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν θα εξετάσω το κατά πόσο η παρούσα αγωγή επηρεάζεται από τις πρόνοιες του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, δεδομένου ότι δεν εγείρεται ζήτημα παραγραφής στην Υπεράσπιση. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Φεσσά κ.α. ν. Κασάπη
(1996)1 Α.Α.Δ. 337: «...αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση». (βλ. Επίσης Ketteman and Others v. Hamel Properties Ltd
(1988)1 All E.R. 38). Δεδομένου, όμως, του ότι στην Υπεράσπιση εγείρεται ζήτημα ολιγωρίας, θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο η περίπτωση είναι τέτοια που θα πρέπει να τύχει εφαρμογής η αρχή της υπέρμετρης καθυστέρησης (laches). Όπως αναφέρεται στην μελέτη του Έντιμου κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ με τίτλο «Παραγραφή», ημερ. 31.3.2006: «Η έννοια της παραγραφής συναρτάται µε την ύπαρξη νοµοθετικού πλαισίου και αν και παρόµοια στην ιδέα, επιδιώκοντας το ίδιο αποτέλεσµα, πρέπει να αντιδιαστέλλεται µε την έννοια των laches που είναι, ως γνωστό, η απάντηση που ανέπτυξε το δίκαιο της επιείκειας στην υπέρµετρη καθυστέρηση που επιδεικνύει ένας ενάγων στην προώθηση των τυχόν δικαιωµάτων του. Η λέξη laches προέρχεται από τη Νορµανδική Γαλλική λέξη ''Iashes'', που σηµαίνει αµέλεια, οκνηρία. Τα Δικαστήρια εφαρµόζοντας το δίκαιο της επιείκειας ανέκαθεν εφάρµοζαν την αρχή ότι ο διάδικος που επιθυµεί να διεκδικήσει τα δικαιώµατα του θα πρέπει να το πράττει µέσα σε εύλογο χρόνο, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν θα είναι αρωγός στην προώθηση των συµφερόντων του. Τα Δικαστήρια που εφαρµόζουν το δίκαιο της επιείκειας ήταν και είναι σε ιδιαίτερα καλή θέση να επιµένουν στην επίδειξη επιµέλειας από πλευράς του ενάγοντα, διότι όλες οι θεραπείες που αποδίδονται στο δίκαιο της επιείκειας αποδίδονται ως ζήτηµα Δικαστικής ευχέρειας. Όταν ένα δικαίωµα που αντλείται από το δίκαιο της επιείκειας είναι ανάλογο ή παρόµοιο µε ένα δικαίωµα κατά το κοινοδίκαιο, το οποίο εµπίπτει σε πρόνοιες νοµοθετικής παραγραφής, τότε το Δικαστήριο µπορεί κατ' αναλογία να εφαρµόσει τις ίδιες αρχές ή πρόνοιες και για το δικαίωµα αυτό που έχει ως βάση το δίκαιο της επιείκειας. Όπως και να έχει το πράγµα, η ουσία είναι ότι είτε µε νοµοθετικές ρυθµίσεις είτε µε εφαρµογή των αρχών της επιείκειας, ο ενάγων θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιµελής στην τήρηση των νοµοθετικών προνοιών και στην καταχώριση της αγωγής του το συντοµότερο δυνατό διότι άλλως πως µπορεί να βρεθεί προ του δυσάρεστου γεγονότος η αγωγή του να αναχαιτιστεί ή ανασταλεί λόγω καθυστέρησης». Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι το ατύχημα έλαβε χώρα το 1996, ενώ από αυτό προκλήθηκαν μόνο υλικές ζημιές ο υπολογισμός σε σχέση με τις οποίες συμπληρώθηκε εντός του ιδίου έτους, καθώς και του γεγονότος ότι ο φάκελος αποστάληκε στις Νομικές Υπηρεσίες της ΑΤΗΚ το 1996 για τα περαιτέρω, εν' τούτοις η αγωγή καταχωρίστηκε μόλις την 31.5.2005, ήτοι 9 χρόνια αργότερα, ενώ η Έκθεση Απαιτήσεως την 23.2.2006. Καμία δε δικαιολογία δεν δόθηκε από μέρους της Ενάγουσας για την υπέρμετρη αυτή καθυστέρηση και ολιγωρία. Τα πιο πάνω καθίστανται ακόμη πιο σημαντικά εάν ιδωθούν σε συνδυασμό με το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη για τη ζημιά, πράγμα το οποίο γνώριζαν οι Ενάγοντες όπως φαίνεται και από τα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5 και 6. Παρά το ότι ο δικηγόρος κ. Θεόδωρος Ιωαννίδης απέστειλε στους Ενάγοντες τις επιστολές ημερ. 2.6.97 και 3.7.97 Τεκμήρια 5 και 6 αναφέροντας τους ότι έχει εξουσιοδοτηθεί να συζητήσει το θέμα, καμία μαρτυρία δεν δόθηκε ως προς το τι απέγινε η προσπάθεια του αυτή, και γιατί η υπόθεση αφέθηκε χωρίς καμία ενέργεια για 9 ακόμη χρόνια, όταν πλέον ούτε και η ασφαλιστική εταιρεία του Εναγομένου θα ήτο υπόχρεη να αναλάβει την κάλυψη της ζημιάς, αφήνοντας και τον Εναγόμενο εκτεθιμένο προσωπικά. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Γιωργαλλά ν. Χατζηχριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060 όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Ο καθορισμός προθεσμιών συναρτάται με τη λελογισμένη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τις επιπτώσεις που ενέχει η χρονικά απεριόριστη δυνατότητα διεκδίκησής τους στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τρίτων. Η απουσία προθεσμιών, εξ αντικειμένου, δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας στο τι ανήκει στο άτομο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του. Το επιβεβλημένο της επιβολής χρονικών περιορισμών στη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναγνωρίστηκε από το δίκαιο της επιείκειας, προ πολλού χρόνου, με την καθιέρωση της αρχής ή του δόγματος "laches" (ολιγωρία), σύμφωνα με το οποίο ουσιαστική καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων, συνοδευόμενη από συνθήκες που καθιστούν άδικη την προβολή τους, παρεμβάλλει εμπόδιο στη διεκδίκησή τους». Στην Αγγλική υπόθεση Nelson v. Rye and another
(1996)2 All E.R. 186 λέχθηκε ότι τα Δικαστήρια εξετάζουν την εφαρμογή του δόγματος ως υπεράσπιση αφού ληφθούν υπ' όψιν τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένης και της περιόδου καθυστέρησης και του βαθμού επηρεασμού των συμφερόντων του Εναγομένου από την ολιγωρία του Ενάγοντα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεδομένων και των όσων αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι η απαίτηση της Ενάγουσας Αρχής δεν δικαιολογείται λόγω ολιγωρίας (laches) και, τούτου δεδομένου, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά της πιο πάνω διαπίστωσης μου θα προχωρήσω να εξετάσω και το κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι ειδικές ζημιές που αξιούνται από την Ενάγουσα. Η νομολογιακή αρχή είναι ότι ο Ενάγοντας φέρει την υποχρέωση να αποδείξει αυστηρά τις ειδικές ζημιές τις οποίες και αξιοί. Όπως αναφέρθηκε και στη απόφαση Νιόβη Παπαϊωάννου ν. Σάββας Κωνσταντίνου, Πολ. Εφ. 12112, ημερ. 5.11.2008: «Είναι γνωστή η νομολογία ότι οι ειδικές ζημιές όχι μόνο πρέπει να καταγράφονται με ακρίβεια στο δικόγραφο, αλλά και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με την αναγκαία μαρτυρία. (Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396 και Συκοπετρίτης ν. Αθηνάκη
(2005)1 Α.Α.Δ. 844). Στον Bullen & Leake: «Precedents on Pleadings» 12η ΄Εκδ., σελ. 379, αναγράφεται ότι: «A claim for special damage must be explicitly claimed in the pleading, with full particulars of how it is made ... Special damage must be alleged with particularity so that the defendant should know, not only what is the amount of loss or damage which the plaintiff alleges he suffered, but also how such amount is made up or calculated.» Στο Supreme Court of Practice 1982, Τόμος 1, σελ. 321, παρ. 18/12/9 αναφέρεται ότι: «A fortiori, if the plaintiff is able to base his claim for damages upon a precise calculation, he must plead particulars of the facts which make such a calculation possible. (Perestrello e Companhia Limitada v. United Paint Co. Ltd., supra);» Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται με σαφήνεια και λεπτομέρεια ακριβώς διότι αναφέρονται σε απώλεια που δεν τεκμαίρεται από το νόμο ότι απορρέει από την αδικοπραξία του εναγομένου. (Odgers΄ - πιο πάνω - σελ. 164). Η εφεσείουσα πέραν της αναζήτησης του ποσού των £2.000 ως αποζημιώσεις στο κλητήριο ένταλμα, όφειλε να εξειδικεύσει τη ζημιά η οποία και ήταν, εφόσον τοποθετήθηκε συγκεκριμένο ποσό, ειδική ζημιά. Όπως πρωτόδικα υπεδείχθη, η εφεσείουσα κατά την ακροαματική διαδικασία δεν προσκόμισε καμία συγκεκριμένη μαρτυρία ώστε να μπορούσε βάσιμα να διεκδικούσε το συνολικό ποσό των £2.000». (βλ. επίσης Κούνουνα ν. Κώστα Κυριάκου & Υιού Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126) Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177, Cyprus Agriculture and Transport Co. Ltd. and Αnother v. The Attorney General
(1971)1 A.A.Δ. 267, Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 A.A.Δ. 65 και Kakoullou v. Kakoulli
(1985)1 Α.Α.Δ. 355). Όπως αναφέρθηκε από τους μάρτυρες, σε σχέση με τα υλικά τα ποσά που αξιώνονται αντιστοιχούν στο ποσό που η ΑΤΗΚ κατέβαλε για την αγορά του συγκεκριμένου υλικού. Τούτου δεδομένου, θεωρώ ότι η αξίωση για ποσό Λ.Κ.11.920,56 (€. 20.370,06) για υλικά έχει αποδειχθεί. Σε σχέση με τα εργατικά, από την μαρτυρία προέκυψε ότι αυτά υπολογίζονται αφού προστεθεί ο μέσος όρος των ημερομισθίων πλέον τα οφελήματα των υπαλλήλων, και ο αριθμός αυτός πολλαπλασιαστεί με τον αριθμό των ωρών που αναλώθηκαν. Για δε τα μεταφορικά λαμβάνεται υπ' όψιν ο μέσος όρος κόστους των αυτοκινήτων που χρησιμοποιεί η ΑΤΗΚ κατά χιλιόμετρο, στο οποίο κόστος λαμβάνονται υπ' όψιν και ποσά τα οποία καταβάλλει η ΑΤΗΚ για ασφάλειες, άδειες κυκλοφορίας, συντήρηση καθώς και το κεφαλαιουχικό κόστος. Τα διοικητικά έξοδα που έχουν χρεωθεί υπολογίστηκαν στο 25% επι του κόστους των υλικών, εργατικών και μεταφορικών, σύμφωνα με τις οδηγίες που δόθησαν στους υπαλλήλους της ΑΤΗΚ με τις εσωτερικές εγκυκλίους Τεκμήρια 11 και 12. Της πιο πάνω Νομολογίας δεδομένης, δεν μπορώ να δεκτώ ότι οι υπολογισμοί αυτοί αποτελούν απόδειξη ειδικής ζημιάς στον βαθμό που απαιτείται, αφού δεν πρόκειται για υπολογισμό της συγκεκριμένης ζημιάς που η Ενάγουσα υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, αλλά για ένα τρόπο υπολογισμού ο οποίος χρησιμοποιείται από την ΑΤΗΚ γενικά κατόπιν δικών της εσωτερικών αποφάσεων. Καταλήγοντας, εάν δεν θα απέρριπτα την απαίτηση λόγω ολιγωρίας όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, θα ήταν απόφαση μου ότι η Ενάγουσα Αρχή έχει αποδείξει ότι υπέστη ζημιές ύψους €. 20.370,06 μόνο. Σε σχέση δε με τον τόκο, δεδομένης της καθυστέρησης στην έγερση της αγωγής, θα επιδίκαζα τόκο επί του πιο πάνω ποσού από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαιτήσεως. Των πιο πάνω δεδομένων, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, και άρα επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας Αρχής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο