ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ κ.α., Γεν. Αίτηση:1146/99, 26 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση:1146/99 Μεταξύ: ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ Aιτήτρια και
- ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ
- ΤΑΣΟΥ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ
- ΚΑΚΟΥΛΛΟΥΣ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ Καθ' ων η Αίτηση Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.2.2010 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Γεν. Αίτηση:1146/99 Μεταξύ: ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΧΑΙΡΑ Aιτήτριας και
- ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ
- ΤΑΣΟΥ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ
- ΚΑΚΟΥΛΛΟΥΣ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 16.11.1998 26 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Μαυρομάτης. Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Χρ. Δημητριάδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ημερ.14.12.2010, ο αιτητής (καθ΄ ου η αίτηση 1 στον υπό τον ως άνω τίτλο) ζητά την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και ή να παραμερίζει τη διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στις 16.11.1998, ως έκδηλα λανθασμένη και/ή ελαττωματική και/ή παράτυπη. Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 και ειδικότερα στο άρθρο 20, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.8, Θ.9, Θ.64, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο δίκαιο της επιείκειας. Από πλευράς γεγονότων πλαισιώνεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του αιτητή κ. Αντώνη Μαυρομάτη ημερ. 9.12.
- Ο ενόρκως δηλών ο οποίος ήταν τότε γραμματέας της Συνεργατικής ισχυρίζεται ότι η διαιτητική απόφαση ημερ. 16.11.1998 είναι παράτυπη και λανθασμένη καθ΄ ότι η απαίτηση της Συνεργατικής και η συνακόλουθη απόφαση του διαιτητή είχε ως βάση το εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 25.10.1981 "ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ ΛΚ8000". Συνεπώς η εκδοθείσα εναντίον του διαιτητική απόφαση, ως συνέβηκε και με τους υπόλοιπους καθ΄ ων η αίτηση, θα έπρεπε να ήταν για ποσό ΛΚ8000 και όχι ΛΚ37468,91 σεντ. Αν η Συνεργατική είχε απαίτηση για μεγαλύτερο ποσό των ΛΚ8000, είχε δικαίωμα να καταχωρήσει εναντίον του αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και να αξιώσει το ποσό δυνάμει ελλείμματος και όχι να το προσθέσει στη διαδικασία της διαιτησίας. Μολονότι έλαβε γνώση της διαιτητικής διαδικασίας που θα διεξαγόταν και ήταν μάλιστα και παρών παραδεχόμενος το χρέος, η αντίληψη του ήταν ότι το χρέος αφορούσε ποσό ΛΚ8000 και όχι ΛΚ37468,91 σεντ. Η εκδοθείσα απόφαση, ουδέποτε του κοινοποιήθηκε και για πρώτη φορά ενημερώθηκε για το λάθος που έγινε τον Φεβρουάριο του 2009 όταν του επιδόθηκε αίτηση της Συνεργατικής για τροποποίηση του τίτλου και για άδεια εκτέλεσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης ημερ. 16.11.
- Έδωσε τότε την αίτηση στο δικηγόρο του ο οποίος καταχώρησε τις σχετικές ενστάσεις και άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δικηγόρων των δύο μερών για εξεύρεση διευθέτησης όχι μόνο της παρούσας υπόθεσης αλλά και αριθμό άλλων που εκκρεμούσαν μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Η Συνεργατική (καθ΄ ης η αίτηση στην προκειμένη περίπτωση) αντέδρασε καταχωρώντας στις 26.1.2011 Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (εφεξής η Ένσταση). Η Ένσταση θεμελιώνεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/1985ως έχει τροποποιηθεί, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 άρθρο 20
(2), στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ1 - 4,6 & 9 και Δ.64, στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η αίτηση ημερομηνίας 14/12/2010 είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή αστήρικτη και/ή ανυπόστατη και/ή παράτυπη και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή εξ υπαρχής άκυρη και/ή η παρούσα διαδικασία και/ή η συνέχιση αυτής συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. (β) Εάν ο αιτητής στην αίτηση ημερομηνίας 14/12/2010 θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή ημερομηνίας 16/11/1998 όφειλε να ακολουθήσει την διαδικασία του άρθρου 52 παρ. 4 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/1985ως τροποποιήθηκε και όχι την παρούσα διαδικασία. (γ) Η παρούσα Αίτηση είναι αδικαιολόγητη και καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο. (δ) Οι Καθ΄ων η αίτηση στερούνται Υπεράσπισης και/ή δεν προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση τους καλή Υπεράσπιση». Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του νυν γραμματέα της Συνεργατικής, Παναγιώτη Ευαγγελίδη ο οποίος αφού απορρίπτει όλες τις κύριες θέσεις που προβάλλει ο αιτητής, εξηγεί ότι η όλη διαδικασία παραπομπής σε διαιτησία αφορούσε έλλειμμα που παρουσίαζε το ταμείο της Συνεργατικής ύψους ΛΚ37468,91 για το οποίο ευθυνόταν ο γραμματέας (αιτητής) και οι εγγυητές του. Οι εγγυητές κρίθηκαν υπόλογοι για το μέγιστο ποσό της εγγύησης τους, δηλαδή για ΛΚ8000, ενώ ο αιτητής για ολόκληρο το ποσό του ελλείμματος, δηλαδή για ΛΚ37468,91. Η διαιτητική απόφαση συνεχίζει, γνωστοποιήθηκε στον αιτητή στις 16.11.1998 αφού ήταν παρών την ημέρα διεξαγωγής της διαδικασίας και έκδοσης της απόφασης. Επομένως η καταχωρηθείσα Αίτηση είναι εντελώς αδικαιολόγητη, καταχωρήθηκε εν πάση περιπτώσει πολύ καθυστερημένα και θα πρέπει για τους λόγους αυτούς να απορριφθεί. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν κλήθηκαν για αντεξέταση οι ενόρκως δηλούντες με αποτέλεσμα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι να προχωρήσουν απευθείας στην επιχειρηματολογία τους. Ο κ. Μαυρομάτης υιοθέτησε και κατέθεσε γραπτή αγόρευση προβαίνοντας και σε επιπλέον επισημάνσεις και διευκρινίσεις, ενώ ο κ. Δημητριάδης επέλεξε να απαντήσει εξ ολοκλήρου προφορικώς. Από την αγόρευση του κ. Μαυρομάτη προκύπτει ότι το κύριο νομικό επιχείρημα του για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι το άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 το οποίο διαλαμβάνει ως εξής: «20.-
(1)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση». Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο βάσει της πιο πάνω διάταξης αλλά και ευρύτερα βάσει των απορρεουσών αρχών της Νομολογίας, έχει την εξουσία να ακυρώσει διαιτητική απόφαση λόγω παρατυπίας, αμέλειας, μεροληψίας και γενικά κακού χειρισμού. Στην περίπτωση όμως νομοθετικής διαιτησίας, όπως είναι η παρούσα, τούτο μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια του προβλεπόμενου ένδικου μέσου και φυσικά εντός των χρονικών ορίων που καθορίζει το νομοθέτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο διορισμός του διαιτητή και η συνακόλουθη διαιτητική απόφαση ημερ. 16.11.1998 εκδόθηκε στα πλαίσια του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Το άρθρο 52
(2)που είναι σχετικό, προέβλεπε κατά τον ουσιώδη χρόνο (και προβλέπει ακόμα) για την παραπομπή σε διαιτησία των διαφορών που ανακύπτουν στη βάση του άρθρου 52
(1)μεταξύ της Συνεργατικής και ανάμεσα σ' άλλους, των αξιωματούχων αντιπροσώπων ή υπαλλήλων αυτής. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει σαφώς και η διαιτητική απόφαση ημερ. 16.11.1998. Το άρθρο 52
(4)και
(5), καθορίζει τη διαδικασία που ακολουθεί της εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης, καθώς επίσης και τα δικαιώματα των εμπλεκομένων μερών. Συγκεκριμένα προβλέπει τα εξής: «52
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Στην Αίτηση 110/95 της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, 831 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: "Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Εδώ, η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 16.11.1998. Ο αιτητής μάλιστα ήταν παρών και παραδέχθηκε το χρέος του. Με την παρουσία του κατά την ημέρα και ώρα της διεξαχθείσας διαιτητικής διαδικασίας και της συνακόλουθης διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε, θεωρώ ότι του γνωστοποιήθηκε η απόφαση, ως ρητά τάσσει το άρθρο 52
(4)πιο πάνω. Η προϋπόθεση "της γνωστοποίησης" σ' αυτό το πλαίσιο, δεν προαπαιτεί επίδοση της απόφασης, ούτε και εξυπακούει κάποια εξειδικευμένη ή ιδιαίτερη έννοια. Πρόκειται απλά για ένα πραγματικό γεγονός, που κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε η φυσική παρουσία του αιτητή κατά τη λήψη της απόφασης, άρα υπήρξε γνωστοποίηση της. Συνακόλουθα ο αιτητής είχε από τις 16.11.1998, 21 ημέρες να ασκήσει έφεση και δεν το έπραξε. Ακόμα όμως κι' αν όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, η ημερομηνία γνωστοποίησης ήταν η 4.2.2009 που του επιδόθηκε η αίτηση για τροποποίηση του τίτλου και για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, πάλι δεν καταχώρησε έφεση εντός της προθεσμίας των 21 ημερών. Στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρεται ότι "όπως δε μου ανέφερε ο δικηγόρος μου αφού καταχωρήθηκαν από μέρους μου οι σχετικές ενστάσεις, άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δικηγόρων των 2 πλευρών με σκοπό την εξεύρεση λύσης και διευθέτηση της υπόθεσης." Αν ο αιτητής ήθελε πράγματι να αμφισβητήσει έστω και τότε τη διαιτητική απόφαση, είναι έφεση που έπρεπε να σπεύσει να καταχωρήσει και όχι μόνο ένσταση. Η ένσταση εν πάση περιπτώσει, ως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, τελικώς δεν προωθήθηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί εκ συμφώνου το αιτούμενο διάταγμα στις 2.2.
- Παρενθετικά να επισημάνω εν πάση περιπτώσει, ότι, είναι τουλάχιστον περίεργο, να ενημερώνεται κάποιος ότι έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση εναντίον του για ποσό ΛΚ30.000 πέραν εκείνου που εδικαιούτο η άλλη πλευρά και που μέχρι τότε είχε υπόψη του, και αυτός δια του δικηγόρου του να διαπραγματεύεται για "εξεύρεση λύσης και διευθέτηση της υπόθεσης". Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο αιτητής απεμπόλησε προ πολλού το δικαίωμα να ζητά παραμερισμό και ακύρωση της διαιτητικής απόφασης και γενικά να προβάλλει ενστάσεις σε ό,τι αφορά την ορθότητα (τυπική και/ή ουσιαστική) της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης ημερ. 16.11.
- Η Αίτηση επομένως απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Συνεργατικής (καθ' ης η αίτηση στην παρούσα αίτηση) και εναντίον του αιτητή. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο