Κώστας Μούζουρος ν. Πανίκκου Κυριάκου, Αγωγή αρ: 2117/2006, 26 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 2117/2006 Κώστας Μούζουρος Ενάγων και Πανίκκου Κυριάκου Εναγομένου -------------------------------- 26 Μαΐου, 2011. Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται ο κ. Δ. Α. Παυλίδης για τους κ.κ. Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες. Για τον εναγόμενο, εμφανίζεται η κα Μ. Αντωνίου για τους κ.κ. Σταύρος Αμπίζας και Σία. Απόφαση --------------------------------------------- Διά της αγωγής του, που κατεχωρίστηκε στις 20.3.06, ο ενάγων εγκαλεί τον εναγόμενο και αξιώνει αποζημιώσεις ισχυριζόμενος πως αυτός , με δηλώσεις του σε τηλεοπτική εκπομπή η οποία μετεδόθηκε στις 5.5.05, τον δυσφήμισε και το ζημίωσε. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο ενάγων, ηλικίας τριάντα
(30)ετών, νομοταγής και ευυπόληπτος, ακέραιου χαρακτήρα και ήθους και ευφυής, εργαζόταν ως δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές. Ο εναγόμενος υπήρξε Διευθυντής Φυλακών και, στα πλαίσια εκπομπής τηλεοπτικού σταθμού η οποία προεβλήθηκε στις 5.5.05 στη μεσημβρινή ζώνη («η εκπομπή»), ψευδώς και κακοβούλως δήλωσε τα ακόλουθα: «Και ακούω εγώ τον βοηθό το σιοφέρ, τον οδηγόν του, να μιλά και λέγω του εγώ, Κύριε Υπουργέ για όνομαν του Θεού, εννά επηρεάζεστε που κοππελούδκια για να τινάξουμε τη φυλακή στον αέρα. Δεν μπορώ να κάμω έτσι πράμα». «Να το πω και δημοσίως για τον Κωστάκη τον Μούζουρα ο οποίος πρόσκειται κοντά του, ο οδηγός του είναι αδελφότεγνος του, ο Ρούλλης και μιλούσε ο Ρούλλης και τον άκουα και ειδικά για αυτόν τον άνθρωπο όποτε πήγαινα για προαγωγές επέμενε, έπρεπε να κάμω ζάππι εγώ τριάντα - σαράντα άτομα για να προαχθεί εκείνος ότι ήταν ο καλύτερος. Δεν μπορώ εγώ να κάμω αυτά τα πράγματα να κάμω αυτές τις εισηγήσεις». Οι δηλώσεις αυτές, συνεχίζουν τα δικόγραφα του ενάγοντος, είναι δυσφημιστικές και έπληξαν ανεπανόρθωτα την προσωπικότητα, την υπόληψη, την αξιοπρέπεια και την επαγγελματική ανέλιξη του ενάγοντος γιατί τον παρουσιάζουν ως πρόσωπο το οποίο παρανομεί και/ή είναι ανήθικο και ανέντιμο και/ή επιζητεί ρουσφέτι, προαγωγή και χάρη χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια. Διά της υπεράσπισής του ο εναγόμενος αναφέρει πως αφυπηρέτησε από τη θέση του Διευθυντή Φυλακών στις 31.10.04 και υπό την ιδιότητά του αυτή κλήθηκε να συμμετάσχει στην εκπομπή η οποία αφορούσε στο πολύκροτο και επίκαιρο, τις ημέρες εκείνες, ζήτημα της εμπλοκής του αρμόδιου Υπουργού στις διαδικασίες προαγωγής των δεσμοφυλάκων που υπηρετούν στις Κεντρικές Φυλακές. Ο εναγόμενος αρνείται ότι οι επίδικες δηλώσεις του είναι δυσφημιστικές για τον ενάγοντα ή ότι αυτές μπορούν να εκληφθούν ως τέτοιες. Αρνείται, επίσης, ότι οι δηλώσεις αυτές είχαν τις συνέπειες που ο ενάγων τους αποδίδει. Ως εκ τούτου, απορρίπτει την αξίωσή του. Διαζευκτικώς, ο εναγόμενος υποστηρίζει πως οι δηλώσεις του αφορούν σε ένα αληθές περιστατικό (justification) και/ή ότι αυτές αποτελούν ένα καλόπιστο και/ή έντιμο σχόλιο επί ενός ζητήματος δημοσίου συμφέροντος (fair comment) και/ή ότι αυτές έγιναν με καλή πίστη και επειδή ο ίδιος είχε καθήκον να πληροφορήσει το κοινό για το συγκεκριμένο ζήτημα, το δε κοινό είχε αντίστοιχο δικαίωμα στην πληροφόρηση (προνομιούχες δηλώσεις). Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως ο ενάγων ενεργεί, εν προκειμένω, με κακοβουλία, καταχρηστικώς και με σκοπό την εκδίκηση. Εγκαλεί δε τον ενάγοντα για κακόβουλη δίωξη και ανταπαιτεί αποζημιώσεις. Ως πραγματική βάση για την ανταπαίτησή του, ο εναγόμενος επικαλείται την ποινική υπόθεση αρ. 13526/2005 (Ε.Δ. Λευκωσίας) την οποίαν κατεχώρισε ο ενάγων εναντίον του κατηγορώντας τον για δυσφήμιση. Όμως, η ποινική αυτή υπόθεση δεν είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας εφ΄ όσον οι σχετικές ποινικές διατάξεις είχαν καταργηθεί προ πολλού. Εν σχέσει με τα επίδικα αστικά αδικήματα της δυσφήμισης και της κακόβουλης δίωξης, ας σημειωθούν τα ακόλουθα: Για να επιτύχει στις αξιώσεις του ο ενάγων θα πρέπει, κατ΄ αρχάς, να αποδείξει τη συνδρομή των συστατικών στοιχείων του αστικού αδικήματος που καθιερώνεται διά του άρθρου 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Δηλαδή, θα πρέπει, κατ΄ αρχάς, να αποδείξει ότι η εκπομπή (α) δημοσιεύθηκε, δηλαδή μετεδόθηκε σε ένα τουλάχιστον άτομο πλην του ιδίου, (β) οι επίδικες δηλώσεις αναφέρονται σε αυτόν, δηλαδή δηλώνουν την ταυτότητά του και (γ) οι επίδικες δηλώσεις είναι δυσφημιστικές. Ορισμένο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό όταν τείνει να θίξει τη φήμη και την αξιοπρέπεια του εναγόντος ως ατόμου και/ή ως επαγγελματία. Για να κριθεί κατά πόσον ορισμένο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι το Δικαστήριο εξετάζει, κατ΄ αρχάς, ποιά σημασία έχουν οι λέξεις για το μέσο συνετό ενήλικα. Και η σημασία αυτή δεν προκύπτει από μία νομική ερμηνεία των λέξεων εφ΄ όσον, ο μέσος συνετός ενήλικας ερμηνεύει τις λέξεις με περισσότερη ελευθερία απ΄ ότι οι νομικοί. Ο μέσος συνετός ενήλικας αντιλαμβάνεται τη σημασία των λέξεων επί τη βάσει των γενικών γνώσεων και εμπειριών του για τα όσα συμβαίνουν παγκοσμίως. Εάν οι λέξεις έχουν περισσότερες της μίας σημασίες, θετικές και αρνητικές, τότε δεν πρέπει να περιοριζόμεθα στις αρνητικές για να καταλήξουμε να αποδώσουμε δυσφημιστικό χαρακτήρα σε αυτές. Όταν το Δικαστήριο αποφασίσει τη σημασία των λέξεων, τότε προχωρεί να αποφασίσει κατά πόσον αυτές δυσφημούν τον ενάγοντα (Halsbury's Law of England, fourth edition, Vol. 28 παρα. 42 επ.). Στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου,
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 856, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι κατά την εξέταση υποθέσεων δυσφήμισης απασχολεί η προστασία και η εξισορρόπηση δύο ανθρώπινων δικαιωμάτων: (α) του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («η Σύμβαση») και (β) του δικαιώματος της προστασίας της φήμης και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 2 της Σύμβασης. Ανατρέχοντας δε στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σημείωσε την τάση του να περιορίζει το δικαίωμα της φήμης προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο αναγνωρίζεται υψηλή αξία. Ο εναγόμενος, με τη σειρά του, ο οποίος προβάλλει τις υπερασπίσεις της αληθείας (justification), του δίκαιου σχολιασμού (fair comment) και του προνομίου υπό όρους (qualified privilege), θα πρέπει να δικογραφήσει και να αποδείξει τα εξής:
(1)τα όσα ο ενάγων θεωρεί ως δυσφημιστικά είναι αληθή ή κατ΄ ουσίαν αληθή (άρθρο 19(α) του Κεφ. 148, Halsbury's (ανωτέρω) παρα. 108 επ. και Winfield and Jolowicz on Tort, sixteenth edition, Sweet and Maxell, 2002, σελ. 429 επ.) και/ή
(2)οι επίδικες δηλώσεις του συνιστούν (α) σχολιασμό, (β) επί θέματος δημοσίου συμφέροντος, (γ) ο οποίος βασίζεται σε γεγονότα τα οποία είναι αληθή και (δ) ο οποίος είναι δίκαιος, υπό την ευρεία έννοια του όρου (άρθρο 19(β) του Κεφ. 148, Halsbury's (ανωτέρω) παρα. 131 επ.) και/ή
(3)οι επίδικες δηλώσεις του μετεδόθηκαν επειδή ο ίδιος είχε καθήκον να πληροφορήσει το κοινό για το ζήτημα στο οποίο αυτές αφορούσαν, το δε κοινό είχε αντίστοιχο δικαίωμα στην πληροφόρηση (άρθρα 19(γ) και 21 του Κεφ. 148). Ειδικότερα, η υπεράσπιση της αληθείας, στην περίπτωση που ορισμένο δημοσίευμα κριθεί ως δυσφημιστικό για συγκεκριμένο πρόσωπο, πετυχαίνει εφ΄ όσον τόσον οι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα όσον και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα τα οποία εξάγονται από το δημοσίευμα αυτό αποδεικνύονται αληθή ή κατ΄ ουσίαν αληθή. Το βάρος απόδειξης της αλήθειας το φέρει ο εναγόμενος (Φιλίππου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1124, 1130, Winfield and Jolowicz on Tort (ανωτέρω), σελ. 429 - 435). Το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης (άρθρο 32 του Κεφ. 148) περιλαμβάνει, ως συστατικό του, την ανεπιτυχή κατάληξη μίας ποινικής ή πτωχευτικής διαδικασίας η οποία κινήθηκε εις βάρος του ενάγοντος ή την ανεπιτυχή κατάληξη μιας διαδικασίας διάλυσης εταιρείας [Κλεάνθης ν. Κλεάνθους
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1111]. Στην περίπτωση ποινικής διαδικασίας, ανεπιτυχής κατάληξή της συντρέχει: (α) όταν ο κατηγορούμενος αθωωθεί μετά από πλήρη δίκη, (β) όταν ο κατηγορούμενος αθωωθεί για τυπικούς λόγους, (γ) όταν ο κατηγορούμενος αθωωθεί γιατί η αρχική καταδίκη του ακυρώθηκε κατ' έφεσιν και (δ) όταν ο κατηγορούμενος απαλλαγεί γιατί η ποινική διαδικασία διεκόπη ή εγκατελείφθηκε (δείτε στο σύγγραμμα των Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου, «Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1, Λευκωσία 2003, σελ. 105 - 8). Τέλος, σε περίπτωση επιτυχίας υπόθεσης που αφορά σε αστικό αδίκημα, οι αποζημιώσεις που θα επιδικασθούν πρέπει να είναι δίκαιες και εύλογες. Ως δίκαιη θεωρείται η αποζημίωση η οποία αποκαθιστά το θύμα του αστικού αδικήματος στο βαθμό, βεβαίως, που αυτό είναι εφικτό μέσω του χρήματος. Εύλογη είναι η αποζημίωση η οποία ευρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο (Λουκαΐδης κ.α. ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.α.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 22, 48 - 49). Για να αποδείξει την υπόθεσή του κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων Κώστας Μούζουρος (Μ.Ε.1) και κάλεσε, ως μάρτυρές του, τον Λουκά Φουρλά (Μ.Ε.2), δημοσιογράφο ο οποίος παρουσίασε την εκπομπή και συζήτησε με τον εναγόμενο, και τον Γεώργιο Γεωργιάδη (Μ.Ε.3), υπάλληλο στον τηλεοπτικό σταθμό ο οποίος προέβαλε την εκπομπή. Για να προωθήσει τις υπερασπίσεις του κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος Πανίκος Κυριάκου (Μ.Υ.2) και κάλεσε, ως μάρτυρά του, την Άντρη Μακρή, Πρωτοκολλητή η οποία υπηρετεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στο Τμήμα Ποινικών Υποθέσεων. Επιπλέον των όσων εδήλωσαν ενόρκως, οι μάρτυρες κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία: μια βιντεοκασέτα όπου είναι καταγεγραμμένη η εκπομπή (τεκμήριο 1) και το φάκελο της διαδικασίας της ποινικής υπόθεσης αρ. 13526/2005 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Κώστας Μούζουρας ν. Πανίκκου Κυριάκου (τεκμήριο 2). Ακολουθεί η σκιαγράφηση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας: Το τεκμήριο 1 καταγράφει, πράγματι, την εκπομπή. Σε αυτήν ο δημοσιογράφος Λουκάς Φουρλάς (Μ.Ε.2) συζητεί με τον εναγόμενο, ως πρώην Διευθυντή Φυλακών, θέματα σχετικά με την οργάνωση, στελέχωση και διοίκηση των Κεντρικών Φυλακών. Η συζήτηση καλύπτει και τη διαδικασία προαγωγής των δεσμοφυλάκων που υπηρετούν στις Κεντρικές Φυλακές. Πράγματι, ο εναγόμενος παρουσιάζεται να λέει όσα του αποδίδονται εν προκειμένω. Το τεκμήριο 2 περιέχει το κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση αρ. 13526/2005 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Κώστας Μούζουρας ν. Πανίκκου Κυριάκου. Το κατηγορητήριο κατεχωρίστηκε στις 23.6.05 και ο ιδιώτης κατήγορος (εδώ ενάγων) εγκαλεί τον κατηγορούμενο (εδώ εναγόμενο) για το ποινικό αδίκημα της δυσφήμισης κατά παράβασιν των άρθρων 194 έως και 198 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Στο τεκμήριο 2 περιέχεται, επίσης, και το πρακτικό της διαδικασίας ημερ. 5.10.05 στο οποίο καταγράφεται η απόφαση του Δικαστηρίου να διακόψει την ποινική αυτή υπόθεση λόγω του ότι ο κατηγορούμενος (εδώ εναγόμενος) κατηγορήθηκε για ενέργεια η οποία, κατά το χρόνο της τέλεσής της, δεν συνιστούσε ποινικό αδίκημα. Ο ενάγων Κώστας Μούζουρος (Μ.Ε.1), με λόγο δυναμικό και διεκδικητικό, όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπερβολικό και ασαφή, δήλωσε τα εξής: Είναι νυμφευμένος και πατέρας δύο εφήβων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε ως υποδεκανέας στις Κεντρικές Φυλακές. Τα καθήκοντά του ήσαν σημαντικά εφ΄ όσον ήταν τοποθετημένος στη θέση του βοηθού και συμβούλου του Διευθυντή Φυλακών (του διαδόχου του εναγομένου). Επίσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρξε εκλελεγμένος συνδικαλιστής και μέλος του διοικητικού συμβουλίου ποδοσφαιρικού σωματείου. Ο ίδιος δεν είδε την εκπομπή όταν αυτή προεβλήθηκε. Τον πληροφόρησαν για το περιεχόμενό της και μερίμνησε αμέσως και έλαβε σχετική βιντεοκασέτα (τεκμήριο 1). Όσα ο εναγόμενος δημοσιεύει στην εκπομπή για τον ίδιο είναι δυσφημιστικά και τον πλήττουν ανεπανόρθωτα ως άνθρωπο, επαγγελματία και οικογενειάρχη. Τον παρουσιάζουν ως άτομο το οποίο επεδίωκε, με ανήθικο τρόπο και μέσω του ανηψιού του Ρούλη, οδηγού και υπασπιστή του πρώην Υπουργού Δικαιοσύνης Δώρου Θεοδώρου (εφεξής «ο Υπουργός») να προαχθεί χωρίς να τηρηθούν αξιοκρατικά κριτήρια. Δεν γνωρίζει εάν ο ανηψιός του Ρούλλης συζήτησε ποτέ με τον εναγόμενο ή με τον Υπουργό, για την προαγωγή του και ούτε γνωρίζει εάν ο Ρούλλης ζήτησε ποτέ από τα πρόσωπα αυτά να τον προάξουν. Εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος γνωρίζει τον Υπουργό από παλιά και διατηρούσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και εξακολουθούν να διατηρούν φιλικές σχέσεις. Μετά το επίδικο δημοσίευμα «μερίδα των συναδέλφων και συγγενών (του τον) έβλεπαν με καχυποψία». Η δε «γυναίκα και τα παιδιά (του) ήσαν πληγωμένα . γιατί δεχόντουσαν ερωτήσεις . και επισκέψεις από τον περίγυρο, για το δημοσίευμα . υπήρξε ένταση και κατάθλιψη (στον ίδιο) και στους οικείους (του)». Ο εναγόμενος υπήρξε Διευθυντής Φυλακών κατά την περίοδο από το έτος 2002 έως και το έτος 2004 και οι σχέσεις τους υπήρξαν άριστες. Ως προϊστάμενός του ο εναγόμενος τον εμπιστευόταν και του έδιδε πρωτοβουλία δράσης καθώς και ευκαιρίες να επιμορφωθεί. Παρά ταύτα, και παρά το ότι ήταν προσοντούχος και άξιος για προαγωγή, δεν προήχθηκε επί των ημερών του εναγομένου γιατί υστερούσε σε αρχαιότητα έναντι συναδέλφων του. Κατά το χρόνο προβολής της εκπομπής υπήρξε φλέγον ζήτημα της επικαιρότητας η διαμάχη μεταξύ του εναγομένου, ως πρώην Διευθυντή Φυλακών, και του Υπουργού, μετά από καταγγελίες του πρώτου για αθέμιτες παρεμβάσεις του δευτέρου στο έργο του, ιδίως, σε θέματα προαγωγών του προσωπικού των Κεντρικών Φυλακών. Ο εναγόμενος κλήθηκε και μίλησε στην εκπομπή ως πρώην Διευθυντής Φυλακών και ως πρόσωπο αμέσως σχετικό με το προαναφερθέν φλέγον και επίκαιρο θέμα. Υπήρξαν, πράγματι, περιπτώσεις προαγωγών προσωπικού των Κεντρικών Φυλακών που δεν έγιναν επί τη βάσει αξιοκρατικών κριτηρίων. Μετά από το επίδικο δημοσίευμα η συνδικαλιστική του δράση και η επαγγελματική του σταδιοδρομία συνέχισαν απρόσκοπτες. Μάλιστα, μετά το επίδικο δημοσίευμα εξελέγηκε πρόεδρος της επαγγελματικής συνδικαλιστικής οργάνωσης της οποίας είναι μέλος και το έτος 2007 προήχθηκε. Πάντοτε έχαιρε εκτίμησης μεταξύ των συναδέλφων και των ανωτέρων του. Αυτό οφείλεται στο ήθος, την εργατικότητα, τις ικανότητες και τις προσπάθειές του. Οι τελευταίες εντατικοποιήθηκαν μετά το επίδικο δημοσίευμα για να καλυφθεί η ζημιά που αυτό του προεκάλεσε. Τέλος, αγνοεί για την εξέλιξη της ποινικής υπόθεσης αρ. 13526/2005 (Ε.Δ. Λευκωσίας), την οποίαν ο ίδιος κατεχώρισε εναντίον του εναγομένου. Ο Λουκάς Φουρλάς (Μ.Ε.2) επιβεβαίωσε πως στο τεκμήριο 1 καταγράφεται η εκπομπή. Προσέθεσε πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και επειδή επιθυμούσε να ασχοληθεί με το φλέγον και επίκαιρο, για τις ημέρες εκείνες, ζήτημα των καταγγελιών εναντίον του Υπουργού για αθέμιτες παρεμβάσεις στον τρόπο λειτουργίας, οργάνωσης και διοίκησης των Κεντρικών Φυλακών, ο ίδιος κάλεσε στην εκπομπή του τον εναγόμενο, ως πρώην Διευθυντή Φυλακών, και ως πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ενημερώσει σχετικώς το κοινό. Ο μάρτυρας κατέληξε πως η εκπομπή υπήρξε επιτυχής εφ΄ όσον το κοινό ενημερώθηκε για ένα ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Ο Γεώργιος Γεωργιάδης (Μ.Ε.3) επιβεβαίωσε πως ο ίδιος εφοδίασε τον ενάγοντα με βιντεοκασέτα η οποία κατέγραφε εκπομπή που προέβαλε ο τηλεοπτικός σταθμός, στον οποίον εργάζεται, στη μεσημβρινή ζώνη της 5.5.05. Η Άντρη Μακρή (Μ.Υ.1) κατέθεσε το τεκμήριο 2. Ο εναγόμενος Πανίκος Κυριάκου (Μ.Υ.2), με λόγο σταθερό και χωρίς υπεκφυγές, κατέθεσε τα εξής: Καθ΄ όλην τη διάρκεια της θητείας του ως Διευθυντής Φυλακών συνεργάσθηκε πολύ καλά με τον ενάγοντα, τον οποίον θεωρούσε ικανό δεσμοφύλακα και τον οποίον εμπιστευόταν. Όμως, ο ενάγων συχνά επεχειρούσε να παρέμβει στο έργο του και παρουσιαζόταν ως ο εκφραστής των επιθυμιών του Υπουργού με τον οποίον διατηρούσε φιλικές σχέσεις. Ιδίως, ο ενάγων του ζητούσε επίμονα να τον συστήσει για προαγωγή, παρά το ότι υστερούσε σε αρχαιότητα έναντι συναδέλφων του. Τέτοιο αίτημα του υπέβαλλαν, το ίδιο επίμονα και κατ΄ επανάληψιν, τόσον ο ανηψιός του ενάγοντος Ρούλλης, οδηγός και στενός συνεργάτης του Υπουργού, όσον και ο ίδιος ο Υπουργός. Όμως, ο ίδιος αντέκρουσε τις παρεμβάσεις αυτές γιατί θεωρεί άδικο να κάνει «ζάππι», δηλαδή να παρακάμπτει, σε προαγωγική διαδικασία όπου οι υποψήφιοι έχουν την ίδια αξία, τους αρχαιότερους. Ενόσω κατείχε τη θέση Διευθυντή Φυλακών δεν συνέστησε τον ενάγοντα για προαγωγή γιατί υπήρχαν πάντοτε ανθυποψήφιοι του ισάξιοι μεν αλλά αρχαιότεροι. Λόγω της δημόσιας αντιπαράθεσής του με τον Υπουργό ο δημοσιογράφος Λουκάς Φουρλάς (Μ.Ε.2) τον εκάλεσε στην επικαιρική μεσημβρινή τηλεοπτική εκπομπή του για να συζητήσουν το θέμα. Ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και συζήτησε το θέμα με ειλικρίνεια και εντιμότητα γιατί θεώρησε ότι ήταν υπόχρεος να ενημερώσει το κοινό για το συγκεκριμένο θέμα. Ανέφερε δε, ως πραγματικό και αληθές παράδειγμα των αθέμιτων παρεμβάσεων του Ρούλλη και του Υπουργού στο έργο του, το περιστατικό με το τηλεφώνημα που δέχθηκε. Αυτό το περιστατικό έλαβε, πράγματι, χώραν και το μεταφέρει στο δημοσίευμα με ακρίβεια. Όσα ανέφερε στην εκπομπή ως γεγονότα είναι αληθή και τα ανέφερε με γνήσια πρόθεση να ενημερώσει το κοινό και όχι για να θίξει ή να βλάψει οιονδήποτε. Κατά την αντεξέτασή του, ερωτηθείς ο εναγόμενος Πανίκος Κυριάκου (Μ.Υ.2) γιατί δεν κατεχώρισε αγωγή εναντίον του ενάγοντος για κακόβουλη δίωξη εξ αφορμής της ποινικής υπόθεσης αρ. 13526/2005 (Ε.Δ. Λευκωσίας) ο εναγόμενος δήλωσε: «Δεν έκανα αγωγή γιατί δεν είχα τίποτε εναντίον του ενάγοντα» και επανέλαβε «Δεν έχω παράπονο εναντίον του ανθρώπου. Γι΄ αυτό δεν έκανα αγωγή». Ερωτηθείς, τέλος, κατά την επανεξέτασή του, γιατί κατεχώρισε, στα πλαίσια της προκείμενης αγωγής, ανταπαίτηση, ο εναγόμενος Πανίκος Κυριάκου (Μ.Υ.2) δήλωσε: «Για να προστατευθώ από την αγωγή. Περπατώ μέσα στην κοινωνία και με ρωτούν «μα εκάμαν σου αγωγή;» Πρέπει να απαντήσω. Αν εκείνος κινήθηκε εναντίον μου να κινηθώ και εγώ». Έχω μελετήσει τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και έχω διεξέλθει τη μαρτύρια. Διαπιστώνω, κατ΄ αρχάς, πως δεν αμφισβητείται το γεγονός της δημοσίευσης των επίδικων δηλώσεων του εναγομένου, εφ΄ όσον αυτές, καθ΄ ομολογίαν και του εναγομένου, έγιναν στα πλαίσια προβληθείσας τηλεοπτικής εκπομπής. Ούτε αμφισβητείται το γεγονός πως στις δηλώσεις αυτές κατωνομάζεται ο ενάγων. Όμως, το επίδικο δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Κατά τη συνήθη ερμηνεία του από το μέσο συνετό πολίτη, το επίδικο δημοσίευμα παρουσιάζει μόνον τον Ρούλλη και τον Υπουργό να ασκούν πιέσεις για να προαχθεί ο ενάγων επί τη βάσει μη αξιοκρατικών κριτηρίων και παρακάμπτοντας αρχαιότερους συναδέλφους του. Κατά τη συνήθη ερμηνεία του από το μέσο συνετό πολίτη, το επίδικο δημοσίευμα δεν παρουσιάζει τον ενάγοντα να συμμετέχει στις ενέργειες αυτές του Ρούλλη και του Υπουργού ούτε τον παρουσιάζει να τις υποκινεί ή να τις εγκρίνει. Κατά τη συνήθη ερμηνεία του από το μέσο συνετό πολίτη, το επίδικο δηοσίευμα δεν παρουσίαζει τον ενάγοντα να μετέρχεται αθέμιτες μεθόδους για να προαχθεί (Ατταλίδης ν. Ροδούλη
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1690 και Σταυράκης κ.α. ν. Κοντεάτης κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1957). Όμως, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα, ο κατ΄ αρχήν άδικος χαρακτήρας της συμπεριφοράς του εναγομένου αίρεται εφ΄ όσον αυτός πέτυχε να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση της αληθείας (justification). Ανεφέρθηκα ήδη στα θετικά γνωρίσματα του λόγου του εναγομένου. Προσθέτω πως η εν γένει εικόνα που παρουσίασε ο εναγόμενος Πανίκος Κυριάκου (Μ.Υ.2), καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι η εικόνα ενός πρώην δημοσίου υπαλλήλου ο οποίος άσκησε με επάρκεια, αντικειμενικότητα και εντιμότητα τα καθήκοντά του. Δέχομαι, έτσι, ότι το επίδικο δημοσίευμα αποδίδει ένα πραγματικό περιστατικό όπως ακριβώς αυτό εξελίχθηκε. Εν πάση περιπτώσει, δέχομαι ότι το επίδικο δημοσίευμα αποδίδει, κατ΄ ουσίαν, το περιστατικό αυτό. Η κατάληξή μου πως το επίδικο δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα και πως, ακόμη και εάν αυτό ήθελε θεωρηθεί δυσφημιστικό, ο εναγόμενος ήγειρε επιτυχώς την υπεράσπιση της αληθείας (justification), οδηγεί την αγωγή σε απόρριψη. Παρά ταύτα θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα των αποζημιώσεων που ενδεχομένως να επιδικάζοντο υπέρ του ενάγοντος εάν η αγωγή του επετύγχανε: Παρατηρώ, συναφώς, πως η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του ενάγοντος είναι ελλειπτική εν σχέσει με τον αριθμό των τηλεθεατών που παρακολούθησαν την εκπομπή. Περαιτέρω, παρατηρώ πως εκτός από τον ίδιο, τη σύζυγο και τα τέκνα του ο ενάγων δεν κατωνόμασε άλλα πρόσωπα τα οποία να επηρεάστηκαν από το επίδικο δημοσίευμα. Ο ενάγων περιορίσθηκε να αναφερθεί, γενικόλογα, σε «μερίδα των συναδέλφων και συγγενών (του που τον) έβλεπαν με καχυποψία» καθώς και σε «ερωτήσεις . και επισκέψεις από τον περίγυρο». Εν πάση περιπτώσει, το επίδικο δημοσίευμα δεν έπληξε την εικόνα του ενάγοντος ως ικανού υπαλλήλου και ως ικανού συνδικαλιστή. Ο ίδιος πληροφόρησε για το γεγονός πως, μετά το επίδικο δημοσίευμα, εξελέγη ως Πρόεδρος της συνδικαλιστικής επαγγελματικής οργάνωσης στην οποίαν ανήκει και πως προήχθηκε όταν η αρχαιότητά του έναντι των ανθυποψηφίων του το επέτρεπε. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ πως το ποσόν των €2.000 θα αποτελούσε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση σε περίπτωση που η αγωγή ήθελε θεωρηθεί ως επιτυχούσα. Σε απόρριψη οδηγείται και η ανταπαίτηση. Είναι, βεβαίως, γεγονός πως η διακοπή της ποινικής υπόθεσης αρ. 13526/2005 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Κώστας Μούζουρας ν. Πανίκκου Κυριάκου αποκαλύπτει αιτία για την ανταπαίτηση και εγείρει ζήτημα κατάλληλο να κριθεί από το Δικαστήριο. Παρά ταύτα η ρητή, απερίφραστη και επαναληφθείσα δήλωση του εναγομένου Πανίκου Κυριάκου (Μ.Υ.2), κατά την αντεξέταση και επανεξέτασή του πώς, εν σχέσει με την προαναφερθείσα ποινική διαδικασία, δεν έχει παράπονο έναντι του εναγόντος, εκθεμελιώνει την δικογραφημένη ανταπαίτησή του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους: Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντος. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της ανταπαίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγόντος και εναντίον του εναγομένου. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο