← Κύπρος

STEPHANIDES (SUPERMARKET) LIMITED ν. P P PROKOPIOU TRADING LTD κ.α., Αγωγή αρ. 6941/2006, 31 Μαΐου, 2011

STEPHANIDES (SUPERMARKET) LIMITED ν. P P PROKOPIOU TRADING LTD κ.α., Αγωγή αρ. 6941/2006, 31 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 6941/2006 Μεταξύ: STEPHANIDES (SUPERMARKET) LIMITED Ενάγοντες και

  1. P & P PROKOPIOU TRADING LTD
  2. Προκόπη Προκοπίου
  3. Πόλυ Προκοπίου Εναγομένων 31 Μαΐου,
  4. Για τους ενάγοντες, εμφανίζεται ο κ. Μ. Ι. Μούρος. Για τους εναγομένους αρ. 1, 2 και 3, εμφανίζεται ο κ. Μ. Ιακώβου για τους κ.κ. Μιχάλης Ιακώβου και Συνεργάτες. Απόφαση Οι ενάγοντες εγκαλούν τους εναγομένους αρ. 1, 2 και 3 («οι εναγόμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) για παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης και αξιώνουν το οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνηθείσας αντιπαροχής. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν την αξίωση των εναγόντων, επικαλούνται την εκ μέρους των εναγόντων παραβίαση εξυπακουόμενου συμβατικού όρου και ανταπαιτούν αποζημιώσεις και/ή ποσόν που κατέβαλαν αχρεωστήτως καθώς και ποσόν που ισούται με διαφυγόν κέρδος. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Οι ενάγοντες, εταιρεία ασχολουμένη με το λιανικό εμπόριο, συνήψαν, κατά ή περί τις 10.5.06, με τους εναγομένους αρ. 1 γραπτή συμφωνία («η γραπτή συμφωνία») δυνάμει της οποίας τους επώλησαν συγκεκριμένο εξοπλισμό και την καλή φήμη (goodwill) της επιχείρησής τους που στεγαζόταν σε κατάστημα επί της οδού Κροίσου αρ. 7 στην Αγλαντζιά («το κατάστημα»). Δυνάμει της γραπτής συμφωνίας οι ενάγοντες ανέλαβαν να παραδώσουν τον εξοπλισμό και την κατοχή του καταστήματος έως και την 1.6.06, οι δε εναγόμενοι αρ. 1 ρητώς συμφώνησαν πως είχαν «προβεί σε όλες τις αναγκαίες διευθετήσεις για τη σύναψη ενοικιαστηρίου εγγράφου με τον ιδιοκτήτη του κτιρίου της επιχείρησης». Ως τίμημα για την πώληση συμφωνήθηκε το συνολικό ποσόν των Λ.Κ.25.000, το οποίο οι εναγόμενοι αρ. 1 θα κατέβαλλαν σε δόσεις. Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εγγυήθηκαν τη τήρηση, εκ μέρους των εναγομένων αρ. 1, των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Οι εναγομένοι αρ. 1 κατέβαλαν το συνολικό ποσόν των Λ.Κ.15.
  5. Έως και σήμερα, και παρά τις οχλήσεις των εναγόντων, παραμένει οφειλόμενο το ποσόν των Λ.Κ.10.000, το οποίο αντιπροσωπεύει τις δόσεις που ήσαν ληξιπρόθεσμες και καταβλητέες στις 15.7.06 και στις 30.7.
  6. Διά της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν τη σύναψη της γραπτής συμφωνίας και ούτε αμφισβητούν τη σύναψη της συμφωνίας εγγύησης. Ισχυρίζονται, όμως, πως εξυπακουόμενος όρος της γραπτής συμφωνίας ήταν και η υποχρέωση των εναγόντων «.. Να διευθετήσουν με τον ιδιοκτήτη του (καταστήματος) κάθε θέμα και/ή εκκρεμότητα που είχεν σχέση με την υπ΄ αυτών ενοικίαση του (καταστήματος), ούτως ώστε ο ιδιοκτήτης αυτού να παρουσιασθεί έτοιμος και πρόθυμος να επιτρέψει σε αυτούς τη συνέχιση της ενοικίασης από 1ης Ιουνίου 2006 ..» (δείτε στην παρα. 4 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Οι εναγόμενοι αρ. 1 εξεπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και την 1.6.06 ήσαν καθ΄ όλα έτοιμοι να αναλάβουν την κατοχή του καταστήματος και να ξεκινήσουν τη λειτουργία υπεραγοράς: Είχαν ήδη εξασφαλίσει, από τις αρμόδιες αρχές, τις απαιτούμενες άδειες και είχαν ήδη εφοδιάσει το κατάστημα με τους απαραίτητους πάγκους, ράφια και άλλα χρειώδη. Πλην όμως, παραβαίνοντας τη συμβατική τους υποχρέωση, οι ενάγοντες αρνήθηκαν να αποζημιώσουν τον ιδιοκτήτη του καταστήματος για ζημίες οι οποίες προεκλήθηκαν σε αυτό και για τις οποίες αυτοί (οι ενάγοντες) έφεραν ευθύνη. Το κόστος για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών ανήλθε στο συνολικό ποσόν των Λ.Κ.5.293,
  7. Εν τέλει, οι εναγόμενοι αρ. 1 αναγκάσθηκαν να καταβάλουν οι ίδιοι στον ιδιοκτήτη του καταστήματος το ποσόν αυτό, αχρεώστητως και αφού ειδοποίησαν προηγουμένως τους ενάγοντες, για να περιορίσουν τη ζημιά τους από την καθυστέρηση στην έναρξη λειτουργίας της επιχείρησής τους. Η συμπεριφορά των εναγόντων είχε ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι αρ. 1 να λάβουν κατοχή και να δύνανται να χρησιμοποιούν το κατάστημα μόλις στις 15.10.06, δηλαδή μήνες μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία (την 1.6.06). Το γεγονός αυτό τους ζημιώσε. Οι εναγόμενοι αρ. 1 ανταπαιτούν από τους ενάγοντες: (α) Λ.Κ.5.293,50, ως αποζημίωση για τη αντισυμβατική τους συμπεριφορά και/ή ως ποσόν που κατέβαλαν αχρεωστήτως, για λογαριασμό τους και (β) Λ.Κ.20.250, επίσης, ως αποζημίωση για την αντισυμβατική συμπεριφορά τους και/ή ως διαφυγόν κέρδος. Το διαφυγόν κέρδος προκύπτει δεδομένου ότι οι ημερήσιες πωλήσεις της υπεραγοράς ανήρχοντο στις Λ.Κ.1.000, το δε αναμενόμενο ή λογικό κέρδος ισούται με το 15% του ποσού αυτού. Διά της απάντησής τους οι ενάγοντες απορρίπτουν όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περί εξυπακουόμενου όρου και περί παράβασής του. Υποστηρίζουν πως όσα οι εναγομένοι αρ. 1 παρουσιάζουν ως ζημίες είναι νομικώς ανύπαρκτα και πλαστά. Και καταλήγουν πως, ακόμη και αυτοί κατέβαλαν στον ιδιοκτήτη του καταστήματος οιονδήποτε ποσόν, το έπραξαν γιατί αμελώς παρέλειψαν, πριν από την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας, να εξασφαλίσουν από αυτόν τη σύναψη συμφωνίας ενοικίασης του καταστήματος. Ας σημειωθούν εξ αρχής τα κάτωθι: Στις περιπτώσεις σύναψης γραπτής συμφωνίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων προκύπτουν από το ίδιο το κείμενό της. Εάν στο κείμενο υπάρχουν ασάφειες, τότε είναι αναγκαία η ερμηνεία. Η ερμηνεία μιας ασαφούς συμβατικής πρόνοιας ή ενός ασαφούς συμβατικού όρου, δηλαδή η διαδικασία απόδοσης του αληθινού τους νοήματος, είναι ζήτημα νομικό, ακολουθεί συγκεκριμένους (ερμηνευτικούς) κανόνες και γίνεται από το Δικαστήριο (Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας

(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 33). Βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τα όσα καταγράφονται σε μία σύμβαση. Στα καταγεγραμμένα αποδίδεται η σημασία που αυτά ενέχουν στην κοινή καθημερινή συνεννόηση. Είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί με ποία σημασία οι όροι, που χρησιμοποιούνται σε μία σύμβαση, γίνονται αντιληπτοί από το μέσο συνετό ενήλικα. Για το σκοπό αυτό είναι συχνά χρήσιμο να αποκαλυφθεί το υπόβαθρο της συμφωνίας, αποκλειομένων, όμως, των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν, των μονομερών δηλώσεων και των υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων (Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1058, 1068, Θεολόγος κ.α. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Μούτση
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1809). Περαιτέρω, η ένταξη σε γραπτή συμφωνία και όρου ο οποίος, όμως, δεν καταγράφεται στο κείμενό της (εξυπακουόμενος όρος) αποτελεί εξαιρετικό μέτρο. Εξυπακούεται η ύπαρξη όρου σε ορισμένη συμφωνία, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στο κείμενό της, μόνον εφ΄ όσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για να προσδοθεί εμπορική δραστικότητα (business efficacy) στη συμφωνία. Παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση Bauer ν. Διογένης Ηροδότου και Υιοί Λίμιτεδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 324, 333 - 334: «........................... (γ) Εξυπακουόμενος όρος: Η συμπερίληψη σε συμφωνία όρου μη περιληφθέντος στο κείμενό της, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον απολήγει στη συμπλήρωση της συμφωνίας με την προσθήκη νέου όρου. Εξυπακούεται η ύπαρξη όρου σε συμφωνία (γραπτή ή προφορική) μη περιληφθέντος στο κείμενό της, μόνο εφόσον η συμπερίληψή του κρίνεται απαραίτητη για την πρόσδοση εμπορικής δραστικότητας (business efficacy) στη συμφωνία. Δικαιολογείται η συμπερίληψη όρου σε συμφωνία, ως εξυπακουομένου, εφόσον η αναγκαιότητα είναι τέτοια για την πρόσδοση εμπορικής υπόστασης στη συμφωνία ώστε με βεβαιότητα να μπορεί να λεχθεί ότι οι συμβαλλόμενοι, αν είχαν ερωτηθεί, αναντίλεκτα θα έλεγαν ότι ο όρος συνιστούσε μέρος της συμφωνίας. Κάτω από εκείνες τις συνθήκες η συμφωνία διευρύνεται με τη συμπερίληψη και του όρου ο οποίος εξυπακούεται: Βλ. Δημοκρατία ν. Μουξούρη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 134, National Bank of Greece v. Pinios Shipping Co
(1989)1 All E.R. 213, Beer n. Bowden
(1989)1 All E.R. 1070 (CA). Αντίθετα με την εισήγηση του δικηγόρου του εφεσείοντα το Άρθρο 9 του περί Συμβάσεων Νόμου - ΚΕΦ. Ν149, δεν αλλοιώνει τις αρχές του Αγγλικού δικαίου αναφορικά με τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να εγκριθεί η συμπερίληψη σε σύμβαση εξυπακουόμενου όρου. Ούτε οι διατάξεις του Ινδικού νόμου που συγγενεύουν με το Άρθρο 9 περιορίζουν, όπως έχει γίνει εισήγηση, τη δυνατότητα συμπερίληψης εξυπακουόμενου όρου εφόσον κρίνεται αναγκαίος για την πρόσδοση εμπορικής δραστικότητας στη σύμβαση: Βλ. POLLOCK & MULLA - Indian Contract and Specific Relief Acts, 9th ed. σσ. 98 - 102». Κατά την ακρόαση της αγωγής και της ανταπαίτησης, εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσε ο Χριστάκης Στεφανίδης (Μ.Ε.1), εκ των διευθυντών και μετόχων τους. Εκ μέρους των εναγομένων κατέθεσαν ο εναγόμενος αρ. 2 Προκοπής Προκοπίου (Μ.Υ.1) και ο εναγόμενος αρ. 3 Πόλυς Προκοπίου (Μ.Υ.2). Οι Προκόπης και Πόλυς Προκοπίου (Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, αντιστοίχως) τυγχάνουν μετόχοι και διευθυντές των εναγομένων αρ.
  1. Επιπλέον των όσων ανέφεραν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία: Μέρος αυτής είναι χρήσιμο για να διαπιστωθούν κρίσιμες παράμετροι της απαίτησης και της ανταπαίτησης καθώς και για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία μαρτύρων. Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, στη γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 1), την επιστολή των δικηγόρων του Μιχαλάκη Παναγιώτου, ιδιοκτήτη του καταστήματος, προς τους ενάγοντες ημερ. 19.7.06 (τεκμήριο 4) καθώς και στην επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων αρ. 1 προς τους ενάγοντες ημερ. 4.8.06 (τεκμήριο 5). Ακολουθεί η σκιαγράφηση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας: Ο Χριστάκης Στεφανίδης (Μ.Ε.1), με λόγο σταθερό και χωρίς υπεκφυγές, επιβεβαίωσε τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων και απέρριψε, κατηγορηματικά, όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περί εξυπακουόμενου όρου στη γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 1). Επέμεινε πως οι ενάγοντες εξεπλήρωσαν όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις εφ΄ όσον, μεταξύ άλλων, παρέδωσαν ελεύθερη κατοχή του καταστήματος την 1.6.
  2. Προσέθεσε πως ο ιδιοκτήτης του καταστήματος δεν διεκδίκησε, από τους ενάγοντες, δι΄ αγωγής, οιονδήποτε ποσόν. Παρατηρώ πως όσα ουσιώδη ο Χριστάκης Στεφανίδης (Μ.Ε.1) ανέφερε περί της γραπτής συμφωνίας (τεκμήριο 1) συνάδουν με το περιεχόμενο αυτής. Η μόνη διαφοροποίηση αφορά στην ημερομηνία υπογραφής της. Ο Χριστάκης Στεφανίδης (Μ.Ε.1) επέμεινε πως η γραπτή συμφωνία υπεγράφηκε στις 10.5.06, ημερομηνία που δηλώνεται και στο συνημμένο σε αυτήν κατάλογο. Αντιθέτως, στο κείμενο της γραπτής συμφωνίας δηλώνεται, ως ημερομηνία υπογραφής της, η 10.4.
  3. Όμως, πρόκειται για επουσιώδη διαφοροποίηση. Η γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 1) είναι σύντομη και απλή. Όλες οι πρόνοιες και όλοι οι όροι της είναι σαφείς. Διά της συμφωνίας αυτής (τεκμήριο 1), οι ενάγοντες, ως ιδιοκτήτες επιχείρησης υπεραγοράς πωλούν στους εναγομένους αρ. 1 συγκεκριμένο εξοπλισμό της υπεραγοράς (ως ο συνημμένος κατάλογος) καθώς και την καλή της φήμη (goodwill) έναντι του ποσού των Λ.Κ.25.
  4. Αναλαμβάνουν δε να παραδώσουν στους εναγόμενους αρ. 1 το κατάστημα στο οποίο η επιχείρησή τους στεγάζεται έως και την 1.6.
  5. Οι εναγόμενοι αρ. 1 αναλαμβάνουν να καταβάλουν το ποσόν των Λ.Κ.25.000 τμηματικά, με την πρότελευταια και τελευταία δόση καταβλητέες στις 15.7.06 και στις 30.7.06, αντιστοίχως. Επιπλέον, οι εναγόμενοι αρ. 1 «Ρητώς συμφων(ουν) ότι .. έχ(ουν) προβεί σε όλες τις αναγκαίες διευθετήσεις για τα ην σύναψη ενοικιαστηρίου εγγράφου με τον ιδιοκτήτη του (καταστήματος)» (δείτε τον όρο 2 της γραπτής συμφωνίας, τεκμήριο 1). Αυτή η ρητή και απερίφραστη δήλωση για το ζήτημα της συνέχισης ενοικίασης του καταστήματος από τους εναγομένους αρ. 1, σε συνδυασμό με τη χρήση του παρακειμένου (χρόνου), καθιστά τη γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 1) αυτάρκη. Επί τη βάσει του καταγεγραμμένου περιεχομένου της, αυτή δύναται να αποφέρει πρακτικά αποτελέσματα. Η συμφωνία εγγύησης την οποίαν οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 υπέγραψαν ενσωματώνεται στο τεκμήριο
  6. Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ρητώς εγγυούνται «την εταιρεία .. «P and P PROCOPIOU TRADING LTD» διά την πιστή τήρηση όλων των όρων της (γραπτής συμφωνίας) μέχρι την πλήρη εξόφληση του χρέους της». Ο Προκόπης Προκοπίου (Μ.Υ.1) και ο Πόλυς Προκοπίου (Μ.Υ.2) με τις παρόμοιες, κατά περιεχόμενον, ένορκες καταθέσεις τους επέμειναν στις δικογραφημένες υπερασπίσεις. Επέμειναν, επίσης, πως πριν από την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας (τεκμήριο 1), δηλαδή πριν από τις 10.4.06, συνεννοήθηκαν με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος και διευθέτησαν μαζί του όλα τα θέματα που αφορούσαν στην συνέχιση του καταστήματος από τους εναγομένους αρ.
  7. Και, ακριβώς, επειδή ο ιδιοκτήτης του καταστήματος ήταν «θετικός» οι ίδιοι προχώρησαν και υπέγραψαν τη γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 1). Προσέθεσαν, πως αμέσως μετά την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας, οι ενάγοντες μετακινούσαν τα εμπορεύματα τους από το κατάστημα οι δε εναγομένοι αρ. 1 μετέφεραν εκεί τα δικά τους. Τέλος, διευκρίνισαν πως κατά την 1.6.06 δεν υπήρχε στο κατάστημα ο,τιδήποτε το οποίο να ανήκει στους ενάγοντες. Παρατηρώ πως κρίσιμοι προφορικοί ισχυρισμοί του Προκόπη Προκοπίου (Μ.Υ.1) και του Πόλυ Προκοπίου (Μ.Υ.2) δεν υποστηρίζονται από τη γραπτή μαρτυρία που αυτοί επικαλούνται: Κατ΄ αρχάς, στην επιστολή των δικηγόρων του ιδιοκτήτη του καταστήματος προς τους ενάγοντες, ημερ. 19.7.06 (τεκμήριο 4), η οποία κατετέθηκε ως μαρτυρία με πρωτοβουλία της πλευράς των εναγομένων, γίνεται αναφορά σε πρόσφατη πληροφόρηση του ιδιοκτήτη του καταστήματος για «υπενοικίαση» του εκ μέρους των εναγόντων. Στην επιστολή αυτή ουδεμία αναφορά γίνεται στην, κατ΄ ισχυρισμόν, συνεννόηση του ιδιοκτήτη του καταστήματος με τους εναγομένους για συνέχιση της ενοικίασής του από τους τελευταίους. Εάν, πράγματι, υπήρχε προσυνεννόηση των εναγομένων με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος γιατί ο τελευταίος να αναφέρεται σε «υποενοίκαση»; Δεύτερον, όσα οι εναγόμενοι εδώ ισχυρίζονται περί εξυπακουόμενου όρου της γραπτής συμφωνίας (τεκμήριο 1), ουδόλως αναφέρονται στην επιστολή τους προς τους ενάγοντες ημερ. 4.8.06 (τεκμήριο 5). Διά της επιστολής τους αυτής (τεκμήριο 5), οι εναγόμενοι αναφέρονται, μάλλον, σε υποχρεώσεις των εναγόντων προς τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, η εκκρεμότητα των οποίων τους επηρεάζει δυσμενώς. Ουδεμία αναφορά γίνεται σε σχετική συμβατική υποχρέωση των εναγόντων προς τους ιδίους. Εάν, όμως, υπήρχε τέτοια συμβατική υποχρέωση ευλόγως θα ανέμενε κάποιος από τους εναγομένους να την προβάλλουν στην επιστολή τους αυτή (τεκμήριο 5). Περαιτέρω, το δόγμα της συμβατικής σχέσης (privity of contract) εμποδίζει τους εναγομένους να εγείρουν ζητήματα συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων έναντι του ιδιοκτήτη του καταστήματος (Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1153). Εν πάση περιπτώσει, όπως, σημειώνω πιο πάνω, τα όσα η γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 1) ρητώς διαλαμβάνει την καθιστούν αυτάρκη και της προσδίδουν την απαιτούμενη εμπορική δραστικότητα (business effiacy) ώστε να μην δικαιολογείται η προσφυγή στο εξαιρετικό μέτρο της συμπερίληψης, στη συμφωνία αυτή, όρου ο οποίος δεν καταγράφεται. Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγω πως η γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 1) δεν περιλαμβάνει, ως εξυπακουόμενο, τον όρο που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Όλα τα δικαιώματα και όλες οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων καταγράφονται στο κείμενό της. Περαιτέρω, δέχομαι πως τα πράγματα εξελίχθηκαν ως οι ενάγοντες τα περιγράφουν. Επιπλέον, της θετικής εντύπωσης που απεκόμισα για τον μάρτυρα των εναγόντων Χριστάκη Στεφανίδη (Μ.Ε.1) σημειώνω πως όσα ουσιώδη αυτός ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου συνάδουν με την γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 1). Συνεπώς, η παράλειψη των εναγομένων αρ. 1, ως πρωτοφειλετών, και των εναγομένων αρ. 2 και 3, ως εγγυητών, να καταβάλλουν τις δόσεις, οι οποίες ήσαν ληξιπρόθεσμες στις 15.7.06 και στις 30.7.06 και οι οποίες συμποσούνται σε Λ.Κ.10.000, παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες εξεπλήρωσαν όλα όσα αυτοί ανέλαβαν καθιστά τους πρώτους υπεύθυνους. Οι εναγόμενοι επέδειξαν αντισυμβατική συμπεριφορά και οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το ποσόν των Λ.Κ.10.000 ως το οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνηθέντος τιμήματος. Η διαπίστωσή μου πως, εν προκειμένω, δεν συνομολογήθηκε ο εξυπακουόμενος όρος, τον οποίον οι εναγομένοι επικαλούνται, αφαιρεί από την ανταπαίτηση το πραγματικό της υπόβαθρο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους: Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1, 2 και 3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσόν των €17.086 (ισόποσον των Λ.Κ.10.000) το οποίο θα φέρει τόκο, με νόμιμο επιτόκιο, από τις 24.10.06, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, έως την εξόφλησή του. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1, 2 και 3. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της ανταπαίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων. Να υπολογισθεί ένα σύνολο εξόδων. (Υπ.)............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.