← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ ν. CYVENTURE CAPITAL LTD πρώην ΕΧΕ-EXCELLENT MANAGED FUND LTD κ.α., Συν. Αγωγές 940/02, 939/02 και 9026/02 και 9026/02, 31 Μαΐου, 2011

ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ ν. CYVENTURE CAPITAL LTD πρώην ΕΧΕ-EXCELLENT MANAGED FUND LTD κ.α., Συν. Αγωγές 940/02, 939/02 και 9026/02 και 9026/02, 31 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Συν. Αγωγές 940/02, 939/02 και 9026/02 Αγωγή Αρ. 940/02 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ Ενάγοντα Και

  1. CYVENTURE CAPITAL LTD, πρώην ΕΧΕ-EXCELLENT MANAGED FUND LTD
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΔΡΑΚΟΥ
  3. ΧΑΡΗ ΘΡΑΣΟΥ
  4. ΠΕΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
  5. ΚΩΣΤΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗ
  6. ΓΙΑΝΝΗ ΠΙΤΣΙΛΛΟΥ
  7. ΛΗΔΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  8. ΤΡΙΑΙΝΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ
  9. ΤΟΤALSERVE MANAGEMENT (HELLAS) LTD
  10. SHARELINK SECURITIES LTD
  11. SFS CUSTODIAN AND TRUST SERVICES LTD Εναγομένων - ΚΑΙ - Αγωγή αρ. 939/02 Μεταξύ: ΜΑΡΘΑΣ ΛΥΤΡΑ Ενάγουσας Και
  12. CYVENTURE CAPITAL LTD, πρώην ΕΧΕ-EXCELLENT MANAGED FUND LTD
  13. ΑΝΔΡΕΑ ΔΡΑΚΟΥ
  14. ΧΑΡΗ ΘΡΑΣΟΥ
  15. ΠΕΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
  16. ΚΩΣΤΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗ
  17. ΓΙΑΝΝΗ ΠΙΤΣΙΛΛΟΥ
  18. ΛΗΔΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  19. ΤΡΙΑΙΝΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ
  20. ΤΟΤALSERVE MANAGEMENT (HELLAS) LTD
  21. SHARELINK SECURITIES LTD
  22. SFS CUSTODIAN AND TRUST SERVICES LTD Εναγομένων - ΚΑΙ - Αγωγή αρ. 9026/02 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΛΥΤΡΑ Ενάγοντα Και
  23. CYVENTURE CAPITAL LTD, πρώην ΕΧΕ-EXCELLENT MANAGED FUND LTD
  24. ΑΝΔΡΕΑ ΔΡΑΚΟΥ
  25. ΧΑΡΗ ΘΡΑΣΟΥ
  26. ΠΕΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
  27. ΚΩΣΤΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗ
  28. ΓΙΑΝΝΗ ΠΙΤΣΙΛΛΟΥ
  29. ΛΗΔΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  30. ΤΡΙΑΙΝΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ
  31. ΤΟΤALSERVE MANAGEMENT (HELLAS) LTD
  32. SHARELINK SECURITIES LTD
  33. SFS CUSTODIAN AND TRUST SERVICES LTD
  34. SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD
  35. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
  36. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΛΑΡΚΟΥ
  37. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  38. ΜΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  39. ΛOΪΖΟΥ ΛΟΪΖΟΥ
  40. ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΛΑΧΟΥ
  41. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγομένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ (Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ 940/02 ΚΑΙ 939/02) ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 28.3.03 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ Ενάγοντα Και
  42. CYVENTURE CAPITAL LTD, πρώην ΕΧΕ-EXCELLENT MANAGED FUND LTD
  43. ΑΝΔΡΕΑ ΔΡΑΚΟΥ
  44. ΧΑΡΗ ΘΡΑΣΟΥ
  45. ΠΕΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
  46. ΚΩΣΤΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗ
  47. ΓΙΑΝΝΗ ΠΙΤΣΙΛΛΟΥ
  48. ΛΗΔΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  49. ΤΡΙΑΙΝΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ
  50. ΤΟΤALSERVE MANAGEMENT (HELLAS) LTD
  51. SHARELINK SECURITIES LTD
  52. SFS CUSTODIAN AND TRUST SERVICES LTD
  53. SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD
  54. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
  55. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΛΑΡΚΟΥ
  56. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  57. ΜΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  58. ΛOΪΖΟΥ ΛΟΪΖΟΥ
  59. ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΛΑΧΟΥ
  60. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
  61. ΚΩΣΤΑ ΚΙΡΚΟΥ Εναγομένων ΚΑΙ Αγωγή Αρ. 939/02 Μεταξύ: ΜΑΡΘΑΣ ΛΥΤΡΑ Ενάγουσας Και
  62. CYVENTURE CAPITAL LTD, πρώην ΕΧΕ-EXCELLENT MANAGED FUND LTD
  63. ΑΝΔΡΕΑ ΔΡΑΚΟΥ
  64. ΧΑΡΗ ΘΡΑΣΟΥ
  65. ΠΕΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
  66. ΚΩΣΤΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗ
  67. ΓΙΑΝΝΗ ΠΙΤΣΙΛΛΟΥ
  68. ΛΗΔΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  69. ΤΡΙΑΙΝΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ
  70. ΤΟΤALSERVE MANAGEMENT (HELLAS) LTD
  71. SHARELINK SECURITIES LTD
  72. SFS CUSTODIAN AND TRUST SERVICES LTD
  73. SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD
  74. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
  75. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΛΑΡΚΟΥ
  76. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  77. ΜΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  78. ΛOΪΖΟΥ ΛΟΪΖΟΥ
  79. ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΛΑΧΟΥ
  80. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
  81. ΚΩΣΤΑ ΚΙΡΚΟΥ Εναγομένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ (Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ 9026/02) ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 15.6.06 Αγωγή Αρ. 9026/02 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΛΥΤΡΑ Ενάγοντα Και
  82. CYVENTURE CAPITAL LTD, πρώην ΕΧΕ-EXCELLENT MANAGED FUND LTD
  83. ΑΝΔΡΕΑ ΔΡΑΚΟΥ
  84. ΧΑΡΗ ΘΡΑΣΟΥ
  85. ΠΕΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
  86. ΚΩΣΤΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗ
  87. ΓΙΑΝΝΗ ΠΙΤΣΙΛΛΟΥ
  88. ΛΗΔΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  89. ΤΡΙΑΙΝΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ
  90. ΤΟΤALSERVE MANAGEMENT (HELLAS) LTD
  91. SHARELINK SECURITIES LTD
  92. SFS CUSTODIAN AND TRUST SERVICES LTD
  93. SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD
  94. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
  95. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΛΑΡΚΟΥ
  96. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  97. ΜΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  98. ΛOΪΖΟΥ ΛΟΪΖΟΥ
  99. ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΛΑΧΟΥ
  100. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
  101. ΚΩΣΤΑ ΚΙΡΚΟΥ Εναγομένων --------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2011 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Α. Παπαντωνίου Για εναγόμενους 1, 3, 5, 6, 7, 8, 10-14, 16-20: κ.κ. Γεωργιάδης & Πελίδης Για εναγόμενο 2: κ. Λ. Γεωργίου Για εναγόμενους 4 και 9: κ. Πετρίδης Για εναγόμενο 15: κ.κ. Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες των τριών συνενωμένων αγωγών ήταν κάτοχοι δικαιωμάτων προτίμησης (στο εξής τα Δικαιώματα) και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (Warrants) της εναγόμενης 1, τα οποία εξάσκησαν καταβάλλοντας έκαστος το σχετικό αντίτιμο. Πείσθηκαν, διατείνονται, να εξασκήσουν τα Δικαιώματα, δίδοντας πίστη στα δεδομένα που περιέχονταν στο ενημερωτικό δελτίο της εναγόμενης 1 (στο εξής η Εταιρεία), τα οποία όμως, όπως διαπίστωσαν εκ των υστέρων, ήταν ψευδή, παραπλανητικά και προϊόν απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων όλων των εναγομένων. Στη βάση αυτή καταχώρισαν μέσα στο 2002 αγωγές - οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο εξέτασης της παρούσας - αξιώνοντας διάφορες θεραπείες, αναφορά στις οποίες θα γίνει αφού πρώτα καταγραφούν κάποια εισαγωγικά στοιχεία και σκιαγραφηθεί το ιστορικό της διαδικασίας που έληξε με την επιφύλαξη απόφασης στις 8.7.
  102. Η Εταιρεία συστάθηκε το 1991 ως ιδιωτική εταιρεία, αλλά το 1995 μετατράπηκε σε δημόσια και λίγους μήνες μετά, στις 31.3.1996, γράφτηκε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας (Δ.Σ.) ημερ. 20.8.1999 αποφασίστηκε η έκδοση 3.800.000 Δικαιωμάτων τα οποία θα παραχωρούνταν δωρεά στους μετόχους της με αναλογία 1 Δικαίωμα για κάθε 2 μετοχές που ήδη κατείχαν και με τιμή άσκησης τους Λ.Κ.2.00 για κάθε μετοχή ονομαστικής αξίας 25 σεντ. Περαιτέρω, αποφασίσθηκε η παραχώρηση δωρεάν στους μετόχους Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών (Warrants) με αναλογία 1 Warrant για κάθε 6 Δικαιώματα που θα ασκούνταν. Η απόφαση του Δ.Σ. δημοσιοποιήθηκε μετά από σχετική άδεια του ΧΑΚ και με έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε Ενημερωτικό Δελτίο της Εταιρείας ημερ. 25.4.00 (τεκμ.1, στο εξής Ε.Δ.), όπου οι Διοικητικοί της Σύμβουλοι - οι εναγόμενοι 2-6, με Πρόεδρο τον εναγόμενο 2 - δήλωναν ότι αναλάμβαναν συλλογικά και ατομικά πλήρη ευθύνη για την ακρίβεια και ορθότητα των πληροφοριών και στοιχείων που περιέχονταν σ΄ αυτό και, περαιτέρω, διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχαν άλλα ουσιαστικά γεγονότα που η παράλειψη παράθεσης τους θα καθιστούσε οποιαδήποτε δήλωση που περιεχόταν στο Δελτίο παραπλανητική. Πλήρης αναφορά στο περιεχόμενο του Ε.Δ. κρίνεται αχρείαστη στο παρόν στάδιο, αλλά θα ΄ταν χρήσιμο να σημειωθεί ότι ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκαν τα Δικαιώματα ήταν η ενίσχυση της κεφαλαιουχικής βάσης της Εταιρείας κατά Λ.Κ.7.514.000 και η επιδίωξη της διασποράς του επιχειρηματικού κινδύνου για την όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόδοση του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας. Αυτό, όπως διαλάμβανε το Ε.Δ., θα επιτυγχανόταν στο πλαίσιο της επενδυτικής πολιτικής της Εταιρείας και για μεγιστικοποίηση της απόδοσης των κεφαλαίων της «. η Εταιρεία προτίθεται να προβεί σε επενδύσεις σε κινητές αξίες, ακίνητα περιουσιακά στοιχεία και επιχειρηματικές συμμετοχές (η συμμετοχή σε τέτοιες εταιρείες θα κυμαίνεται από 20% μέχρι 49%) στις οποίες θα εκτιμά ότι μπορούν να αποφέρουν ετήσια απόδοση πέραν του 30%.» Οι ενάγοντες των δύο πρώτων αγωγών είναι σύζυγοι και ως μέτοχοι της Εταιρείας απέκτησαν δωρεά σημαντικό αριθμό Δικαιωμάτων και περαιτέρω αγόρασαν και άλλα, τα οποία άσκησαν αγοράζοντας μετοχές της Εταιρείας με την καταβολή βεβαίως τού αντίστοιχου τιμήματος. Όσον αφορά τον ενάγοντα της αγωγής 9026/02 - αδελφό του ενάγοντα της πρώτης - αυτός δεν ήταν μέτοχος της Εταιρείας, αλλά απέκτησε Δικαιώματα με αγορά και στη συνέχεια όπως και οι δύο πρώτοι τα εξάσκησε. H επένδυση όμως των εναγόντων αποδείχτηκε τελικά ζημιογόνα, αφού μετά την αγορά και εξάσκηση των Δικαιωμάτων η τιμή της μετοχής της Εταιρείας στο ΧΑΚ ακολούθησε πτωτική πορεία και μέχρι τις 20.12.02 σχεδόν εκμηδενίστηκε. Οι ενάγοντες θεώρησαν αρχικά υπαίτιους για την εξάσκηση των Δικαιωμάτων τούς εναγόμενους 1-11, αλλά στη συνέχεια και τους υπόλοιπους. Έτσι, στις 21.11.01 οι ενάγοντες των δύο πρώτων αγωγών απέστειλαν μέσω των (τότε) δικηγόρων τους επιστολή στην Εταιρεία (τεκμ. 27), με την οποία πρόβαλλαν ότι αγόρασαν και εξάσκησαν τα Δικαιώματα δίδοντας πίστη στα δεδομένα που περιέχονταν στο Ε.Δ., τα οποία όμως αποδείχθηκαν ψευδή ή παραπλανητικά. Στη βάση αυτή απαιτούσαν να τους επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.389.459 που όπως διατείνονταν αποτελούσε το συνολικό κόστος για την αγορά και εξάσκηση των Δικαιωμάτων, διαφορετικά θα προχωρούσαν με δικαστικά μέτρα και καταγγελίες στις Αρμόδιες Αρχές. Όπως γίνεται αντιληπτό, η Εταιρεία δεν ικανοποίησε την απαίτηση των δύο συζύγων, οι οποίοι υλοποιώντας την προειδοποίηση των δικηγόρων τους προέβησαν σε καταγγελίες προς διάφορες αρχές - σχετικά είναι τα τεκμήρια 28, 29, 34(α)-(ζ), 35, 36, 37(α)-(γ), 38, 39(α)-(ιγ), 40, 41, 42, 43, 44, 45(α)-(δ), 46, 47, 48, 53 και 54 - και παράλληλα καταχώρισαν στις 30.1.02 αγωγές εναντίον των πρώτων 11 εναγομένων και μερικούς μήνες μετά, στις 27.8.02, αγωγή καταχώρησε και ο τρίτος ενάγοντας εναντίον των πρώτων 19 εναγομένων. Παρόλο που οι τρεις αγωγές - συνενώθηκαν στις 22.9.06, με διευθύνουσα (leading) την αγωγή 940/02 - καταχωρήθηκαν μέσα στο 2002, εντούτοις η εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς άρχισε μόλις το Μάρτιο του
  103. Ο λόγος, οι εκατέρωθεν ενδιάμεσες αιτήσεις, με πιο σημαντικό τις αιτήσεις για προσθήκη νέων εναγομένων και για τροποποιήσεις των εκθέσεων απαιτήσεων. Μάλιστα, με το κλείσιμο της υπόθεσης για τους ενάγοντες κατατέθηκε νέα αίτηση για τροποποίηση των δικογράφων τους, η οποία έγινε αποδεκτή με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 7.10.
  104. Έκτοτε χρειάσθηκε να δοθεί στους διαδίκους χρόνος για καταχώριση των τελικών τους δικογράφων και τελικά η διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 8.7.2010 με την επιφύλαξη απόφασης. Έχοντας σκιαγραφήσει το πλαίσιο και ιστορικό της υπόθεσης είναι το κατάλληλο στάδιο να γίνει αναφορά στα δικόγραφα, αφενός για να διατυπωθούν οι αξιούμενες από τους ενάγοντες θεραπείες και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για υποστήριξη τους και αφετέρου τι αντέτειναν οι εναγόμενοι ως υπεράσπιση τους. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με τις αγωγές τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων: Α. Δηλωτική απόφαση ότι οι συμφωνίες αγοράς και εξάσκησης των Δικαιωμάτων είναι άκυρες λόγω απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω παράβασης των νομίμων καθηκόντων των εναγομένων. Β. Επιστροφή προς τον/την:- (α) ενάγοντα της αγωγής 940/02 του ποσού των Λ.Κ.228.087,85 με τόκο προς 8% ετησίως από 17.7.00, ποσό που προκύπτει από κρυσταλλοποιηθείσα ζημιά ύψους Λ.Κ.164.280,16 και από μη κρυσταλλοποιηθείσα ύψους Λ.Κ.63.807,
  105. (β) ενάγουσα της αγωγής 939/02 του ποσού των Λ.Κ.115.822,04 με τόκο προς 8% ετησίως από 17.7.00, ποσό που προκύπτει από κρυσταλλοποιηθείσα ζημία ύψους Λ.Κ.57.974,14 και μη κρυσταλλοποηθείσα ύψους Λ.Κ.57.847,90 και (γ) ενάγοντα της αγωγής 9026/02 του ποσού των Λ.Κ.13.814,43 με τόκο 8% ετησίως από 17.7.00 για αντίστοιχη ζημιά, πλέον αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.10.339,51 από την αγορά 4.000 Δικαιωμάτων, τα οποία πώλησε στη συνέχεια ως μετοχές, με τόκο 8% από 17.7.
  106. Γ. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εταιρεία να αποδεχθεί εγγραφή επ΄ ονόματι της 15.800 μετοχών που απέκτησε ο ενάγοντας της αγωγής 939/02 από την εξάσκηση των Δικαιωμάτων και 14.280 μετοχές που απέκτησε με τον ίδιο τρόπο η ενάγουσα της αγωγής 939/02 και Δ. Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Είναι δικογραφημένος ισχυρισμός:-
  107. Του ενάγοντα της αγωγής 940/02 (στο εξής ο Πρώτος Ενάγοντας) ότι απέκτησε δωρεά 30.000 Δικαιώματα και αγόρασε άλλα 47.090 αντί του ποσού των £95.908,98, τα οποία εξάσκησε περί τον Ιούνιο του 2000 έναντι του συνολικού κόστους των £154.
  108. Περαιτέρω λόγω της εξάσκησης των Δικαιωμάτων έλαβε δωρεά 14.181 Δικαιώματα Αγοράς (Warrants), τα οποία επίσης εξάσκησε περί τον Ιούνιο του 2001 προς £0.40 το ένα ή σύνολο £5.672,
  109. Της ενάγουσας της αγωγής 939/02 (στο εξής η Δεύτερη Ενάγουσα) ότι απέκτησε δωρεά 25.000 Δικαιώματα και αγόρασε άλλα 20.300 αντί του ποσού των £40.611,67, τα οποία εξάσκησε τον Ιούνιο του 2000 έναντι του συνολικού κόστους των £90.
  110. Περαιτέρω λόγω της εξάσκησης των Δικαιωμάτων έλαβε δωρεά 9.216 Δικαιώματα Αγοράς (Warrants), τα οποία επίσης εξάσκησε περί τον Ιούνιο του 2001 προς £0.40 το ένα ή σύνολο £3.686,40 και
  111. Του ενάγοντα της αγωγής 9028/02 (στο εξής ο Τρίτος Ενάγοντας) ότι αγόρασε σε διάφορες ημερομηνίες 7.520 Δικαιώματα έναντι του ποσού των £15.488,55, τα οποία εξάσκησε περί τον Ιούνιο του 2000 καταβάλλοντας £15.040 και λόγω της εξάσκησης έλαβε δωρεά ακόμη 1254, τα οποία επίσης εξάσκησε περί τον Ιούνιο του 2001 προς £0.40 το ένα με συνολικό κόστος £501,
  112. Όπως σχετικά διατείνονται, πείσθηκαν να αγοράσουν και ασκήσουν τα Δικαιώματα, δίδοντας πίστη στα δεδομένα που περιέχονταν στο Ε.Δ. τα οποία όμως αποδείχθηκαν ψευδή, παραπλανητικά και προϊόν απάτης όλων των εναγομένων. Σχετικά τους καταλογίζουν ένα μεγάλο αριθμό επιλήψιμων πράξεων που καταλαμβάνουν 20 περίπου πυκνογραμμένες σελίδες των δικογράφων τους, τις οποίες προώθησε με τη μαρτυρία του ο πρώτος ενάγοντας (ΜΕ.6) και κατά συνέπεια η καταγραφή τους θα γίνει στο στάδιο σύνοψης της μαρτυρίας του εν λόγω ενάγοντα. Επί του παρόντος ότι χρειάζεται να σημειωθεί είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ως αποτέλεσμα των ισχυριζόμενων ψευδών ή παραπλανητικών δεδομένων του Ε.Δ. υπέστησαν τις ζημιές που αναφέρονται στις αγωγές τους και κατά συνέπεια δικαιούνται σε θεραπείες ως τα απαιτητικά τους. Σχετικά δε ο πρώτος ενάγοντας και η σύζυγος του δηλώνουν ετοιμότητα να μεταβιβάσουν επ΄ ονόματι της Εταιρείας τις μετοχές που απέκτησαν από την εξάσκηση των δικαιωμάτων και εξακολουθούν να κατέχουν, δηλαδή 15.800 και 14.280 αντίστοιχα (απαιτητικό Γ, ανωτέρω). Οι εναγόμενοι απορρίπτουν τις αξιούμενες θεραπείες και όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται προς υποστήριξη τους. Επιγραμματικά, προβάλλουν ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων για απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή παραβάσεις των νομίμων καθηκόντων τους και/ή απόκρυψη στοιχείων δεν ευσταθούν, αλλά επιστρατεύθηκαν εκ των υστέρων για εξασφάλιση κέρδους λόγω της δραματικής πτώσης του ΧΑΚ. Περαιτέρω, αρνούνται ότι οι ενάγοντες αγόρασαν και εξάσκησαν τα Δικαιώματα λόγω του περιεχομένου του Ε.Δ. και αντιτείνουν ότι η απόφαση τους για επένδυση λήφθηκε χωρίς καν να το αναγνώσουν και όλα τα παράπονά τους σε σχέση με το περιεχόμενο του είναι πλασματικά και οι αξιώσεις τους (γενικά) πρέπει να απορριφθούν. Ειδικά δε σ΄ ότι αφορά τους εναγόμενους 7, 8, 9, 11, 13-20, οι οποίοι δε είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη στη σύνταξη του Ε.Δ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν εκ συμφώνου πλήθος εγγράφων (τεκμ. 1-51) και έγινε παραδοχή κάποιων γεγονότων (Έγγρ. Α), αναφορά στα οποία θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Επί του παρόντος θα επιχειρηθεί σύνοψη της μαρτυρίας των επτά

(7)μαρτύρων που κατέθεσαν για τους ενάγοντες και των τριών
(3)μαρτύρων που κατέθεσαν για τους εναγόμενους. Οι δύο πρώτοι μάρτυρες (ΜΕ.1 και ΜΕ.2) είναι τραπεζικοί υπάλληλοι και η κλήτευση τους απέβλεπε στην παρουσίαση των λογαριασμών που πιθανό να τηρούσε η εταιρεία White Knight Holdings Ltd - η οποία δεν είναι διάδικος - στις τράπεζες Κύπρου και Alpha Bank. Ο σκοπός όμως για τον οποίο κλητεύθηκαν δεν απέδωσε. Αφ΄ ενός μεν γιατί σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ.1 η εν λόγω εταιρεία δεν τηρούσε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου και αφετέρου δεν επετράπη στο ΜΕ.2 να παρουσιάσει τους λογαριασμούς που τηρούσε στην Alpha Bank γιατί, όπως κρίθηκε, δεν ικανοποιούταν οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 29
(1)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν.66
(1)/97) για άρση του τραπεζικού απορρήτου. Κατ΄ ακολουθία τούτου η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων δεν έχει προσθέσει ούτε αφαιρέσει οτιδήποτε στην υπόθεση και όπως γίνεται αντιληπτό οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά σ΄ αυτή δεν χρειάζεται να γίνει. Τέσσερις άλλοι μάρτυρες - οι λειτουργοί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ΜΕ. 3, 4 και 7 και ο λειτουργός του ΧΑΚ ΜΕ.5 - κλητεύθηκαν για να παρουσιάσουν διάφορα έγγραφα, τα οποία οι ενάγοντες έκριναν ότι θα βοηθούσαν την υπόθεση τους. Πρόκειται για τα τεκμ. .... -84, τα οποία περιστρέφονται γύρω από 4 θέματα. Το πρώτο, τη διερεύνηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενδεχόμενης παράβασης από την Εταιρεία των άρθρων 67(β) και 68 των περί Αξιών και Χρηματιστηρίων Αξιών Κύπρου Νόμων του 1993-2002 (τεκμ. 53 και 54), το δεύτερο, ποινές που επέβαλε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε κάποιους από τους εναγόμενους (τεκμ. 52), το τρίτο, την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για αυτόματη αναθεώρηση της δημόσιας πρότασης που διατύπωσε η εναγόμενη 12 για εξαγορά των μετοχών της εταιρείας Kύκνος Επενδύσεις Χαρτοφυλακίου Λτδ και, το τέταρτο, έγγραφα που τηρεί το ΧΑΚ (τεκμ.55-81). Η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων δεν αμφισβητήθηκε και αφού εξέτασα το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασαν, τη συνοψίζω όπως πιο κάτω ως ευρήματα του Δικαστηρίου:-
  1. Στις 5.6.02 η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στην Εταιρεία (τεκμ. 53) με την οποία της γνωστοποιούσε ότι διερευνούσε ενδεχόμενη παράβαση των άρθρων 67(β) και 68 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίων Αξιών Κύπρου Νόμων του 1993-2002 σε σχέση με δηλώσεις που περιέχονταν στο Ε.Δ. και την καλούσε να δώσει γραπτώς πληροφορίες (α) κατά πόσο ασκήθηκαν όλα τα Δικαιώματα, (β) κατά πόσο οι κύριοι μέτοχοι της Εταιρείας συγκατατέθηκαν, γραπτώς ή προφορικά, ότι θα ασκούσαν τα Δικαιώματα που τους αναλογούσαν, (γ) για τους λόγους που οι εναγόμενοι 2, 7 και 8 πώλησαν Δικαιώματα στις 25.5.00 (300.000 η εναγόμενη 7), 1.6.00 (5.095 ο εναγόμενος 2) και 6.6.00 (200.000 η εναγόμενη 8), ενώ με το Ε.Δ. «δεσμεύτηκαν» να τα ασκήσουν και (δ) με ποιο τρόπο χρησιμοποιήθηκε το προϊόν έκδοσης των δικαιωμάτων, υποβάλλοντας προς τούτο αναλυτική κατάσταση. Η αντίδραση της Εταιρείας στην πιο πάνω επιστολή εκδηλώθηκε με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 1.7.02 (τεκμ. 54) όπου διατύπωνε τη θέση ότι το Ε.Δ. θα έπρεπε να εξετασθεί με βάση το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσης του και όχι στη βάση μεταγενέστερων Νόμων. Επί της ουσίας, ενημέρωνε την Επιτροπή (α) ότι ασκήθηκαν όλα τα Δικαιώματα, (β) ότι οι κύριοι μέτοχοι είχαν εκφράσει στην Εταιρεία προφορικά την πρόθεσή τους να τα ασκήσουν, αλλά δεν δεσμεύθηκαν ότι θα τα ασκούσαν, (γ) ότι η Εταιρεία δεν είχε υποχρέωση να γνωρίζει για ποιο λόγο οι εναγόμενοι 2, 7 και 8 προέβησαν σε πώληση, αλλά απ΄ ότι πληροφορήθηκε από τα 500.000 Δικαιώματα που πώλησαν οι εναγόμενες 7 και 8 τα 450.000 πωλήθηκαν στην εταιρεία White Knight με σκοπό την άσκηση τους και όντως ασκήθηκαν και σ΄ ότι αφορά τον εναγόμενο 2 αυτός πώλησε μόνο 5095 Δικαιώματα από τις 239.400 που του αναλογούσαν. Τέλος, σ΄ ότι αφορά τον τρόπο χρησιμοποίησης του προϊόντος έκδοσης των Δικαιωμάτων, ενημέρωνε την Επιτροπή ότι Λ.Κ.455.666 επενδύθηκαν στην ελληνική εταιρεία Helic S.A., Λ.Κ.4.000.000 στην White Knight και το υπόλοιπο Λ.Κ.3.100.000 σε τίτλους εισηγμένων στο ΧΑΚ.
  2. Σ΄ ότι αφορά το δεύτερο θέμα είναι παραδεκτό ότι:- (α) Στις 12.11.01 και 17.6.02 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε στην εναγόμενη 8 δύο διοικητικά προστίματα, για παραβιάσεις του άρθρου 2 του Ν. 137
(1)/2001 και του παραρτ. Β, Μέρος ΙΙ, παρ. 3(στ), τα οποία ωστόσο ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Προσφυγές 79/02 και 787/02 γιατί, όπως κρίθηκε, οι εν λόγω πρόνοιες ήταν αντισυνταγματικές. Σημειώνεται ωστόσο ότι η μία από τις παραβάσεις που τις καταλογίσθηκαν ήταν ότι επένδυσε πέραν του 10% στον ίδιο εκδότη. Περαιτέρω, για την ίδια εναγόμενη, η Επιτροπή αποφάσισε στις 14.1.02 να εισηγηθεί στο ΧΑΚ την αναστολή εμπορίας των κινητών αξιών της λόγω μη συμμόρφωσης της σε προθεσμία που της είχε τεθεί. (β) Στις 10.6.02 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έδωσε σύμφωνη γνώμη στο Συμβούλιο του ΧΑΚ για επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους Λ.Κ.2.000 στον εναγόμενο 13 - Πρόεδρο της εναγόμενης 12 - για παράβαση του Κανονισμού 13
(1)του ΧΑΚ, απόφαση που επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προσφυγή 789/02. Η ίδια σύμφωνη γνώμη δόθηκε και σε σχέση με τον εναγόμενο 15, η οποία όμως ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αναθεωρητική Έφεση 3715 και (γ) Στις 17.11.04 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε στον εναγόμενο 20 διοικητικό πρόστιμο ύψους Λ.Κ.25.000 για παράβαση του άρθρου 33
(5)του Νόμου της Επιτροπής (ελλιπής παροχή πληροφοριών σε ερευνώντες λειτουργούς), ποινή που επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προσφυγή 194/
  1. Σε σχέση με το τρίτο θέμα, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στις 15.11.00 η εναγόμενη 12 διατύπωσε δημόσια πρόταση (τεκμ.100) προς τους μετόχους της εταιρείας Κύκνος για απόκτηση κατ΄ ελάχιστο 30% και κατά μέγιστο 100% του μετοχικού της κεφαλαίου, πλην όμως το Συμβούλιο του ΧΑΚ δεν επέτρεψε τη δημοσίευση του Εγγράφου της Δημόσιας Πρότασης. Με την ανακοίνωση της πρότασης, ανάφερε ο ΜΕ.7, η τιμή της μετοχής Κύκνος αυξήθηκε απότομα, και για το λόγο αυτό του ανατέθηκε η διερεύνηση των συναλλαγών που έγιναν εκείνη την περίοδο. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμ. 99 έγγραφο, στο οποίο αποτυπώνεται η τιμή της μετοχής της Εταιρείας από 1.1.00 μέχρι 31.12.
  2. Με βάση λοιπόν το έγγραφο αυτό η τιμή της μετοχής στις 10.1.00 ήταν £6,370 και ακολουθώντας πτωτική πορεία έπεσε στις 17.4.00 στις £2,
  3. Από τις 18.4.00 όμως μέχρι 13.7.00 κυμάνθηκε μεταξύ £3,05 και £3,82 και έκτοτε παρουσίασε πτώση με κατάληξη στις 20.12.02 στην τιμή των £0,
  4. Περαιτέρω αναφορά στο τεκμ. 99 θα γίνει, στο βαθμό που απαιτηθεί, στο κατάλληλο στάδιο. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του ΜΕ.7, ανάφερε ότι από την έρευνα του προέκυψε ότι μετά την ανακοίνωση της δημόσιας πρότασης η εναγόμενη είχε αγοράσει από τη Χρηματιστηριακή αγορά τίτλους της Κύκνος με όρους ευνοϊκότερους απ΄ αυτούς που ορίζονταν στο Έγγραφο της Δημόσιας Πρότασης, κάτι που παραβίαζε τις πρόνοιες του Καν. 16 των Κανονισμών περί Εξαγορών και Συγχωνεύσεων. Στη βάση αυτή η Επιτροπή αποφάσισε στις 23.1.01 (τεκμ. 101) να προχωρήσει σε αυτόματη αναθεώρηση της δημόσιας πρότασης, απόφαση που επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αναθεωρητική Έφεση
  5. Περαιτέρω, με απόφαση της Επιτροπής ημερ. 11.3.01 επεβλήθη στην εναγόμενη 12 διοικητικό πρόστιμο ύψους Λ.Κ.2.000 και αναστάληκε για 12 μήνες η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου κατά τις γενικές συνελεύσεις της Κύκνος και
  6. Σ΄ ότι αφορά τα έγγραφα που παρουσίασε ο ΜΕ.5 απ΄ αυτά (α) τα τεκμ. 55α-55η είναι ανακοινώσεις συναλλαγών αξιών της Εταιρείας εντός και εκτός πατώματος στις 24.5, 25.5, 1.6 και 6.6.2000, (β) το τεκμ. 56 είναι η άδεια του ΧΑΚ για δημοσίευση του Ε.Δ. (γ) τα τεκμ. 57α και 57β δημοσιεύσεις της Εταιρείας στον ημερήσιο τύπο για την έκδοση των Δικαιωμάτων, (δ) τα τεκμ. 58 και 59 αφορούν αγοραπωλησίες αξιών της Κύκνος από την Εταιρεία κατά την περίοδο 1.8.00-22.12.00, (ε) το τεκμ. 60 είναι το ενημερωτικό δελτίο της Κύκνος ημερ. 21.2.00, (στ) το τεκμ. 61α οι οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας για το πρώτο 6μηνο του 2000 και το τεκμ. 61β η έγκριση τους από το Δ.Σ. της Εταιρείας, (ζ) τα τεκμ. 62 και 63 είναι επιστολές του ΧΑΚ ημερ. 23.3 και 5.6.00 προς τις εναγόμενες 7 και 8 με παρατηρήσεις για τις εκθέσεις για την τέταρτη τριμηνία του 1999 και την πρώτη του 2000 αντίστοιχα, (η) τα τεκμ. 64, 65, 66, 67 και 68 αποτυπώνουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν ασκήσεις Δικαιωμάτων, των εναγόντων κατά την περίοδο 24.5-30.10.06, (θ) το τεκμ. 69 είναι μη ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας για το πρώτο 6μηνο του 2002, (ι) το τεκμ. 70, ανακοίνωση του ΧΑΚ ότι εισήχθηκαν στο Χρηματιστήριο 3.800.000 μετοχές και 760.000 δικαιώματα αγοράς μετοχών της Εταιρείας που προέκυψαν από την άσκηση των Δικαιωμάτων, (ια) τα τεκμ. 71 και 72 αποτελούν τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις της Εταιρείας για τα έτη 1998 και 2004 αντίστοιχα, (ιβ) τα τεκμ. 73-80 είναι έγγραφα στα οποία αποτυπώνονται αγοραπωλησίες αξιών της Εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και Δικαιωμάτων, από τους εναγόμενους 2, 7, 8 και 9 για την περίοδο από 1.1.00 - 31.10.00 και (ιγ) ως τεκμ. 81 κατατέθηκε έγγραφο στο οποίο αποτυπώνονται τρεις συναλλαγές του πρώτου ενάγοντα μέσω του επενδυτικού Σχεδίου της εταιρείας Suphire που αφορούν Δικαιώματα. Τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων προώθησε στο Δικαστήριο ο πρώτος ενάγοντας (ΜΕ.6) - πτυχιούχος αγγλικού πανεπιστημίου στα Οικονομικά και στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) - με γραπτή κατάθεση βάσει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, η οποία απετέλεσε και την κυρίως εξέτασή του. Η γραπτή κατάθεση (έγγραφο Β) του μάρτυρα καταλαμβάνει 31 πυκνογραμμένες σελίδες και όπως είναι αυτονόητο το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να συνοψίσει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που διατυπώνονται σ΄ αυτή, έργο ιδιαίτερα δύσκολο λόγω του πλήθους των λεπτομερειών που συνοδεύουν κάθε ισχυρισμό. Συνοψίζονται ως ακολούθως: Η Εταιρεία του ταχυδρόμησε το Ε.Δ. στις 15.5.00 και αφού το παρέλαβε το μελέτησε με προσοχή, δίδοντας έμφαση στο σκοπό της έκδοσης των Δικαιωμάτων, στις ικανότητες των διευθυντών της Εταιρείας, στις εξαγγελθείσες προθέσεις των κυρίων μετόχων και διευθυντών της ότι θα ασκούσαν κι αυτοί τα Δικαιώματα που τους αναλογούσαν, στο ιστορικό της Εταιρείας, στις υφιστάμενες επενδύσεις της και στις πληροφορίες για τη διεύθυνση επενδύσεων, καθώς επίσης και στις λεπτομέρειες έκδοσης των Δικαιωμάτων και τις συνημμένες οικονομικές καταστάσεις και σημειώσεις. Στηριζόμενος λοιπόν στο περιεχόμενο του Ε.Δ. αποφάσισε όχι μόνο να ασκήσει τα Δικαιώματα που θα παραχωρούνταν δωρεά τόσο στον ίδιο όσο και στη σύζυγό του, αλλά και να αγοράσουν και ασκήσουν και άλλα αφού η αναμενόμενη ετήσια απόδοση της επένδυσης τους με βάση το Ε.Δ. θα ήταν της τάξεως του 30%. Περαιτέρω, ενημέρωσε σχετικά και τον αδελφό του, ο οποίος πείσθηκε να αγοράσει και να ασκήσει 7.520 Δικαιώματα με κόστος Λ.Κ.24.1543,
  7. Όσον αφορά τον ίδιο και τη σύζυγό του συνολικά απόκτησαν δωρεάν 52.500 Δικαιώματα και αγόρασαν άλλα 67.390, τα οποία και άσκησαν, με αποτέλεσμα να υποστούν (συνολικά) κρυσταλλοποιηθείσα ζημία ύψους Λ.Κ.222.257,30 και μη κρυσταλλοποιηθείσα ύψους Λ.Κ.87.961,
  8. Δυστυχώς όμως, η Εταιρεία δεν χρησιμοποίησε το προϊόν της έκδοσης των Δικαιωμάτων όπως εξάγγελλε στο Ε.Δ., με αποτέλεσμα οι (βάσιμες) ελπίδες τους για την αναμενόμενη απόδοση της επένδυσης τους να διαψευσθούν. Όπως διαψεύσθηκαν και οι ελπίδες και των άλλων επενδυτών, αρκετοί από τους οποίους διατύπωσαν με έντονο τρόπο παράπονα στη Γενική Συνέλευση της Εταιρείας που έγινε τον Ιούνιο του 2001 στο ξενοδοχείο Hilton και στην οποία παρευρέθη και ο ίδιος και συνέχισε:- Από τότε άρχισε να υποψιάζεται ότι η Εταιρεία τούς ξεγέλασε με το θέμα των Δικαιωμάτων και οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν από έρευνες στις οποίες προέβη, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η διαπίστωση ότι το Ε.Δ. περιείχε αρκετά ψέματα και αποκρύψεις. Κατ΄ ακολουθία τούτου απευθύνθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος διατύπωσε εναντίον της Εταιρείας καταγγελίες προς διάφορες αρμόδιες αρχές. Ωστόσο ήταν θέση των εν λόγω αρχών (τεκμ.47 και 48) ότι ως αποτέλεσμα της διερεύνησης των καταγγελιών του δεν στοιχειοθετήθηκε ποινικό αδίκημα, αλλά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί αστική ευθύνη και πράγματι - κατά το μάρτυρα - στοιχειοθετείται τέτοια ευθύνη αφού τόσο ο ίδιος όσο (μέσω του) και η σύζυγος και αδελφός του πείσθηκαν να αγοράσουν και να ασκήσουν τα Δικαιώματα λόγω των ψευδών και παραπλανητικών δεδομένων που περιέχονται στο Ε.Δ. Σχετικά, επαναλαμβάνοντας δικογραφημένες λεπτομέρειες των όσων επιλήψιμων καταλογίζουν οι ενάγοντες στους εναγόμενους και παραπέμποντας στο έγγραφο που περιέχει παραδοχές των εναγόντων (τεκμ. Α), σε ήδη κατατεθέντα τεκμήρια, αλλά και σε έγγραφα που ο ίδιος παρουσίασε (τεκμ. 82-101), ισχυρίσθηκε ότι το Ε.Δ. επί του οποίου βασίσθηκε τόσο ο ίδιος όσο (μέσω του) και οι άλλοι δύο ενάγοντες περιέχει σωρεία ψευδών και παραπλανητικών δηλώσεων ή αποκρύψεων για τις οποίες ευθύνονται όλοι οι εναγόμενοι. Συγκεκριμένα: Α. Σ΄ ότι αφορά την Εταιρεία και κατά συνέπεια τα μέλη του τότε Διοικητικού της Συμβουλίου εναγόμενους 2-6, τους καταλογίστηκε ότι:-
  9. Ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι εναγόμενες 7 και 8 είχαν επενδύσει σε μετοχές τής Εταιρείας πέραν του 10% του ενεργητικού τους κατά παράβαση του παραρτ. Β, Μέρος ΙΙ, παρ. 3(στ) των περί Αξιών και Χρηματιστηρίων Αξιών Κανονισμών και συνεπώς όφειλαν να πωλήσουν, εντούτοις δημοσίευσαν στο Ε.Δ. ότι οι εν λόγω εταιρείες είχαν πρόθεση να αποκτήσουν και άλλες μετοχές μέσω της άσκησης των Δικαιωμάτων που τους αναλογούσαν. Για τεκμηρίωση του υπό αναφορά ισχυρισμού παρέπεμψε κυρίως στα τεκμ. 1, 11(α) και 11(β) και σε σχέση με την γνώση της Εταιρείας για το γεγονός αυτό παρέπεμψε στο έγγραφο παραδοχής γεγονότων (Έγγραφο Α), όπου γίνεται παραδοχή ότι ο εναγόμενος 2 ήταν μέλος του Δ.Σ. της εναγόμενης 8 και ο εναγόμενος 4 μέλος του Δ.Σ. της εναγόμενης
  10. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι γνώση για το θέμα είχαν και οι εναγόμενοι 5, 10, 12, 13 και 14 και σχετικά παρέπεμψε σε άλλα τεκμήρια και επεσήμανε ότι αμφότερες οι εταιρείες ανήκαν στον όμιλο της εναγόμενης 12, η οποία ήταν ο διευθυντής επενδύσεων τους και ταυτόχρονα ο διευθυντής έκδοσης του Ε.Δ.
  11. Δεν είχαν πρόθεση να υλοποιήσουν τον εξαγγελθέντα σκοπό έκδοσης των Δικαιωμάτων, αφού χρησιμοποίησαν το σύνολο σχεδόν του προϊόντος της έκδοσης για αγορά μετοχών από τις συγγενικές Εταιρείες White Knight και Κύκνος, στις οποίες επένδυσαν £4.000.000 και £2.438.901 αντίστοιχα. Συναφώς, παρέπεμψε στη σελ. 22 του Ε.Δ. όπου η Εταιρεία έκαμνε αναφορά στην πρόθεση που εξήγγειλε στις 18.11.99 για να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της White Knight με επένδυση £5.000.000, αλλά, τόνισε, αν είχε πρόθεση να προβεί στην επένδυση αυτή από το προϊόν της έκδοσης των Δικαιωμάτων όφειλε να το είχε γράψει ξεκάθαρα στο Ε.Δ. και όχι να δίδει την παραπλανητική εικόνα ότι το προϊόν προοριζόταν για άλλες επενδύσεις. Αν, ισχυρίσθηκε, ξεκαθαρίζονταν στο Ε.Δ. αυτά τα θέματα ο ίδιος και η σύζυγος του όχι μόνο δεν θα αγόραζαν Δικαιώματα, αλλά θα πωλούσαν και αυτά που απέκτησαν δωρεάν. Όπως δεν θα αγόραζε Δικαιώματα και ο αδελφός του, τον οποίο ο ίδιος έπεισε ν΄ αγοράσει λόγω της προοπτικής απόδοσης της επένδυσης για την οποία γίνεται λόγος στο Ε.Δ.
  12. Απέκρυψαν από το Ε.Δ. ότι στις 24.4.00 οι εναγόμενοι 2 και 9 πώλησαν 209.400 και 254.000 μετοχές της Εταιρείας αντίστοιχα προς £3,41 την καθεμιά (τεκμ. 55α, β και γ), όπως απέκρυψαν τους λόγους και τις «εξαιρετικές περιπτώσεις» που σύμφωνα με τον Κανονισμό 75 των περί Αξιών και Χρηματιστηρίων Αξιών Κανονισμών επέτρεπαν την έκδοση Δικαιωμάτων πέραν του 20% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας. Συναφώς, για το δεύτερο θέμα, παρέπεμψε στην ετήσια έκθεση της Εταιρείας του 1999 (τεκμ.5) όπου αναφέρεται ότι το μετοχικό της κεφάλαιο ήταν £1.900.000 και αυτό για να επισημάνει ότι κατά παράβαση του πιο πάνω κανονισμού η Εταιρεία έκδωσε 3.800.000 Δικαιώματα με τιμή εξάσκησης £2.00 το ένα, ή πέραν του 400% του μετοχικού της κεφαλαίου. Όπως απέκρυψαν από το Ε.Δ. και όλα τα ουσιώδη στοιχεία που ήταν απαραίτητα να εκτιμηθεί ο τρόπος υπολογισμού της τιμής έκδοσης των £2.00 των Δικαιωμάτων, θέμα για το οποίο έπρεπε να συνυποβάλουν και γραπτή βεβαίωση των ελεγκτών της ότι η τιμή αυτή καθορίσθηκε μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη.
  13. Απέκρυψαν από το Ε.Δ. ότι η Εταιρεία αντιμετώπιζε προβλήματα με την τήρηση του μητρώου των μετόχων της, όπως απέκρυψε και τον κίνδυνο αναστολής της διαπραγμάτευσης των μετοχών της από το ΧΑΚ λόγω των προβλημάτων αυτών. Σχετικά παρέπεμψε σε ανακοίνωση της Εταιρείας ημερ. 24.5.00 (τεκμ.21) και σε ανακοινώσεις του ΧΑΚ Ιουνίου και Ιουλίου του 2000 (τεκμ. 22, 23, 24 και 25) και, περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι η Εταιρεία όφειλε να περιλάβει στο Ε.Δ. τις τότε οικονομικές συνθήκες και την τότε συνεχή πτώση των τιμών στο ΧΑΚ. Β. Σ΄ ότι αφορά τον εναγόμενο 2, πρόεδρο τότε του Δ.Σ. της Εταιρείας, του καταλογίσθηκε επιπρόσθετα προς τα άλλα μέλη του Δ.Σ. ότι η δήλωσή του στο Ε.Δ. ότι είχε πρόθεση να εξασκήσει τα Δικαιώματα που του αναλογούσαν ήταν παραπλανητική, αφού τέτοια πρόθεση δεν είχε λόγω του ότι στις 24.4.00 πώλησε 209.000 μετοχές της Εταιρείας (τεκμ. 86) και στη συνέχεια, στις 5.7.00, παραιτήθηκε από πρόεδρος και μέλος του Δ.Σ. Παρόμοια παραπλανητική δήλωση καταλογίσθηκε και στον εναγόμενο 4, στον οποίο όπως είναι παραδεκτό (Έγγραφο Α) αναλογούσαν (έμμεσα) Δικαιώματα μέσω της εναγόμενης 9 και αντί να τα εξασκήσει προχώρησε στις 13.6.00 σε πώληση 72.000 και, περαιτέρω, μέσω της εναγόμενης 9 πώλησε στις 24.4.00 και 254.000 μετοχές της Εταιρείας (τεκμ. 55α, 55β και 87). Γ. Σ΄ ότι αφορά τις εναγόμενες 7 και 8, τους καταλογίστηκε ότι ενώ είχαν επενδυμένο πέραν του 10% του ενεργητικού τους στην Εταιρεία και σύμφωνα με το Νόμο όφειλαν να πωλήσουν, εντούτοις διαβεβαίωναν αναληθώς στο Ε.Δ. ότι είχαν πρόθεση να αποκτήσουν και άλλες μετοχές με την άσκηση των Δικαιωμάτων που τους αναλογούσαν και Δ. Σ΄ ότι αφορά τους εναγόμενους 10-20, τους καταλογίσθηκε ευθύνη για όσα παραπλανητικά και απατηλά περιέχονται στο Ε.Δ. αφού (α) η εναγόμενη 10 ήταν η Σύμβουλος Χρηματιστής της Εταιρείας, (β) η εναγόμενη 11 ήταν η γραμματέας της Εταιρείας και όφειλε να μεριμνήσει ώστε στο Ε.Δ. να καταγραφούν οι πωλήσεις μετοχών της Εταιρείας ημερ. 24.4.00 που έγιναν από τους εναγόμενους 2 και 9, (γ) η εναγόμενη 12 ήταν ο διευθυντής κδοσης του Ε.Δ., (δ) ο εναγόμενος 13 ήταν πρόεδρος και μέλος των Δ.Σ. των εναγομένων 10, 11 και 12, (ε) ο εναγόμενος 14 ήταν μέλος των Δ.Σ. των εναγομένων 10 και 12 και από 5.7.00 Πρόεδρος της Εταιρείας, (στ) οι εναγόμενοι 15, 16, 17, 18 και 19 ήταν μέλη του Δ.Σ. της εναγόμενης 12 και (ζ) οι εναγόμενοι 17 και 20 ήταν μέλη του Δ.Σ. της εναγόμενης 10 και κατέληξε:- Στη βάση των πιο πάνω απατηλών πράξεων, παραλείψεων και ψευδών παραστάσεων όλων των εναγομένων πείσθηκε τόσο ο ίδιος όσο (μέσω του) και οι άλλοι δύο ενάγοντες να αγοράσουν και ν΄ ασκήσουν τα Δικαιώματα, με αποτέλεσμα να υποστούν σοβαρή οικονομική ζημία για την οποία δικαιούνται τις θεραπείες που αξιώνουν με τις αγωγές τους. Ισχυρίσθηκε επί του προκειμένου ότι:-
  14. Ο ίδιος απόκτησε δωρεά 27.500 Δικαιώματα και αγόρασε άλλα 47.090 αντί του ποσού των £95.908,99, τα οποία και εξάσκησε με κόστος £149.
  15. Δηλαδή συνολικά το κόστος αγοράς και εξάσκησης των Δικαιωμάτων ανήλθε στις £245.088,99 και από τις μετοχές που απέκτησε με την εξάσκηση των Δικαιωμάτων πώλησε 58.790 αντί του ποσού των £17.001,14 με αποτέλεσμα να υποστεί συνολική ζημία ύψους £228.087,
  16. Από τη ζημία δε αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί ζημία £164.280,16, ενώ δεν αποκρυσταλλώθηκε ζημία ύψους £63.807,69 που αφορά τις 15.800 μετοχές της Εταιρείας που εξακολουθεί να έχει στην κατοχή του και τις οποίες είναι έτοιμος να επιστρέψει στην Εταιρεία.
  17. Η σύζυγος του απέκτησε δωρεά 25.000 Δικαιώματα και αγόρασε άλλα 20.300 αντί του ποσού των £40.611.67 τα οποία και εξάσκησε με κόστος £90.
  18. Δηλαδή συνολικά το κόστος αγοράς και εξάσκησης των δικαιωμάτων από τη σύζυγο του ανήλθε στις £131.211,67 και από τις μετοχές που απέκτησε με την εξάσκηση των Δικαιωμάτων πώλησε 31.020 αντί του ποσού των 15.389,63 με αποτέλεσμα να υποστεί συνολική ζημία ύψους £115.822,
  19. Από τη ζημία δε αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί ζημία £57.974,14, ενώ δεν αποκρυσταλλώθηκε ζημία ύψους £57.847,90 που αφορά 14.280 μετοχές της Εταιρείας που εξακολουθεί να έχει στην κατοχή της και τις οποίες είναι έτοιμη να επιστρέψει στην Εταιρεία και
  20. Ο αδελφός του αγόρασε 7.520 Δικαιώματα αντί του ποσού των £15.488,55, τα οποία εξάσκησε με κόστος £15.
  21. Σύνολο £30.527,23 και λαμβανομένου υπόψη ότι πώλησε όλες τις μετοχές που απέκτησε με την εξάσκηση των Δικαιωμάτων αντί του ποσού των £6.373,29 υπέστη κρυσταλλοποιηθείσα ζημία ύψους £24.153,
  22. Όπως ήταν αναμενόμενο η αντεξέταση του μάρτυρα (πρώτου ενάγοντα) κάλυψε κάθε ισχυρισμό που διατύπωσε στη γραπτή του κατάθεση, με στόχο βεβαίως την κατάρριψη των όσων καταλόγισε στους εναγόμενους. Έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα σημεία στα οποία αντεξετάσθηκε, τα οποία θα επιχειρήσω να συνοψίσω αρχίζοντας πρώτα από το επενδυτικό του ενδιαφέρον. Όπως παραδέχτηκε, άρχισε να επενδύει μικροποσά σε μετοχές από το 1991-1992 και βαθμιαία οι επενδύσεις του επεκτάθηκαν και σε μεγάλα ποσά, σε βαθμό που χαρακτήρισε τον εαυτό του «μακροπρόθεσμο επενδυτή». Σχετικά ανάφερε ότι παρακολουθούσε τις χρηματιστηριακές εξελίξεις και στο βαθμό που μπορούσε ενημερωνόταν για τις ανακοινώσεις των εταιρειών που οι μετοχές τους ήταν εισηγμένες στο ΧΑΚ και για σοβαρές επενδύσεις μελετούσε τα επίσημα έγγραφα των εταιρειών στις οποίες θα επένδυε, ως και τις προοπτικές τους. Σ΄ ότι αφορά την Εταιρεία, ήταν σε γνώση του η ετήσια της έκθεση του 1998 και ήταν η μοναδική εταιρεία στην Κύπρο που διενεργούσε επιχειρηματικές συμμετοχές στο εξωτερικό. Για το λόγο αυτό τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του επένδυσαν σε μετοχές της μέσω επενδυτικών σχεδίων και είναι στη βάση αυτή που πήραν δωρεά τα Δικαιώματα και αγόρασαν και άλλα για τους λόγους που ανάφερε στην κυρίως εξέτασή του. Το ίδιο και ο αδελφός του, ο οποίος αγόρασε 7.
  23. Του υποβλήθηκε επί του προκειμένου ότι η αγορά και εξάσκηση των Δικαιωμάτων στην οποία προέβησαν δεν έγινε γιατί δήθεν μελέτησε το Ε.Δ. αλλά επειδή ήδη γνώριζε την Εταιρεία, υποβολή που απέρριψε. Όπως απέρριψε και τις υποβολές ότι τα όσα καταλόγισε στους εναγόμενους δεν ευσταθούν, αλλά είναι εκ των υστέρων σκέψεις για αποκόμιση κέρδους λόγω της πτώσης του Χρηματιστηρίου. Αναλυτικά:-
  24. Σε σχέση με τον σκοπό έκδοσης των Δικαιωμάτων ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε γνώση του επιστολή της Εταιρείας ημερ. 17.11.99 (τεκμ. 49), με την οποία πληροφορούσε το ΧΑΚ ότι το Διοικητικό της Συμβούλιο είχε αποφασίσει να επενδύσει στη White Knight £5.000.
  25. Συμφώνησε όμως ότι η απόφαση αυτή πρέπει να κοινοποιήθηκε στο επενδυτικό κοινό, αλλά ισχυρίσθηκε ότι δεν περιήλθε σε γνώση του και επανέλαβε ότι για την επίδικη επένδυση στηρίχθηκε στο περιεχόμενο του Ε.Δ. Συναφώς του επισημάνθηκε ότι στις σελίδες 22 και 35 του Ε.Δ. (τεκμ.1) η Εταιρεία δημοσιοποιούσε απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου ημερ. 18.11.99 για πρόθεση επένδυσης £5.000.000 στη White Knight και ρωτήθηκε τί ο ίδιος κατάλαβε από τις εν λόγω αναφορές. Απάντησε ότι κατάλαβε αυτό που λένε, αλλά εύλογα θεώρησε ότι η επένδυση αυτή θα ήταν από άλλα χρήματα και όχι από το προϊόν της έκδοσης των Δικαιωμάτων. Αν, τόνισε, καταλάβαινε ότι τα 5 εκατομμύρια που θα επενδύονταν στην White Knight θα προέρχονταν από αυτό το προϊόν δεν θα αγόραζαν ούτε θα ασκούσαν τα Δικαιώματα, αλλά θα πωλούσαν και αυτά που πήραν δωρεά. Σε ερώτηση δε πού θα έβρισκε η Εταιρεία τα χρήματα της επένδυσης αυτής, απάντησε ότι ήταν δικό της θέμα και απέρριψε υποβολή ότι με το Ε.Δ. η Εταιρεία ενημέρωνε το επενδυτικό κοινό ότι από το προϊόν της έκδοσης των Δικαιωμάτων είχε πρόθεση να επενδύσει στη White Knight 5 εκατομμύρια. Σε σχέση δε με την επένδυση ύψους £2.438.901 στην Κύκνος, συμφώνησε ότι ναι μεν ήταν επένδυση σε κινητές αξίες, αλλά αντέτεινε ότι έγινε κατά παράβαση της δέσμευσης της Εταιρείας για διασπορά του επιχειρηματικού κινδύνου και αρνήθηκε υποβολή ότι και οι δυο επενδύσεις έγιναν εντός του πλαισίου του εξαγγελθέντος σκοπού.
  26. Σ΄ ότι αφορά τις πωλήσεις μετοχών της Εταιρείας από τους εναγόμενους 2 και 9 ισχυρίσθηκε ότι ναι μεν έγιναν την προηγούμενη της έκδοσης του Ε.Δ., αλλά επειδή το Ε.Δ. δημοσιοποιήθηκε 3 εβδομάδες μετά (στις 15.5.00) θα έπρεπε η Εταιρεία να ενημερώσει σχετικά το ΧΑΚ και να το διορθώσει ανάλογα. Και αυτό γιατί αν γνώριζε ότι δύο κύριοι μέτοχοι, ο πρόεδρος του Δ.Σ. και η εναγόμενη 9 που είχαν μαζί το 6% του μετοχικού της κεφαλαίου, «θα έφευγαν από την Εταιρεία» δεν θα αγόραζαν ούτε θα ασκούσαν τα Δικαιώματα, αλλά θα πωλούσαν. Του υποβλήθηκε επί του προκειμένου ότι η Εταιρεία δεν όφειλε να γνωρίζει τις πωλήσεις αυτές και εν πάση περιπτώσει η απόφαση του για επένδυση δεν θα επηρεαζόταν, αφού οι πωλήσεις έγιναν προς την Drake Investments Ltd που ελεγχόταν απόλυτα από τον εναγόμενο 2 και κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του ότι δύο κύριοι μέτοχοι της Εταιρείας «έφυγαν» δεν ευσταθεί. Απάντησε ότι δεν γνώριζε ούτε γνωρίζει ότι η Drake Investments ελεγχόταν απόλυτα από τον εναγόμενο 2, αλλά απλώς ότι ο εναγόμενος 2 είχε στην εταιρεία αυτή κάποιο συμφέρον. Ωστόσο συμφώνησε ότι στην υποθετική περίπτωση που την έλεγχε απόλυτα ήταν σαν να πωλούσε στον εαυτό του, αλλά πρόσθεσε ότι εν πάση περιπτώσει οι πωλήσεις αυτές έπρεπε να αναφερθούν στο Ε.Δ.
  27. Αντεξέτασης έτυχε και ο ισχυρισμός του ότι η εξαγγελθείσα πρόθεση των κύριων μετόχων της Εταιρείας να εξασκήσουν τα Δικαιώματα δεν ήταν γνήσια. Σχετικά συμφώνησε ότι στο Ε.Δ. οι κύριοι μέτοχοι δεν δεσμεύθηκαν να τα εξασκήσουν, αλλά, τόνισε, αυτό ήταν το σκεπτικό που μετέδιδε. Του υποβλήθηκε ότι αυτό που είχε σημασία στο τέλος της ημέρας ήταν ότι όλα τα Δικαιώματα ασκήθηκαν και ότι ουσιαστικά όλοι οι κύριοι μέτοχοι τα άσκησαν, πλην ενός μικρού αριθμού που πώλησε ο εναγόμενος
  28. Διαφώνησε και σ΄ αυτή τη θέση και όταν του επισημάνθηκε ότι οι εναγόμενες 7 και 8 ανήκαν στον όμιλο εταιρειών της εναγόμενης 12 και τα Δικαιώματα που πώλησαν αγοράσθηκαν από την εναγόμενη 12 προκειμένου να τ΄ ασκήσει και τα άσκησε, απάντησε ότι η εξαγγελθείσα πρόθεση των δύο αυτών εταιρειών για εξάσκηση των Δικαιωμάτων που τους αναλογούσαν δεν ήταν γνήσια, αφού είχαν επενδύσει πέραν του 10% στην Εταιρεία και όφειλαν να πωλήσουν και όχι να δημοσιοποιούν παραπλανητικά ότι θα αποκτούσαν και άλλες μετοχές. Του υποβλήθηκε ότι οι ισχυρισμοί που διατύπωσε και για τις εναγόμενες 7 και 8 είναι σκέψεις εκ των υστέρων και εν πάση περιπτώσει ο Κανονισμός που αφορούσε την επένδυση πέραν του 10% κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο αντισυνταγματικός. Απάντησε ότι τότε ίσχυε και οι εναγόμενες 7 και 8 είχαν υποχρέωση να συμμορφωθούν.
  29. Σε σχέση με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Εταιρεία για τήρηση του μητρώου των μετοχών της, παραδέχθηκε ότι στις 14 και 21.6.00 είδε ανακοίνωση της Εταιρείας ότι αντιμετώπιζε τέτοια προβλήματα - για τα οποία το ΧΑΚ την τιμώρησε - αλλά δεν γνώριζε ότι τα προβλήματα αυτά αφορούσαν το
  30. Αν, ισχυρίσθηκε, τα γνώριζε ασφαλώς θα επηρεαζόταν η απόφαση του για επένδυση, κι αυτό γιατί τα προβλήματα αυτά θα επηρέαζαν την τιμή της μετοχής και αρνήθηκε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια. Όπως αρνήθηκε και υποβολή ότι η Εταιρεία δεν είχε δυνάμει του Νόμου υποχρέωση να καθορίσει στο Ε.Δ. την μέθοδο με την οποία καθόρισε την τιμή εξάσκησης των Δικαιωμάτων στις £2.00 και ότι όλα τα στοιχεία και πληροφορίες που περιέχονται σ΄ αυτό ήταν ορθά και αληθή, εξού και οι αρμόδιες αρχές το ενέκριναν και επέτρεψαν τη δημοσίευση τους και, τέλος
  31. Του υποβλήθηκε ότι όσα καταλόγισε στους εναγόμενους «είναι παραμύθια» και η αλήθεια είναι ότι «θέλει τα χρήματα του πίσω» γιατί η επένδυση τόσο του ιδίου όσο και των άλλων δύο εναγόντων δεν έφερε το αναμενόμενο κέρδος λόγω της τότε πτώσης του Χρηματιστηρίου. Απάντησε ότι διαφωνεί και επανέλαβε ότι το κύριο παράπονο του είναι ότι η Εταιρεία χρησιμοποίησε το προϊόν έκδοσης των Δικαιωμάτων κατά παράβαση του δημοσιοποιηθέντος σκοπού και της επενδυτικής της πολιτικής, ενώ αν το χρησιμοποιούσε όπως διακήρυσσε στο Ε.Δ. και είχε ζημιές δεν θα είχε παράπονο, αφού κάθε επένδυση συνοδεύεται από κινδύνους. Τα όσα προώθησε ο πρώτος ενάγοντας με τη μαρτυρία του ανάλαβε να καταρρίψει ο εναγόμενος 14 (ΜΥ.1), ενώ η μαρτυρία των άλλων δύο μαρτύρων - των Φρ. Μηνά (ΜΥ.2) και Ρ. Πισιάρα (ΜΥ.3) - είχε στο επίκεντρο της επιμέρους θέματα. Όπως και ο πρώτος ενάγοντας, έτσι και ο ΜΥ.1 - αντιπρόεδρος της εναγόμενης 12 από το 1998, μέλος του Δ.Σ. της εναγόμενης 10, πρόεδρος της Εταιρείας από 21.9.00 και κάτοχος των τίτλων του Chartered και Certified Accountant - επέλεξε όπως η κυρίως εξέτασή του διατυπωθεί σε 40σέλιδη γραπτή κατάθεση (έγγραφο Γ), όπου διατύπωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:- Ο πρώτος ενάγοντας ήταν ο τραπεζικός που χειριζόταν το λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρεία στην Εθνική Τράπεζα και όπως είναι σε θέση να γνωρίζει ήταν ένας δραστήριος και έμπειρος επενδυτής, ο οποίος διενεργούσε αρκετές συναλλαγές στο ΧΑΚ τόσο για τον εαυτό του όσο και για τη σύζυγό του. Το Ε.Δ., στη συγγραφή του οποίου αναμείχθηκε και ο ίδιος προσωπικά και μάλιστα το έλεγξε πριν την έκδοση του, δεν περιέχει τίποτα το αναληθές η παραπλανητικό και όσα ισχυρίστηκε ο πρώτος ενάγοντας περί του αντιθέτου δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αναλυτικά:- Όπως αναφέρεται στις σελίδες 1, 3 και 5 του Ε.Δ. τα 3.800.000 Δικαιώματα θα προσφέρονταν δωρεά στους μετόχους της Εταιρείας, οι οποίοι θα έπρεπε να τα εξασκήσουν από τις 14.6 μέχρι 26.6.
  32. Διαφορετικά, τα μη εξασκηθέντα Δικαιώματα θα εξασκούνταν από την ανάδοχο εταιρεία που ήταν η εναγόμενη 10 (σελ. 1, 35 και 36 του Ε.Δ.). Ήταν επομένως ένα δώρο της Εταιρείας προς τους μετόχους της, οι οποίοι θα μπορούσαν (α) να πωλήσουν τα Δικαιώματα στο ΧΑΚ από τις 24.5 μέχρι τις 13.6.00, (β) να μην τα εξασκήσουν οπότε ούτε κέρδος θα είχαν ούτε ζημία και (γ) να τα εξασκήσουν καταβάλλοντας για το καθένα £2.
  33. Ο πρώτος ενάγοντας και η σύζυγος του επέλεξαν να ασκήσουν τα 55.000 Δικαιώματα που πήραν δωρεά, ενώ αν τα πωλούσαν θα είχαν καθαρό κέρδος £106.700 (55.000 χ £1.94) και για τεκμηρίωση του ισχυρισμού του παρουσίασε έγγραφο από την ιστοσελίδα του ΧΑΚ (τεκμ. 102) βάσει του οποίου βεβαιώνεται ότι η τιμή διαπραγμάτευσης των Δικαιωμάτων κατά την περίοδο 24.
  34. μέχρι 13.6.00 ήταν κατά μέσο όρο £1.94 το ένα και συνέχισε:- Όπως φαίνεται στο τεκμ. 99 η τιμή της μετοχής της Εταιρείας κατά την περίοδο 24.5- 13.6.00 κυμαινόταν κατά μέσον όρο στις £3.69 και κατά συνέπεια ο πρώτος ενάγοντας γνώριζε από 24.5 ότι αν αποφάσιζε να αγοράσουν και ασκήσουν Δικαιώματα κατά την εν λόγω περίοδο θα τους στοίχιζε £3.94, ενώ αν αγόραζαν κατευθείαν μετοχές από το ΧΑΚ θα τους στοίχιζε £3.
  35. Και όμως, ενώ γνώριζαν ότι τέτοια συναλλαγή ήταν εκ προοιμίου ζημιογόνα εντούτοις επέλεξαν να αγοράσουν και ασκήσουν Δικαιώματα και όχι να αγοράσουν κατευθείαν μετοχές. Απορρίπτοντας επί του προκειμένου τον ισχυρισμό του πρώτου ενάγοντα ότι τόσο ο ίδιος όσο (μέσω του) και οι άλλοι δύο ενάγοντες αγόρασαν και εξάσκησαν Δικαιώματα βάσει των δεδομένων, στοιχείων, παραστάσεων ή διαβεβαιώσεων που περιέχονται στο Ε.Δ. παρουσίασε έγγραφο (τεκμ. 103α, β και γ) με αγορές δικαιωμάτων της Εταιρείας από τους δύο συζύγους κατά το 1998 και 1999, και αυτό για να καταδείξει ότι γνώριζαν την Εταιρεία και επένδυαν σ΄ αυτή πριν τη δημοσίευση του Ε.Δ. και όσα σχετικά ισχυρίσθηκε ο πρώτος ενάγοντας δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει τα όσα καταλόγισε στους εναγόμενους είναι σκέψεις εκ των υστέρων για τους πιο κάτω λόγους:-
  36. Ναι μεν οι εναγόμενες 7 και 8 είχαν επενδυμένο στην Εταιρεία ποσοστό πέραν του 10% του ενεργητικού τους, αλλά η Εταιρεία δεν όφειλε να γνωρίζει το ενεργητικό τους. Πέραν τούτου, οι εν λόγω εταιρείες δεν δεσμεύτηκαν να ασκήσουν τα Δικαιώματα που τούς αναλογούσαν, αλλά απλώς εξέφρασαν πρόθεση εξάσκησης τους και ουσιαστικά τα εξάσκησαν μέσω της εναγόμενης
  37. Η εξαγγελθείσα επομένως πρόθεση ήταν γνήσια και το ποσοστό που οι εταιρείες αυτές είχαν επενδύσει στην Εταιρεία δεν τις εμπόδιζε σε καμιά περίπτωση να εξασκήσουν τα Δικαιώματα, αφού στις 21.6.00 (τεκμ. 51 και 52) μείωσαν την επένδυση τους σε 4.57% και 4.21% αντίστοιχα και κατά συνέπεια μπορούσαν να τα ασκήσουν μέχρι 26.6.
  38. Ωστόσο τα Δικαιώματα τους ασκήθηκαν στο μεταξύ από την εναγόμενη 12 και επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο ότι η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο στην εναγόμενη 8 για επένδυση στην Εταιρεία πέραν του 10% ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 25.10.04 στην αναθεωρητική έφεση
  39. Το προϊόν έκδοσης των Δικαιωμάτων χρησιμοποιήθηκε όπως εξαγγέλθηκε στο Ε.Δ. και σχετικά ισχυρίστηκε ότι πέραν του ότι η επένδυση στη White Knight - πρώην White Knight Investments Ltd (τεκμ. 104) - αναφέρεται στο Ε.Δ., το είπε ο ίδιος στον πρώτο ενάγοντα και μάλιστα αυτός επέδειξε τρομερό ενδιαφέρον να επενδύσει προσωπικά σε μετοχές της White Knight. Όπως επέδειξε ζωηρό ενδιαφέρον να επενδύσει και σε μετοχές της Κύκνος και ο ισχυρισμός του ότι η Εταιρεία επένδυσε μόνο 6% σε επιχειρηματικές συμμετοχές είναι αναληθής. Παρέπεμψε σχετικά σε αναλυτικό πίνακα που ετοίμασε, για να ισχυρισθεί ότι η επένδυση της Εταιρείας σε επιχειρηματικές συμμετοχές ήταν της τάξης του 58.97%. Περαιτέρω, στον ίδιο πίνακα, παρέθεσε στοιχεία για τους τομείς επένδυσης της Εταιρείας - ακίνητα, επιχειρηματικές συμμετοχές και κινητές αξίες - και αυτό για να ισχυρισθεί ότι το προϊόν έκδοσης των Δικαιωμάτων χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο του εξαγγελθέντος σκοπού και της επενδυτικής πολιτικής της Εταιρείας, αφού οι White Knight και Κύκνος ήταν επενδυτικές εταιρείες που επένδυαν άμεσα σε τομείς όπως ακίνητα, ναυτιλία, επιχειρηματικές συμμετοχές, μη εισηγμένες αξίες (White Knight) και εισηγμένες αξίες (Kύκνος). Επομένως, πρόβαλε, η επένδυση της Εταιρείας σε μετοχές των δύο αυτών εταιρειών ήταν εντός του πλαισίου της επενδυτικής της πολιτικής και σ΄ ότι αφορά την διασπορά του επενδυτικού κινδύνου αντέτεινε ότι τότε το ενεργητικό της Εταιρείας, περιλαμβανομένου του προϊόντος από την έκδοση των Δικαιωμάτων, ήταν περίπου 13 εκατομμύρια λίρες και η συμμετοχή της στην Κύκνος ήταν της τάξεως του 18%, στοιχείο που δείχνει ότι έγινε διασπορά. Περαιτέρω, αντέτεινε ότι ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντα ότι δεν θα αγόραζε και δεν θα ασκούσε τα Δικαιώματα αν γνώριζε ότι η Εταιρεία θα επένδυε από το προϊόν έκδοσης των Δικαιωμάτων σε μετοχές White Knight και Κύκνος είναι αναληθής, αφού τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του επέδειξαν ενδιαφέρον να αγοράσουν μετοχές από τις εν λόγω εταιρείες και μάλιστα σε τιμή πιο ψηλή απ΄ αυτή που επένδυσε η Εταιρεία. Σχετικά παρέπεμψε σε αμετάκλητες αιτήσεις τους για αγορά μετοχών από την Κύκνος στην τιμή των 75 σεντ ανά μετοχή (τεκμ. 105α και 105β), ενώ η Εταιρεία είχε αγοράσει από την Κύκνος μετοχές με μέσο όρο απόκτησης 70 σεντ την μία.
  40. Οι κύριοι μέτοχοι της Εταιρείας το μόνο που εξάγγειλαν στο Ε.Δ. ήταν πρόθεσή για εξάσκηση των Δικαιωμάτων που τους αναλογούσαν, και όχι ότι δεν θα πωλούσαν μετοχές. Επομένως το ότι οι εναγόμενοι 2 και 9 πώλησαν μετοχές της Εταιρείας στις 24.4.00 - 209.400 ο εναγόμενος 2 και 254.000 η εναγόμενη 9 - σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να επιδράσει στην απόφαση των εναγόντων είτε να αγοράσουν είτε να ασκήσουν τα Δικαιώματα. Εν πάση περιπτώσει, οι πωλήσεις έγιναν μία ημέρα πριν την δημοσίευση του Ε.Δ. και δεν ήταν δυνατό να συμπεριληφθούν σ΄ αυτό και αν ο πρώτος ενάγοντας επεδείκνυε ενδιαφέρον για το θέμα μπορούσε εύκολα να το πληροφορηθεί μέσω της ιστοσελίδας του ΧΑΚ. Σ ότι δε αφορά την ισχυρισθείσα απόκρυψη από το Ε.Δ. των «εξαιρετικών περιπτώσεων» που προνοούνται από τον Κανονισμό 75, παρέπεμψε στις πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού για να επισημάνει αφενός μεν ότι στο Ε.Δ. πρέπει να γίνεται αναφορά σε γεγονότα ουσιώδη και ικανά να επηρεάσουν την εκτίμηση της αξίας των τίτλων και όχι αναφορά στους Νόμους και Κανονισμούς και, αφετέρου, ότι το Ε.Δ. εκδόθηκε μετά από έγκριση των Συμβουλίων του ΧΑΚ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Συνεπώς, ισχυρίσθηκε, δεν παραβιάσθηκε ο Καν. 75, όπως δεν παραβιάσθηκαν και τα άρθρα 57
(1)και 58
(1)(α) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου, γιατί οι τίτλοι της Εταιρείας ήταν ήδη εισηγμένοι στο ΧΑΚ και επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο ότι το άρθρο 58
(1)(α) εφαρμόζεται όταν επιζητείται για πρώτη φορά η εισαγωγή τίτλων εταιρείας στο ΧΑΚ.
  1. Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Εταιρεία σε σχέση με την τήρηση του μητρώου μετοχών της δεν είχε υποχρέωση να τα αναφέρει στο Ε.Δ., εξ' ού και δεν της ζητήθηκε κάτι τέτοιο από το ΧΑΚ. Εν πάση περιπτώσει ο πρώτος ενάγοντας γνώριζε τα προβλήματα αυτά και παρέπεμψε σε επίσημη ανακοίνωση της Εταιρείας ημερ. 24.5.00 (τεκμ.21), καθώς και σε ανακοινώσεις του ΧΑΚ ημερ. 14.6 και 21.6.00 και, τέλος
  2. Απορρίπτοντας άλλους ισχυρισμούς των εναγόντων, ισχυρίστηκε ότι (α) οι εναγόμενοι 7, 8, 13 και 15-20 δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την σύνταξη του Ε.Δ. και επομένως σε καμιά διαβεβαίωση ή παράσταση δεν προέβηκαν προς τους ενάγοντες και (β) η εναγόμενη 11 ως γραμματέας της Εταιρείας δεν είχε οποιαδήποτε ευθύνη για το περιεχόμενο του Ε.Δ., δεν έκανε σ΄ αυτό καμιά δήλωση, δεν το υπέγραψε και ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι την παραμονή δημοσίευσης του οι εναγόμενοι 2 και 9 προέβησαν σε πωλήσεις μετοχών της Εταιρείας και κατέληξε:- Οι ισχυρισμοί που προώθησαν οι ενάγοντες μέσω του πρώτου ενάγοντα για ανακρίβειες του Ε.Δ. οφείλονται αποκλειστικά στη διάψευση των προσδοκιών τους για κέρδος λόγω της πτώσης του Χρηματιστηρίου και της αξίας της μετοχής της Εταιρείας, η οποία κατά την περίοδο 25.4.00-21.11.01 υποχώρησε κατά 91% και παρουσίασε γραφική παράσταση (τεκμ. 106), για να υποδείξει ότι η υποχώρηση της μετοχής ήταν παράλληλα με την πορεία του γενικού δείκτη τιμών μετοχών του ΧΑΚ. Διαψεύδοντας δε τον ισχυρισμό του πρώτου ενάγοντα ότι έλαβε μέρος στη γενική συνέλευση της Εταιρείας που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2001, παρουσίασε τα πρακτικά της συνέλευσης (τεκμ. 107) με τις υπογραφές όσων μετόχων είχαν παραβρεθεί και στα οποία πουθενά δεν φαίνεται η υπογραφή οποιουδήποτε των εναγόντων. Ανεδαφικός, ισχυρίσθηκε, είναι και ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντα ότι λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης των Δικαιωμάτων η τιμή της μετοχής της Εταιρείας ανέβηκε ψηλά και ότι αμέσως μετά την επαναδιαπραγμάτευση η τιμή της έπεσε όπως παλαιότερα χαμηλά και προς τούτο παρέπεμψε στο τεκμ. 99 για να επισημάνει ότι ο μέσος όρος διαπραγμάτευσης της μετοχής κατά την περίοδο διαπραγμάτευσης των Δικαιωμάτων ήταν £3.
  3. Περαιτέρω, παρουσίασε την ιστοσελίδα του ΧΑΚ για την τιμή της μετοχής για την περίοδο από 1.2.98 - 31.12.02 (τεκμ. 108), κι αυτό για διάψευση άλλου ισχυρισμού του πρώτου ενάγοντα ότι μήνες πριν την διαπραγμάτευση των Δικαιωμάτων η τιμή της μετοχής της Εταιρείας ήταν χαμηλή. Τέλος, παρουσίασε στο Δικαστήριο καταστάσεις των συναλλαγών των εναγόντων σε αξίες της Εταιρείας (τεκμ. 109α, β και γ) και γραφικές παραστάσεις (τεκμ. 110α, β και γ) για να ισχυρισθεί ότι αν (α) ο πρώτος ενάγοντας πωλούσε μέχρι τέλος Ιουλίου το 2000 θα πραγματοποιούσε σημαντικά κέρδη, ενώ αν πωλούσε μέχρι και τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2000 δεν θα είχε απώλεια, (β) η σύζυγος του πωλούσε μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2000 θα πραγματοποιούσε σημαντικά κέρδη, ενώ αν πωλούσε μέχρι και το Δεκέμβριο του 2000 δεν θα είχε υποστεί απώλεια και (γ) αν ο αδελφός του πωλούσε μέχρι το Μάιο του 2001 θα πραγματοποιούσε σημαντικά κέρδη, ενώ αν πωλούσε μέχρι το τέλος του 2001 δεν θα είχε υποστεί απώλεια. Η αντεξέταση του ΜΥ.1 ήταν ιδιαίτερα μακρά και κάλυψε ένα προς ένα όλα τα σημεία της κυρίως εξέτασής του. Για τις ανάγκες ωστόσο της υπόθεσης θα ήταν αρκετό να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας επέμενε στις θέσεις του, στο πλαίσιο των οποίων απόρριψε υποβολές ότι:-
  4. Η Εταιρεία όφειλε να γνωρίζει ότι οι εναγόμενες 7 και 8 είχαν επενδύσει σε μετοχές της πέραν του 10% του ενεργητικού τους και ότι το στοιχείο αυτό όφειλε να το περιλάβει στο Ε.Δ. Όπως όφειλε να περιλάβει στο Ε.Δ. και τις πωλήσεις μετοχών και Δικαιωμάτων στις οποίες προέβησαν, παραλείψεις που αποκαλύπτουν ότι η εξαγγελθείσα πρόθεση τους να ασκήσουν τα Δικαιώματα που τους αναλογούσαν δεν ήταν γνήσια αλλά απέβλεπε να παραπλανήσει το επενδυτικό κοινό ώστε να αγοράσει και ασκήσει Δικαιώματα. H Eταιρεία, αντέτεινε ο μάρτυρας, δεν όφειλε να γνωρίζει τι ποσοστό επένδυσαν οι εναγόμενες 7 και 8 σε μετοχές της, όπως δεν μπορούσε να γνωρίζει και τις πωλήσεις στις οποίες προέβησαν την παραμονή έκδοσης του Ε.Δ. Το ζητούμενο γι΄ αυτή, τόνισε, ήταν η εξάσκηση των Δικαιωμάτων και όλα ασκήθηκαν. Επανέλαβε επί του προκειμένου ότι η πρόθεση που δημοσιοποιήθηκε από τους κυρίως μετόχους στο Ε.Δ. ήταν γνήσια, αφού και οι εναγόμενες 7 και 8 ουσιαστικά τα εξάσκησαν μέσω της εναγόμενης 12 προς την οποία πώλησαν Δικαιώματα για να τα εξασκήσει και τα οποία εξάσκησε.
  5. Η Εταιρεία δεν χρησιμοποίησε το προϊόν έκδοσης των Δικαιωμάτων όπως εξαγγέλθηκε στο Ε.Δ. και ο ισχυρισμός του ότι είχε πει ο ίδιος στον πρώτο ενάγοντα για την επένδυση στην White Knight δεν είναι αλήθεια. Η επένδυση στην White Knight, επανέλαβε, είχε εξαγγελθεί στο Ε.Δ. και η επένδυση αυτή εξυπηρετούσε και τη διασπορά του επιχειρηματικού κινδύνου, αφού η εν λόγω εταιρεία είχε επενδύσεις σε 12 επιχειρηματικές συμμετοχές τις οποίες και κατονόμασε. Περαιτέρω, ο πρώτος ενάγοντας πληροφορήθηκε και από τον ίδιο γι΄ αυτή την επένδυση και σχετικά ισχυρίσθηκε ότι ο πρώτος ενάγοντας του τηλεφωνούσε συχνά για «να ψαρέψει πληροφορίες» και σε μια απ΄ αυτές τις τηλεφωνικές συνομιλίες του το είχε πει. Κατά συνέπεια γνώριζε την επένδυση στη White Knight, όπως γνώριζε και τις πωλήσεις των εναγομένων 7 και 8 προς την White Knight και για περαιτέρω τεκμηρίωση του ισχυρισμού του επικαλέσθηκε και ηχογραφημένη συνομιλία του πρώτου ενάγοντα, που όπως ισχυρίσθηκε άκουσε, από την οποία προκύπτει ότι επέδειξε ενθουσιασμό τόσο για την επένδυση της Εταιρείας στη White Knight όσο και για τις αγορές στις οποίες προέβαινε η White Knight από τις εναγόμενες 7 και
  6. Του υποβλήθηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια ηχογράφηση και δεν λέει την αλήθεια, υποβολή που απέρριψε και επιφυλάχθηκε στην προσκόμιση της. Σ΄ ότι δε αφορά την επένδυση στην Κύκνος επανέλαβε ότι ήταν μέσα στο πλαίσιο του εξαγγελθέντος σκοπού και της επενδυτικής πολιτικής της Εταιρείας, αφού με αυτή αγοράσθηκαν κινητές αξίες και μάλιστα σε χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία και
  7. Ότι η Εταιρεία είχε υποχρέωση να περιλάβει στο Ε.Δ. (α) τους λόγους και τις «εξαιρετικές περιπτώσεις» που επέτρεπαν την έκδοση Δικαιωμάτων πέραν του 20% του εκδοθέντος μετοχικού της κεφαλαίου, (β) τις πωλήσεις μετοχών ημερ. 24.4.00 των εναγομένων 2 και 9, (γ) τον τρόπο υπολογισμού της τιμής των Δικαιωμάτων, (δ) τα προβλήματα που αντιμετώπιζε για την τήρηση του μητρώου μετόχων της και (ε) την τότε συνεχή πτώση των τιμών στο ΧΑΚ και όχι να δίδει την απατηλή εικόνα ότι η επένδυση θα είχε απόδοση 30%. Όλα τα πιο πάνω θέματα αποτέλεσαν αντικείμενο αντεξέτασης του μάρτυρα, αφενός μεν για ενδυνάμωση των αντίστοιχων σημείων της μαρτυρίας του πρώτου ενάγοντα και αφετέρου για αποδυνάμωση των ισχυρισμών που πρόβαλε ο μάρτυρας για αντίκρουση τους. Ωστόσο θα ΄ταν πλεονασμός η καταγραφή των απαντήσεων που έδωσε ο μάρτυρας για τα θέματα αυτά, αφού ουσιαστικά επέμενε στα όσα ισχυρίσθηκε στην κυρίως εξέταση του. Όπως, παρόμοια, θα ήταν πλεονασμός και η καταγραφή των απαντήσεων που έδωσε σε σχέση με την ισχυριζόμενη ευθύνη των εναγομένων 7, 8, 9, 11, 13-20, οι οποίοι σύμφωνα με το μάρτυρα δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη στη σύνταξη του Ε.Δ. και κατά συνέπεια καμιά ευθύνη έναντι των εναγόντων. Παρέμεινε η καταγραφή της μαρτυρίας των ΜΥ.2 και 3, η οποία είχε στο επίκεντρο της δύο θέματα. Το πρώτο, ηχογραφημένη συνομιλία που είχε ο ΜΥ.1 στις 26.5.00 με τον ενάγοντα και, το δεύτερο, το συμφέρον του εναγόμενου 2 στην εταιρεία Drake Investments Ltd. Για το πρώτο θέμα, ο ΜΥ.2 - λειτουργός τότε εξυπηρέτησης πελατών της Sharelink Asset Management Ltd, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πρώτος ενάγοντας - παρουσίασε στο Δικαστήριο CD (τεκμ. 111) με ηχογραφημένη συνομιλία που όπως ισχυρίσθηκε είχε με τον πρώτο ενάγοντα στις 26.5.00, το περιεχόμενο της οποίας ακούσθηκε και μεταφέρθηκε σε έγγραφο (το τεκμ. 112). Σύμφωνα λοιπόν με αυτή τη συνομιλία, ισχυρίσθηκε, είπε στον πρώτο ενάγοντα ότι οι εναγόμενες 7 και 8 πωλούσαν Δικαιώματα, αλλά δεν ήξερε ποιος αγόραζε. Όμως ο πρώτος ενάγοντας του είπε ότι πίστευε ότι αγόραζε η White Knight και ότι η εταιρεία αυτή είχε προοπτικές και θα ήταν θετικό αν επένδυαν σε μετοχές της. Ο ίδιος όμως δεν ήξερε ποιος αγόραζε, αλλά υποσχέθηκε στον πρώτο ενάγοντα ότι θα μάθαινε και θα του έλεγε την επομένη. Κατά την αντεξέταση ρωτήθηκε πώς μπορεί να είναι σίγουρος ότι η ηχογραφημένη συνομιλία έγινε στις 26.5 και απάντησε ότι αυτή την ημερομηνία κατέγραψε το σύστημα και σε δεύτερη ερώτηση αν ο πρώτος ενάγοντας γνώριζε την ηχογράφηση απάντησε ότι όλοι οι πελάτες γνώριζαν ότι όταν έπαιρναν στο σταθερό οι εντολές τους ηχογραφούνταν. Για το δεύτερο θέμα, ο ΜΥ.3 παρουσίασε στο Δικαστήριο πιστοποιητικό μετόχων και διευθυντών της εταιρείας Drake Investments Ltd (τεκμ. 113 και 114), σύμφωνα με τα οποία στις 24.4.00 ο εναγόμενος 2 ήταν ένας από τους 7 διευθυντές της εν λόγω εταιρείας και από τις 800.000 συνήθεις μετοχές του μετοχικού της κεφαλαίου οι 719.992 ήταν γραμμένες στο όνομά του. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ /ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ/ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επέλεξαν να προωθήσουν τις θέσεις των πελατών τους με γραπτές αγορεύσεις, από τις οποίες εντυπωσιακή σε όγκο είναι η 162σέλιδη αγόρευση των συνηγόρων των εναγόντων. Παρά το γεγονός όμως ότι και οι πέντε αγορεύσεις καταλαμβάνουν 256 σελίδες, εντούτοις τις έχω διεξέλθει με προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις - στο βαθμό και κατά την έκταση βεβαίως που κριθεί αναγκαίο - θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Επί του παρόντος προέχει η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και η πρώτη επισήμανση είναι ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων, πλην των ΜΕ.6 και ΜΥ.1, δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία και μπορεί να γίνει σε λίγες μόνο γραμμές. Όπως έχει σημειωθεί ο σκοπός για τον οποίο κλητεύθηκαν οι ΜΕ.1 και 2 δεν απέδωσε και η μαρτυρία τους δεν έχει προσθέσει ούτε αφαιρέσει οτιδήποτε στην υπόθεση, ενώ η μαρτυρία των ΜΕ. 3, 4, 5 και 7 έγινε αποδεκτή και συνοψίσθηκε πιο πάνω ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Παρέμεινε επομένως η αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΕ.6 και των ΜΥ.1, 2 και
  8. Η μαρτυρία των δύο απ΄ αυτούς τους μάρτυρες, των ΜΥ.2 και 3, δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτηση και αφού την εξέτασα την αποδέχομαι. Με την επισήμανση ωστόσο ότι το περιεχόμενο της ηχογραφημένης συνομιλίας έχει αποτυπωθεί στο τεκμ. 112 και όπως προκύπτει απ΄ αυτό στις 26.5.00 ο πρώτος ενάγοντας γνώριζε ότι την προηγούμενη ημέρα η εναγόμενη 7 πώλησε 300.000 Δικαιώματα και ο ισχυρισμός του ότι δεν γνώριζε αυτό το γεγονός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Οι ενάγοντες έκτισαν την υπόθεση τους στον ισχυρισμό ότι αγόρασαν και εξάσκησαν τα Δικαιώματα δίδοντας πίστη στο περιεχόμενο του Ε.Δ., το οποίο μελέτησε ο πρώτος ενάγοντας. Το πρώτο επομένως ερώτημα που εγείρεται είναι αν πράγματι ο σχετικός ισχυρισμός ανταποκρίνεται ή όχι στην πραγματικότητα. Εξέτασα το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του πρώτου ενάγοντα και δεν πείσθηκα ότι το μελέτησε στην έκταση που ισχυρίσθηκε. Κι αυτό γιατί ως μέτοχος της Εταιρείας, τον τραπεζικό λογαριασμό της οποίας αδιαμφισβήτητα χειριζόταν, ασφαλώς και θα γνώριζε το ιστορικό της και τους διευθυντές της και δεν θα είχε ανάγκη να πληροφορηθεί αυτά τα στοιχεία από το Ε.Δ. Όμως ως οικονομολόγος και τραπεζίτης κρίνω ότι δεν θα επεδείκνυε αδιαφορία σε τρία κυρίως σημεία. Το πρώτο, στο σκοπό έκδοσης των Δικαιωμάτων, το δεύτερο στην δημοσιοποιηθείσα πρόθεση των κυρίων μετόχων της Εταιρείας ότι θα ασκούσαν και αυτοί τα Δικαιώματα που τους αναλογούσαν και, το τρίτο, στην εκτίμηση της Εταιρείας ότι οι επενδύσεις στις οποίες θα προέβαινε θα απέφεραν απόδοση της τάξης του 30%. Αυτά τα στοιχεία κατά την άποψή μου έλαβε υπόψη του ο πρώτος ενάγοντας και (μέσω του) οι άλλοι δύο ενάγοντες για αγορά και εξάσκηση των Δικαιωμάτων, με την προσδοκία βεβαίως ότι η επένδυση τους θα ήταν κερδοφόρα και ανάλογο είναι και το εύρημα του Δικαστηρίου. Έχοντας καταλήξει σε αποδοχή του μέρους της μαρτυρίας του πρώτου ενάγοντα ότι για την αγορά και εξάσκηση των Δικαιωμάτων έλαβε υπόψη τα αναφερθέντα τρία σημεία του Ε.Δ., το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση - που είναι και το κύριο παράπονο των εναγόντων - είναι κατά πόσο η Εταιρεία χρησιμοποίησε το προϊόν έκδοσης των Δικαιωμάτων κατά παράβαση του εξαγγελθέντος σκοπού και της επενδυτικής της Πολιτικής. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το προϊόν έκδοσης των Δικαιωμάτων ανήλθε στα £7.514.000 - όπως ήταν και ο στόχος της Εταιρείας - και ότι από το ποσό αυτό £4.000.000 επενδύθηκαν σε μετοχές της White Knight και £2.438.901 σε μετοχές Κύκνος. Οι επενδύσεις αυτές, ισχυρίσθηκε ο πρώτος ενάγοντας, έγιναν κατά παράβαση του εξαγγελθέντος σκοπού και της επενδυτικής πολιτικής της Εταιρείας και για τεκμηρίωση του ισχυρισμού του επικαλέσθηκε το Μέρος Α.2
(1), Γ.6 και Ζ.1 του Ε.Δ. Πράγματι εκ πρώτης όψεως όταν ένας μέσος και λογικός άνθρωπος διαβάσει τα σχετικά αποσπάσματα του Ε.Δ. θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ύψος της επένδυσης στις δύο αυτές εταιρείες αφενός μεν δεν εξασφάλιζε τη διασπορά του επιχειρηματικού κινδύνου και αφετέρου δεν αποτελούσε υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της Εταιρείας για επενδύσεις σε κινητές αξίες, ακίνητα και επιχειρηματικές συμμετοχές και κατά συνέπεια το σχετικό παράπονο των εναγόντων είναι βάσιμο. Όμως δεν είναι, για τον απλό λόγο ότι η επένδυση στην White Knight προαναγγέλλεται σε δύο σημεία του Ε.Δ. - στη σελ. 22 του Μέρους Γ.8(iii) και στη σελίδα 35 του Μέρους Ζ.4(ii), τα οποία και παραθέτω αυτούσια:- «Γ.8(iii) Η Εταιρεία κατόπιν συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 18 Νοεμβρίου 1999 ανακοίνωσε την πρόθεση της να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας White Knight Investments Limited με συνολική επένδυση ύψους £5.000.000» και Ζ.4(ii) Δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε δεσμεύσεις από τα όργανα διοίκησης του εκδότη αναφορικά με κύριες μελλοντικές επενδύσεις, για τις οποίες έχουν αναλάβει οριστική υποχρέωση, εκτός από την πρόθεση για επένδυση ύψους £5.000.000 στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας White Knight Investments Ltd όπως αναφέρεται στο μέρος Γ». Η επένδυση λοιπόν στην White Knight, η οποία στη βάση των εξηγήσεων του ΜΥ.1 ήταν έμμεση επένδυση σε επιχειρηματικές συμμετοχές, προαναγγέλθηκε στο Ε.Δ. και ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντα ότι «. εύλογα θεώρησε ότι η επένδυση αυτή θα ήταν από άλλα χρήματα και όχι από το προϊόν της έκδοσης των Δικαιωμάτων» δεν αντέχει στον έλεγχο της απλής κοινής λογικής και κατά συνέπεια το σχετικό παράπονο των εναγόντων δεν ευσταθεί. Όπως δεν ευσταθεί και το παράπονο τους για την επένδυση στην Κύκνος, η οποία όπως παραδέχτηκε ο πρώτος ενάγοντας ήταν επένδυση σε κινητές αξίες και επομένως έγινε στο πλαίσιο της εξαγγελθείσας επενδυτικής πολιτικής της Εταιρείας (Μέρος Γ.6). Σ΄ ότι δε αφορά το παράπονο τους ότι η Εταιρεία τους παραπλάνησε με την εξαγγελία στο Ε.Δ. ότι οι επενδύσεις σε επιχειρηματικές συμμετοχές μπορούσαν να αποφέρουν απόδοση πέραν του 30%, παραπέμπω αφενός μεν στο Μέρος Ζ.1 του Ε.Δ. όπου δηλώνεται ότι τέτοιες συμμετοχές συνοδεύονται με «. υψηλό κίνδυνο και ανάλογα κέρδη» και αφετέρου σε απάντηση που έδωσε ο ίδιος ο πρώτος ενάγοντας σε σχετική επί του θέματος ερώτηση. Το κύριο παράπονο του, είπε, είναι ότι η Εταιρεία χρησιμοποίησε το προϊόν έκδοσης των Δικαιωμάτων κατά παράβαση του δημοσιοποιηθέντος σκοπού και της επενδυτικής της πολιτικής, ενώ αν το χρησιμοποιούσε όπως διακήρυσσε στο Ε.Δ. και είχε ζημιές δεν θα είχε παράπονο αφού κάθε επένδυση συνοδεύεται από κινδύνους. Αυτό κατά την άποψή μου θα έπρεπε να ήταν η πεμπτουσία της υπόθεσης και από τη στιγμή που - όπως κρίθηκε - η Εταιρεία χρησιμοποίησε το προϊόν έκδοσης των Δικαιωμάτων όπως εξάγγειλε, η οποιαδήποτε ζημιά υπέστησαν οι ενάγοντες από την αγορά και εξάσκηση των Δικαιωμάτων δεν οφείλεται σ΄ αυτή την αιτία αλλά στην τότε αδιαμφισβήτητη πτώση των τιμών στο ΧΑΚ. Έπεται ότι ούτε και αυτό το παράπονο ευσταθεί και σειρά παίρνει η εξέταση της διιστάμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη γνησιότητα της εξαγγελθείσας πρόθεσης των κυρίων μετόχων της Εταιρείας ότι θα εξασκούσαν τα Δικαιώματα που τους αναλογούσαν, καθώς επίσης και η ισχυριζόμενη απόκρυψη από το Ε.Δ. πωλήσεων μετοχών της Εταιρείας από κύριους μετόχους της. Η πρόθεση των μεγαλομετόχων της Εταιρείας για άσκηση των Δικαιωμάτων που τους αναλογούσαν καταγράφεται στο Μέρος Γ.2 του Ε.Δ. ως ακολούθως:- «Οι κύριοι μέτοχοι της Εταιρείας που κατά την ημερομηνία του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου κατέχουν συνολικά άμεσα και έμμεσα πέραν του 50% της Εταιρείας (δηλαδή η Sharelink Financial Services Ltd, η Τρίαινα Επενδύσεις Λίμιτεδ, η Λήδα Επενδυτική Εταιρεία Λίμιτεδ, ο Ανδρέας Δράκου και η Totalserve Management (Hellas) Limited) έχουν πρόθεση να ασκήσουν τα Δικαιώματα Προτίμησης (Rights) που τους αναλογούν μέσω του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου». Απλή και μόνο ανάγνωση του πιο πάνω αποσπάσματος αποκαλύπτει παρότρυνση ή ενθάρρυνση των μικρών και μεσαίων μετόχων της Εταιρείας να εξασκήσουν και αυτοί τα Δικαιώματα που θα τους παραχωρούσε δωρεάν η Εταιρεία, τα οποία βεβαίως μπορούσαν να μην τα εξασκήσουν ή ακόμη και να τα πωλήσουν. Όμως σε καμιά περίπτωση, είτε από το απόσπασμα αυτό είτε από οποιοδήποτε άλλο σημείο του Ε.Δ., δεν εξάγεται ούτε καν απομεμακρυσμένα συμπέρασμα ότι οι κύριοι μέτοχοι εμποδίζονταν να πωλήσουν μετοχές. Ο σκοπός της παραχώρησης δωρεάν Δικαιωμάτων στους μετόχους της Εταιρείας ήταν η αύξηση της κεφαλαιουχικής βάσης της Εταιρείας και για επίτευξη αυτού του σκοπού ήταν αδιάφορο για την Εταιρεία αν μέτοχοι της - μεγάλοι και μικρομεσαίοι - προέβαιναν εκείνη την περίοδο σε πωλήσεις μετοχών, αφού σε τέτοια περίπτωση το προϊόν δεν θα κατέληγε στα ταμεία της. Επομένως, τις μετοχές που πώλησαν στις 24.4.00 οι εναγόμενοι 2 (209.000) και 9 (254.000) δεν μπορούν να τις επικαλούνται οι ενάγοντες ως στοιχείο για τεκμηρίωση του ισχυρισμού τους ότι αν δημοσιοποιούνταν στο Ε.Δ. δεν θα αποφάσιζαν να αγοράσουν και ασκήσουν τα Δικαιώματα, αλλά θα προέβαιναν σε πώληση τους. Πέραν τούτου, όπως αδιαμφισβήτητα προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία τις μετοχές που πώλησε ο εναγόμενος 2, τις πώλησε στην εταιρεία του - την Drake Investments - και κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 «έφευγε από την Εταιρεία» δεν ευσταθεί και όσα σχετικά επικαλέσθηκε απορρίπτονται. Καταλήγω επομένως ότι η Εταιρεία δεν είχε υποχρέωση, ούτε την ενδιέφερε, να περιλάβει στο Ε.Δ. τις πωλήσεις μετοχών στις οποίες προέβησαν μεγαλομέτοχοι της και το σχετικό παράπονο των εναγόντων απορρίπτεται. Η απόρριψη του παραπόνου των εναγόντων ότι η Εταιρεία όφειλε να συμπεριλάβει στο Ε.Δ. τις τότε πωλήσεις μετοχών των μεγαλομετόχων της συνεπιφέρει και την απόρριψη του μέρους της μαρτυρίας του πρώτου ενάγοντα ότι εφόσον οι μέτοχοι αυτοί προέβησαν (τότε) σε πωλήσεις μετοχών, η εξαγγελθείσα πρόθεση τους ότι θα ασκούσαν τα Δικαιώματα που τους αναλογούσαν δεν ήταν γνήσια. Παρέμειναν επομένως επί του θέματος οι ισχυρισμοί με τους οποίους προσβάλλεται η γνησιότητα της πρόθεσης των εναγομένων 2, 4, 7 και 8 οι οποίοι αδιαμφισβήτητα προχώρησαν σε πωλήσεις 577.095 συνολικά Δικαιωμάτων, στοιχείο που εκ πρώτης όψεως τείνει να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του πρώτου ενάγοντα ότι η εξαγγελθείσα πρόθεση των εν λόγω εναγομένων για εξάσκηση των Δικαιωμάτων που τους αναλογούσαν δεν ήταν γνήσια, αλλά απέβλεπε σε παραπλάνηση των εναγόντων ώστε να αγοράσουν και ασκήσουν Δικαιώματα. Ωστόσο από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας καταρρίπτεται και αυτός ο ισχυρισμός/παράπονο για τους πιο κάτω λόγους;- Όπως ήδη έχει σημειωθεί η Εταιρεία έκδωσε 3.800.000 Δικαιώματα τα οποία παραχώρησε δωρεάν στους μετόχους της με αναλογία 1 Δικαίωμα για κάθε δύο μετοχές. Όπως δε αναφέρεται στο Μέρος Γ.2 του Ε.Δ. οι εναγόμενοι 2, 7, 8, 9 και 12 κατείχαν συνολικά πέραν του 50% των μετοχών της Εταιρείας και επομένως έλαβαν δωρεάν ανάλογο ποσοστό από τα εκδοθέντα Δικαιώματα. Με δεδομένο λοιπόν ότι όλα τα Δικαιώματα εξασκήθηκαν εξάγεται το αυτονόητο συμπέρασμα ότι και τα Δικαιώματα που έλαβαν οι μεγαλομέτοχοι εξασκήθηκαν. Πέραν τούτου, δεν μπορεί κατά την άποψή μου να υποστηριχθεί ότι η εξαγγελθείσα πρόθεση των εναγομένων 2, 7 και 8 δεν ήταν γνήσια, αφού (α) ο εναγόμενος 2 απέκτησε δωρεά 239.000 Δικαιώματα και πώλησε μόνο 5.095 και (β) οι εναγόμενες 7 και 8 ναι μεν πώλησαν στην White Knight 500.000 Δικαιώματα, αλλά τα πώλησαν υπό τον όρο ότι η White Knight θα τα ασκούσε και πράγματι τα άσκησε. Αποκαλύπτεται επομένως έμπρακτα το ενδιαφέρον των εν λόγω εταιρειών για εξάσκηση των Δικαιωμάτων που τους αναλογούσαν και το γεγονός ότι 500.000 Δικαιώματα πωλήθηκαν στην White Knight για να τα εξασκήσει αφ΄ εαυτού είναι στοιχείο που τεκμηριώνει τη γνησιότητα της πρόθεσης τους για εξάσκησή τους. Βέβαια ο πρώτος ενάγοντας, σ΄ ότι αφορά τη γνησιότητα της εξαγγελθείσας πρόθεσης των εναγομένων 7 και 8 για εξάσκηση των Δικαιωμάτων που τους αναλογούσαν, επικαλέσθηκε και ένα περαιτέρω μη αμφισβητούμενο γεγονός. Η πρόθεση τους, ισχυρίσθηκε, δεν ήταν γνήσια γιατί η καθεμιά απ΄ αυτές τις εταιρείες είχε ήδη επενδύσει σε μετοχές της Εταιρείας πέραν του 10% του ενεργητικού της και σύμφωνα με τους τότε Κανονισμούς του ΧΑΚ όφειλαν να πωλήσουν και, επομένως, η δημοσιοποιηθείσα πρόθεση τους ότι θα αποκτούσαν και άλλες μετοχές με την εξάσκηση των δικαιωμάτων δεν ήταν γνήσια. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση αυτή γιατί παραβλέπει ένα σημαντικό στοιχείο:- Ότι οι εναγόμενες 7 και 8 μπορούσαν να μειώσουν το ποσοστό επένδυσης τους στην Εταιρεία για να εξασκήσουν τα Δικαιώματα που τους αναλογούσαν και πράγματι στις 21.6.00 (τεκμ. 51 και 52) τo μείωσαν και έτσι με τους τότε ισχύοντες κανονισμούς του ΧΑΚ θα μπορούσαν μέχρι τις 26.6.00 να ασκήσουν τα Δικαιώματα τους, τα οποία όμως ήδη ασκήθηκαν από την White Knight. Για όλα τα πιο πάνω το παράπονο των εναγόντων ότι η εξαγγελθείσα πρόθεση των εναγομένων 2, 7 και 8 για εξάσκηση των Δικαιωμάτων τους δεν ήταν γνήσια δεν ευσταθεί και ό,τι παρέμεινε επί του θέματος είναι ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 4, αντίθετα με την εξαγγελθείσα πρόθεση, πώλησε μέσω της εναγόμενης 9 72.000 Δικαιώματα και κατά συνέπεια η εξαγγελθείσα πρόθεση των δύο αυτών εναγομένων δεν ήταν γνήσια. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε αυτό το παράπονο. Όπως αδιαμφισβήτητα προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία η εναγόμενη 9 κατείχε 304.000 μετοχές της Εταιρείας και στη βάση αυτή της αναλογούσαν 152.000 Δικαιώματα από τα οποία πώλησε μόνο τα 72.000. Αυτός τελικά ήταν ο αριθμός των Δικαιωμάτων που ουσιαστικά δεν εξασκήθηκε από τους μεγαλομετόχους της Εταιρείας και ο αριθμός αυτός έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η εξαγγελθείσα πρόθεση των μεγαλομετόχων της δεν ήταν γνήσια, αφού εξάσκησαν 1.828.000 Δικαιώματα από τα 1.900.000 που πήραν. Όλα τα παράπονα των εναγόντων που εξετάσθηκαν και αποφασίσθηκαν πιο πάνω αποτελούν κατά την άποψή μου και τα κύρια τους παράπονα. Δεν περιορίσθηκαν όμως μόνο σ΄ αυτά. Με τη γραπτή αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος τους εισηγήθηκε ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας οι πελάτες του απέδειξαν και περαιτέρω δικογραφημένες θέσεις τους για αποκρύψεις και άλλες επιλήψιμες πράξεις των εναγομένων, τις οποίες αν εγνώριζαν δεν θα αγόραζαν και δεν θα ασκούσαν τα Δικαιώματα, αλλά θα προχωρούσαν σε πώληση και εκείνων που πήραν δωρεά. Αναλυτικά, με την προσκομισθείσα μαρτυρία, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, αποδείχτηκε ότι η Εταιρεία (α) ενώ γνώριζε την επερχόμενη δραματική πτώση των τιμών στο ΧΑΚ όχι μόνο την απέκρυψε, αλλά με το Ε.Δ. προέτρεψε τους ενάγοντες να αγοράσουν και ν΄ ασκήσουν Δικαιώματα, (β) απέκρυψε τον τρόπο και τη μέθοδο βάσει της οποίας υπολόγισε την τιμή εξάσκησης των Δικαιωμάτων στις £2.00, (γ) απέκρυψε ότι είχε προβλήματα στην τήρηση του μητρώου των μετόχων της, (δ) απέκρυψε ότι η White Knight της χορήγησε δάνειο £5.000.000 για να αγοράσει τέλος του 1999 αρχές του 2000 10.000.000 μετοχές της, (ε) απέκρυψε τις εξαιρετικές «περιπτώσεις» που προνοούνται από το Νόμο ως προϋπόθεση για έκδοση Δικαιώματος πέραν του 20% του εκδοθέντος κεφαλαίου και (στ) απέκρυψε το συμφέρον που είχαν σύμβουλοι της στην επένδυση στη White Knight. Τέλος, προβλήθηκε ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι οι εναγόμενοι 1-6 και 12-19 επηρέασαν την τιμή της μετοχής της Εταιρείας για να την καταστήσουν ελκυστική, κάτι που επέδρασε στην απόφαση των εναγόντων για αγορά και εξάσκηση των Δικαιωμάτων. Πράγματι με τη μαρτυρία του ο πρώτος ενάγοντας διατύπωσε ισχυρισμούς και σε σχέση με τα πιο πάνω θέματα, τα οποία σε σύγκριση με τα βασικά παράπονα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως εφεδρικά. Εξέτασα την προσαχθείσα μαρτυρία και σε σχέση και με αυτά τα παράπονα. Όπως έκδηλα προκύπτει από τον όγκο κυρίως της γραπτής μαρτυρίας, ο πρώτος ενάγοντας στην προσπάθεια του να επανακτήσει τα χρήματα της αποτυχημένης επένδυσης και των τριών εναγόντων έκαμε φύλλο και φτερό οτιδήποτε θα μπορούσε να δώσει πίστη στον ισχυρισμό του ότι η επένδυση ήταν προϊόν εξαπάτησης του από τους εναγόμενους. Προς τούτο κινήθηκε σε τρεις άξονες, από τους οποίους ο πρώτος που αφορούσε τα κύρια παράπονα έχει ήδη απορριφθεί. Παρέμειναν επομένως τα εφεδρικά, τα οποία περιστρέφονται αφενός γύρω από τις ισχυριζόμενες αποκρύψεις και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι 1-6 και 12-19 επηρέασαν την τιμή της μετοχής της Εταιρείας ώστε να την καταστήσουν ελκυστική για να παραπλανηθούν οι ενάγοντες (και γενικά το επενδυτικό κοινό) να αγοράσουν και εξασκήσουν Δικαιώματα. Πρόκειται κατά την άποψή μου για παράπονα που έκδηλα βασίζονται σε αδύνατους και αβάσιμους ισχυρισμούς και προς τούτο είναι αρκετό να σχολιασθούν από το δικαστήριο μόνο τα δύο. Το πρώτο αφορά τον ισχυρισμό ότι δήθεν οι εναγόμενοι 1-6 και 12-19 χειραγώγησαν την τιμή της μετοχής της Εταιρείας ώστε να την καταστήσουν ελκυστική για να παραπλανηθούν οι ενάγοντες σε αγορά και εξάσκηση των δικαιωμάτων. Οι ιστορικές τιμές της μετοχής καταγράφονται στο τεκμ. 99 και όπως προκύπτει απ΄ αυτό από 1.2.00 μέχρι την παραμονή έκδοσης του Ε.Δ. η τιμή της μετοχής της Εταιρείας κυμαινόταν μεταξύ £2.20 (ελάχιστη) και £3.76 (μέγιστη). Ειδικά την παραμονή η τιμή της μετοχής ήταν £3.30 και η μέγιστη τιμή στην οποία ανήλθε από 20.4.00 μέχρι 13.7.00 ήταν £3.85. Έκτοτε αποτυπώνεται στο τεκμ. 99 μια συνεχής πτωτική πορεία και η παράθεση των πιο πάνω τιμών είναι αρκετή για κατάρριψη του ισχυρισμού του πρώτου ενάγοντα ότι τον ουσιώδη χρόνο η τιμή της μετοχής διαφοροποιήθηκε σε βαθμό που κατέστη ελκυστική και μάλιστα με ενέργειες των εναγομένων 1-6 και 12-19 για να παραπλανηθούν οι ενάγοντες σε αγορά και εξάσκηση Δικαιωμάτων. Πρόκειται επομένως για ένα αβάσιμο ισχυρισμό που, όπως και άλλοι, επιστρατεύθηκε από τον πρώτο ενάγοντα για να συμπεριλάβει στις αγωγές των εναγόντων και τους εναγόμενους 12-19 οι οποίοι, πλην της εναγόμενης 12, δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τη σύνταξη του Ε.Δ. Όπως δεν είχαν τέτοια σχέση και οι εναγόμενοι 7, 8, 9, 11 και 13-20 και στη βάση των όσων ήδη έχουν αποφασισθεί η αγωγή εναντίον τους είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Το δεύτερο παράπονο που κρίνει χρήσιμο το Δικαστήριο να σχολιάσει αφορά τον ισχυρισμό ότι η Εταιρεία γνώριζε την επερχόμενη δραματική πτώση των τιμών στο ΧΑΚ και όχι μόνο την απέκρυψε, αλλά με το Ε.Δ. προέτρεψε τους ενάγοντες να αγοράσουν και να ασκήσουν τα Δικαιώματα. Πρόκειται κατά την άποψή μου για ισχυρισμό που προσδίδει μαντικές ικανότητες στους συντάκτες του Ε.Δ., χωρίς τις οποίες δεν θα είχαν τέτοια γνώση. Γιατί όμως θα έπρεπε να γνωρίζουν αυτό το πράγμα δεν το έχω αντιληφθεί και κατά την άποψή μου ο πρώτος ενάγοντας ως προσοντούχος οικονομολόγος, τραπεζίτης και μακροπρόθεσμος επενδυτής ήταν περίπου στην ίδια θέση με τους συντάκτες του Ε.Δ. να εκτιμήσει την πορεία του ΧΑΚ. Έπεται ότι και αυτός ο ισχυρισμός είναι εντελώς αβάσιμος και σ΄ ότι αφορά τα άλλα παράπονα παραπέμπω στη μαρτυρία του ΜΥ.1, την οποία αφού εξέτασα αποδέχομαι στο σύνολό της και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως γίνεται αντιληπτό η απόρριψη της μαρτυρίας του πρώτου ενάγοντα και η αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΥ.1 προδιαγράφει και την τύχη των αγωγών. Κι αυτό χωρίς να απαιτείται η ενασχόληση με τις πρόνοιες των άρθρων 17, 18 και 19 του περί Συμβάσεων Νόμου, τα οποία θέτουν το νομικό πλαίσιο για στοιχειοθέτηση απάτης, δόλου ή ψευδών παραστάσεων, αφού οι ενάγοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των όσων καταλόγισαν στους εναγόμενους. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών, οι οποίες και απορρίπτονται με έξοδα εναντίον των εναγόντων. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.