← Κύπρος

Ανδρέα Νεοκλέους ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Αγωγή αρ. 2881/2006, 2 Ιουνίου, 2011

Ανδρέα Νεοκλέους ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Αγωγή αρ. 2881/2006, 2 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2881/2006 Μεταξύ: Ανδρέα Νεοκλέους Ενάγοντα και

  1. Αρχηγού Αστυνομίας
  2. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ------------------------------------------ Ημερομηνία: 2 Ιουνίου, 2011 Για ενάγοντα: κ. Χρ. Κληρίδης Για εναγομένους: κα Θ. Μαυρομουστάκη ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο ενάγων αξιώνει Λ.Κ. 3.000 (€5.125,80) αποζημιώσεις καθώς και παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις, λόγω της παράνομης και αντισυνταγματικής, όπως τη χαρακτηρίζει, σύλληψης και κράτησής του από την Αστυνομία στις 22.4.2006 μεταξύ των ωρών 03:30 και 08:30, η οποία θεωρεί ότι διενεργήθηκε χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση και κατά κατάχρηση της εξουσίας της Αστυνομίας. Διαζευκτικά, αξιώνει αποζημιώσεις λόγω του ότι η διάρκεια της κράτησής του ήταν αδικαιολόγητη και χωρίς νομικό έρεισμα. Σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς, ο ενάγων, φοιτητής σε πανεπιστήμιο της Κρήτης, βρισκόταν στην Κύπρο για τις γιορτές του Πάσχα. Στις 22.4.2006 γύρω στις 03:30, καθώς οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής ΕΤΝ684 σε λεωφόρο στη Λευκωσία με συνεπιβάτες τρία ξαδέλφια του μετά από νυχτερινή έξοδό τους, ανεκόπη από την Αστυνομία και υποβλήθηκε σε αλκοτέστ, με ένδειξη 66 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής (εφεξής «εκ.») ενώ το όριο είναι 22 εκ. Του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο και αμέσως παραδέχθηκε τη διάπραξη του σχετικού αδικήματος. Ακολούθως, ο ενάγων, σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση απαίτησης, συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση χωρίς δικαστικό ένταλμα, χωρίς βάσιμο λόγο, χωρίς να του εξηγηθεί ο λόγος της σύλληψης και κράτησής του, χωρίς να υπάρχει πρόθεση προσαγωγής του ενώπιον αρμόδιας αρχής και χωρίς να είναι ευλόγως αναγκαία η σύλληψη και κράτησή του. Κρατήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού για περίπου μία ώρα, όπου παραπονέθηκε τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεπιβάτες του για το παράνομο της κράτησής του, χωρίς να τους δοθούν οποιεσδήποτε πληροφορίες για τον σκοπό της σύλληψης και κράτησης. Γύρω στις 05:00 μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου, όπου επαναλήφθηκαν τα παράπονα. Γύρω στις 08:30 αφέθηκε ελεύθερος, μετά την υπογραφή εγγράφου το οποίο, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο του ενάγοντα, του παρουσιάστηκε ως έγγραφο παραδοχής για τη διάπραξη του προαναφερόμενου αδικήματος, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για εγγυητήριο έγγραφο για Λ.Κ.1.000 για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στις 25.4.
  3. Υπάρχουν επιπλέον ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης ότι ο ενάγων υπέβαλε γραπτό παράπονο το οποίο τον προέτρεψε ο αστυνομικός να τιτλοφορήσει «κατάθεση» και ότι κατέβαλε απεγνωσμένες προσπάθειες να πληροφορηθεί την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσής του στο Δικαστήριο, αλλά οι αστυνομικοί τον αγνοούσαν. Προβάλλεται επιπλέον η θέση ότι στις 25.4.2006, που ήταν ορισμένη η ποινική υπόθεση εναντίον του, πληροφορήθηκε το γεγονός τηλεφωνικώς από αστυνομικό, επισκέφθηκε δικηγόρο, ο οποίος του εξήγησε ότι το έγγραφο που κατείχε ήταν εγγυητήριο και αμέσως μετέβησαν στο Δικαστήριο, όπου του επιδόθηκε το κατηγορητήριο, παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια της αλκοόλης κατά παράβαση του επιτρεπόμενου ορίου και του επιβλήθηκε ποινή. Η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι ότι λόγω της παράνομης και αντισυνταγματικής και κατά παράβαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σύλληψης και κράτησης και/ή διάρκειας της κράτησής του και της συμπεριφοράς των αστυνομικών, αναστατώθηκε σε τέτοιο βαθμό που δεν ήταν σε θέση να περάσει ευχάριστα τις πασχαλινές διακοπές μαζί με την οικογένεια και τους φίλους του, ήταν συνεχώς σε ψυχολογική ένταση αισθανόμενος αδικημένος και εξευτελισμένος, και για τον λόγο αυτό οι εναγόμενοι οφείλουν να τον αποζημιώσουν. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν υπεράσπιση, με την οποία εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι ο τίτλος σε σχέση με τον εναγόμενο 1 είναι λανθασμένος και/ή δεν είναι σύμφωνα με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον των εναγομένων. Άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ένδειξη του προκαταρκτικού αλκοτέστ του ενάγοντα ήταν 70 εκ. και ότι η σύλληψη του ενάγοντα ήταν καθόλα νόμιμη μετά από τελική εξέταση αλκοτέστ με ένδειξη 66 εκ. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η μεταφορά του ενάγοντα στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου ήταν απαραίτητη για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, και ότι μόλις συμπληρώθηκε η διερεύνηση γύρω στις 08:30 ο ενάγων αφέθηκε ελεύθερος, αφού υπέγραψε εγγυητήριο έγγραφο για να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου στις 25.4.
  4. Παράλληλα, κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχθηκε τη διάπραξη του σχετικού ποινικού αδικήματος. Αρνούνται δε όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί παραπόνων και περί παράνομης και αντισυνταγματικής σύλληψης και κράτησης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο ενάγων και ένας μάρτυρας για αυτόν, καθώς και ένας μάρτυρας για τους εναγομένους. Σημειώνω ότι κατατέθηκε από κοινού, ως Τεκμήριο 3, επιστολή-εγκύκλιος ημερ. 27.3.2006 του τότε Αρχηγού Αστυνομίας προς όλους τους Αστυνομικούς Διευθυντές, με την οποία τους πληροφορεί για τη μείωση διά νόμου του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου περιεκτικότητας αλκοόλης στην εκπνοή και στο αίμα κατά την οδήγηση. Με την εν λόγω επιστολή, ο Αρχηγός Αστυνομίας (εναγόμενος 1) δίδει οδηγίες όπως ακολουθείται συγκεκριμένος και ομοιόμορφος χειρισμός των προσώπων που εντοπίζονται να οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλης, για την καλύτερη εφαρμογή του νέου νομοθετικού πλαισίου και για σκοπούς καταστολής και δραστικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που δημιουργούνται από την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης. Στον βαθμό που η εν λόγω εγκύκλιος ενδεχομένως να αφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι στις περιπτώσεις όπου η ποσότητα αλκοόλης κατά την τελική εξέταση υπερβαίνει τα 39 εκ., δίδονται οδηγίες όπως ο οδηγός συλλαμβάνεται και οδηγείται χωρίς χρονοτριβή στα κρατητήρια, να συμπληρώνεται τάχιστα ο φάκελος της υπόθεσης και ο παραβάτης να οδηγείται το συντομότερο δυνατό, και εν πάση περιπτώσει πριν απολυθεί, ενώπιον Δικαστηρίου για άμεση εκδίκαση της υπόθεσής του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου υπάρχουν προβλήματα που εμποδίζουν την κράτηση ή προσαγωγή του συλληφθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει να ενημερώνεται ο αρμόδιος βοηθός αρχηγός για να δώσει ανάλογες οδηγίες. Σημειώνω περαιτέρω ότι κατά την ενώπιόν μου ακροαματική διαδικασία δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός ότι η εν λόγω εγκύκλιος βρισκόταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο. Μαρτυρία Ο ενάγων κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο φοιτούσε σε πανεπιστήμιο στην Κρήτη και βρισκόταν στην Κύπρο για να περάσει τις διακοπές του Πάσχα με την οικογένειά του. Στις 21.4.2006, μετά τη λειτουργία του επιταφίου, μετέβη με τρία ξαδέλφια του (Γιώργο, Ανδρέα και Κωνσταντίνο Πασιά), σε μπυραρία στο κέντρο της Λευκωσίας για διασκέδαση. Στις 03:30 της 22.4.2006, αφού είχε καταναλώσει μερικά αλκοολούχα ποτά, οδήγησε το αυτοκίνητό του ΕΤΝ684 με συνεπιβάτες τα τρία ξαδέλφια του, καθότι αισθανόταν καλά. Στη Λεωφόρο Σπ. Κυπριανού, απέναντι από τον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού και περίπου 1 χλμ από την μπυραρία, ανεκόπη από την Αστυνομία και του ζήτησαν να υποβληθεί σε αλκοτέστ, το οποίο έπραξε χωρίς αντίρρηση. Η ένδειξη ήταν 66 εκ., ενώ το ανώτατο επιτρεπτό όριο, όπως του ανέφερε ο αστυνομικός, ήταν 22 εκ. Αμέσως παραδέχθηκε τη διάπραξη του σχετικού αδικήματος, τον πληροφόρησαν ότι συλλαμβάνεται για το εν λόγω αδίκημα και μεταφέρθηκε απέναντι στον Σταθμό Λυκαβηττού, όπου κρατήθηκε για 1 ½ ώρα και όπου συνεχώς, όπως κατέθεσε, εξέφραζε, τόσο ο ίδιος όσο και τα ξαδέλφια του, παράπονα για το παράνομο της κράτησής του. Γύρω στις 05:00 μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου, περίπου 1 χλμ. από την οικία του. Ο Γιώργος τον ακολούθησε, ενώ τους άλλους δύο τους μετέφερε στο σπίτι τους ο φίλος τους Λούης. Στη συνέχεια ο Ανδρέας και ο Λούης μετέβησαν στον Σταθμό, όπου ξαναπαραπονέθηκαν για τη σύλληψη και κράτηση του ενάγοντα. Ο ενάγων ανέφερε επιπλέον ότι στις 08:30 αφέθηκε ελεύθερος, αφού υπέγραψε έγγραφο το οποίο του παρουσιάστηκε από κάποιο αστυνομικό ως έγγραφο παραδοχής για τη διάπραξη του αδικήματος, ενώ στην πραγματικότητα και όπως αντιλήφθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο επρόκειτο για εγγυητήριο έγγραφο για Λ.Κ. 1.000 για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στις 25.4.2006 (Τεκμήριο 1). Ο ενάγων πρόσθεσε ότι πριν την απόλυσή του, ζήτησε να υποβάλει γραπτό παράπονο και ο αστυνομικός του παρέδωσε κάποιο έντυπο, στο οποίο του ζήτησε να γράψει ως τίτλο «κατάθεση Ανδρέα Νεοκλέους», καθότι, όπως του εξηγήθηκε, αυτή είναι η ορθή διαδικασία υποβολής παραπόνων. Ο ενάγων κατέθεσε περαιτέρω ότι στις 24.4.2006 προσπάθησε να πληροφορηθεί (τόσο τηλεφωνικώς όσο και επί τόπου στον Σταθμό) την ημερομηνία που έπρεπε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, αλλά οι αστυνομικοί τον αγνοούσαν. Στις 25.4.2006 δέχθηκε τηλεφώνημα από αστυνομικό, ο οποίος βρισκόταν στο Δικαστήριο, ότι εάν δεν παρουσιαστεί αμέσως θα υποχρεωθεί να καταβάλει Λ.Κ. 1.
  5. Αμέσως επισκέφθηκε τον δικηγόρο του, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι το έγγραφο που κατείχε ήταν εγγυητήριο και μετέβησαν στο Δικαστήριο, όπου του επιδόθηκε το κατηγορητήριο, παραδέχθηκε ενοχή για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση του επιτρεπτού ορίου και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου Λ.Κ. 300 και 4 βαθμοί ποινής. Ο ενάγων κατέθεσε περαιτέρω ότι λόγω της σύλληψης και κράτησής του και της συμπεριφοράς των αστυνομικών, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του αναστατώθηκαν σε τέτοιο βαθμό που δεν ήταν σε θέση να απολαύσουν τις πασχαλινές διακοπές και ένιωθε συνεχώς αδικημένος, ταπεινωμένος και εξευτελισμένος. Κατά την αντεξέταση, ο ενάγων διευκρίνισε ότι στην μπυραρία είχε καταναλώσει 2-3 μπύρες και 1-2 «σφηνάκια», ότι η ένδειξη της τελικής και όχι της προκαταρκτικής εξέτασης αλκοτέστ ήταν 66 εκ. και ότι αισθανόταν ότι ήταν σε θέση να οδηγήσει τη μικρή απόσταση μέχρι το σπίτι, παρά το ότι γνώριζε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν παράνομο. Δέχθηκε ότι η σύλληψή του ενδεχομένως να ήταν νόμιμη εφόσον είχε διαπράξει ποινικό αδίκημα και επέμεινε στη θέση ότι η κράτησή του ήταν παράνομη, καθότι δεν του επεξηγήθηκε ο λόγος της κράτησης και επειδή δεν επετράπη στους συγγενείς του να τον μεταφέρουν σπίτι πριν τις 08:30, οπόταν και τον παρέλαβε ο πατέρας του. Όσον αφορά το εγγυητήριο έγγραφο, ανέφερε ότι το υπέγραψε παρά το ότι δεν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενό του λόγω της αναστατωμένης κατάστασής του και της βιασύνης του να φύγει, και παρά το ότι δεν του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο από τους αστυνομικούς. Ανέφερε επιπλέον ότι από την πρώτη στιγμή ζητούσε να μην κρατηθεί σε κελί, καθότι γνώριζε για την ύπαρξη της εγκυκλίου και την πρακτική κράτησης παραβατών σε κελί ολονύχτια, και δεν αποδεχόταν να κρατηθεί σε κελί για αυτόν τον λόγο. Παρά τις ενστάσεις του, οι αστυνομικοί του έδειξαν την εγκύκλιο και του δήλωσαν ότι αυτή είναι η διαδικασία που είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν και συνεπώς οδηγήθηκε σε κελί. Πρόσθεσε ότι ήταν αναστατωμένος για 5-6 μέρες μετά το επεισόδιο, καθότι συζητείτο συνεχώς από το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον και ηρέμησε μόνο όταν έφυγε από την Κύπρο για να επιστρέψει στις σπουδές του. Ο Ανδρέας Πασιάς (Μ.Ε.) , εξάδελφος του ενάγοντα, ήταν επιβάτης μαζί με τα δύο αδέλφια του Γιώργο και Κωνσταντίνο στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων κατά τον επίδικο χρόνο. Μετά την ανακοπή από την αστυνομία απέναντι από τον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού και το αλκοτέστ, μετέβη στο μέρος ο φίλος του Λούης και μετέφερε τον ίδιο και τον Κωνσταντίνο σπίτι, ενώ ο Γιώργος παρέμεινε με τον ενάγοντα. Κατέθεσε περαιτέρω ότι στο σπίτι αγωνιούσε για τον ενάγοντα για αρκετή ώρα, μέχρις ότου του τηλεφώνησε ο Γιώργος και του ζήτησε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου, όπου είχαν μεταφερθεί, για να τους παραλάβει. Συνεπώς μετέβη στον Σταθμό με τον Λούη, πλην όμως οι αστυνομικοί δεν επέτρεπαν στον ενάγοντα να φύγει, παρά τις διαμαρτυρίες των φίλων του, καθότι, όπως τους αναφέρθηκε, το αλκοτέστ ήταν πάνω από το όριο και έπρεπε να παραμείνει υπό κράτηση, και έτσι αποχώρησαν. Δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε παραβιάσει τον Νόμο, αλλά θεωρεί ότι δεν υπήρχε λόγος να κρατηθεί στο κελί. Η Αστυφύλακας 342 Χριστίνα Σοφοκλέους (Μ.Υ.) ήταν η μοναδική μάρτυρας για την πλευρά των εναγομένων. Κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου. Κατέθεσε ότι στις 03:55 της 22.4.2006 ο Αρχιαστυφύλακας 155 Χριστόδουλος Σαρηγιάννης συνέλαβε τον ενάγοντα για το αυτόφωρο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, αφού σε τελικό έλεγχο η ένδειξη ήταν 66εκ., ενώ το όριο είναι 22εκ. Ακολούθως ο ενάγων μεταφέρθηκε στον Σταθμό, παραδόθηκε στη Μ.Υ. για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης και τέθηκε υπό κράτηση στις 05:10 μέχρι 08:30, σύνολο 3 ώρες και 20 λεπτά (Τεκμήριο 4 η σχετική καταχώριση στο βιβλίο κρατουμένων, Τεκμήριο 5 το μήνυμα που απεστάλη στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας, Τεκμήριο 6 η καταχώριση στο ημερολόγιο του Σταθμού). Η Μ.Υ. κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την κατάθεση που λήφθηκε στις 08:30 από τον πατέρα του ενάγοντα και αναφέρθηκε στη γραπτή κατηγορία του ενάγοντα στην οποία παραδέχτηκε το αδίκημα (Τεκμήριο 2) και στο εγγυητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) που υπέγραψε μόλις προτού αφεθεί ελεύθερος. Πρόσθεσε ότι δύο μέρες αργότερα συμπλήρωσε τον φάκελο της υπόθεσης και τον διαβίβασε στον Υπεύθυνο Αξιωματικό με εισήγηση την ποινική δίωξη του ενάγοντα (Τεκμήριο 8 η έκθεσή της). Σύμφωνα με τη Μ.Υ., δεν μπορούσε να ληφθεί ανακριτική κατάθεση από τον ενάγοντα και να κατηγορηθεί μόλις μεταφέρθηκε στον Σταθμό, καθότι βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Κατά την αντεξέταση, η Μ.Υ. ανέφερε ότι οι οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας (Τεκμήριο 3), τις οποίες είχε υποχρέωση να τηρεί αυστηρά, δεν ήταν ο μοναδικός λόγος που τέθηκε υπό κράτηση ο ενάγων. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, και εφόσον το όχημα δεν ανήκε στον ενάγοντα, υπήρχε αναγκαιότητα να διαπιστωθεί ο ιδιοκτήτης και κατά πόσο ο ενάγων το οδηγούσε με τη συγκατάθεσή του. Εν τούτοις, δεν μπορούσε να ληφθεί αμέσως κατάθεση από τον ενάγοντα, ούτε και να κατηγορηθεί γραπτώς αμέσως για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, ακριβώς επειδή βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Συνεπώς, στις 08:30 λήφθηκε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη του οχήματος, ήτοι τον πατέρα του ενάγοντα, όταν αυτός προσήλθε στον Σταθμό, ο οποίος διαβεβαίωσε ότι ο ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο με τη συγκατάθεσή του. Αμέσως μετά κατηγορήθηκε γραπτώς ο ενάγων για την κατηγορία που αφορούσε την αλκοόλη, εφόσον πλέον ήταν σε θέση να αντιληφθεί την κατηγορία, παραδέχτηκε και αφέθηκε ελεύθερος. Ζητήθηκε όμως από τον ενάγοντα να υπογράψει την εγγύηση Τεκμήριο 1 για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο λίγες μέρες αργότερα, λόγω του ότι δεν μπορούσε να οδηγηθεί αμέσως ενώπιον Δικαστηρίου ένεκα των εορτών του Πάσχα. Τέλος, η Μ.Υ. δήλωσε ότι με τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, ο χρόνος που κρατήθηκε ο ενάγων ήταν ο αναγκαίος για τη διερεύνηση της υπόθεσης και δεν υπήρξε οποιαδήποτε χρονοτριβή. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ενάγοντα, σημειώνω ότι ήταν εμφανής η προσπάθειά του να μελοδραματοποιήσει τα γεγονότα των επίδικων πρωινών ωρών και τις επιπτώσεις που είχε στην ψυχική ηρεμία τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειάς του. Βεβαίως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ταλαιπωρήθηκε τις επίδικες ώρες και ότι αισθάνθηκε ντροπιασμένος και ταπεινωμένος ένεκα της σύλληψης και κράτησής του. Δεν μπορούσε όμως να αρνηθεί το γεγονός ότι είχε διαπράξει συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα που αφορούσε την οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης και μάλιστα με ποσοστό τριπλάσιο του μέγιστου επιτρεπτού ορίου. Διαφάνηκε επιπλέον ότι το παράπονό του στην ουσία επικεντρώνεται στην έντονη αντίρρησή του στο περιεχόμενο της εγκυκλίου του Αρχηγού Αστυνομίας, ενώ η πεισματική του επιμονή ότι παρά την υψηλή ένδειξη του αλκοτέστ ήταν σε πολύ καλή κατάσταση δεν ήταν καθόλου πειστική. Επιπλέον, θεωρώ κάπως υπερβολικά και παράλογα τα όσα καταλόγισε ο ενάγων στην αστυνομία σε σχέση με την υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου και την προσπάθειά του να πληροφορηθεί την ημερομηνία ορισμού της ποινικής υπόθεσης στο Δικαστήριο. Το Τεκμήριο 1 που υπέγραψε ο ενάγων πριν αφεθεί ελεύθερος φέρει τον τίτλο «ΕΓΓΥΗΤΗΡΙΟΝ ΕΓΓΡΑΦΟΝ ΕΙΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΝ ΣΤΑΘΜΟΝ» και καταγράφει ρητώς και ευκρινώς ότι οφείλει στη Δημοκρατία Λ.Κ. 1.000 εάν παραλείψει να εκπληρώσει τον καταγραφόμενο όρο του εγγράφου, ήτοι να προσέλθει «ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λ/σίας την 25ην ημέραν του Απριλίου 2006 και ώραν 09:30 ίνα απαντήση εις την κατ' αυτού διατυπωθείσαν κατηγορίαν...». Κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ακόμη και μετά που είχε διαβάσει μεγαλοφώνως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ο ενάγων εξακολούθησε να προβάλλει τη θέση ότι δεν καταγραφόταν πουθενά η ημερομηνία κατά την οποία όφειλε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Μόνο όταν του ξαναεπιδείχθηκε το έγγραφο, δέχθηκε ότι τελικά καταγράφει όλα τα σχετικά στοιχεία. Είναι κάπως παράδοξο να ισχυρίζεται ένα νεαρό και μορφωμένο πρόσωπο ότι υπέγραψε ένα επίσημο έγγραφο, στο οποίο καταγράφονται συγκεκριμένοι όροι και στοιχεία, χωρίς να αντιλαμβάνεται το περιεχόμενό του και μάλιστα να επιμένει ότι του παρουσιάστηκε ως έντυπο παραδοχής της διάπραξης του αδικήματος, ενώ ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό και δεν το αντιλήφθηκε. Επισημαίνω ότι ο ενάγων υπέγραψε και έντυπο παραδοχής στη γραπτή κατηγορία για το συγκεκριμένο αδίκημα (το Τεκμήριο 2) και συνεπώς είναι ιδιαίτερα παράλογο να ισχυρίζεται ότι του παρουσιάστηκε το εγγυητήριο έγγραφο ως έντυπο παραδοχής. Υπενθυμίζω ότι δεν πρόκειται περί ενός αγράμματου ατόμου, αλλά ενός φοιτητή, ο οποίος όχι μόνο υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο, αλλά είχε στην κατοχή του αντίγραφο αυτού καθ' όλη τη διάρκεια των προσπαθειών που ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε για να πληροφορηθεί την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης. Επιπλέον, εάν κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε επηρεαστεί καθόλου από την αλκοόλη και αισθανόταν πολύ καλά, όπως συνεχώς τόνιζε κατά τη μαρτυρία του, είναι άξιον απορίας γιατί δεν κατανόησε το περιεχόμενο του εγγυητηρίου εγγράφου πριν το υπογράψει. Άλλωστε, εφόσον το θέμα της κράτησής του συζητείτο τόσο έντονα, όπως κατέθεσε, από το οικείο του περιβάλλον και εφόσον θεωρούσε ότι η Αστυνομία δεν ήταν βοηθητική σε σχέση με την πληροφόρηση της ημερομηνία της υπόθεσης, το λιγότερο που αναμενόταν θα ήταν να λάβει κάπως πιο σοβαρά το έγγραφο που είχε στην κατοχή του και να του ρίξει έστω μια ματιά, αφού, όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε αντιληφθεί στον Σταθμό ακριβώς τι υπέγραφε. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντα περί σύνταξης γραπτού παραπόνου το οποίο τον υποχρέωσε ο αστυνομικός να τιτλοφορήσει «κατάθεση», σημειώνω ότι το μοναδικό έγγραφο που κατατέθηκε ενώπιόν μου και φέρει τίτλο «κατάθεση» είναι το Τεκμήριο 2, ήτοι η γραπτή κατηγορία στην οποία παραδέχθηκε το αδίκημα της οδήγησης μετά την κατανάλωση αλκοόλης πέρα από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Ο Ανδρέας Πασιάς μου δημιούργησε αρκετά θετική εντύπωση και ανέφερε με ευθύτητα τα όσα θυμόταν σε σχέση με τα γεγονότα του επίδικου συμβάντος. Εν τούτοις, η μαρτυρία του ήταν κάπως περιορισμένης σημασίας, καθότι στην ουσία απλώς επιβεβαίωσε το γεγονός της σύλληψης και κράτησης του ενάγοντα λόγω της διάπραξης συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος, το οποίο δεν αμφισβητείται από την άλλη πλευρά, χωρίς να ήταν σε θέση να προσθέσει ο,τιδήποτε άλλο ουσιαστικό. Η Μ.Υ. μου δημιούργησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας, ήταν συνετή και σοβαρή και δεν έχω αμφιβολία ότι υπήρξε ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Προσκόμισε όλα τα σχετικά έγγραφα σε σχέση με τη σύλληψη και κράτηση του ενάγοντα και τις ενέργειες της Αστυνομίας, επιβεβαιώνοντας τη θέση της Υπεράσπισης ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα, ότι ο ενάγων, μετά από τη διεξαγωγή τελικού αλκοτέστ με ένδειξη 66εκ. συνελήφθη, μεταφέρθηκε αρχικά στον Σταθμό Λυκαβηττού και ακολούθως στον Σταθμό Αγίου Δομετίου, όπου υπηρετούσε η Μ.Υ., για τη διερεύνηση της υπόθεσης, όπου και τέθηκε στο κρατητήριο για 3 ώρες και 20 λεπτά. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, συμπληρώθηκε η εξέταση της υπόθεσης χωρίς χρονοτριβή, ενώ ο ενάγων απολύθηκε αφού προσήλθε στον Σταθμό ο πατέρας του, ιδιοκτήτης του οχήματος, από τον οποίο και έπρεπε να ληφθεί κατάθεση. Η Μ.Υ. δεν δίστασε να δεχθεί ότι είχε υποχρέωση να τηρεί τις οδηγίες του τότε Αρχηγού Αστυνομίας σε σχέση με οδηγούς που συλλαμβάνονται να οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλης, χωρίς αυτό να αναιρεί το γεγονός ότι συνάμα οι ενέργειες της Αστυνομίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως τις περιέγραψε η Μ.Υ. και όπως διαφαίνονται από τα έγγραφα που αυτή κατέθεσε και δεν αμφισβητήθηκαν ουσιωδώς, ήταν εντός των ευλόγων και δικαιολογημένων υπό τις περιστάσεις πλαισίων για τη συμπλήρωση της εξέτασης της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, το περιεχόμενο των δικογράφων και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 22.4.2006 γύρω τις 03:30 ο ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΝ 684 στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού (πρώην Γρίβα Διγενή) στη Λευκωσία με επιβάτες τα ξαδέλφια του Ανδρέα, Γιώργο και Κωνσταντίνο Πασιά, μετά από νυχτερινή διασκέδαση σε μπυραρία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου απέναντι από τον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού ανεκόπη από την Αστυνομία, υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης και ακολούθως σε τελικό έλεγχο με ένδειξη 66 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής («εκ.»). Στις 03:55 συνελήφθη για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως έχει τροποποιηθεί και μεταφέρθηκε απέναντι στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού. Ακολούθως, μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου, όπου παραδόθηκε στη Μ.Υ. για τη συμπλήρωση της εξέτασης της υπόθεσης και κρατήθηκε στα κρατητήρια από τις 05:10 μέχρι 08:
  6. Ο ενάγων κατηγορήθηκε γραπτώς για οδήγηση του προαναφερόμενου οχήματος, αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή 66εκ. αντί 22εκ. και απάντησε «παραδέχουμαι» (Τεκμήριο 2). Επιπλέον, υπέγραψε εγγυητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) για να εξασφαλιστεί η παρουσία του στο Δικαστήριο στις 25.4.2006 και ώρα 09:30 για την ποινική υπόθεση εναντίον του για το εν λόγω αδίκημα. Στις 25.4.2006 ο ενάγων παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με τον δικηγόρο του, παραδέχθηκε την εναντίον του κατηγορία και του επιβλήθηκε ποινή χρηματικού προστίμου Λ.Κ. 300 και 4 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης. Νομική Πτυχή Ο ενάγων στην παρούσα υπόθεση διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομη και αντισυνταγματική σύλληψη και κράτηση. Το άρθρο 11 του Συντάγματος είναι θεμελιώδους σημασίας εφόσον κατοχυρώνει το δικαίωμα της ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας του κάθε προσώπου από αυθαίρετη σύλληψη, φυλάκιση, καταδίκη και από κάθε άλλο περιορισμό της ελευθερίας του. Παρόμοιες είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει. Η υποπαράγραφος 8 του άρθρου 11 του Συντάγματός μας προνοεί ότι ο κατά παράβαση του άρθρου 11 συλληφθείς ή κρατηθείς έχει αγώγιμο δικαίωμα προς αποζημίωση. Σχετικό είναι και το άρθρο 29 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι η παράνομη κατακράτηση συνίσταται στην παράνομη και ολοσχερή στέρηση της ελευθερίας προσώπου για οποιαδήποτε χρονική περίοδο, με φυσικά μέσα ή με επίδειξη εξουσίας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 16η έκδοση, παρ.17-15, σελ. 972, αναφορικά με το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης: « A false imprisonment is complete deprivation of liberty for any time, however short, without lawful cause». Περαιτέρω, το εν λόγω αστικό αδίκημα, ως επέμβαση στο πρόσωπο, είναι αγώγιμο χωρίς την απόδειξη ειδικής ζημιάς (actionable per se- βλ. Murray v. Ministry of Defence

(1988)2 All E.R 521). Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 (β) του Κεφ 148, σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη κατακράτηση προσώπου, συνιστά υπεράσπιση το ότι ο ενάγων κρατήθηκε υπό νόμιμη σύλληψη σύμφωνα με τις διατάξεις οιουδήποτε νόμου. Ειδικότερα όσον αφορά το θέμα της σύλληψης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι το άρθρο 11
(3)του Συντάγματος ορίζει ότι κανένας δεν συλλαμβάνεται χωρίς δικαστικό ένταλμα, εκτός αν το αδίκημα είναι αυτόφωρο και τιμωρείται με θάνατο ή φυλάκιση όπως ο νόμος ορίζει. Επιπλέον, το άρθρο 14
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προνοεί ότι αστυνομικός δύναται να συλλάβει χωρίς ένταλμα οποιοδήποτε άτομο το οποίο διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση. Στην υπόθεση Kyriakides v. The Police 1 RSCC 66 λέχθηκε ότι σε περιπτώσεις σύλληψης για αυτόφωρο αδίκημα, η σύλληψη θα πρέπει να ακολουθεί αμέσως τη διάπραξη του αδικήματος («the commission of the offence and the arrest of the offender should follow each other directly in point of time and sequence.»). Περαιτέρω, ο συλληφθείς πρέπει να πληροφορηθεί τους λόγους σύλληψής του (άρθρο 11
(4)του Συντάγματος). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει πιο πάνω και στην ουσία δεν αμφισβητείται, ο ενάγων εντοπίστηκε από την αστυνομία να οδηγεί έχοντας καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλης ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του να υπερβαίνει το καθορισθέν όριο, το οποίο είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με πρόστιμο και/ή φυλάκιση. Ως εκ τούτου, επρόκειτο για σύλληψη για αυτόφωρο ποινικό αδίκημα αμέσως μετά τη διάπραξη. Όσον αφορά τη θέση του ενάγοντα ότι δεν είχε πληροφορηθεί τον λόγο σύλληψής του, επισημαίνω ότι η θέση αυτή ουσιαστικά κατέρρευσε, εφόσον ο ίδιος ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έτυχε της δέουσας πληροφόρησης. Ειδικότερα, όπως καταγράφεται ρητά στην παράγραφο 7 της Γραπτής Δήλωσης που κατέθεσε ο ενάγων και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μετά το τελικό αλκοτέστ με ένδειξη 66 εκ. ενώ το όριο, όπως του ανέφερε ο αστυνομικός, ήταν 22εκ. , «Αμέσως παραδέχτηκα την διάπραξη του αδικήματος της οδήγησης αυτοκινήτου υπό την επήρεια αλκοόλ πέραν από το νόμιμο επιτρεπτό όριο, και τότε με πληροφόρησαν ότι συλλαμβάνομαι για την διάπραξη του αδικήματος του οποίου παραδέχθηκα και αμέσως τέθηκα υπό κράτηση». Προχωρώντας στο θέμα της κράτησης του ενάγοντα μετά τη σύλληψή του για αυτόφωρο αδίκημα, σημειώνω ότι ένας συλληφθείς πρέπει να προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό αμέσως μετά τη σύλληψή του και πάντως το αργότερο μέσα σε 24 ώρες, εφόσον δεν αφεθεί ελεύθερος ενωρίτερα (βλ. άρθρο 11
(5)του Συντάγματος). Το δε άρθρο 17 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 πραγματεύεται το θέμα της μεταχείρισης προσώπων που συνελήφθησαν χωρίς ένταλμα και τέθηκαν υπό κράτηση και προνοεί μεταξύ άλλων ότι εάν δεν είναι πρακτικά δυνατή η προσαγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου εντός 24 ωρών, ο υπεύθυνος του σταθμού πρέπει να προκαλέσει τη διεξαγωγή ανακρίσεων για την υπόθεση και εκτός αν το ποινικό αδίκημα φαίνεται στον υπεύθυνο να είναι σοβαρού χαρακτήρα, να απολύσει το πρόσωπο που συνελήφθη, αφού αυτός υπογράψει εγγύηση για εύλογο ποσό ότι θα εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρόνο και τόπο που έχει προσδιοριστεί στο εγγυητικό γραμμάτιο, ενώ αν φαίνεται ότι οι ανακρίσεις δεν δύνανται να συμπληρωθούν αμέσως να τον απολύσει, αφού αναλάβει προσωπική υποχρέωση για εύλογο χρηματικό ποσό για να εμφανιστεί σε συγκεκριμένο αστυνομικό σταθμό. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία όπως την έχω αξιολογήσει πιο πάνω και από τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, δεν φαίνεται να έχει υπάρξει οποιαδήποτε παράβαση ή υπέρβαση των πιο πάνω συνταγματικών και νομοθετικών προνοιών και ορίων. Ο ενάγων τέθηκε υπό κράτηση μετά τη σύλληψή του για αυτόφωρο αδίκημα για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, κατά το οποίο διεκπεραιώθηκε το αναγκαίο ανακριτικό έργο σε σχέση με την υπόθεση και ακολούθως αφέθηκε ελεύθερος, αφού υπέγραψε εγγύηση για Λ.Κ. 1.000 ότι θα εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 25.4.2006, εφόσον η προσαγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου εντός 24 ωρών δεν ήταν πρακτικά δυνατή λόγω των εορτών του Πάσχα. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των δεδομένων της υπό κρίση περίπτωσης, κρίνω ότι τόσο η αναγκαιότητα της κράτησης για σκοπούς συμπλήρωσης του ανακριτικού έργου όσο και η διάρκειά της καταδείχθηκε ότι ήταν αιτιολογημένη και εύλογη και δεν έχει διαφανεί οποιαδήποτε κακοπιστία ή σοβαρή χρονοτριβή εκ μέρους της Αστυνομίας. Όπως λέχθηκε στην Τσουλούπας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1263 στη σελίδα 1272 «. η αναγκαιότητα της κράτησης, άνκαι διαπιστώνεται εκ των υστέρων από το δικαστήριο, κρίνεται με αναφορά στα δεδομένα τα οποία ήσαν ενώπιον της Αστυνομίας κατά τον κρίσιμο χρόνο. . Το αν η διάρκεια της κράτησης . ήταν πέραν της απαραίτητης δεν μπορεί να κριθεί in abstracto αλλά σε συνάρτηση με τις πραγματικότητες συνθηκών, χώρου και χρόνου, εφ΄ όσον το κρινόμενο είναι το αντικειμενικά εύλογο υπό τις περιστάσεις». Πολύς λόγος έγινε από την πλευρά του ενάγοντα για την εγκύκλιο του τότε Αρχηγού Αστυνομίας ημερ. 27.3.2006 προς τους Αστυνομικούς Διευθυντές σε σχέση με τον χειρισμό προσώπων που καταλαμβάνονται να οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλης. Όπως καταγράφεται στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο κατατέθηκε ενώπιόν μου από κοινού ως Τεκμήριο 3, έγινε με αφορμή τη δια νόμου μείωση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου περιεκτικότητας αλκοόλης στην εκπνοή και στο αίμα κατά την οδήγηση, «για την όσο το δυνατό καλύτερη εφαρμογή του νέου νομοθετικού πλαισίου και για σκοπούς καταστολής και δραστικής αντιμετώπισης του προβλήματος που άπτεται της απώλειας ανθρωπίνων ζωών, αναπηριών ή σοβαρών τραυματισμών, να ακολουθείται . ομοιόμορφος χειρισμός των προσώπων που καταλαμβάνονται να οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλης». Όπως αναφέρθηκε στη σελίδα 4 πιο πάνω, σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα αλκοόλης κατά την τελική εξέταση υπερβαίνει τα 39εκ., η εγκύκλιος αναφέρει ότι ο οδηγός θα πρέπει να συλλαμβάνεται και να οδηγείται χωρίς χρονοτριβή στα κρατητήρια, να συμπληρώνεται τάχιστα ο φάκελος της υπόθεσης και ο παραβάτης να οδηγείται το συντομότερο δυνατό ενώπιον του Δικαστηρίου για άμεση εκδίκαση της υπόθεσής του. Επισύρεται δε η προσοχή των αστυνομικών διευθυντών στις πρόνοιες του Νόμου 163(Ι)/2005 για τα δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση και εντέλλονται όπως τηρούν αυστηρά τις σχετικές πρόνοιες προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των συλληφθέντων. Είναι παραδεκτό από τις δύο πλευρές ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Αστυνομία, κατά τον χειρισμό συναφών περιστατικών, ακολουθούσε τις πιο πάνω οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας. Είναι επιπλέον γεγονός ότι η Αστυνομία ενεργούσε με ιδιαίτερη αυστηρότητα, προφανώς λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης και των τραγικών και καταστροφικών συνεπειών, όπως σοβαρά και θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, τα οποία έχουν καταστεί μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία (βλ. Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232). Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, τονίζω ότι το Δικαστήριο δεν καλείται στα πλαίσια της παρούσας να κρίνει ή να αξιολογήσει την εν λόγω εγκύκλιο ή τη συμπεριφορά της Αστυνομίας γενικότερα, αλλά να εξετάσει τα ιδιαίτερα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης που έχει τεθεί ενώπιόν του, με σκοπό την εξακρίβωση κατά πόσο η σύλληψη και κράτηση του ενάγοντα ήταν όντως παράνομη και αντισυνταγματική, με αποτέλεσμα να δικαιούται σε αποζημιώσεις, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Όπως προκύπτει από τα όσα έχω αναλύσει πιο πάνω, έχει καταδειχθεί ενώπιόν μου ότι οι ενέργειες της Αστυνομίας στην υπό εξέταση περίπτωση ήταν εύλογες υπό τις περιστάσεις και ειδικότερα ότι τόσο η σύλληψη όσο και η κράτηση του ενάγοντα, στη βάση των δεδομένων της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν νόμιμη και δικαιολογημένη. Και αυτό δεν διαφοροποιείται απλώς και μόνο επειδή ετηρείτο η εγκύκλιος ή επειδή σήμερα η Αστυνομία ενδεχομένως να μην ενεργεί με τον ίδιο τρόπο. Όσον αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης, θεωρώ ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου επί της ουσίας της αγωγής καθιστά άνευ αντικειμένου την περαιτέρω εξέταση των εν λόγω ζητημάτων. Άλλωστε, δεν προωθήθηκαν με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Συμπερασματικά όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγομένων 1 και 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.