← Κύπρος

Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας ΕΡΜΑΠΛΕΞ ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Αγωγή Αρ. 480/02, 2 Ιουνίου, 2011

Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας ΕΡΜΑΠΛΕΞ ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Αγωγή Αρ. 480/02, 2 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 480/02 Μεταξύ: Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας ΕΡΜΑΠΛΕΞ ΛΤΔ Ενάγοντα - και - ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Εναγόμενης Ημερομηνία: 2 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη/αιτήτρια: κα Πολυβίου (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Ναθαναήλ) Για ενάγοντα/καθ΄ ου η αίτηση: κ.κ. Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Χαραλάμπους) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εναγόμενη (στο εξής η αιτήτρια) αποβλέπει σε ενεργοποίηση των προνοιών του άρθρου 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 για αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου ο ενάγοντας (στο εξής ο καθ΄ου η αίτηση) καταθέσει στο Δικαστήριο περαιτέρω τραπεζική εγγύηση ύψους €65.000 ως ασφάλεια για τα έξοδά. Τα σχετικά με το αίτημα γεγονότα δεν αμφισβητούνται και σε συντομία έχουν ως ακολούθως:- Η υπό εκκαθάριση εταιρεία ΕΡΜΑΠΛΕΞ ΛΤΔ (στο εξής η Εταιρεία) ήταν ενοικιάστρια εργοστασίου στην Ανθούπολη, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά στις 6.9.1988. Το εργοστάσιο και το περιεχόμενο του ήταν ασφαλισμένο από την αιτήτρια, η οποία αρνήθηκε να καλύψει τη ζημιά με αποτέλεσμα η Εταιρεία να καταχωρίσει εναντίον της την αγωγή 7905/88. Ένα χρόνο μετά την καταχώριση της αναφερθείσας αγωγής, στις 4.10.89, εκδόθηκε εναντίον της Εταιρείας διάταγμα εκκαθάρισης και η αγωγή συνεχίσθηκε από τον Επίσημο Εκκαθαριστή μέσω των ιδίων όπως και η παρούσα δικηγόρων, οι οποίοι όμως την απέσυραν στις 15.11.96 «. με πλήρη επιφύλαξη δικαιωμάτων». Το ίδιο ακριβώς έπραξε και η αιτήτρια σε σχέση με την ανταπαίτηση της. Έκτοτε παρήλθαν πέντε

(5)και πλέον χρόνια απραξίας, η οποία τερματίσθηκε με την καταχώριση της παρούσας αγωγής και με την ίδια όπως και η πρώτη αξίωση. Η αιτήτρια καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις 4.9.02 και λίγες ημέρες μετά, στις 16.9, απευθύνθηκε στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 382 του περί Εταιρειών Νόμου για αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου ο καθ΄ ου η αίτηση καταθέσει υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης ασφάλεια εξόδων στο ποσό των Λ.Κ.35.
  1. Η αίτηση εκδικάσθηκε από τον Δικαστή Γ. Αρέστη (Π.Ε.Δ.), ο οποίος με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 13.2.03 διέταξε την Εταιρεία να παράσχει ασφάλεια εξόδων υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης στο ποσό των Λ.Κ.7.000 και με την επισήμανση «.. ότι υπάρχει πάντοτε η ευχέρεια αν οι περιστάσεις το δικαιολογούν να ακολουθήσει άλλη αίτηση για αύξηση του ποσού της ασφάλειας». Είναι αυτές τις περιστάσεις που επικαλείται η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της για αύξηση του ποσού της ασφάλειας και προς τούτο επικαλείται ουσιαστικά τα επανειλημμένα αιτήματα των δικηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση για αναβολή της ακρόασης, καθώς επίσης και την απόσυρση τους μετά από άδεια του Δικαστηρίου στις 8.6.2010 ως και τον μετέπειτα επαναδιορισμό τους. Πράγματι για πρώτη φορά η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 30.3.04 και έκτοτε αναβλήθηκε επανειλημμένως - στις 3.11.04, 14.6.05, 9 και 10.11.05, 8.2.06, 12.4.06 και 25.5.06 - μετά από ικανοποίηση αιτημάτων κυρίως των δικηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση. Όμως η ακροαματική διαδικασία δεν άρχισε στις 25.5.06 αφού τόσο η αιτήτρια όσο και ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισαν στο μεταξύ, στις 12.4.06 και 19.4.06 αντίστοιχα, αιτήσεις για προεκδίκαση νομικών σημείων και για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης η οποία ορίσθηκε για τις 18.9.
  2. Είναι από τότε που εκκρεμεί η υπόθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ προηγουμένως με αυτή ασχολήθηκαν άλλοι 4 δικαστές. Από 18.9.06 μέχρι και σήμερα το παρόν δικαστήριο έχει άμεσες παραστάσεις της πορείας της υπόθεσης, η ακρόαση της οποίας ακόμη να αρχίσει για τους ακόλουθους πέντε λόγους:- Ο πρώτος, στην πίστη που έδωσε το Δικαστήριο στις δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων ότι καταβάλλονταν σοβαρές προσπάθειες για φιλική διευθέτηση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η αίτηση ημερ. 19.4.06 για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης να εκδικασθεί στις 6.6.
  3. Έτσι χάθηκαν 14 περίπου μήνες και παρόλο που το Δικαστήριο έκδωσε την ενδιάμεση του απόφαση ένα μήνα μετά, στις 6.7.07, χάθηκαν και άλλοι μήνες αφού θα έπρεπε να δοθεί χρόνος για καταχώριση των τροποποιημένων δικογράφων και μόλις αυτά καταχωρήθηκαν η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση 19.2.
  4. Όμως και αυτή τη φορά δεν άρχισε η ακροαματική διαδικασία λόγω αιτήματος του δικηγόρου του καθ΄ ου η αίτηση για αναβολή, αφενός μεν γιατί συμπεριέλαβε, όπως ανάφερε, στην (τροποποιημένη) έκθεση απαίτησης περιεχόμενο που δεν είχε εγκρίνει το Δικαστήριο και αφετέρου γιατί είχαν διαμορφωθεί συνθήκες για φιλική διευθέτηση της υπόθεσης και έτσι η ακρόαση - χωρίς ένσταση και χωρίς έξοδα - αναβλήθηκε για τις 16.5.
  5. Ο δεύτερος, λόγω της αίτησης ημερ. 12.4.06 για προεκδίκαση νομικών σημείων, την οποία «θυμήθηκαν» οι συνήγοροι των διαδίκων στις 16.5.08 και η οποία αφού εκδικάσθηκε απορρίφθηκε στις 14.10.08 με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και η υπόθεση ορίσθηκε ξανά για ακρόαση στις 22.1.
  6. Όμως την ημέρα εκείνη το Δικαστήριο ικανοποίησε αίτημα των δικηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση για αναβολή λόγω ασθένειας του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση και η ακρόαση αναβλήθηκε για τις 30.3.
  7. Ο τρίτος, λόγω της αίτησης της αιτήτριας ημερ. 30.1.09 για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, η οποία έγινε εκ συμφώνου αποδεκτή στις 24.3.09 και ενόψει τούτου έπρεπε να καταχωρηθούν νέα δικόγραφα, με αποτέλεσμα η ακρόαση να αναβληθεί για τις 23.9.
  8. Ο τέταρτος, λόγω των αιτημάτων αναβολής της ακρόασης των δικηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση ημερ. 15.9.09, 14.10.09, 27.11.09, 8.2.10 και 30.4.10 για λόγους υγείας του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση και ο Πέμπτος, λόγω του ότι στις 8.6.10, που η υπόθεση είχε ορισθεί για πολλοστή φορά για ακρόαση, ο συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από την υπόθεση λόγω διαφωνιών που προέκυψαν στο χειρισμό της, αίτημα που ικανοποιήθηκε αφού με αυτό συμφώνησε και ο (πρώην) διευθυντής της Εταιρείας που ζήτησε χρόνο για να έλθει σε επαφή με τον Επίσημο Παραλήπτη για διορισμό νέου δικηγόρου. Έτσι η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 20.9.10 και στη συνέχεια (για οδηγίες) στις 24.9 και 12.10.10 προκειμένου να ενημερωθεί για την υπόθεση η εκπρόσωπος του Επίσημου Παραλήπτη. Με την παράθεση των πιο πάνω στοιχείων είναι φανερό κατά την άποψη μου ότι μέχρι τις 12.10.10 δεν έγινε κατορθωτό να αρχίσει η ακροαματική διαδικασία για λόγους που αφορούν και τις δύο πλευρές, κυρίως την πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση με τα επανειλημμένα αιτήματα αναβολής της ακρόασης εκ μέρους των δικηγόρων του. Με επιπρόσθετο, το αίτημα τους να αποσυρθούν από την υπόθεση και τον επαναδιορισμό τους. Έτσι στις 12.12.10 εμφανίσθηκε εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση ο κ. Χαραλάμπους, ο οποίος πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο καθ΄ ου η αίτηση επαναδιόρισε ως δικηγόρους τους κ.κ. Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδη και η συνήγορος που εμφανίσθηκε για την αιτήτρια δήλωσε ότι δεν θα παρενέβαλλε εμπόδια στον επαναδιορισμό τους, αλλά θα προχωρούσε με αίτηση για αύξηση της ασφάλειας εξόδων. Πράγματι στις 20.10.10 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση, η οποία συνοδεύεται και από προσχέδιο καταλόγου εξόδων στη βάση του οποίου η αιτήτρια δικαιολογεί γιατί η ασφάλεια θα πρέπει να αυξηθεί κατά €65.460,
  9. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση με την οποία προβάλλεται ότι (α) η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, (β) η αιτούμενη αύξηση είναι αδικαιολόγητη αφού πρόσφατη νομολογία όρισε την ασφάλεια εξόδων στα €2.000 και (γ) το ύψος της επιζητούμενης ασφάλειας είναι αποτρεπτικό του δικαιώματος εφέσεως. Η ένσταση, όπως και η αίτηση, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση όπου διατυπώνονται βασικά οι ακόλουθοι τρεις ισχυρισμοί:-
  10. Υπάρχει ήδη ασφάλεια εξόδων και η αίτηση είναι εκδικητική λόγω του ότι η αιτήτρια δεν έχει υπεράσπιση και η Εταιρεία απέρριψε πρόταση της για διευθέτηση της υπόθεσης με την καταβολή του 1/10 της αξίωσής της.
  11. Οποιαδήποτε αλλοίωση του υφιστάμενου διατάγματος θα είναι καταστροφικό για την Εταιρεία γιατί θα της στερήσει το δικαίωμα ακρόασης και
  12. Σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό παρόμοιες περιστάσεις καθορίσθηκε ως ασφάλεια εξόδων το ποσό των €2.
  13. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με γραπτές αγορεύσεις. Τις έχω διεξέλθει και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις θα γίνει αν και εφόσον χρειασθεί πιο κάτω. Επί του παρόντος προέχει η εξέταση της νομικής βάσης της αίτησης, η οποία σύμφωνα με τον καθ΄ ου η αίτηση είναι λανθασμένη. Η αίτηση όπως ήδη έχει σημειωθεί βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο έχει ως ακολούθως:- «
  14. Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.» Απλή και μόνο ανάγνωση του άρθρου 382 επί του οποίου βασίζεται η αίτηση αποκαλύπτει ότι ο πρώτος λόγος ένστασης, ότι δηλαδή η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, έκδηλα δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό παρέχεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να ικανοποιήσει αίτημα εναγόμενου μιας εταιρείας για παροχή ασφάλειας ως προς τα έξοδα, στην περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του αν επιτύχει στην υπεράσπισή του. Τέτοια είναι και η παρούσα περίπτωση και ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Παρόμοια δεν ευσταθεί και ο δεύτερος λόγος ένστασης που βασίζεται στο ότι ήδη δόθηκε ασφάλεια για τα έξοδα και σχετικά παραπέμπω στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 13.2.03, όπου το Δικαστήριο καθόρισε την ασφάλεια στο ποσό των £7.000 με την επισήμανση «.ότι υπάρχει πάντοτε ευχέρεια αν οι περιστάσεις το δικαιολογούν να ακολουθήσει άλλη αίτηση για αύξηση του ποσού της ασφάλειας». Όπως δεν ευσταθεί και ο λόγος ένστασης ότι πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθόρισε σε παρόμοιες περιστάσεις την ασφάλεια εξόδων στο ποσό των €2.
  15. Κάτι τέτοιο κατά την άποψη μου δεν μπορούσε να γίνει αφού κάθε υπόθεση βασίζεται στα δικά της περιστατικά και τα περιστατικά της υπόθεσης Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 354/08 ημερ. 29.12.09, που επικαλέσθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του καθ΄ ου η αίτηση, καμιά απολύτως σχέση δεν έχουν με τα περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης. Παρέμεινε επομένως ως μόνος λόγος ένστασης ότι η αίτηση είναι εκδικητική και εν πάση περιπτώσει η ζητούμενη αύξηση αδικαιολόγητη. Και αν όχι, κατά πόσο το Δικαστήριο θα ασκήσει την ευχέρεια που έχει από το Νόμο για αύξηση της ασφάλειας και αυτό στη βάση των περιστάσεων που σχετίζονται με την πολύχρονη πορεία της υπόθεσης. Έχω την άποψη ότι οι λόγοι που ώθησαν την αιτήτρια σε καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης αφορούν την ίδια και η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί προς δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη κατά πόσο τα περιστατικά της υπόθεσης δικαιολογούν την άσκηση της ευχέρειας που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος και η δεύτερη, στην περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι θετική, κατά πόσο η ζητούμενη αύξηση είναι δικαιολογημένη. Σ΄ ότι αφορά το πλαίσιο άσκησης της ευχέρειας που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος παραπέμπω στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεν. Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 1446 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:- «Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσιβλήτου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No.32 p.15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October
  1. Βέβαια, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτήν σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Χ. ν. Sweeden, απόφαση ημερ. 28 Φεβρουαρίου 1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας: «.. It cannot be assumed that a request of security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or not a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention." Κατά την άποψη μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ΄ όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd [1892] 66 L.T.R.
  2. Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο.» Την ίδια γραμμή ακολούθησε το Εφετείο και στις υποθέσεις Conway v. Ηλία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1653, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698 και Stadland Holdings Ltd κ.α. ν. Ευσταθίου κ.α.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809. Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση η οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων αποτελούσε το έρεισμα του αιτήματος των εφεσιβλήτων για ασφάλεια εξόδων. Προβλέπεται, όπως προαναφέραμε, από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Πρέπει όμως να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία: Βλ. Golder v. U.K. Series A Vol.18
(1975)σελ.1, Ashingdane v. U.K., Series A Vol.93
(1985)σελ.1, Tolstoy Miloslavsky v. U.K. Series A Vol. 316
(1996)σελ.51, Ait-Mouhoud v. France, ECHR Reports of Judgments and Decisions 1998 - VIII No.96 σελ.3214, Kreuz v. Poland, ECHR Reports of Judgments and Decisions 2001 - VI σελ. 127, Jedamski and Jedamska v. Poland 73547/01 ECHR Reports of Judgments and Decisions 2005 σελ.538. Παρατηρούμε, σε ό,τι αφορά την παρούσα περίπτωση, πρώτο ότι δεν δόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο η δέουσα σημασία στο ότι, νομικά, η αγωγή προωθείτο από τον Επίσημο Παραλήπτη. Επομένως, η προτεινόμενη ασφάλεια εξόδων, η οποία προερχόταν από τρίτο πρόσωπο σε σχέση με την περιουσία του οποίου είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής, δεν ήταν αδύνατον να δοθεί αφού και για εκείνη την περιουσία τον λόγο πάλι τον είχε ο Επίσημος Παραλήπτης. Δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί βάσιμη η πρωτόδικη εντύπωση ότι ο Επίσημος Παραλήπτης δεν είχε συγκατατεθεί. Εξάλλου, η έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν καταδείκνυε αφεαυτής έλλειψη οικονομικής δυνατότητας για την παροχή ασφάλειας εξόδων. Το δε ενδιαφέρον του τρίτου προσώπου εξηγείτο από τη διασύνδεση, καθώς προκύπτει, των συμφερόντων του με τα συμφέροντα των εφεσειόντων. Έπειτα, η πρωτόδικη άποψη ότι οι εφεσείοντες στηρίζονταν σε προσδοκία αόριστη, ασαφή και αβέβαιη υποτιμούσε, χωρίς εξήγηση, τη μαρτυρία τους ότι ανέμεναν να είναι σύντομα σε θέση να παράσχουν την ασφάλεια εξόδων. Αλλά και να ματαιωνόταν αυτή η προσδοκία - γιατί αβεβαιότητα σε κάποιο βαθμό μπορεί να υπήρχε, όπως σε τόσα πράγματα του μέλλοντος - δεν υπήρχε ένδειξη περί ουσιαστικής ζημιάς στους εφεσίβλητους, ώστε σταθμίζοντας τα δύο το Δικαστήριο να μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι το ισοζύγιο επέβαλλε τη στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο. Δεν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας. Καταλήγουμε ότι η πρωτόδικη κρίση δεν μπορεί να υποστηριχθεί.» Η πεμπτουσία του αριστοτεχνικά διατυπωμένου σκεπτικού της πιο πάνω αυθεντίας, σ΄ ότι αφορά τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί του θέματος, μπορεί κατά την άποψή μου να αποδοθεί με απλά λόγια ως ακολούθως:- Ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων ενός εναγόμενου εναντίον αφερέγγυας εταιρείας - και τέτοια είναι η υπό εξέταση περίπτωση - αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της Εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του εναγόμενου ότι στην περίπτωση που πετύχει στην υπεράσπιση του δεν θα επανακτήσει τα έξοδα του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια. Τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι κατά την άποψή μου εξαιρετικά ιδιαίτερα. Το δικαίωμα της Εταιρείας για αξίωση κάλυψης της ζημιάς που υπέστη λόγω της πυρκαγιάς χρονολογείται από το 1988 και ασκήθηκε τότε με την καταχώριση της αγωγής 7905/88, την οποία όμως απέσυρε μετά από εκκρεμοδικία οκτώ
(8)χρόνων, στις 15.11.96. Επανήλθε έξι
(6)χρόνια μετά με την καταχώριση της παρούσας αγωγής και παρά τις προσπάθειες του παρόντος Δικαστηρίου, όπως και των 4 προηγούμενων δικαστών που χειρίσθηκαν την υπόθεση, η υπόθεση της δεν εκδικάσθηκε, κυρίως για λόγους που αφορούν την πλευρά της. Χωρίς αυτό να απαλλάττει πλήρως και την αιτήτρια, η οποία, όπως προκύπτει από το ιστορικό της διαδικασίας που παρατίθεται πιο πάνω, είτε συνήργησε στην πολύχρονη εκκρεμοδικία, είτε με τις αιτήσεις της ημερ. 12.4.06 και 30.1.09 την επιβάρυνε. Όμως, η κύρια ευθύνη βαραίνει την πλευρά της Εταιρείας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ήδη πολλά έξοδα τα οποία θα αυξηθούν περαιτέρω με την εκδίκαση της υπόθεσης. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα, εξισορροπώντας τους αναφερθέντες τρεις παράγοντες, καταλήγω ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς την κατεύθυνση αποδοχής της αίτησης και ό,τι παρέμεινε είναι ο καθορισμός του ύψους του ποσού της περαιτέρω εγγύησης. Διεξήλθα με προσοχή το Προσχέδιο Καταλόγου Εξόδων που επισυνάφθηκε ως τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Με την ίδια προσοχή διεξήλθα και τα πρακτικά του φακέλου της πολύχρονης διαδικασίας. Επεσήμανα ότι σε αρκετές περιπτώσεις δόθηκαν αναβολές χωρίς έξοδα, ενώ σε μερικές περιπτώσεις με έξοδα επιβαρύνθηκε και η αιτήτρια. Τα περισσότερα όμως είναι σε βάρος της Εταιρείας και έχοντας συνεκτιμήσει αυτά τα δεδομένα, καθώς επίσης και ότι τα περαιτέρω έξοδα που θα δημιουργηθούν θα είναι συνάρτηση της ακροαματικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει κρίνω ότι μια περαιτέρω εγγύηση της τάξης των €20.000 θα ήταν δίκαιη και ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις. Με αυτή την κατάληξη έχω την άποψη ότι εξισορροπούνται και οι τρεις παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Εταιρεία όπως μέσα σε 30 ημέρες από σήμερα καταθέσει στο Δικαστήριο €20.000 υπό μορφή περαιτέρω τραπεζικής εγγύησης ως περαιτέρω ασφάλεια για να έξοδα της αιτήτριας και, κατ΄ ακολουθία τούτου, η διαδικασία της αγωγής αναστέλλεται μέχρις ότου κατατεθεί τέτοια εγγύηση. Είναι αυτονόητο ότι αν δεν κατατεθεί η διαταχθείσα εγγύηση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία τότε η αγωγή θα θεωρείται ως απορριφθείσα με έξοδα εναντίον της Εταιρείας. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι εναντίον της Εταιρείας. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.