← Κύπρος

Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4510/10, 7 Ιουνίου, 2011

Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4510/10, 7 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A236 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4510/10 Μεταξύ: Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Ενάγουσα και ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ Εναγόμενη --------------------------------- ­­­­ Αίτηση ημερ. 23.7.2010 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης 7 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Χρ. Σιακαλλή. Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Χρ. Χριστοφίδης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα αγωγή η ενάγουσα (εφεξής η αιτήτρια) διεκδικεί από την εναγόμενη (εφεξής η καθ' ης η αίτηση) ποσό €5600, το οποίο σύμφωνα με τους δικογραφημένους της ισχυρισμούς, αντιπροσωπεύει διοικητικό πρόστιμο που της επέβαλε στα πλαίσια της υπόθεσης 132/2006

(1)με απόφαση της ημερ. 4.11.2009 και αφορούσε την παραβίαση προνοιών του Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου 71/1998 και των απορρεόντων Κανονισμών. Με την υπό συζήτηση Αίτηση, η αιτήτρια αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης αναφορικά με την απαίτηση της. Η Αίτηση εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 και Δ.48 θ. 1-4 και
  1. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης συναντάται στην ένορκη δήλωση του Άνθιμου Παπανδρέου λειτουργού- λογιστή της αιτήτριας. Ο κ. Παπανδρέου με την ένορκη του δήλωση αφού επιβεβαιώνει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση του λογαριασμού της καθ' ης η αίτηση, ορκίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση αληθώς οφείλει το ποσό των €
  2. Επικουρικά αυτής του της πεποίθησης, επισυνάπτει την απόφαση ημερ.4.11.2009 (τεκμήριο 1), την επιστολή της αιτήτριας προς την καθ' ης η αίτηση ημερ.12.3.2010 (τεκμήριο 2) και κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 3). Περαιτέρω εκφράζει την πεποίθηση ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση στην εναντίον της απαίτηση και ζητά για τον λόγο αυτό την έκδοση απόφασης. Η καθ' ης η αίτηση αντέδρασε στην Αίτηση, καταχωρώντας στις 15.10.2010 Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (εφεξής η Ένσταση). Η Ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.1-4, 7, 8, και 9, Δ.18 θ.1-3 και 9, Δ.27 θ.1,-3, Δ.39, Δ.59, Δ.64, στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο 33/64, άρθρα 9 και 11, στον περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1 άρθρα 1-4, 12-14, 32, 36, 42 και 43, στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 άρθρα 1-3, 23-27, 29, 30 και 34, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση όπως φαίνεται στην ήδη καταχωρηθείσα στις 24/06/2010 Υπεράσπισή της. (β) Η απόφαση που αποτελεί την βάση της παρούσας αγωγής (στο εφεξής η «Επίδικη Απόφαση») είναι προϊούσα παρανομίας η οποία δεν παράγει δίκαιο (ius ex injuria non oritur) και είναι ανυπόστατη γεγονός που μόνο σε κανονική δίκη μπορεί να αποφασιστεί και όχι σε συνοπτική διαδικασία. (γ) Η Επίδικη Απόφαση είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα νόμιμο αποτέλεσμα (ex nihilo nihil oritur), γεγονός που μόνο σε κανονική δίκη μπορεί να αποφασιστεί και όχι σε συνοπτική διαδικασία. (δ) Η Επίδικη Απόφαση δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής καθ΄ ότι ο Κανονισμός 48 της ΚΔΠ 10/2000 είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού Νόμου 7(Ι)/98 και ειδικά των άρθρων 24, 41 Α
(1)(στ), 51 και κάθε άλλης πρόνοιας του Νόμου αυτού. (ε) Η ενάγουσα εστερείτο εξουσίας από τον νόμο 7(Ι)/98 και/ή τους σχετικούς κανονισμούς να εκδώσει την Επίδικη Απόφαση και περαιτέρω δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στο όνομά της. (στ) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την ενάγουσα αντίκειται στα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. (ζ) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την ενάγουσα παραβιάζει το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών της έχει κυρωθεί με το Νόμο 39/62 και τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (η) Η Επίδικη Απόφαση αποτελεί προσπάθεια της ενάγουσας για αδικαιολόγητο πλουτισμό και αντιβαίνει στη δημόσια τάξη, γεγονότα που μόνο σε κανονική δίκη μπορούν να αποφασιστούν και όχι σε συνοπτική διαδικασία. (θ) Το Δικαστήριο τούτο έχει εξουσία και καθήκον να εξετάσει την νομικότητα της Επίδικης Απόφασης ως προκαταρκτικό νομικό σημείο σύμφωνα με την υπόθεση A-G v. Mustafa Imbrahim & others
(1964)C.L.R.
  1. (ι) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. (ια) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας για συνοπτική απόφαση έγινε της πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. (ιβ) Η ενάγουσα δεν έχει προσαγάγει το πρωτότυπο της Επίδικης Απόφασης με συνέπεια να μην υπάρχει συμμόρφωση της την Δ.18 θ.
  2. (ιγ) Εκκρεμεί η προσφυγή 377/10 εναντίον της επίδικης απόφασης. (ιδ) Υπάρχουν σοβαρά νομικά θέματα προς εκδίκαση». Από πλευράς γεγονότων, η Ένσταση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Βιαλαντή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση, στην οποία επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης. Δεν υπήρξε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και έτσι κατά την ακροαματική διαδικασία δόθηκε απευθείας ο λόγος στους δικηγόρους για να αγορεύσουν. Αμφότεροι επέλεξαν να ετοιμάσουν, υιοθετήσουν και καταθέσουν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσουν με επάρκεια και ενδελέχεια τις αντίστοιχες θέσεις τους. Από πλευράς Δικαστηρίου, η πρώτη μου επισήμανση είναι ότι το κύριο και ουσιαστικό νομικό θεμέλιο αιτήσεων αυτής της φύσης, είναι η Διαταγή 18 θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που διαλαμβάνει ως εξής: "(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend." Από τις πιο πάνω πρόνοιες αναφύονται τρεις προκαταρκτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να εκπληρωθούν για να δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Πρώτον, το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο συμφώνως της Διαταγής 2, θεσμός 6, δεύτερον, ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφανίσεως και τρίτον, η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και που να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, το αξιούμενο ποσό (εάν υπάρχει) και να δηλώνει ότι κατά την πεποίθηση του δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Stavrinides ν. Chekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 A.A.Δ. 130). Παράλειψη του ενάγοντος να εκπληρώσει με τρόπο αυστηρό τις πιο πάνω προϋποθέσεις αφαιρεί παντελώς από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και Μεττή κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417). Εάν όμως εκπληρώσει τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην αγωγή (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Αυγουστή κ.α ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ.5 Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22 και Μεττή κ.α (πιο πάνω)). Σκοπός της Διαταγής 18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πετύχει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεση του και ο εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (βλ. Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, βρίσκω πως η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις προκαταρκτικές προϋποθέσεις για συνοπτική απόφαση. Συγκεκριμένα, το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 27.5.2010 είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Διαταγής 2, θ.
  1. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 24.6.2010 (καταχώρησε αυθημερόν και Υπεράσπιση) και η ένορκη δήλωση του κ. Παπανδρέου που συνοδεύει την Αίτηση, πληροί τις προϋποθέσεις της Διαταγής
  2. Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση και ειδικά την επάρκεια της γνώσης του κ. Παπανδρέου, η οποία αμφισβητείται με τον λόγο ένστασης (ια), επισημαίνω πως από το λεκτικό που χρησιμοποιεί, προκύπτει σαφέστατα πως έχει θετική γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση υπό την έννοια της Διαταγής
  3. Ο όρος "θετική γνώση" θα πρέπει να ερμηνεύεται ορθολογιστικά ούτως ώστε να οδηγεί σε λογικά και όχι παράλογα συμπεράσματα. Στην περίπτωση δε νομικών προσώπων και οργανισμών είναι απόλυτα φυσικό να ορκίζεται κάποιος αρμόδιος εξουσιοδοτημένος λειτουργός ή υπάλληλος. Δεν χρειάζεται καν το πρόσωπο αυτό να είχε άμεση εμπλοκή σε όλα τα τεκταινόμενα που συνθέτουν τη διαφορά από την αρχή μέχρι το τέλος (βλ. Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B.1253, Γεωργίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(2002)1 Α.Α.Δ. 274, Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου,
(2006)1 Α.Α.Δ (Α) 223 και Θεοδώρου κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2006)1 Α.Α.Δ. 915). Με την επισήμανση αυτή απορρίπτονται συνάμα οι λόγοι ένστασης (ι) και (ια). Σε σχέση με το λόγο ένστασης (ιβ), ότι δηλαδή παραβιάζεται η Δ.18,θ.2 με τη μη επισύναψη στην Αίτηση της πρωτότυπης απόφασης ημερ.4.11.2009, υποδεικνύω πως ως γενική αρχή, δεν υπάρχει επιτακτική υποχρέωση παράθεσης λεπτομερειών ή επισύναψης εγγράφων, εκτός εάν το επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής. Ως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, σελ. 258-60, ο αιτητής οφείλει απλώς να επιβεβαιώσει την απαίτηση του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί ακόμη να οφείλει το ποσό και δεν υπάρχει υπεράσπιση. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: "The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim, thus: 'the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £. for . and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action'." Ο κ. Παπανδρέου εξ ονόματος της αιτήτριας, πράττει και τα δύο με την ένορκη του δήλωση. Εν πάση περιπτώσει παρόμοιο ζήτημα τέθηκε ανεπιτυχώς και στις υποθέσεις Αντέννα Λίμιτεδ v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Πολ. Εφέσεις 2/08 και 60/08 ημερ.12.7.2010, όπου στη σελ. 3 υποδεικνύονται τα εξής: «Οι Εφεσείοντες διατείνονται ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, θα έπρεπε να είχε επισυναφθεί το πρωτότυπο της επίδικης απόφασης της Αρχής για επιβολή προστίμου. Όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εφεσειόντων, χωρίς να δοθεί επαρκής δικαιολογία για τη μη παρουσίαση του πρωτότυπου, παραβιάζεται η ρητή πρόνοια του άρθρου 43
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με αποτέλεσμα το πρωτόδικο δικαστήριο να σφάλλει όταν διαπιστώνει ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1. Ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 34 του Κεφ. 9, θα πρέπει το επίδικο έγγραφο να είναι υπό αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη του. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός της έκδοσης της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 3.1.2007, δεν αμφισβητείτο από τους Εφεσείοντες. Εκείνο που αμφισβήτησαν είναι τη νομιμότητα της απόφασης και όχι κατά πόσον αυτή εξεδόθη ή όχι. Αυτό προκύπτει σαφώς τόσο από την γραπτή ένσταση, όσο και από το αντίγραφο της έκθεσης υπεράσπισης που προτίθεντο να καταχωρήσουν, αν το πρωτόδικο δικαστήριο τους παραχωρούσε τη σχετική άδεια. Ενδεικτικό του γεγονότος ότι οι Εφεσείοντες επικαλούνται το περιεχόμενο της απόφασης της Αρχής, είναι και το ότι με τις δύο προσφυγές 112/07 και 170/07, προσέβαλαν την αντίστοιχη απόφαση. Η αμφισβήτηση του γεγονότος της έκδοσης της συγκεκριμένης απόφασης, θα συνιστούσε υπό τις περιστάσεις αντινομία». Ούτε εδώ αμφισβητήθηκε η εν γένει ύπαρξη της απόφασης και επομένως και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Σε σχέση με το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση έσπευσε να καταχωρήσει Υπεράσπιση (γίνεται επίκληση της μάλιστα στον λόγο ένστασης (α)), επισημαίνω πως η ενέργεια αυτή ουδόλως δημιουργεί τετελεσμένα. Η καταχώρηση Υπεράσπισης δεν εμποδίζει την υποβολή αίτησης για συνοπτική απόφαση (βλ. Brinks Ltd v. Abu-Saleh and others (No1) [1995] 4 All E.R 65). Στην υπόθεση Sigma T.V. Ltd v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408 αναφέρθηκαν επί του προκειμένου ζητήματος τα εξής: «Ορθά, επίσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ήδη καταχωρηθείσες εκθέσεις υπερασπίσεως των εφεσειόντων εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη». Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης, οι οποίοι εντάσσονται στην προσπάθεια της καθ' ης η αίτηση να καταδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση ή τουλάχιστον ότι εγείρει ζητήματα κατά της απαίτησης, τα οποία θα πρέπει να εκδικαστούν, επίσης κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με βάση τις εξουσίες που παρέχονται στην αιτήτρια από τον προαναφερθέντα Νόμο 7
(1)/98 και τους απορρέοντες Κανονισμούς, το διοικητικό πρόστιμο που επέβαλε στην καθ' ης η αίτηση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Οι εκτελεστές διοικητικές πράξεις εμπίπτουν στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου και η ορθότητα και/ή νομιμότητα των μπορεί να εξεταστεί μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος και όχι από τα Επαρχιακά Δικαστήρια (βλ. Sigma T.V. Ltd v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Πολ. Εφέσεις 11803-11805, ημερ.18.3.2005, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2006)1 Α.Α.Δ.524, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2008)3 Α.Α.Δ. 445 και Αντέννα Λίμιτεδ v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Πολ. Εφέσεις 2/08 και 60/08 ημερ.12.7.2010). Μέχρι την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα. Στην υπόθεση Ηλία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής: "Αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην αναθεώρηση πράξεων της Διοίκησης και να τις ακυρώσει για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 146.1. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146.1, όπως και πρόσφατα επαναλάβαμε, διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (Βλ. Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου και Άλλων
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Μόνο στην περίπτωση νόσφησης εξουσίας μπορεί πράξη να αγνοηθεί διότι στην περίπτωση εκείνη το προϊόν της νόσφησης δεν περιέχεται στη σφαίρα του δικαίου". Στην προκειμένη περίπτωση η υπό συζήτηση εκτελεστή διοικητική πράξη δεν έχει ακυρωθεί και έτσι παραμένει ισχυρή, όπως ισχυρή παραμένει και η απαίτηση για είσπραξη του προστίμου που πηγάζει απόλυτα από την πράξη αυτή. Το γεγονός ότι καταχωρήθηκε η προσφυγή 377/10 (λόγος ένστασης (ιγ)) δεν αναστέλλει την ισχύ της (βλ. Αντέννα Λίμιτεδ v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Πολ. Εφέσεις 2/08 και 60/08 ημερ.12.7.2010). Όλα επομένως τα ζητήματα που εγείρονται στους υπό αναφορά λόγους ένστασης, δεν δύναται να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας και συναφώς δεν αποτελούν υπόβαθρο καλόπιστης Υπεράσπισης ή ζητήματα που να επιδέχονται εκδίκασης. Απορρίπτονται επομένως και αυτοί οι λόγοι ένστασης. Στη βάση όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση ως οι παράγραφοι Α και Γ της Έκθεσης Απαίτησης πλέον έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.