← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρου Λτδ, Αγωγή αρ. 2217/09, 8 Ιουνίου, 2011

Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρου Λτδ, Αγωγή αρ. 2217/09, 8 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2217/09 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων Αιτητές και Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρου Λτδ Καθ' ων η αίτηση - και - Karkotis Manufacturing & Trading Public Ltd Τριτοδιαδίκων ---------------------------- ΗΗμερομηνία: 8 Ιουνίου, 2011 Αίτηση ημερομηνίας 27.10.2010 δια Συνοπτική Απόφαση Εμφανίσεις: Για τον αιτητή/ενάγοντα: κ. Στ. Σκορδής Για την καθ'ης η αίτηση/εναγομένη: κα Αγρότου -------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εξέταση αίτηση ο αιτητής, που είναι ο Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων, αιτείται συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης εταιρείας. Σύμφωνα με τα όσα προβάλλει η κα Ιωάννα Θεοδότου, Λειτουργός στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, εις την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το άνω Υπουργείο ενεργώντας δυνάμει του άρθρου 5 του Ν.40

(1)/05 επέβαλε την 21.8.05 χρηματική επιβάρυνση ύψους €1.121.009,99 ισόποσο £656.098 στην εναγόμενη ως «οφειλή λόγω μη απομάκρυνσης πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης». Η άνω επιβολή γνωστοποιήθηκε στην εναγόμενη με επιστολή του Υπουργείου Εμπορίου ημερ. 21.8.
  1. Η εναγόμενη καταχώρησε εναντίον της άνω διοικητικής πράξεως όπως και αυτής της 2.8.05 με την οποία καλείτο να απομακρύνει από την αγορά την πλεονάζουσα ποσότητα ζαχάρεως που της κατελογίσθη και ανέρχετο σε 2.041.300 κιλά. Η προσφυγή με αριθμό 1298/05 που αφορούσε την διοικητική πράξη ημερ. 2.8.05 απερρίφθη την 25.9.
  2. Η προσφυγή αρ. 2134/06 που αφορά τη διοικητική πράξη ημερ. 21.8.06 εκκρεμεί, όμως αίτηση για αναστολή της εκτελεστότητας της διοικητικής απόφασης που κατεχωρήθη στα πλαίσια της απερρίφθη. Σχετική είναι η αναθεωρητική έφεση αρ. 28/07 ημερ. 8.3.
  3. Ο Ενάγοντας αξιοί το πιο πάνω ποσό πλέον τόκο 9% σύμφωνα με το άρθρο 52 του Τελωνειακού Κώδικα Ν.94
(1)/04 και είναι ισχυρισμός της ομνύουσας ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει υπεράσπιση. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση όπου προβάλλονται συνολικά 11 λόγοι ένστασης. Αυτοί αναφέρονται στο παράτυπο, αβάσιμο, πρόωρο, κατάχρηση και νομικά αστήρικτο της αίτησης. Επίσης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1 και η ένορκος δήλωση που τη συνοδεύει πάσχει καθότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις την άνω Διαταγής. Επίσης προβάλλεται ότι η πιο πάνω ένορκος δήλωση έγινε από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και ουσιώδη γεγονότα τα οποία δυνατό να δίνουν δικαίωμα στην εναγόμενη απαλλαγής ευθύνης πληρωμής της επιβληθείσας χρηματικής επιβάρυνσης και/ή αποζημίωσης από τον Τριτοδιάδικο, απεκρύβησαν. Περαιτέρω προβάλλεται ότι η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση και ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στην είσπραξη τόκου. Η νομιμότητα και/ή εγκυρότητα της απόφασης επιβολής της επίδικης χρηματικής επιβάρυνσης αμφισβητείται με τις προσφυγές αρ. 1288/05 και 2134/06 που εκκρεμούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέλος προβάλλεται ότι τυχόν απόφαση υπέρ του αιτητή θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες στην εναγόμενη και ότι είναι δίκαιο να δοθεί η άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του κ. Ανθούλλη Τροκκούδη, γραμματέα της Εναγόμενης-Καθ' ης η αίτησης. Εις αυτήν προβάλλεται ότι η κα Ιωάννα Θεοδότου δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αναφέρει. Συγκεκριμένα η προσφυγή 1298/05 που κατά την κα Θεοδότου απερρίφθη, εκκρεμεί δεν απερρίφθη και είναι υπό εκδίκαση. Η λανθασμένη αναφορά της κας Θεοδότου είναι παραπλανητική και κακόπιστη με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει το δικαστήριο αναφορικά με τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με τις άνω προσφυγές. Προβάλλεται ακόμη ότι η αίτηση υπό εκδίκαση καταχωρήθηκε καθυστερημένη ενόψει ότι προηγήθηκε αίτηση της εναγομένης ημερ. 27.5.10 δια οδηγίες αναφορικά με τη διαδικασία Τριτοδιαδίκου. Τυχόν έκδοση απόφασης υπέρ του ενάγοντα και λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον της εναγομένης εφόσον εκκρεμεί η εκδίκαση της αξίωσης εναντίον του Τριτοδιαδίκου θα καθιστούσε την τελευταία άνευ ουσίας ή πρακτικής σημασίας. Προβάλλεται επίσης ότι όταν η εναγόμενη κλήθηκε στις 2.8.05 να απομακρύνει την ισχυριζόμενη ποσότητα πλεοναζούσης ζάχαρης δεν ήταν σε θέση να το πράξει εφόσον αυτή δεν ήταν στην κυριότητα της. Η εναγόμενη σύμφωνα με τον ομνύοντα έχει καλή υπεράσπιση αναφορικά με τον αξιούμενο τόκο καθότι ο Ν.40
(1)/05 βάσει του οποίου εγείρεται η παρούσα αγωγή δεν προνοεί τόκο αλλά ούτε η επίδικη χρηματική επιβάρυνση αναφέρεται σε επιβολή τόκων. Ο τελωνειακός κώδικας επίσης δεν τυγχάνει εφαρμογής εις την παρούσα υπόθεση. Εν συνεχεία αφού γίνεται αναφορά στο πρόωρο της αγωγής εν όψει της εκκρεμότητας των δύο προσφυγών ως ανωτέρω, το ύψος της χρηματικής επιβάρυνσης και συνεπαγόμενες καταστρεπτικές συνέπειες, στην καθυστέρηση προώθησης της αγωγής και έγερση της 3 χρόνια μετά την δημιουργία της επίδικης χρηματικής επιβάρυνσης και την εμπλοκή Τριτοδιαδίκου, καταλήγει ότι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις να δοθεί άδεια εις την εναγόμενη να προβάλει την υπεράσπιση της. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις ικανές αγορεύσεις τους προώθησαν όπως ήταν φυσικό τις εκατέρωθεν θέσεις ανάλογα με τον διάδικο που εκπροσωπούν. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1, η οποία παρέχει δικονομική πρόσβαση στις αιτούμενες θεραπείες. Η Δ.18 Θ.1 αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6 ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά και πιστοποιήσει τα γεγονότα και βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα μπορεί να δοθεί εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα κριθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής και έχει καθιερωθεί από τη Νομολογία, οι ακόλουθες προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εξετάσει περαιτέρω την αίτηση διά έκδοση συνοπτικής απόφασης. (α) Η αγωγή πρέπει να καταχωρείται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Να έχει καταχωριστεί εμφάνιση από τον εναγόμενο. (γ) Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, και να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι, καθώς πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 818, Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.Δ
(2001)1 Α.Α.Δ. 798). Όπως αναφέρθηκε και στην Stavrinides v. Cekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίηση τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αφού ο Ενάγοντας ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις αυτές, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ή να αποκαλύψει γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί (βλ. Χριστόδουλος Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Christodoulou v. Erotocritou XXI C.L.R. 175). Σημειώνεται περαιτέρω ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Χριστόδουλος Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω), η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι κατ΄ εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών, αφού ουσιαστικά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αποκλείει τον Εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Τούτου δεδομένου, μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος στερείται υπεράσπισης μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Ιουλία Μαγγλή ν. C.B.C.I Cyprus - Balkan Consulting and Investment Ltd
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ 896). Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. (βλ. Trans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 339). Η δε άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο εναγόμενος όμως, δεν πρέπει να προβάλλει απλά γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 204). Περαιτέρω, σε τέτοιες αιτήσεις, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο, και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου η αγωγή κατεχωρήθη με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο, ακολούθησε καταχώρηση εμφάνισης από δικηγόρο και η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Το πρόσωπο που την κάνει η κα Ιωάννα Θεοδότου είναι Λειτουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και φαίνεται ότι υπογράφει τις δύο επιστολές ημερ. 2.8.05 και 21.8.06 (Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκο δήλωση της). Με την τελευταία επιβάλλεται η πληρωμή στην καθ' ης η αίτηση του ποσού των £656.098 για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Περαιτέρω αναφέρεται σε μη αναστολή της απόφασης ως άνω ή ανατροπή της. Σχετική είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του μεταξύ των διαδίκων, βλ. Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης-Κύπρος Λτδ ν Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ΑΕ 28/07, ημερ. 8.3.10 στην οποία παρέπεμψε η ομνύουσα. Επιβεβαιώνεται συνεπώς με τα πιο πάνω και δια τα οποία μπορεί να ορκισθεί θετικά η ομνύουσα, η αιτία της αγωγής, το ποσό που αξιώνεται (φαίνεται στο τεκμήριο 2) και πρόσθετα δηλώνεται ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Δια τον αξιούμενο τόκο 9% επί του άνω αναφερθέντος ποσού παραπέμπει στην νομοθεσία μεταξύ άλλων στο άρθρο 52 του τελωνειακού κώδικα Ν.94
(1)/2004 (βλ. παρ. 11 της ενόρκου δηλώσεως). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω είμαι ικανοποιημένος ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του τίθενται από τη Δ.18Θ.1 και νομολογία. Η προβαλλόμενη θέση από την άλλη πλευρά ότι δεν μπορεί η κα Θεοδότου να ορκιστεί θετικά διότι δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, με αναφορά στην απόρριψη της προσφυγής της καθ' ης η αίτηση αρ. 1288/05 και απόφαση ημερ. 25.9.07 ουδόλως επηρεάζουν την πλήρωση των άλλων προϋποθέσεων. Ρητά αναφέρει η ομνύουσα στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηώσεως της ότι για τα πιο πάνω έχει πληροφόρηση από το δικηγόρο της δηλοποιώντας η ίδια με αυτό τον τρόπο ότι αναφέρει τα πιο πάνω χωρίς να έχει προσωπική γνώση. Περαιτέρω τα πιο πάνω γεγονότα δεν αναφέρονται ούτε στην αιτία αγωγής και ούτε στο ποσό που αξιώνεται. Αντίθετα λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αξίωσης που αφορά οφειλή που πηγάζει από διοικητική πράξη, η ομνύουσα δια τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω έχει προσωπικά γνώση και μπορεί να ορκιστεί θετικά δια αμφότερα. Σχετικά στην Δημητρίου ν Τράπεζα Κύπρου Λτδ 1997 1 Α.Α.Δ 782 αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης» Με δεδομένο ότι έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.18Θ.1 το βάρος, όπως έχει αναφερθεί, μετατοπίζεται στους ώμους της εναγομένης για να δώσει εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Η συνήγορος δια την εναγόμενη προώθησε κατά την αγόρευση της τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  1. Η αίτηση είναι νομικά και τυπικά αστήρικτη και/ή παράτυπη και/ή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των θεσμών πολιτικής δικονομίας και τις προϋποθέσεις της Δ.18Θ.
  2. Ο λόγος αυτός ενστάσεως καλύφθηκε όταν εξετάζεται από το δικαστήριο η πληρωμή ή μη της 3ης προϋπόθεσης της Δ.18 Θ.1 (πιο πάνω) και ενόψει της κατάληξης του δικαστηρίου δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Διά το τυπικό της αιτήσεως δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε που εν πάση περιπτώσει δεν παρατηρείται οιαδήποτε παρατυπία.
  3. Η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της παρούσης αγωγής και/ή αποκαλύπτονται γεγονότα και/ή νομικά ζητήματα που δίδουν το δικαίωμα στην εναγόμενη να υπερασπισθεί. Με το λόγο αυτό η εναγόμενη προβάλλει ισχυρισμούς επί της ουσίας της διοικητικής πράξης και συγκεκριμένα ότι η ζάχαρη δεν ευρισκόταν στην κυριότητα της όταν κλήθηκε με την επιστολή ημερ. 2.8.05 του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να την απομακρύνει. Το θέμα αυτό αφορά την εγκυρότητα και νομιμότητα της διοικητικής πράξης που το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει. Αυτό το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Α 146 του Συντάγματος (βλ.MARKENTRENDS FINANCIAL SERVICES LTD V ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ 223. Η Εναγόμενη προβάλλει επίσης ότι έχει καλή υπεράσπιση αναφορικά με τον αξιούμενο τόκο προς 9% επί της επίδικης επιβάρυνσης «από την ημέρα που η επίδικη επιβάρυνση κατέστει οφειλόμενη, ήτοι από την 21.8.06» Σύμφωνα με την εναγόμενη η επιστολή του Υπουργείου Εμπορίου ημερ. 21.8.06 δεν αναφέρεται σε πληρωμή τόκου. Ο νόμος 40
(1)/05 επίσης δεν προβλέπει επιβολή τόκου ή σε δικαίωμα του ενάγοντα να εισπράττει τόκο. Η επίκληση του άρθρου 52 του Τελωνειακού Κώδικα νόμος 94
(1)/04 για την αξίωση από την άλλη πλευρά είναι λανθασμένη διότι το άρθρο 52
(2)προβλέπει τόκο όταν πρόκειται δια χρηματική επιβάρυνση βάσει του εδαφίου
(1)του ιδίου άρθρου. Στην παρούσα περίπτωση η χρηματική επιβάρυνση έγινε βάσει του Ν.40
(1)/05 και όχι βάσει του άρθρου 52
(1)του Ν.94
(1)/04 και συνεπώς ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην διεκδίκηση τόκου. Ο συνήγορος δια τον αιτητή επικαλείται για την αξίωση αυτή πρόσθετα τoν Περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Τόκου Νόμο του 2006, Ν.167
(1)/06. Είναι γεγονός ότι στην επιστολή ημερ. 21.8.06 του Υπουργείου Εμπορίου, (βλ. τεκμ. 2 ενόρκου δηλώσεως Θεοδότου) δεν καλείται η εναγόμενη να πληρώσει τόκο. Το ίδιο στον περί της Εφαρμογής Πράξεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Αναφορικά με την θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα των γεωργικών προϊόντων λόγω της Προσχώρησης της Δημοκρατίας και άλλων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση Νόμο του 2005, Ν.40
(1)/05. Το άρθρο 5 προβλέπει ως ακολούθως: «Άρθρο 5
(1)Η αρμόδια αρχή καθορίζει και κοινοποιεί στους σχετικούς φορείς τις ποσότητες που οφείλουν να απομακρύνουν από την αγορά ιδίαις δαπάνες, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 του Κανονισμού 60/2004 και, σε περίπτωση που οι εν λόγω φορείς παραλείψουν να πράξουν τούτο μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται στην ίδια παράγραφο, την υποχρέωση τους για καταβολή ποσού, το ύψος του οποίου υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 60/2004.
(2)Η αρμόδια αρχή καθορίζει και κοινοποιεί στους σχετικούς φορείς τις πλεονασματικές ποσότητες που τους αναλογούν με το άρθρο 4 του Κανονισμού 1972/2003 και την υποχρέωση τους για καταβολή ποσού το ύψος του οποίου υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 1972/2003.
(3)Ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων εισπράττει δυνάμει των Μερών ΙΧ και Χ του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, τα ποσά που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2).» Εις τον Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο, Ν.94
(1)/04 όπως τροποποιήθηκε το άρθρο 53 προβλέπει: «53. Η Τελωνειακή οφειλή ή και η άλλη τελωνειακή οφειλή εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία και οποιαδήποτε διαδικασία για είσπραξη του χρέους ασκείται στο όνομα του Διευθυντή.» Το άρθρο 52 που επικαλείται η πλευρά του ενάγοντα έχει ως ακολούθως: «52.
(1)Επί οποιουδήποτε ποσού, δασμού ή και φόρου που εκ των υστέρων βεβαιώνεται σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση ίση προς το δέκα τοις εκατόν (10%) του ποσού που βεβαιώνεται.
(2)Κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση σύμφωνα με το εδάφιο
(1), καταβάλλει στο Διευθυντή τόκο προς εννέα τοις εκατόν (9%) ετησίως επί του καταβλητέου ποσού συμπεριλαμβανομένης της χρηματικής επιβάρυνσης, από την ημέρα που το εν λόγω ποσό κατέστη οφειλόμενο.» Φαίνεται από τα πιο πάνω άρθρα ότι ο προβλεπόμενος τόκος στο εδάφιο 2 του άρθρου 52 αφορά μόνο «καταβλητέο ποσό συμπεριλαμβανομένης της χρηματική επιβάρυνσης» που προβλέπεται από το εδάφιο 1 του ιδίου άρθρου και δεν καλύπτει την υπό εξέταση περίπτωση που είναι χρηματική επιβάρυνση που επεβλήθη δυνάμει του άρθρου 5
(1)του Ν.40
(1)/05. Όσον αφορά τον Ν.167
(1)/06, αυτός δημοσιεύτηκε μεταγενέστερα της διοικητικής πράξης υπό εκδίκαση και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Εν πάση περιπτώσει οι πρόνοιες του άνω νόμου, φαίνεται ότι ουδεμία εφαρμογή έχουν στην εξεταζόμενη υπόθεση.
  1. Συμπεριφορά ενάγοντα αναφορικά με την έγερση και προώθηση της αγωγής και συνέπειες από έκδοση απόφασης στα πλαίσια της παρούσης αίτησης. Με τα πιο πάνω προωθείται η εισήγηση ότι η αγωγή είναι πρόωρη καθότι εκκρεμούν για εκδίκαση οι προσφυγές 1288/05 και 2134/
  2. Από την άλλη προωθείται η εισήγηση ότι ο ενάγοντας επέδειξε βραδύτητα στην έγερση της αγωγής καθότι παρήλθαν 3 χρόνια από την έκδοση της επίδικης διοικητικής απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Ακόμη αδικαιολόγητη και καθυστερημένη είναι η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης αφού πρώτα ο ενάγοντας έλαβε μέρος στην διαδικασία για έκδοση οδηγιών για προώθηση της αναφορικά με τον Τριτοδιάδικο χωρίς ποτέ να προβάλει ισχυρισμό ότι η εκδίκαση της αξίωσης του είναι ανεξάρτητη της απαίτησης της εναγομένης εναντίον του Τριτοδιαδίκου. Περαιτέρω υποβάλλεται ότι συνεπεία του μεγάλου ύψους της χρηματικής επιβάρυνσης που καλείται να πληρώσει η εναγόμενη, τυχόν πληρωμή του θα είχε καταστροφικές συνέπειες δια αυτήν. Το άρθρο 51 του Περί Τελωνειακού Kώδικα Nόμου του 2004 που προβλέπει την επιστροφή πληρωθέντος ποσού ως αχρεωστήτως καταβληθέντος έχει χρονικό περιορισμό 3 ετών από την ημέρα καταβολής του. Συνεπώς τυχόν επιτυχία των προσφυγών της εναγομένης ή της αξίωσης της εναντίον του Τριτοδιαδίκου θα είναι χωρίς αποτέλεσμα εάν παρέλθη η άνω τριετία. Ξεκινώντας από το τελευταίο θα πρέπει να λεχθεί ότι η εισήγηση αυτή δεν έχει νομικό έρεισμα. Τυχόν επιτυχία των προσφυγών της εναγομένης θα έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και συνεπώς οποιοδήποτε τυχόν πληρωθέν ποσό θα επιστραφεί. Ούτε ασφαλώς το ύψος της αξιούμενης χρηματικής επιβάρυνσης και τυχόν συνέπειες στην εναγόμενη, εάν αυτό πληρωθεί, είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στη παρούσα δικαστική διαδικασία. Οι προϋποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη έχουν αναφερθεί. Επίσης η αξίωση εναντίον Τριτοδιαδίκου δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο σε τυχόν έκδοσης απόφασης βάσει της υπό εξέταση αίτησης. Το άρθρο 113, του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου Ν.94
(1)/04, προβλέπει ότι το αγώγιμο δικαίωμα για διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού, το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας οφείλεται στη Δημοκρατία, παραγράφεται μετά από 6 έτη από την ημερομηνία γνωστοποίησης της οφειλής. Εδώ η γνωστοποίηση έγινε στην εναγόμενη την 21.8.06 και η αγωγή κατεχωρήθη την 9.4.09. Η καταχώρηση της αγωγής είναι μέσα στα χρονικά πλαίσια που επιτρέπει ο νόμος και η καταχώρηση των προσφυγών με αρ.1288/05 και 2134/06 υπό της εναγομένης δεν μπορεί και δεν αναστέλλει την παρούσα διαδικασία. Τα όσα λέχθησαν ως παρατηρήσεις στην Sigma Radio TV Public Ltd v Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 140,145 επί της οποίας στηρίχθηκε η συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση δια να υποστηρίξει τη θέση ότι δεν έπρεπε να καταχωρηθεί η αγωγή εκκρεμουσών των άνω προσφυγών δεν αποτελούν δίκαιο. Συγκεκριμένα, λέχθησαν οι ακόλουθες παρατηρήσεις: «Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελική η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων». Τα πιο πάνω έτυχαν εξέταση στην υπόθεση Αντέννα Λτδ ν Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Π.Ε 3/08 ημερ. 12.7.10 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα πιο πάνω σχόλια του Εφετείου, δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά τη κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο». Συνεπώς δεν τίθεται θέμα πρόωρης καταχώρησης της αγωγής, παραμένει όμως για εξέταση το θέμα της συμπεριφορά του ενάγοντα αναφορικά με το χρόνο καταχώρησης και προώθησης της υπό εξέτασης αίτησης. Θα πρέπει όμως πρώτα να αναφερθεί χρονολογικά η προώθηση της παρούσας αγωγής. Η αγωγή κατεχωρήθη την 9.4.09, εμφάνιση υπό δικηγόρου για την εναγόμενη κατεχωρήθη την 5.5.09, αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης κατεχωρήθη την 13.9.09 και Έκθεση Υπεράσπισης κατεχωρήθη 8.2.10. Την 24.2.10 κατεχωρήθη αίτηση δια άδεια έκδοσης και επίδοσης ειδοποιήσεως Τριτοδιαδίκου η οποία ενεκρίθη την 5.3.10. Την 16.4.10 κατεχωρήθη εμφάνιση για τον Τριτοδιάδικο. Ακολούθησε στις 27.5.10 αίτηση για οδηγίες αναφορικά με τα δικόγραφα σε σχέση με τη διαδικασία Τριτοδιαδίκου και την 1.7.10 δόθησαν οι σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο παρουσία του δικηγόρου της Εναγούσης. Στις 17.9.10 και 26.10.10 κατεχωρήθησαν η Έκθεση Απαίτησης εναντίον του Τριτοδιαδίκου και Έκθεση Υπεράσπισης υπό του τελευταίου αντίστοιχα. Την επομένη 27.10.10 κατεχωρήθη η υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση. Στην Νεάρχου κ.α ν Εθνικής Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ 818 λέχθηκε: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης» Στην Μεττή κ.α ν Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)
(1)Α.Α.Δ 417, 423, λέχθησαν επίσης τα ακόλουθα: «....... Πριν όμως τελειώσουμε θα θέλαμε να πούμε ότι δεν νοείται τόση καθυστέρηση στην εκδίκαση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Η έννοια της συνοπτικής απόφασης είναι συνυφασμένη με το δικαίωμα του ενάγοντα να εξασφαλίσει γρήγορα απόφαση όταν ο αντίδικος του δεν διαθέτει υπεράσπιση. Η μεγάλη καθυστέρηση καθιστά τη διαδικασία ατελέσφορη.» Στην Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(A) Α.Α.Δ 408,416 λέχθησαν τα ακόλουθα «Ορθά, επίσης το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ήδη καταχωρηθείσες εκθέσεις υπερασπίσεως των εφεσειόντων εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη». Στην αντίστοιχη αγγλική διαταγή (βλέπε Annual Practice 1958, Ο14 r1 σελ. 245 και r2 σελ. 259) αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη αναφορικά με το χρόνο, μετά την εμφάνιση του εναγομένου κατά τον οποίο θα πρέπει να γίνει η αίτηση για συνοπτική απόφαση. Να σημειωθεί ότι στη σελ. 246 αναφέρεται ότι «το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει απαίτηση εναντίον τριτοδιαδίκου δεν είναι εμπόδιο για απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου κάτω από την Ο.14 (βλ. Thorne v Seel
(1878)W.N. 215 C.A.). Είναι σαφές από όλα τα πιο πάνω ότι παρόλο που η Δ.18 δεν ορίζει χρόνο κατά τον οποίο θα πρέπει να καταχωρηθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση εντούτοις αυτή, όπως προκύπτει από τη νομολογία, θα πρέπει να καταχωρηθεί το συντομότερο δυνατό εντός των δικονομικών πλαισίων που επιτρέπουν αυτό και εξετασθεί το συντομότερο δυνατό. Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρατηρείται, από το ιστορικό της υπόθεσης, μεγάλη καθυστέρηση στη καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Όπως διακριβώνεται αυτή κατεχωρήθη ενάμιση σχεδόν χρόνο μετά τη καταχώρηση εμφάνισης δια την εναγόμενη, και αφού μεσολάβησε διαδικασία τριτοδιαδίκου. Παρόλα ταύτα λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης και ιδιαίτερα την ξεκάθαρη κύρια απαίτηση του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης κρίνω ότι τυχόν απόρριψη της αίτησης δια την απαίτηση αυτή το μόνο που θα προκαλέσει θα είναι η καθυστέρηση και έξοδα. Δια όλους τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται απόφαση εναντίον της Εναγομένης και υπέρ του Ενάγοντα δια €1.121.009,99, ισόποσο σε £656.098. Δια την θεραπεία υπό 16(Β) του κλητηρίου που αφορά την αξίωση τόκου προς 9% δίδεται άδεια στην Εναγόμενη να υπερασπισθεί αυτήν. Ενόψει του ότι αυτή κατεχώρισε ήδη Έκθεση Υπεράσπισης δεν δίδονται οδηγίες προς την κατεύθυνση αυτή. Όσον αφορά τα έξοδα αφού λαμβάνω υπόψη όλα τα πιο πάνω και κυρίως την έκδοση απόφασης υπέρ του Ενάγοντα κρίνω ότι αυτά πρέπει να είναι υπέρ του τελευταίου και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.