HUSEYIN MOSA NAMI ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5542/10, 9 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5542/10 Μεταξύ: HUSEYIN MOSA NAMI Εναγόντα και ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 23.2.2010 για Έκδοση Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 9 Ιουνίου, 2011. Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Τρίγγας Για τον Ενάγοντα - Καθ'ου η Αίτηση: κ. Χ΄ Ευτυχίου ΑΠΟΦΑΣΗ Την 29.6.2010 ο Ενάγοντας καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιοί εναντίον του Εναγομένου €. 6.500,00 πλέον νόμιμο τόκο δυνάμει επιταγής. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως είναι η θέση του Ενάγοντα ότι κατά ή περί την 14.6.2010 ο Εναγόμενος εξέδωσε ή υπέγραψε έναντι νομίμου ανταλλάγματος την υπ' αριθμό 21411064 επιταγή για το πιο πάνω ποσό προς όφελος του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας παρουσίασε την επιταγή αλλά αυτή δεν εξαργυρώθηκε λόγω ανάκλησης της από τον Εναγόμενο, και το ποσό αυτής δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση την 25.1.2011 με την οποία αρνείται την απαίτηση του Ενάγοντα. Ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε νόμιμο ή καλό αντάλλαγμα για την επίδικη επιταγή. Όπως προκύπτει από την Υπεράσπιση αυτή, είναι η θέση του Εναγομένου ότι ο ίδιος παρέδωσε στον κ. Αλεξόπουλο την επιταγή για ποσό €. 6.500,00 υπογραμμένη, χωρίς να συμπληρώσει τα υπόλοιπα στοιχεία, κατόπιν παράκλησης του κ. Αλεξόπουλου ο οποίος ήθελε να χρησιμοποιήσει την επιταγή για να ξοφλήσει οφειλές του προς τρίτους. Ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής αυτής, αλλά αυτό έπραξε ευθύς μόλις ο κ. Αλεξόπουλος τον πληροφόρησε ότι η επιταγή είχε κλαπεί. Είναι η θέση του ότι σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση εναντίον του ως η αξίωση αυτός δικαιούται σε συνεισφορά ή αποζημίωση από τον κ. Αλεξόπουλο. Την 23.2.2011 ο Εναγόμενος καταχώρησε την υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία εξαιτείται τα ακόλουθα: «Α. Άδεια του Δικαστηρίου επιτρέπουσα στον ως άνω εναγόμενο όπως εκδώσει και επιδώσει εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ειδοποίηση τριτοδιαδίκου προς τον Μιχάλη Αλεξόπουλο, Τενέδου 6, Διαμ. 101, Άγιος Αντώνιος, Λευκωσία. Β. Οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς το χρόνο επίδοσης της εν λόγω ειδοποίησης τριτοδιαδίκου». Η Αίτηση στηρίζεται στους περί Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, Δ.10 Θ.Θ. 1
(1)(γ), 2 - 12 και στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο Εναγόμενος - Αιτητής. Ο κ. Βασιλείου αναφέρει ότι την επιταγή είχε παραδώσει ο ίδιος στον Μιχάλη Αλεξόπουλο, κατόπιν παράκλησης του τελευταίου, υπογράφοντας την αλλά αφήνοντας κενό το όνομα του δικαιούχου προσώπου. Ο κ. Αλεξόπουλος του ανέφερε μεταγενέστερα ότι η επιταγή είχε κλαπεί. Αποτελεί εισήγηση του ότι η απαίτηση του ιδίου εναντίον του κ. Μιχάλη Αλεξόπουλου είναι σχετική με το αντικείμενο της αγωγής και είναι απαραίτητο όπως εκδικαστεί στα πλαίσια αυτής με την προσθήκη του Μιχάλη Αλεξόπουλου ως Τριτοδιαδίκου. Έτσι, εισηγείται, θα του δοθεί η ευκαιρία να παραθέσει την θέση και την απαίτηση του και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένη την εικόνα. Όπως περαιτέρω αναφέρει οποιοδήποτε ποσό οφείλεται στον Ενάγοντα δυνάμει οποιασδηποτε αιτίας πρέπει να αναζητηθεί από τον Μιχάλη Αλεξόπουλο υπό μορφή συνεισφοράς ή αποζημιώσεως του ιδίου. Την 4.4.2011 ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα ανέφερε ότι δεν ενίσταται στην Αίτηση και αφήνει το θέμα στο Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου ακολούθως κλήθηκε να αγορεύσει προς υποστήριξη της Αίτησης του. Αγορεύοντας ανέφερε ότι «ο μοναδικός λόγος για τον οποίο γίνεται η αίτηση σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίσει ότι υπάρχει έκδοση επιταγής, τότε ο τριτοδιάδικος πρέπει να αποζημιώσει τον εναγόμενο». Ανάλωσε μεγάλο μέρος της αγόρευσης του στην ανάλυση του κατά πόσο το επίδικο εγγραφο συνιστά επιταγή, και ανέφερε ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καμία συμβατική σχέση με τον Ενάγοντα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Διαταγή 10 αναφέρει τα εξής (σε μετάφραση): «1.
(1)Όπου σε οποιαδήποτε αγωγή ο εναγόμενος αξιοί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που δεν είναι ήδη διάδικος στην αγωγή (για σκοπούς της παρούσας Διαταγής καλείται «Ο τριτοδιάδικος») - (α) ότι δικαιούται σε συνεισφορά ή αποζημίωση (β) ότι δικαιούται σε θεραπεία που αφορά σε ή σχετιζεται με το αρχικό θέμα της αγωγής και είναι ουσιαστικά το ίδιο όπως μέρος της αξίωσης ή θεραπείας που απαιτείται από τον ενάγοντα (γ) ότι οποιοδήποτε ζήτημα ή θέμα που αφορά σε ή σχετίζεται με το θέμα είναι ουσιαστικά το ίδιο με οποιοδήποτε ερώτημα ή θέμα που προκύπτει μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου και θα πρέπει ορθά να αποφασιστεί όχι μόνο μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου αλλά μεταξύ του ενάγοντα και εναγόμενου και του τριτοδιαδίκου ή μεταξύ οποιωνδηποτε εξ' αυτών, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να δώσει άδεια στον εναγόμενο να εκδώσει και επιδώσει Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Ανδρέα Νικήτα ν. Medcon Construction Limited,
(1997)1 Α.Α.Δ. 643: «Η Διαδικασία Τριτοδιάδικου αντλεί την προέλευση της από τη Δ.16 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, των οποίων οι βασικές πρόνοιες είναι όμοιες με τις πρόνοιες της δικής μας Δ.10. H διαδικασία αυτή δημιουργήθηκε στην Αγγλία με το Νόμο Judicature Act 1873 και θεωρήθηκε ότι ήταν μια διαδικασία ανάλογη με αγωγή, που καταχωρείτο από τον εναγόμενο σε υπάρχουσα αγωγή εναντίον του τριτοδιάδικου. Ο εναγόμενος σε τέτοια περίπτωση εθεωρείτο ενάγων και ο τριτοδιάδικος εναγόμενος. Επομένως, η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου υπέχει μορφή αγωγής του εναγόμενου εναντίον του τριτοδιάδικου (βλ. McCheane v. Jyles,
(1902)1 Ch.D. 287). Μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, ο τριτοδιάδικος καθίσταται διάδικος στην αγωγή αυτή και έχει τα ίδια δικαιώματα σχετικά με την υπεράσπιση του ως εάν να είχε εναχθεί με κανονική αγωγή από τον εναγόμενο. Ο τριτοδιάδικος όμως, δεν είναι εναγόμενος στην υφιστάμενη αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει και τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η Διαδικασία Τριτοδιαδίκου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή (Βλ. Stott v. West Yorkshire Road Car Co.
(1971)3 All E.R. 534, Annual Practice 1958, σελ. 381 κ.ε.). Σκοπός της Διαδικασίας Τριτοδιαδίκου είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων, η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα αγωγής μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, για να μην είναι αναγκασμένος ο εναγόμενος να περιμένει να αποδείξει την αξίωση του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή ενώ ο ενάγων θα έχει την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Η αρχή αυτή διατυπώθηκε στη σημαντική για την εποχή απόφαση στην υπόθεση Barclays Bank v. Tom
(1923)1 KB 221 στη σελ. 226. Αυτή η αρχή ακολουθήθηκε αργότερα από την The Normar
(1968)1 All E.R. 753 και την Chatsworth Investments v. Amoco Ltd
(1968)3 All E.R. 357». Βοηθητικά στην υπό εξέταση περίπτωση είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση Πορφύριος Ιωάννου ν. Κώστας Βιολάρης & Υιοί Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ.1424, τα οποία και παραθέτω: «...Είναι αυτονόητο πως μπορεί να τίθεται θέμα χορήγησης άδειας για έκδοση και επίδοση κλήσης τριτοδιαδίκου αν η περίπτωση εντάσσεται σε μια από τις τρεις που εξειδικεύει η Δ.10 θ1
(1)(α)(β)(γ). Και είναι σαφές πως, ενώ το θέμα δεν κρίνεται οριστικά σε εκείνο το αρχικό στάδιο, χρειάζεται τουλάχιστον να φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως η περίπτωση είναι τέτοια. Χωρίς εκ πρώτης όψεως διαπίστωση τέτοιας φύσης, δε διανοίγεται δυνατότητα άσκησης διακριτικής εξουσίας με αναφορά σε οτιδήποτε άλλο. Αυτά δε, ως είδος δικαιοδοτικής προϋπόθεσης, διαπιστώνονται καθηκόντως, και κάθε άλλο παρά μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε είτε επειδή άκουσε και τους εφεσίβλητους επί του θέματος είτε επειδή αναφέρθηκε στο θέμα. ............................................................. Ο στόχος της διαδικασίας προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου εξηγήθηκε κατ' επανάληψη και δε νομίζουμε ότι δικαιολογείται να επεκταθούμε σ' αυτά για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Η εκ πρώτης όψεως βάσιμη διεκδίκηση συνεισφοράς ή αποζημίωσης αποτελεί την πρώτη από τις περιπτώσεις της Δ.10 θ1
(1)και ήταν η βασική θέση του εφεσείοντα κατά την ακρόαση πως εδικαιολογείτο η προσεπίκληση για να υποχρεωθεί ο τριτοδιάδικος σε συνεισφορά ή αποζημίωσή του. Εννοείται για ό,τι θα ευρισκόταν ο ίδιος υπόλογος έναντι των εφεσιβλήτων. Όσα όμως πρόβαλε ο ίδιος, τα καθόρισε ως τον πυρήνα της υπεράσπισής του στην αξίωση των εφεσιβλήτων. Αν αυτά θεμελιώνουν, αν δηλαδή φανεί πως πράγματι, όπως είναι ο δικός του ισχυρισμός, εξαλείφθηκε η όποια οφειλή του προς τους εφεσίβλητους, δεν θα απομένει οτιδήποτε ως ιδιαίτερη σχέση ή διαφορά του προς τον Κ. Βιολάρη. Θα έχει επιτύχει η υπεράσπισή του και δε θα είναι υπόλογος έναντι των εφεσιβλήτων. Κρίνουμε ορθή, λοιπόν, την κατάληξη στην οποία άχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο. Δεν προβάλλεται εδώ οτιδήποτε το ιδιαίτερο ή το εναλλακτικό που θα μπορούσε να προσδώσει άλλη διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων από τη μια και του Κ. Βιολάρη από την άλλη. Αβάσιμα είναι και τα παράπονα σε σχέση με τις άλλες περιστάσεις της Δ.10 θ1
(1). Ούτε προσδιορίστηκε από τον εφεσείοντα ούτε μπορούμε να διακρίνουμε ποιά άλλη θεραπεία θα ήταν νοητό να διεκδικεί ο εφεσείων από τον Κ. Βιολάρη ή ποιό άλλο θέμα, με τα χαρακτηριστικά του Κανονισμού, θα έπρεπε να αποφασιστεί μεταξύ και των τριών. Όταν, όλα τα περί τη γνώση, αποδοχή και συμμετοχή του Κ. Βιολάρη τα θεωρεί ο εφεσείων ως πράξεις των εφεσιβλήτων που οδήγησαν στην εξάλειψη της οφειλής του». Όπως διαφαίνεται από την Υπεράσπιση του Εναγομένου, θέση αυτού είναι πως ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τον Ενάγοντα, ο οποίος και δεν παρείχε σε αυτόν οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την επίδικη επιταγή. Σε περίπτωση όπου η θέση αυτή του Εναγόμενου πετύχει δεν θα είναι υπόλογος για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τον Ενάγοντα. Ούτε και προκύπτει κάποια εκ έστω εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή αξίωση ή βάση απαίτησης την οποία ο ίδιος μπορεί να διατηρεί εναντίον του προτεινόμενου ως τριτοδιαδίκου, αφού αυτό που προβάλλεται ως ισχυρισμός είναι ότι ο Εναγόμενος παρέδωσε στον κ. Αλεξόπουλο μίαν επιταγή υπογραμμένη με κενό το όνομα, την πληρωμή της οποίας, όμως, μετέπειτα ανακάλεσε. Ενδεχομένως ο κ. Αλεξόπουλος να πρέπει να κληθεί από τον Εναγόμενο ως μάρτυρας κατά την παρουσίαση της υπεράσπισης του, αλλά δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η περίπτωση εμπίπτει σε οποιαδήποτε εκ των τριών περιπτώσεων που προβλέπονται στην Διαταγή 10
(1)
(1). Έπεται πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Δεδομένου ότι εκ μέρους των Εναγόντων δεν υπήρξε αγόρευση ή ένσταση, κρίνω σκόπιμο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο