Κayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation, Αρ. Αγωγής: 7462/02, 10 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A249 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7462/02 Μεταξύ: Κayat Trading Limited Εναγόντων και Genzyme Corporation Εναγομένων ------------------ 10 Ιουνίου, 2011. Για ενάγοντες: κ. Α. Λαδάς με κα Δ. Λαδά Για εναγόμενους: κ. Π. Πολυβίου με κα Στ. Πολυβίου και κ. Γ. Μίτλεττον ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΜΕ12 Charles Lazarevic είναι ορκωτός λογιστής με έδρα των εργασιών του το Λονδίνο. Του ανατέθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων να ετοιμάσει, ως εμπειρογνώμονας, έκθεση υπολογισμού των ζημιών που κατ΄ ισχυρισμό τους υπέστησαν οι ενάγοντες, ως αποτέλεσμα, κατά τη θέση τους, παράβασης συμβολαίων και/ή αστικών αδικημάτων που διέπραξαν οι εναγόμενοι σχετικά με συμβόλαιο για την προμήθεια και διανομή στην Ουκρανία συγκεκριμένου φαρμάκου, υπό το εμπορικό σήμα MelaPure. Ο μάρτυρας ετοίμασε την έκθεσή του, αλλά στην προσπάθειά κατάθεσής της ως τεκμήριο στο Δικαστήριο, ηγέρθη ένσταση εκ μέρους των συνηγόρων των εναγομένων. Η ένσταση στηρίζεται σε δύο λόγους και αποτελεί το αντικείμενο της ενδιάμεσης αυτής απόφασης. Συνοπτικά οι θέσεις των ευπαίδευτων συνήγορων, τις οποίες ανέπτυξαν με κάθε λεπτομέρεια και υποστήριξαν με παράθεση νομικών συγγραμμάτων και αυθεντιών, έχουν ως εξής: Εισηγείται ο κ. Πολυβίου ότι το είδος των ζημιών που καλύπτει η έκθεση δημιουργούσε την υποχρέωση στους ενάγοντες για σαφή δικογράφησή τους και η παράλειψή τους να το πράξουν δημιουργεί κενό στην έκθεση απαίτησης που έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση παροχής της ανάλογης μαρτυρίας. Προσθέτει, ως δεύτερο λόγο ένστασης, ότι η ίδια η έκθεση δεν συνάδει με τις παραμέτρους που νομικά ισχύουν για εκθέσεις εμπειρογνώμονα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους ενάγοντες έθεσε πως είναι παντελώς λανθασμένη η προσέγγιση της αντίδικης πλευράς, αφού, κατά τη θέση του, οι ζημιές που καλύπτει η έκθεση δεν συνιστούν τίποτε άλλο από τις φυσικές απώλειες που προκύπτουν από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με δεδομένη τη φύση της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Ως τέτοιες πρόσθεσε εμπίπτουν ξεκάθαρα στην κατηγορία των γενικών αποζημιώσεων, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ανάγκη ειδικής δικογράφησής τους. Συμπληρώνοντας ως προς αυτό το λόγο ένστασης, ανέφερε ότι στην έκθεση απαίτησης γίνονται ικανοποιητικές αναφορές στο συγκεκριμένο ζήτημα των αποζημιώσεων και, συνεπώς, δίδεται επαρκής προειδοποίηση προς τους εναγόμενους για τα ζητήματα που πρόκειται να αντιμετωπίσουν. Σχετικά με το δεύτερο λόγο ένστασης, εισηγήθηκε ότι τίποτα το μεμπτό υπάρχει και πως τα παράπονα της άλλης πλευράς δεν αφορούν την αποδεκτότητα της έκθεσης, αλλά εμπίπτουν στη σφαίρα της αντεξέτασης του μάρτυρα. Οι προσεγγίσεις των ευπαίδευτων συνήγορων των δύο πλευρών, ως προς τη νομική διάσταση των ζητημάτων που εγείρονται στην ένσταση, δεν διίστανται. Διαφωνούν στην εφαρμογή της υπό το πρίσμα των γεγονότων της παρούσας περίπτωσης. Ήταν ουσιαστικά κοινές οι αναφορές τους σε σχετικά αποσπάσματα συγγραμμάτων και αυθεντιών. Είναι αχρείαστη η εκτενής επανάληψή τους και το Δικαστήριο θα περιοριστεί στη συνοπτική παράθεση, στο κατάλληλο στάδιο, των νομικών αρχών που καλύπτουν τα υπό κρίση ζητήματα. Ας αποφασιστεί πρώτα ο δεύτερος λόγος ένστασης, τον οποίο ο κ. Πολυβίου στήριξε στις αρχές που καλύπτουν μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Επεξηγώντας, ήταν ουσιαστικά η προσέγγιση του συνήγορου ότι διαφαίνεται μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης πως ο μάρτυρας εκλαμβάνει ως δεδομένα τα γεγονότα όπως τα θέτουν οι μάρτυρες των εναγόντων και με αυτό ως υπόβαθρο εκφέρει τη γνώμη του. Τούτο, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, παραβιάζει τις αρχές που καλύπτουν τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα και συνιστά απόκλιση από τις υποχρεώσεις και το καθήκον που έχει απέναντι στο Δικαστήριο. Αναμφίβολα, είναι άλλωστε πάγια γραμμή της νομολογίας, ένας εμπειρογνώμονας έχει υποχρέωση να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, η δε γνώμη του πρέπει να βασίζεται σε γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία η οποία μπορεί να γίνει αποδεκτή από ένα Δικαστήριο. Συνεπώς, είναι απαράδεκτη η αποδοχή εκτίμησης με υπόβαθρο γεγονός που δεν αποδείχθηκε ποτέ. Οι πιο πάνω όμως νομικές αρχές δεν παρέχουν έδαφος επιτυχίας στην ανάλογη θέση ένστασης, όπως αυτή τέθηκε και υποστηρίχθηκε από τον κ. Πολυβίου. Ο ΜΕ12 αναφέρει στην έκθεσή του τα γεγονότα που έλαβε υπόψη και τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο, προκειμένου να καταλήξει στη δική του γνώμη ως εμπειρογνώμονας. Αυτό είναι απόλυτα επιτρεπτό και δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα αποτροπής στην παροχή της μαρτυρίας του. Πρόβλημα θα εγερθεί στο τελικό στάδιο, εάν και εφόσον τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε η εμπειρογνωμοσύνη δεν αποδειχθούν. Συνεπώς, δεν εντοπίζεται πρόβλημα στη βάση που θέτει η πλευρά των εναγομένων, η οποία θα έχει και κάθε δικαίωμα αντεξέτασης προκειμένου να πλήξει, είτε τη βάση στήριξης των θέσεων του μάρτυρα, είτε τη μεθοδολογία την οποία ακολούθησε. Ο πρώτος λόγος ένστασης στηρίχθηκε καθ΄ ολοκληρία στη διάκριση μεταξύ γενικών και ειδικών αποζημιώσεων και στις συνέπειες που η κάθε κατηγορία υπέχει. Είναι, για σκοπούς νομικής κάλυψης, αρκετή η παράθεση μικρού αποσπάσματος από το γνωστό σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, [1975] 12th Edition στη σελ. 60, όπου συνοψίζονται οι σχετικές αρχές: «The distinction between general and special damage is this. General damage is such as the law will presume to be the natural or probable consequence of the defendant's act. It arises by inference of law, and need not, therefore, be proved by evidence and may be averred generally. Special damage, on the other hand, is such a loss as the law will not presume to be the consequence of the defendant's act, but such as depends in part, at least, on the special circumstances of the particular case. It must therefore be always explicitly claimed on the pleading, as otherwise the defendant would have no notice that such items of damage would be claimed from him at the trial." Η κατάταξη ζημιάς στην κατηγορία των ειδικών αποζημιώσεων έχει ως συνέπεια την υποχρέωση του ενάγοντα να την καταγράψει με την απαραίτητη λεπτομέρεια στην έκθεση απαίτησής του. Τυχόν δε παράλειψή του να το πράξει, του αφαιρεί το δικαίωμα παροχής μαρτυρίας προς απόδειξη οποιασδήποτε ειδικής ζημιάς η οποία δεν αξιώνεται ξεκάθαρα. Επιβάλλεται, για σκοπούς κατάληξης, λιτή καταγραφή της βάσης αγωγής των εναγόντων. Στηρίζεται σε μεταξύ των μερών συμφωνία διορισμού αποκλειστικού αντιπροσώπου διανομής και προώθησης συγκεκριμένου προϊόντος στην αγορά. Οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις με βάση στήριξης ισχυρισμό διάρρηξης της συμφωνίας. Εισηγείται ο κ. Λαδάς ότι οι φυσικές ζημιές που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο νόμος προνοεί ότι προκύπτουν από τη διάρρηξη της συμφωνίας, είναι προφανώς η απώλεια του καθαρού εισοδήματος που οι ενάγοντες θα είχαν αν το συμβόλαιο είχε εκτελεστεί, και που δεν έχουν, λόγω παράβασης της συμφωνίας. Θέτοντας δε την εισήγησή του, στα πλαίσια της έκθεσης του ΜΕ12, καταλήγει πως τα δύο είδη αποζημιώσεων που εξειδικεύονται σε αυτή, ήτοι «enterprise valuation» και «lost profits», εμπίπτουν στην κατηγορία των γενικών αποζημιώσεων. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η πιο πάνω προσέγγιση. Τα δύο είδη αποζημιώσεων που καλύπτει η έκθεση του ΜΕ12, συνιστούν ξεκάθαρα εξειδικευμένες ζημιές, οι οποίες έχουν ως βάση στήριξης την ισχυριζόμενη διάρρηξη της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Και ως τέτοιες θα έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί με κάθε απαραίτητη λεπτομέρεια. Οι δε παράγραφοι της έκθεσης απαίτησης, στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Λαδάς, δεν υποστηρίζουν τη θέση του για επαρκή δικογράφηση. Συνιστούν ουσιαστικά τη νομική διάσταση του ζητήματος των αποζημιώσεων, με βάση το δίκαιο της Μασαχουσέτης και όχι δικογράφηση των αξιούμενων ειδικών αποζημιώσεων. Ως αποτέλεσμα, το πρώτο σκέλος της ένστασης επιτυγχάνει. Δεν επιτρέπεται η παροχή μαρτυρίας - μέσω της κατάθεσης της έκθεσης του ΜΕ12 - προς το σκοπό απόδειξης της ζημιάς, η οποία εξειδικεύεται ως «enterprise valuation» και «loss of profits». [Yπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.