Γιώργος Κουλλαπή κ.α. ν. Cyventure Capital Public Company Ltd, Αγωγή αρ. 7416/02, 16 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A261 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 7416/02 Μεταξύ:
- Γιώργος Κουλλαπή
- Χριστίνα Περικλέους
- Μαρία Νικολάου
- Βασίλης Περικλέους Εναγόντων και
- Cyventure Capital Public Company Ltd Εναγομένων ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 20.5.08 Αγωγή αρ. 7416/02 Μεταξύ:
- Γιώργος Κουλλαπή
- Χριστίνα Περικλέους
- Μαρία Νικολάου
- Βασίλης Περικλέους Εναγόντων και
- Cyventure Capital Public Company Ltd Εναγομένων ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 10.2.10 Αγωγή αρ. 7416/02 Μεταξύ:
- Γιώργος Κουλλαπή
- Χριστίνα Περικλέους
- Μαρία Νικολάου
- Χαρίκλεια Περικλέους ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Βασίλη Περικλέους Εναγόντων και
- Cyventure Capital Public Company Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11.2.11 Για τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 16 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές/ενάγοντες: κ. Α. Παπαντωνίου (για να ακούσει απόφαση η κα Ν. Νικολαϊδου) Για τoυς καθ'ων η αίτηση/εναγομένους 1,3,5-8, 10-14,16-20:κα Αθανασιάδου (Για να ακούσει απόφαση η κα Καρή) Για την καθ'ου η αίτηση/εναγομένο 15: κ. Πετρίδης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή κατεχωρήθη την 8/7/
- Η 26σέλιδη Έκθεση Απαίτησης κατεχωρήθη τρία
(3)χρόνια μετά, την 29/6/
- Σύμφωνα με αυτή οι τέσσερεις ενάγοντες αγόρασαν μετοχές και άσκησαν δικαιώματα προτίμησης (Rights) και δικαιώματα αγοράς μετοχών (Warrants) κατόπιν απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατά παράβαση των νόμιμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων. Η εναγόμενη 1 εξέδωσε ενημερωτικό δελτίο το οποίο αφορούσε την έκδοση των πιο πάνω δικαιωμάτων. Οι εναγόμενοι 2-6 ήταν ο Πρόεδρος και Mέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης
- Οι εναγόμενοι 7-9 ήταν μέτοχοι της εναγομένης 1 και ο εναγόμενος 10 σύμβουλος χρηματιστής της. Η εναγόμενη 11 ήταν ο γραμματέας της και η εναγόμενη 12 ο Διευθυντής Έκδοσης της εναγομένης 1 και κύριος μέτοχος της. Οι υπόλοιποι ήταν Πρόεδροι ή μέλη Διοικητικών Συμβουλίων ορισμένων εκ των εναγομένων εταιρειών. Οι θεραπείες τις οποίες αιτούνται είναι η ακύρωση της αγοράς και εξάσκηση των δικαιωμάτων και μετοχών της εναγομένης και επιστροφή του ποσού £402.429 αφού εγγραφούν παράλληλα επ' ονόματι της εναγομένης 1 οι μετοχές που προέκυψαν από την άσκηση των άνω δικαιωμάτων. Περαιτέρω αξιώνουν αποζημιώσεις, τόκο κλπ. Οι εναγόμενοι 1,3,5-8, 10-20 καταχώρισαν Έκθεση Υπεράσπισης την 2/2/06, ο εναγόμενος 2 την 10/2/06 και οι εναγόμενοι 4 και 9 την 28/3/
- Απάντηση στην Υπεράσπιση των εναγομένων 1,3,5-8, 10-20 καταχωρήθηκε την 21/11/06 και αποτελείται από 15 σελίδες. Στις 10/10/07 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες αίτηση ορισμού όπως και απάντηση στη υπεράσπιση του εναγομένου
- Η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση την 4/4/08 ότε και αναβλήθηκε λόγω του ότι μόλις ανέλαβε (26/3/08) ο νυν δικηγόρος των εναγόντων. Στις 26/3/08 προηγήθηκε καταχώρηση αίτηση τροποποίησης του τίτλου με αντικατάσταση των ονομάτων των εναγομένων εταιρειών 1,7,8,10-
- Στις 28/5/08 ενεκρίθη η αίτηση. Τελικά στις 24/11/08 καταχωρήθησαν όλα τα τροποποιημένα δικόγραφα και η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση την 20/3/
- Ακολούθησε ορισμός της αγωγής για οδηγίες την 11/5/09, 25/6/09, 24/9/09, 6/11/09 και 15/12/
- Στις 9/12/09 προηγήθη καταχώρηση αίτησης υπό των εναγόντων δια τροποποίηση του τίτλου της αγωγής λόγω θανάτου του εναγομένου
- Η αίτηση ενεκρίθη την 10/2/
- Μέχρι 21/6/10 κατεχωρήθησαν όλα τα τροποποιημένα δικόγραφα. Η αγωγή ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες την 21/6/10 και 28/6/10 και ακολούθησε ορισμός της για ακρόαση την 27/10/10 αφού δόθηκε άδεια καταχώρησης απάντησης στην υπεράσπιση μέχρι την 30/9/
- Ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση την 25/11/10 ότε και άρχισε. Να σημειωθεί ότι η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2,4 και 9 απεσύρθη και απερρίφθη. Αφού κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες για τους ενάγοντες και ενώ κατέθετε ο ενάγοντας 1, οι ενάγοντες κατεχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως. Με αυτή αιτούνται εκτενή τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως τους ώστε να περιλάβουν κυρίως συγκεκριμένες ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν. Εις την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται μεταξύ άλλων δια υποστήριξη του αιτήματος ότι αυτή κατέστη αναγκαία μετά την κατάθεση των ΜΕ2 λειτουργού του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) και ΜΕ3 στο Δικαστήριο οι οποίοι είχαν στην κατοχή τους «καταστάσεις λογαριασμών από το μητρώο μετόχων της εναγομένης 1, έγγραφα και μαρτυρικό υλικό που δεν είχε στη κατοχή του, ούτε πρόσβαση σε αυτό». Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ζήτησε από το ΧΑΚ όλες τις επίδικες συναλλαγές αλλά ο αρμόδιος λειτουργός του ανέφερε ότι αυτό ήτα δυνατό μόνο με «δικαστική κλήτευση και διαταγή του δικαστηρίου». Επίσης ότι δεν ήταν επιτρεπτή η παράδοση τους σ' αυτόν καθότι φαίνονταν σ' αυτά και τα στοιχεία των αντισυμβαλλομένων και δεν ήταν επιτρεπτή η απάλειψη τους. Δια τους ίδιους λόγους, αρνήθηκε και το μητρώο μετόχων της εναγομένης 1 να τον εφοδιάσει με τις καταστάσεις αυτές. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εισάγετε νέα βάση αγωγής και δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγομένων. Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση ενίστανται στις αιτούμενες τροποποιήσεις και κατεχωρήθηκε ένσταση τόσο από τον εναγόμενο 15 αλλά και τους υπόλοιπους. Οι λόγοι των δύο ενστάσεων είναι βασικά ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις «συνιστούν μια εντελώς νέα γραμμή απαίτησης και/ή νέα βάση αγωγής η οποία συγκρούεται με την υφιστάμενη και δια την οποία παρουσιάσθη μαρτυρία. Ακόμη και αν δεν εισάγει νέα βάση αγωγής τροποποιεί σε μεγάλο βαθμό της Έκθεση Απαίτησης προκαλώντας ζημιά στους εναγόμενους. Η αίτηση είναι κακόπιστη και κατεχωρίσθηκε μετά που δεν επετράπη κατόπιν ενστάσεως, από το δικαστήριο, η εισαγωγή μαρτυρίας που δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν γνωστές στους ενάγοντες εξ' αρχής και δεν αιτιολογούν επαρκώς την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης. Η αίτηση γίνεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της. Τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη δικαστική διαδικασία και ζημιά στους εναγόμενους η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί». Στην ένορκο δήλωση του Νίκου Παυλίδη, διευθυντή και γραμματέα της εναγομένης 1 επί της οποίας στηρίζεται η ένσταση των εναγομένων ,1,3,5-8 10-14, 16-20 προβάλλονται μεταξύ άλλων οι ισχυρισμοί ότι βάσει της αγωγής όπως αυτή δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης αφορά ακύρωση συμφωνίας λόγω σύναψη της με ψευδείς παραστάσεις και επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος με παράλληλη επιστροφή μετοχών. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιζητείται η αλλαγή πλεύσης με τη στήριξη της απαίτησης στην «ύπαρξη συμφωνίας την οποία τελικά δεν ακύρωσαν ως είχαν κατ' ισχυρισμό δικαίωμα να πράξουν, αλλά την διατήρησαν πλην όμως επέστησαν ζημιά ένεκα των ψευδών παραστάσεων, την οποία διεκδικούν.» Δια το λόγο αυτό είτε ότι επιχειρείται η αλλαγή εξ' ολοκλήρου της φύσης της απαίτησης των εναγόντων είτε επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, δεν θα πρέπει να δοθεί άδεια για τροποποίηση. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η δικαιολογία που υποβάλλεται δια την αναγκαιότητα τροποποίησης δεν είναι ορθή και τίθεται κατά παραπλανητικό τρόπο καθότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν αναφέρονται ειδικές ζημιές και συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται εξειδίκευση τους. Επίσης δεν μπορεί να επιτραπεί η αίτηση και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι ενάγοντες πώλησαν τις μετοχές τους με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αξιώνουν ακύρωση της συμφωνίας και επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων προβάλλοντας δήθεν μείωση της απαίτησης. Επίσης για πρώτη φορά τίθεται θέμα ύπαρξης ζημιάς και ενώ γνώριζαν για την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών τους ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν αυτά προηγουμένως, τίθενται στο παρόν στάδιο και προβάλλονται ως να τα πληροφορήθηκαν τώρα. Εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες γνώριζαν για τις πωλήσεις καθότι από τη γραπτή κατάθεση του ενάγοντα 1 τεκμήριο «Α» παράγραφοι 17(β),(γ),(δ) αναφέρει ότι τους αποστέλλοντο τα «contract notes των πωλήσεων των μετοχών που προέκυψαν από την αγορά δικαιωμάτων προτίμησης». Επίσης αυτές (οι πωλήσεις) έγιναν πριν την καταχώρηση της αγωγής όπως φαίνεται από τον πίνακα σελ. 23-27, της γραπτής δήλωσης του. Περαιτέρω προβάλλεται ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με χρήμα καθότι θα υποχρεωθούν σε έρευνα για στοιχεία και μαρτυρία που πρώτη φορά τίθεται. Θα προκληθεί περαιτέρω αχρείαστη περιπλοκή της διαδικασίας. Ο εναγόμενος 15 στη δική του ένορκη δήλωση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση Παυλίδη. Οι δικηγόροι, των αιτητών και καθ' ου η αίτηση 15, με τις αγορεύσεις τους προώθησαν τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν ενώ η συνήγορος των άλλων καθ' ων η αίτηση αρκέστηκε στην «υιοθέτηση» των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση για υποστήριξη της ενστάσεως των εναγομένων πελατών της και προέβη σε αναφορά νομολογίας επί του εξεταζόμενου θέματος. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία παρέχει τη δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος. Οι αρχές βάσει των οποίων τα Δικαστήρια ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια δυνάμει της Δ.25 είναι νομολογιακά θεμελιωμένες. Εις την υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων
(2001)1 (Γ) 1608, 1632 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του αρ. 30.2. του Συντάγματος (βλ. Χρίστου, πιο πάνω). Όπως έχει τεθεί από τον Πική Δ. (όπως ήταν τότε) στην Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33: «
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει το αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση». (Βλ. και Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Έχει επίσης, νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλ. Astor Manufacturing v. A. & G Leventis Co
(1993)1 A.A.D. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθησαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. (βλ. επίσης SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες). Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το αρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο. (Βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 364 και Union Alimentaria Sanders S.A v. Spain Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγρ. 35
(1989))». Εις την υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, 228 λέχθησαν τ΄ ακόλουθα: «Είναι η θέση της νομολογίας πώς, όταν υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης». Εις την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη, Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 617 απεφασίσθη ότι εάν τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από το διάδικο που επιζητεί την τροποποίηση πριν την αίτηση δια τροποποίηση, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Τέλος εις την υπόθεση Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ. 707 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Εις την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ και άλλων,
(2002)1 Α.Α.Δ 297 λέχθησαν τ΄ ακόλουθα: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα που από την σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Εις την υπόθεση United Sea Transport Co Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D 556). (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Η έννοια της καθυστέρησης επεξηγήθηκε ως ακολούθως στην C & A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου 2001 1(Γ) Α.Α.Δ 2025,
- « ... τη σημασία της καθυστέρησης με την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη.» Επειδή γίνεται αναφορά από τους εναγομένους για αλλαγή της βάσης της αγωγής, πιστεύω ότι είναι ορθό να εξετασθεί με προσοχή ποια είναι ακριβώς αυτή ως διαφαίνεται στην έκθεση απαίτησης. Σύμφωνα με αυτή (βλ. παραγρ. 2) «η εναγόμενη 1 εξέδωσε και κυκλοφόρησε προς το κοινό μετά από σχετική άδεια του ΧΑΚ ενημερωτικό δελτίο με ημερ. 25/4/2000 το οποίο αφορούσε την έκδοση δικαιωμάτων προτίμησης (Rights) και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (Warrants)». Με βάση τα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω ενημερωτικό δελτίο οι ενάγοντες προχώρησαν στην αγορά αριθμού δικαιωμάτων προτίμησης (Rights) τα οποία εξάσκησαν με περαιτέρω αποτέλεσμα να λάβουν αριθμό δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (Warrants) τα οποία επίσης εξάσκησαν. Είναι ισχυρισμός τους ότι το άνω ενημερωτικό δελτίο επί του οποίου στηρίχθησαν οι ενάγοντες για την αγορά δικαιωμάτων προτίμησης (Rights) περιείχε ψευδή και/η παραπλανητικά δεδομένα και/ή στοιχεία και/ή παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις. Περαιτέρω είναι ο ισχυρισμός τους ότι προέβησαν στα πιο πάνω ως αποτέλεσμα απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράβασης των εκ του νόμου και/ή από κανονισμού απορρεόντων καθηκόντων της εναγομένης 1, τα οποία αφορούν απόκρυψη γεγονότων και/ή στοιχείων και /ή δεδομένων από το ενημερωτικό δελτίο. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι ενέργειες της εναγομένης 1 έγιναν κατά παράβαση νομοθεσίας. Στους υπόλοιπους εναγόμενους αποδίδονται ανάλογα με την ιδιότητα τους, δόλος, απάτη, παράβαση καθήκοντος και κανονισμών κ.α. Εν συνεχεία προβάλλεται η ετοιμότητα των εναγόντων να μεταβιβάσουν επ' ονόματι της εναγομένης 1, τις αντίστοιχες μετοχές που προέκυψαν από την εξάσκηση των δικαιωμάτων προτίμησης και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών. Οι ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 21/11/01 προς την εναγόμενη 1 και κοινοποίηση προς ορισμένους των εναγομένων απαίτησαν τη συνολική επιστροφή του ποσού που κατέβαλαν για την αγορά και την εξάσκηση των άνω δικαιωμάτων (Rights και Warrants). Οι εναγόμενοι αρνήθησαν να πράξουν αυτό με αποτέλεσμα την καταχώρηση της αγωγής με την οποία αξιώνουν:
- (α) Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται (Rescission) η συμφωνία αγοράς και εξάσκησης και/ή να θεωρείται άκυρη η αγορά και εξάσκηση από τους Ενάγοντες Δικαιωμάτων Προτίμησης (Rights) και Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών (Warrants) και Μετοχών της Εναγομένης 1 κατά ή την περίοδο μεταξύ Απριλίου 2000 και Ιουνίου 2001 με βάση το Ενημερωτικό Δελτίο της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 25/4/00, ως συνομολογηθείσα συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατά παράβαση των Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων. (β) Επιστροφή του ποσού των Λ.Κ 402.429,00 (Λίρες Κύπρου Τετρακόσιες δύο και τετρακόσιες είκοσι εννιά) πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 29/5/00 μέχρι εξοφλήσεως. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη 1 όπως αποδεχθεί εγγραφή επ' ονόματι της των μετοχών που αντιστοιχούν και/ή προκύπτουν από την εξάσκηση των πιο πάνω Δικαιωμάτων Προτίμησης (Rights) και Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών (Warrants) και των μετοχών που αγοράσθηκαν με βάση το ως άνω Ενημερωτικό Δελτίο. (δ) Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Στην Απάντηση τους οι ενάγοντες και συγκεκριμένα στη παράγραφο 10(δ) δηλώνουν ότι «.. Έχουν εγείρει την αγωγή για να ακυρώσουν τη συμφωνία και/ή λάβουν αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης». Τα ίδια στη παράγραφο 28 (στ). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς και όσα αναφέρονται στις ενστάσεις των εναγομένων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο με την αιτούμενη τροποποίηση επέρχεται αλλαγή στην βάση της αγωγής ή άλλως πως τροποποιείται σε τέτοιο βαθμό που θα είχε αποτέλεσμα τη προβολή μιας νέας υπόθεσης ως είναι η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση. Εξετάζοντας λοιπόν προσεκτικά τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν διαπιστούται ότι οι ενάγοντες/αιτητές προσπαθούν με αυτές να εισάξουν νέα βάση αγωγής ή να παρουσιάσουν μια νέα υπόθεση. Οι περισσότερες τροποποιήσεις αφορούν διόρθωση ποσών ή αριθμών που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η αιτούμενη δε τροποποίηση της παραγράφου 40 και αντικατάσταση της παραγράφου 41 εισάγει με λεπτομέρεια την ισχυριζόμενη ζημιά των εναγόντων, αποκρυσταλλοποιηθείσα ή μη ως αποτέλεσμα των παράνομων ενεργειών που αποδίδονται στους εναγομένους. Υπενθυμίζεται ότι στο παρόν στάδιο δεν εξετάζεται το βάσιμο ή όχι ενός ισχυρισμού. Εκείνο που εξετάζεται είναι η σχετικότητα. Εδώ ακριβώς προβάλλεται η ισχυριζόμενη ζημιά την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες συνεπεία των ισχυριζόμενων παράνομων ενεργειών ή παραλείψεων των εναγομένων. Εάν επιτύχουν ή όχι στις αιτούμενες θεραπείες στο τέλος, είναι κάτι διαφορετικό και δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο. Αναφορικά με την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος προβάλλεται δικαιολογία ότι τώρα έγιναν αντιληπτά τα μεγέθη των ζημιών από τις αναλύσεις πράξεων ως φαίνονται στα τεκμήρια 89-92 και καταστάσεις λογαριασμών τεκμήρια 93-96 που παρουσιάσθησαν από τον ΜΕ2 Πανίκο Χριστοφόρου Λειτουργό του ΧΑΚ και ΜΕ3 Άλκη Πιερίδη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την ακροαματική διαδικασία. Τους ισχυριζόμενους λόγους της μη προμήθειας τους προηγουμένως, τους έχω ήδη αναφέρει. Εξετάζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες και παραμέτρους είμαι της γνώμης ότι δεν απεδείχθη επίσης κακοπιστία εκ μέρους των εναγόντων. Αυτοί προσπάθησαν κατά την ακρόαση της αγωγής να εισάξουν την ζημιά που κατ' ισχυρισμόν υπέστησαν ως μαρτυρία μέσω του ενάγοντα 1 πλην όμως αντιμετώπισαν τις ενστάσεις της άλλης πλευρά με αποτέλεσμα να μην εισαχθεί και να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση. Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι μια καλόπιστη προσπάθεια συμπλήρωσης ελλείψεων, διόρθωση λαθών (αριθμών και ποσών) και τακτοποίησης της ισχυριζόμενης ζημιάς. Πιστεύω ότι γίνεται καλόπιστα για πλήρη και σφαιρική παρουσίαση της απαίτησης των εναγόντων. Εις την Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700 που υιοθετήθηκε εις την Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and Elma Investments Ltd do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Εις την υπόθεση United Sea Transport Co Ltd & Another (ανωτέρω) λέχθησαν και τα πιο κάτω: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise». Όπως προανέφερα, δεν κατεδείχθη και δεν ικανοποιήθηκα ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με ενέργειες τους προκάλεσαν ή προκαλούν ζημία εις την άλλη πλευρά μη δυνάμενη ν΄αποζημιωθεί με έξοδα. Η ανησυχία του Δικαστηρίου δια την παράταση της εκκρεμότητας της αγωγής, είναι δεδομένη και έντονη. Η εκκρεμότητα όμως της αγωγής «δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα» αλλά αποτελεί παράγοντα «ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη δια ταχύτερη προώθηση». (βλ. Federal Bank of Lebanon (άνω)). Στην πρόσφατη απόφαση (πλειοψηφίας) στην Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν Χρίστου Χαρίδη Π.Ε 50/2010, ημερ. 11/5/11 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ' αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά στο 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Τα πιο πάνω απαντούν και στον λόγο ένστασης που αφορά τον καθυστερημένο χρόνο καταχώρησης της αίτησης. Δια όλους τους πιο πάνω λόγους, αλλά και διότι η προτεινόμενη τροποποίηση κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει ν΄ ασκηθεί και ασκείται υπέρ του αιτήματος για τροποποίηση. Ως αποτέλεσμα, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Έκθεση Απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα και Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης από τον Εναγόμενο να ακολουθήσει εντός 15 ημερών από την καταχώρηση και επίδοση της πιο πάνω. Τυχόν τροποποιημένη απάντηση ν' ακολουθήσει εντός 7 ημερών. Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες όπως οι ενάγοντες προβούν στα αναγκαία ώστε να ζητήσουν τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος εντός δύο ημερών από σήμερα και τα τροποποιημένα δικόγραφα καταχωρηθούν εντός των καλοκαιρινών διακοπών. Τέλος, δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου κανένας ιδιαίτερος λόγος ώστε το Δικαστήριο να παρεκκλίνει από το γενικό κανόνα που ισχύει δια τα έξοδα σε αιτήσεις της φύσεως υπό εξέταση. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της αιτήσεως όπως και αυτά που θα απολεσθούν συνεπεία της τροποποίησης να είναι εις βάρος των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και πληρωθούν εις το τέλος της αγωγής. (Υπ.) .......... Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο