← Κύπρος

Αγλαΐτσας Φασαρία ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Φασαρία ν. American Life Insurance Company ή Alico Aig Life, Αρ. Αγωγής: 7774

Αγλαΐτσας Φασαρία ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Φασαρία ν. American Life Insurance Company ή Alico Aig Life, Αρ. Αγωγής: 7774/2007, 16 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7774/2007 Μεταξύ: Αγλαΐτσας Φασαρία ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Φασαρία Ενάγουσας και American Life Insurance Company ή Alico Aig Life Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 3.12.2010 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 16 Ιουνίου, 2011 Για εναγομένη- αιτήτρια: κ. Χρ. Δημητριάδης Για ενάγουσα- καθ' ης η αίτηση: κ. Σ. Φασουλιώτης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η εναγομένη επιζητεί διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισής της. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της ενάγουσας εταιρείας. Συνοπτικά αναφέρω ότι η αγωγή αφορά απαίτηση για Λ.Κ. 30.000 (€51.258,04) πλέον τόκους δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου ημερ. 19.3.2004 μεταξύ της εναγομένης και του αποβιώσαντος Ανδρέα Φασαρία, βάσει του οποίου σε περίπτωση θανάτου θα καταβάλλετο στον δικαιούχο το εν λόγω ποσό. Επιζητείται επίσης Δήλωση ότι το εν λόγω συμβόλαιο είναι έγκυρο και δεσμευτικό και ότι η εναγομένη έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το πιο πάνω ποσό, καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου. Η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρίστηκε στις 10.4.2008 και περιλαμβάνει ισχυρισμό ότι ο αποβιώσας απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα αναφορικά με την κακή κατάσταση της υγείας του (καρδιακά προβλήματα) με σκοπό την εξασφάλιση ασφαλιστικής κάλυψης και ότι μετά τον θάνατό του, ένεκα των μη δηλωθεισών παθήσεών του, απορρίφθηκε η απαίτηση της ενάγουσας για την πληρωμή των Λ.Κ. 30.000, ακυρώθηκε το συμβόλαιο και επιστράφηκαν όλα τα καταβληθέντα ασφάλιστρα. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στις Διαταγές 25 και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία και στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Με την υπό κρίση αίτηση, η εναγομένη αιτήτρια επιδιώκει την προσθήκη στην αρχή της Υπεράσπισης δύο νέων παραγράφων υπό 1Α και 1Β, στις οποίες εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι η ενάγουσα δεν έχει προσωπικά δικαίωμα/βάση αγωγής εναντίον της εναγομένης, καθότι ο αποβιώσας Ανδρέας Φασαρίας είχε εκχωρήσει στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ όλα τα δικαιώματά του που απορρέουν από το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο, με γραπτή συμφωνία ημερ. 5.4.2004, γεγονός το οποίο κοινοποίησε γραπτώς στην εναγομένη στις 22.4.2004, δίδοντας σχετικές οδηγίες. Η δε εναγομένη, με γραπτή Δήλωση και Ανάληψη Υποχρέωσης ημερ. 23.4.2004, δήλωσε ότι θα πράξει σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες του αποβιώσαντος και/ή της Τράπεζας. Στην προτεινόμενη νέα παράγραφο 1Β γίνεται αναφορά στην πρόθεση της εναγομένης να αναφερθεί σε έκταση κατά την ακρόαση στη Συμφωνία Εκχώρησης, τις επιστολές κοινοποίησης, την αποδοχή της εκχώρησης, αλλά και την απαίτηση που είχε υποβάλει η Ελληνική Τράπεζα για να της καταβληθεί το ποσό της ασφάλισης και την αρνητική απάντηση της εναγομένης, με κοινοποίηση προς την ενάγουσα. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Βίκης Αυγουστή, υπεύθυνης του Τμήματος Αποζημιώσεων της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία αναφέρει ότι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, όταν μελετούσε για την ακρόαση, εντόπισε συγκεκριμένη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 16.12.2009 (την οποία και επισυνάπτει) με πανομοιότυπα γεγονότα με την παρούσα, σύμφωνα με την οποία ένας ενάγων δεν έχει δικαίωμα αγωγής εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας όταν έχει εκχωρήσει το συμβόλαιό του σε τράπεζα. Εφόσον και στην παρούσα περίπτωση υπήρξε εκχώρηση συμβολαίου, η κα Αυγουστή θεωρεί ορθό να δοθεί στην εναγομένη η ευκαιρία να προβάλει ορθά την υπεράσπισή της επί του νομικού αυτού θέματος, καθότι ο δικηγόρος της μόλις πρόσφατα έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης. Η ένσταση της ενάγουσας καταχωρίστηκε στις 4.4.2011 και εξειδικεύονται δύο λόγοι ένστασης, ήτοι ότι η αιτήτρια δεν δικαιολογεί επαρκώς την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση η αιτήτρια αποσκοπεί στον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων διά της προβολής μιας νέας υπεράσπισης, σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Μαρούλας Παπαγεωργίου, δικηγορικού υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας, η οποία αναφέρει ότι η αιτήτρια δεν παραθέτει καμία απολύτως εξήγηση γιατί άφησε να παρέλθει χρονικό διάστημα πολλών ετών μέχρι να καταχωριστεί η αίτηση. Θεωρεί ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως συνέπεια να παραβιασθεί το Συνταγματικό δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση ενάγουσας για ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης και παράλληλα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια εντελώς νέα υπεράσπιση, η οποία θα θέτει ολόκληρη την αγωγή υποκείμενη σε απόρριψη εάν η υπεράσπιση γίνει στο τέλος δεκτή από το Δικαστήριο. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου

(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here». Σχετικό είναι και το White Book (του 1958, σελ. 624 κ.ε.) αναφορικά με τους παλαιούς αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, που αντιστοιχούν με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Δηλαδή είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Μελετώντας την υπό κρίση αίτηση, σημειώνω ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση αφορά την προσθήκη στην Υπεράσπιση προδικαστικής ένστασης που προβάλλει ένα νομικό σημείο και συναφή γεγονότα που σχετίζονται άμεσα με το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο ημερ. 19.3.2004, που αποτελεί τη βάση της αγωγής της ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης και τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, υπήρξε γραπτή εκχώρηση των δικαιωμάτων του Ανδρέα Φασαρία προς συγκεκριμένη τράπεζα, γεγονός το οποίο η πλευρά της εναγομένης θεωρεί ότι, βάσει σχετικής νομολογίας, αποστερεί από την ενάγουσα το δικαίωμα έγερσης της παρούσας αγωγής. Τα θέματα δηλαδή που επιχειρούνται να προστεθούν είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα επίδικα θέματα και ειδικότερα το επίδικο ασφαλιστήριο έγγραφο και τα σχετικά δικαιώματα των διαδίκων. Δεδομένων των πιο πάνω, θεωρώ ότι η τροποποίηση που επιζητείται αφορά γεγονότα τα οποία είναι ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για την ολοκληρωμένη διατύπωση των θέσεων της εναγομένης και είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιόν του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τυχόν άρνηση έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης θα έχει στην ουσία ως αποτέλεσμα να στερηθεί η εναγομένη του δικαιώματος να προβάλει είτε προδικαστικά είτε κατά την ακρόαση της αγωγής σημαντικά γεγονότα και τις θέσεις της επί του προαναφερόμενου νομικού σημείου, αλλά και να προσκομίσει σχετική μαρτυρία, όπως τη συμφωνία εκχώρησης και την αλληλογραφία που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, και ως εκ τούτου να επηρεαστεί ουσιαστικά και δυσμενώς η υπεράσπισή της. Επαναλαμβάνω ότι οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να προστεθούν αφορούν άμεσα τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων που απορρέουν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο ημερ. 19.3.2004 και είναι επιθυμητό όπως οι διαφορές αυτές μεταξύ των διαδίκων, που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, επιλυθούν στην ίδια διαδικασία. Είναι δηλαδή περίπτωση στην οποία η άδεια για τροποποίηση του συγκεκριμένου δικογράφου είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους. Συναφώς, σημειώνω και τη γενικότερη φιλελεύθερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Στην υπό κρίση περίπτωση, θεωρώ ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην ενάγουσα από τη σκοπούμενη τροποποίηση η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα - δηλαδή η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης. Η όποια πιθανότητα να απορριφθεί εν τέλει η αγωγή από το Δικαστήριο, λόγω τυχόν αποδοχής των ισχυρισμών της εναγομένης, δεν είναι λόγος για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, ως εισηγείται η κα Παπαγεωργίου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η ενάγουσα θα έχει κάθε ευκαιρία να τοποθετηθεί δεόντως επί των θέσεων της εναγομένης με δικό της απαντητικό δικόγραφο και το Δικαστήριο θα δύναται να κρίνει έχοντας ενώπιόν του τις ολοκληρωμένες θέσεις και των δύο πλευρών. Όπως προκύπτει από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας, το κυρίαρχο παράπονο-λόγος ένστασης της πλευράς της ενάγουσας σχετίζεται με το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Η αιτιολόγηση που δόθηκε από την πλευρά της εναγομένης είναι ότι ο συνήγορος που μελετούσε για την ακρόαση της αγωγής που ήταν ορισμένη 1.12.2010, εντόπισε σε νομική ιστοσελίδα την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 16.12.2009 στην Πολιτική Έφεση 166/2007 που αφορά όμοια γεγονότα, στην οποία το Ανώτατο κατέληξε ότι ένας ενάγων που έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά του βάσει ασφαλιστικού συμβολαίου σε τρίτο δεν έχει δικαίωμα αγωγής προσωπικά εναντίον της ασφάλειας. Εν όψει του γεγονότος ότι και στην παρούσα περίπτωση υπήρξε, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, εκχώρηση του συμβολαίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος θεώρησε ότι όλα τα σχετικά γεγονότα θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην έκθεση υπεράσπισης, έτσι ώστε να δύναται να εγείρει το θέμα η εναγομένη είτε προδικαστικά είτε κατά την ακρόαση. Είναι γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκδόθηκε αρκετό χρόνο πριν την καταχώριση της αίτησης. Εν τούτοις, κρίνω ότι έχει δοθεί επαρκής αιτιολόγηση σε σχέση με την καθυστέρηση και τον χρόνο κατά τον οποίο έγινε αντιληπτή η αναγκαιότητα τροποποίησης του δικογράφου. Λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία ως έχει σκιαγραφηθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να απαγορευθεί στην εναγομένη να προβάλει τις θέσεις της με ολοκληρωμένο τρόπο λόγω αυτής της αρχικής καθυστέρησης. Επιπλέον, τονίζω ότι δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της Αγωγής και δεν έχει σε καμία περίπτωση διαπιστωθεί κάποια κακοπιστία εκ μέρους της εναγομένης, ενώ η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης έχει καταδειχθεί επαρκώς. Όπως αναφέρθηκε και στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 στη σελ. 432, «. δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. .» (βλ. επίσης Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω)). Ως εκ τούτου, χωρίς να παραγνωρίζω σε καμία περίπτωση το Συνταγματικό δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, στο σύνολο των δεδομένων δεν υπάρχει τέτοια υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσο αποφασιστικής σημασίας που να δικαιολογεί την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Παρενθετικά, παρατηρώ ότι η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγορικού υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας και όχι από την ίδια την ενάγουσα ή πρόσωπο που γνωρίζει καλά τα γεγονότα. Οφείλω να επισημάνω ότι η πρακτική της παρουσίας ενός δικηγορικού υπαλλήλου ως μάρτυρα σε υπόθεση πελάτη των εργοδοτών του δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα ανεπιθύμητη. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει, και του ότι δεν διαπιστώνεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δημιουργείται αδικία που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στην εναγομένη-αιτήτρια η ευκαιρία να παρουσιάσει την Υπεράσπισή της ορθά και ολοκληρωμένα. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να δοθεί στους συνηγόρους της ενάγουσας. Τυχόν Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 10 ημερών. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, καθώς και όλα τα έξοδα που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας και εναντίον της αιτήτριας-εναγομένης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.