MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Χριστόδουλος Νικολαϊδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 3949/10, 17 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3949/10 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και
- Χριστόδουλος Νικολαϊδης
- Λάμπρος Ιάσωνος
- Γιώργος Νικολαϊδης Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 14.12.2010 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 17 Ιουνίου,
- Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Χριστοδούλου Για τους Εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3 - Καθ'ων η Αίτηση: κα Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εξέταση Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η Έκθεση Απαιτήσεως τους. Η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.18 Θ. Θ. 1 (α) και 2 και στην Δ.48 Θ.Θ. 1, 2 και 3, ενώ συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Χρήστου Πηγασίου, υπαλλήλου των Εναγόντων - Αιτητών, ο οποίος επισυνάπτει τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα. Όπως αναφέρει ο κ. Πηγασίου, ο Εναγόμενος αρ. 1 ουδεμία δόση κατέβαλε από την σύναψη της συμφωνίας και οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 οφείλουν το ποσό των €. 33.919,51 ως υπόλοιπο τιμήματος ενοικιαγοράς πλέον τόκο προς 12% ετησίως επί του ποσού των €. 7.942,72 από 12.4.2010 που αντιπροσωπεύει το ποσό των καθυστερημένων ενοικίων, και προς 5.5% ετησίως επί του ποσού των €. 25.976,77 από 6.5.2010 που αντιπροσωπεύει το ποσό των μη ληγμένων ενοικίων. Ήταν ρητός όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ότι οι καθυστερημένες δόσεις θα έφεραν επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας κατά 7 εκατοστιαίες μονάδες πέραν του βασικού, το οποίο κατά την ημερομηνία που έπρεπε να καταβληθεί η πρώτη δόση ανέρχετο σε 5%. Είναι η θέση του ότι οι Εναγόμενοι ουδεμία υπεράσπιση έχουν ή αποκαλύπτουν με την καταχωρησθείσα από αυτούς Υπεράσπιση, ενώ σε αυτήν δεν παρέχονται καθόλου λεπτομέρειες ή εγείρονται οποιαδήποτε θέματα που πρέπει να εκδικαστούν. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την 7.4.2011 Ένσταση στην Αίτηση, η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.Θ. 1 - 6, 8 και 9, Δ.48 Θ.4, στο άρθρο 33 του Ν. 14/60, αρ. 74
(1)του Κεφ. 149, στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, στο Κεφ. 6 αρ. 73 - 81 και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση προβάλλονται 5 λόγοι ένστασης, τους οποίους και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «Α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, οι δε Εναγόμενοι 1, 2 και 3 έχουν καλή υπεράσπιση. Β) Ο ενόρκως δηλών Χρήστος Πηγασίου δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί με λογική βεβαιότητα ως προς τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, ούτε έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αυτών, ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με την ετοιμασία και τυχόν υπογραφή και αποστολή των ισχυριζόμενων τεκμηρίων 1, 2, 3, 4 και 5 της ένορκης δήλωσης του. Γ) Οι ισχυριζόμενες γραπτές συμφωνίες είναι σε πλήρη ισχύ και ουδέποτε τερματίστηκαν. Δ) Το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό που σε κάθε περίπτωση δεν είναι παραδεκτό είναι αποτέλεσμα αδικαιολόγητων και αντισυμβατικών χρεώσεων και υπερχρεώσεων, παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων, τόκων και εξόδων και παράνομου και αντισυμβατικού ανατοκισμού. Ε) Οι Ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Λάμπρου Ιάσωνος, Εναγόμενου αρ. 2 - Καθ'ου η Αίτηση, ο οποίος αναφέρει ότι ο κ. Πηγασίου δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο που υπεγράφησαν οι συμφωνίες, ούτε και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, αλλά και δεν δικαιούται να κάνει αναφορά στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Είναι η θέση του ότι οι επιστολές Τεκμήρια 2 και 3 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Πηγασίου ουδέποτε στάληκαν στους Εναγόμενους, ενώ το οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο από το αξιούμενο, αφού αυτό είναι αποτέλεσμα υπερχρεώσεων, αδικαιολόγητων εξόδων και τόκων. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι στην κατάσταση λογαριασμού δεν φαίνονται αναλυτικά τυχόν καταθέσεις και χρεώσεις, πράγμα που καθιστά την εξακρίβωση της ορθότητας της αδύνατη. Ο κ. Ιάσωνος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν αναφέρεται, αλλά ούτε και είχε συμφωνηθεί το ισχυριζόμενο βασικό επιτόκιο, και σε καμία περίπτωση δεν συμφωνήθηκε ποσοστό τόκου 13% και νόμιμου τόκου 8% όπως αξιώνεται στις παραγράφους 10 και (Η) της Έκθεσης Απαίτησης, η δε Ένορκη Δήλωση του κ, Πηγασίου κάνει αναφορά σε 12%, σε κανένα δε εκ των Τεκμηρίων 3 και 4 αξιώνεται τέτοιο επιτόκιο. Κατά την ακρόαση της αίτησης που περιορίστηκε σε αγορεύσεις, χωρίς δηλαδή την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους Ενόρκως Δηλούντες, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ουσιαστικά επανέλαβαν τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προβάλλονται στην Αίτηση και την Ένσταση αντίστοιχα, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6 ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά και πιστοποιήσει τα γεγονότα και βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα μπορεί να δοθεί εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα κριθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής, και έχει καθιερωθεί από τη Νομολογία, οι ακόλουθες είναι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης: (α) Η αγωγή πρέπει να καταχωρείται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Να έχει καταχωριστεί Εμφάνιση από τον Εναγόμενο. (γ) Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, και να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι, καθώς πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1Β Α.Α.Δ. 818 Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 798). Όπως αναφέρθηκε και στην Stavrinides v. Cekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίηση τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αφού ο Ενάγοντας ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις αυτές, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ή να αποκαλύψει γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί (βλ. Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Christodoulou v. Erotocritou XXI C.L.R. 175). Σημειώνω περαιτέρω ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω), η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών, αφού ουσιαστικά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αποκλείει τον Εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Τούτου δεδομένου, μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος στερείται υπεράσπισης μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Ιουλία Μαγγλή ν. C.B.C.I Cyprus - Balkan Consulting and Investment Ltd,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 896). Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. (βλ. Trans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 339). Η δε άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο Εναγόμενος όμως, δεν πρέπει να προβάλλει απλά γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγομένου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204). Περαιτέρω, σε τέτοιες αιτήσεις, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο, και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που παρατίθενται πιο πάνω. Η αγωγή όντως καταχωρίστηκε σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο στις 6.5.
- Εμφάνιση καταχωρίστηκε από τους Εναγόμενους στις 4.6.
- Η Ένορκη Δήλωση περιέχει επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής και του αξιούμενου ποσού. Περιέχεται επίσης η δήλωση του Ενόρκως Δηλούντος ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Όσον αφορά στον ισχυρισμό που περιέχεται στην Ένσταση ότι ο κ. Πηγασίου δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο υπογραφής των συμφωνιών, και δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, η Νομολογία προβλέπει ότι οργανισμοί με νομική υπόσταση λειτουργούν δια των αξιωματούχων και υπαλλήλων τους (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (πιο πάνω). Ο κ. Πηγασίου αναφέρει ότι έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση, και είναι υπεύθυνος για την εποπτεία και έλεγχο συμβολαίων ενοικιαγοράς, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Θεωρώ, συνεπώς, ότι και η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται. Κατ' επέκταση, οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 ικανοποιούνται, και το βάρος μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να αποδείξουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή. Όσον αφορά στην θέση που προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση ότι ο κ. Πηγασίου δεν δύναται να αναφέρεται σε έγγραφο «το οποίο δεν είναι αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, ήτοι του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, το οποίο περαιτέρω δεν επισυνάπτεται σ' αυτή» θεωρώ ότι η εισήγηση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην δικονομία και την Νομολογία. Το κλητήριο ένταλμα είναι περιεχόμενο του φακέλου, και δεν ενδείκνυται να επισυνάπτεται ή να προσκομίζεται σε μαρτυρία ως τεκμήριο. Μάλιστα το κατά πόσο Ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση απόφασης είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί με αναφορά στην αξίωση που περιέχεται στο εν λόγω κλητήριο. Άλλη εισήγηση του κ. Ιάσωνος αποτελεί η ύπαρξη υπερχρεώσεων και ανατοκισμών στον λογαριασμό των Εναγομένων, και ότι το τυχόν οφειλόμενο ποσό «είναι κατά πολύ μικρότερο του αξιούμενου». Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, δεν αρκεί για σκοπούς της παρούσης. Οι Εναγόμενοι είχαν το βάρος να αποκαλύψουν γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη της υπεράσπισης αυτής, και όχι απλά να προβάλλουν τον γενικό ισχυρισμό περί της επιβολής χρεώσεων. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Παχατουριάν ν. Τράπεζης Κύπρου Λτδ,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 322: «Είναι όμως, σύμφωνα με την πάγια νομολογία στην οποία παρέπεμψε σε έκταση η ευπαίδευτη δικαστής, και την οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε, υποχρέωση του εναγόμενου, εφ΄όσον ο Ενάγων συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1, να αποκαλύψει γεγονότα που του δίδουν δικαίωμα να υπερασπισθεί την αγωγή, παρέχοντας όχι γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πιθανολογήσεις αλλά επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες». Η τελευταία θέση του Εναγομένου αρ. 2, όμως, ευσταθεί. Στην παράγραφο Η της αξίωσης, όπως αυτή προβάλλεται στην Έκθεση Απαιτήσεως, οι Ενάγοντες αξιούν «τόκος 13% επί του ποσού των καθυστερημένων ενοικίων ..πλέον νόμιμο τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των αποζημιώσεων που είναι το υπόλοιπο των μη ληγμένων ενοικίων από 12.4.2010 μέχρι εξοφλήσεως». Σημειώνω ότι στην υπό εκδίκαση Αίτηση ζητείται η έκδοση απόφασης ως η αξίωση στις παρ. Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η και Θ του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Στην Ένορκη Δήλωση, όμως, που συνοδεύει την Αίτηση, προβάλλεται η θέση ότι το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων κατά την 9.10.2009 ήταν 5%, στο οποίο θα πρέπει να προστεθούν 7 εκατοστιαίες μονάδες ως τόκοι υπερημερίας, ήτοι συνολικό ποσοστό επιτοκίου επί των καθυστερημένων δόσεων 12%. Το ίδιο ισχύει και για τους τόκους επί των μη ληγμένων ενοικίων, όπου στην Ένορκη του Δήλωση ο κ. Πηγασίου αναφέρει ότι ζητείται νόμιμος τόκος προς 5.5% ετησίως από 6.5.2010 μέχρι εξοφλήσεως, αντί 8% από 12.4.2010 που αξιώνεται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η υπό εξέταση δεν είναι η περίπτωση όπου δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Κατ' επέκταση η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν Υπεράσπιση εντός 21 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο