Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. MCRS Import Export Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 11239/2004, 20 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A266 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11239/2004 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εναγόντων και
- MCRS Import Export Ltd
- Ρογήρου Κωνσταντίνου Νικολάου
- Τατιάνας Κωνσταντίνου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 20.1.2011 των εναγόντων για άδεια εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 20 Ιουνίου, 2011 Για ενάγοντες-αιτητές : κα Κλ. Κραμβή Για εναγομένους - καθ' ων η αίτηση : κ. Α. Καρεκλάς ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, αυτή καταχωρίστηκε στις 3.12.2004, ενώ στις 20.1.2005 εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων ως η απαίτηση. Στις 20.1.2011 οι ενάγοντες καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία αιτούνται άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 20.1.
- Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.40 θ. 8 και στη Δ.48 θ. 2, 8
(1)(κκ)
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται ότι στις 7.4.2011 οι ενάγοντες απέσυραν μία άλλη αίτησή τους με ημερ. 20.1.2011 (για παράταση εγγραφής μέμο επί ακίνητης περιουσίας του εναγομένου 2) με επιφύλαξη δικαιωμάτων και χωρίς έξοδα. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Ττοφή, υπαλλήλου των δικηγόρων των εναγόντων, η οποία αναφέρει το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 20.1.2005 εναντίον όλων των εναγομένων, καθώς και το σημερινό υπόλοιπο. Προσθέτει ότι στις 5.5.2005 οι ενάγοντες καταχώρισαν ένταλμα κινητών εναντίον των εναγομένων 1 και 3, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο με την ένδειξη ότι στερούνται κινητής περιουσίας, καθώς και ότι οι ενάγοντες κατέθεσαν «μέμο» επί ακίνητης περιουσίας του εναγομένου 2, ενώ προχώρησαν με αίτηση για πώληση των σχετικών ακινήτων. Προσθέτει ότι οι εναγόμενοι ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους και οι ενάγοντες συγκατατίθεντο. Τέλος, αναφέρει ότι επειδή παρήλθαν 6 έτη από την έκδοση της απόφασης και οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το πιο πάνω ποσό, παρακαλείται το Δικαστήριο όπως εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για εκτέλεση της απόφασης. Διευκρινίζει δε ότι το διάταγμα είναι απαραίτητο για να δυνηθούν οι ενάγοντες να καταχωρίσουν αίτηση για παράταση του «μέμο» ΕΒ 2391/04 του Κτηματολογίου Λευκωσίας, το οποίο κατατέθηκε επί ακίνητης περιουσίας του εναγομένου 1, καθώς και για να προχωρήσει η αίτηση πώλησης ΑΝΠ 292/06 που εκκρεμεί σε σχέση με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 3/4014. Παρά το ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί, έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους καθ' ων η αίτηση να τοποθετηθούν. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στις 18.3.2011, στην οποία επικαλούνται ως λόγο ένστασης ότι «η αίτηση είναι κατ' ουσία αβάσιμη, καθότι οι εναγόμενοι έχουν κάνει συγκεκριμένες προτάσεις προς τους ενάγοντες για να επιλύσουν το πρόβλημα, αλλά δυστυχώς οι ενάγοντες δεν έχουν μέχρι σήμερα συγκατανεύσει στις προτάσεις αυτές με συγκεκριμένο ποσό εξοφλήσεως». Η ένσταση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 εκ μέρους όλων των εναγομένων, ο οποίος αναφέρει ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση, καθότι η επίδικη συμφωνία είναι ανυπόστατη ή άκυρη ή παράνομη, για διάφορους λόγους τους οποίους και επεξηγεί. Προσθέτει δε ότι οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις και/ή υποθήκες είναι επίσης παράνομες και άκυρες συνεπεία της παρανομίας και ακυρότητας της συμφωνίας δανείου ή παροχής διευκολύνσεων και οι ενάγοντες κωλύονται να έχουν οποιαδήποτε αξίωση πέραν του ποσού το οποίο αρχικά είχαν λάβει οι εναγόμενοι πλέον του συμφωνηθέντος τόκου. Αναφέρει διαζευκτικά ότι οποιεσδήποτε συμφωνίες που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων δεν καλύπτουν οποιαδήποτε νόμιμη ή εισπράξιμη υποχρέωση των εναγομένων πέραν του ποσού του δανείου πλέον νόμιμους τόκους. Τέλος, αναφέρει ότι οι εναγόμενοι βρήκαν αγοραστή για την πώληση των κτημάτων επί των οποίων υπάρχουν «μέμο» και εισηγήθηκαν στους ενάγοντες όπως επιτρέψουν την πώληση και να εισπράξουν τα χρήματα από την πώληση έναντι του δανείου, πλην όμως οι ενάγοντες δεν απάντησαν, παρά το ότι με την υπό κρίση αίτηση ζητούν να πωλήσουν τα εν λόγω κτήματα, ενδεχομένως «για να τα ξεπουλήσουν σε χαμηλές τιμές και να ζημιώσουν οι εναγόμενοι». Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 40 θ. 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι, όπου έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια εκτέλεσης της απόφασης και το Δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αποτείνεται δικαιούται σε εκτέλεση, μπορεί να εκδώσει διάταγμα για αυτόν τον σκοπό ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα αναγκαίο για να προσδιορίσει τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί. Τόσο στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, στη σελίδα 241, παράγραφος 409 «Application for leave to issue writ», όσο και στο Annual Practice του 1958, σελ. 1019-1020, και στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, σελ. 777, παράγραφος 46/2/2, αναφέρεται, σε σχέση με τις Αγγλικές Διαταγές που αντιστοιχούν στη δική μας Δ.40 θ. 8, ότι αιτήσεις για άδεια εκτέλεσης απόφασης άνω των έξι ετών συνήθως γίνονται ex parte και πρέπει να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, στην οποία να αναφέρεται η ημερομηνία και το ποσό της απόφασης, το σημερινό υπόλοιπο, ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση και να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην εκτέλεση. Αναφέρεται επίσης ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά, εάν το κρίνει πρέπον (όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση). Ως θέμα γενικής αρχής δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης πέραν των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί από τον αιτητή/ενάγοντα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο βάσει των στοιχείων που παρουσιάζει, και η κάθε περίπτωση/αίτηση για άδεια εκτέλεσης θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των δικών της γεγονότων και περιστάσεων. Το όλο θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και αφού ληφθούν υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A.
(2003)EWCA 1668 και The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491). Στην Αγγλική υπόθεση Duer v. Frazer
(2001)1 All ER 249 διατυπώθηκε η γενική αρχή σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο συνήθως δεν παρατείνει την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν αυτό είναι εμφανώς δίκαιο («demonstrably just»). Το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στον εξ αποφάσεως πιστωτή και κάθε υπόθεση κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά στην απουσία ειδικών περιστάσεων το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη την εξήγηση που δίνεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβη σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή τον λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό που υπέστη ο εξ αποφάσεως οφειλέτης από την καθυστέρηση. Όσο πιο μακρύς είναι ο χρόνος που αφέθηκε να παρέλθει από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα καταλήξει ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης επηρεάζεται δυσμενώς από την παραχώρηση άδειας για εκτέλεση. Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην Patel v. Singh
(2002)EWCA 1938. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ενάγοντες αιτητές παραθέτουν δεόντως με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους την ημερομηνία και το ποσό της απόφασης, το σημερινό υπόλοιπο, καθώς και το γεγονός ότι δικαιούνται σε εκτέλεση, εφόσον πρόκειται για τους ενάγοντες προς όφελος των οποίων είχε εκδοθεί η απόφαση. Άλλωστε, τα στοιχεία αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Σε σχέση με τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν μέχρι σήμερα, οι ενάγοντες αναφέρουν εντάλματα κινητών που επιστράφηκαν ανεκτέλεστα, την κατάθεση διαφόρων «μέμο» επί ακίνητης περιουσίας των εναγομένων, καθώς και μία αίτηση για πώληση δύο ακινήτων. Όσον αφορά την καθυστέρηση στην εκτέλεση, την οποία, σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, οφείλουν να δικαιολογήσουν, οι ενάγοντες επικαλούνται, παράλληλα με τη λήψη των μέτρων εκτέλεσης που προαναφέρθηκαν, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου αποπληρωμής. Σημειώνω δε ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο όλα τα πιο πάνω. Αντίθετα, το περιεχόμενο της ένστασης, στην οποία παρουσιάζεται ως μοναδικός λόγος ένστασης το γεγονός ότι οι εναγόμενοι υπέβαλαν προτάσεις για διευθέτηση του ζητήματος, φαίνεται να επιβεβαιώνει στην ουσία τη θέση της ενόρκως δηλούσας εκ μέρους των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι ζητούσαν κατά καιρούς χρόνο για διευθέτηση τρόπου πληρωμής. Δεν έχει διαφανεί από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι οι ενάγοντες σκόπιμα ή παράλογα καθυστέρησαν στην εκτέλεση της απόφασης. Στρέφομαι τώρα στα όσα προβάλλει ο εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση σε σχέση με τη νομιμότητα και εγκυρότητα ή μη όλων των επίδικων συμφωνιών και εγγράφων, αλλά και στα όσα αναφέρει συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στη γραπτή του αγόρευση, περί παράνομων ενεργειών των εναγόντων κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών και τη χρέωση παράνομου επιτοκίου με αποτέλεσμα να αυξηθεί το σημερινό υπόλοιπο. Επισημαίνω ότι δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης οποιοιδήποτε ισχυρισμοί και «υπερασπίσεις» που αναφέρονται στην ουσία της αγωγής και στις συμφωνίες στις οποίες αφορούσε η αγωγή, εφόσον πρόκειται για μια νομότυπη δικαστική απόφαση η οποία δεν έχει προσβληθεί ή παραμεριστεί. Δεν δύναται να διερευνηθεί η εγκυρότητα του εξ αποφάσεως χρέους και η ορθότητα και το περιεχόμενο δικαστικής απόφασης (συμπεριλαμβανομένης της πρόνοιας αναφορικά με τον τόκο που θα χρεώνεται), με τον τρόπο που επιδιώκεται, και δη στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Εάν οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα ή ορθότητα της απόφασης ημερ. 20.1.2005 - η οποία ας σημειωθεί εκδόθηκε ερήμην, καθότι οι εναγόμενοι, παρόλο που τους επιδόθηκε η αγωγή, παρέλειψαν να εμφανιστούν και να υπερασπιστούν την υπόθεση καθ' οιονδήποτε τρόπο - είχαν κάθε δικαίωμα και ευκαιρία να λάβουν τα δέοντα δικονομικά μέτρα. Όσον αφορά τις γενικές και αόριστες αναφορές του εναγομένου 2 στην ένορκη δήλωσή του ότι σκοπός των αιτητών ενδεχομένως να είναι η πώληση των κτημάτων που επιβαρύνονται με μέμο σε χαμηλές τιμές με αποτέλεσμα να ζημιώσουν οι εναγόμενοι, σημειώνω ότι αυτές παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτες και αβάσιμες. Οι ενάγοντες δηλώνουν ότι επιζητούν την αιτούμενη άδεια εκτέλεσης για να δυνηθούν να ανανεώσουν τα μέμο και να προχωρήσουν με την πώληση ακινήτων, ενώ οι εναγόμενοι δηλώνουν ότι βρήκαν αγοραστή για την πώληση των κτημάτων επί των οποίων υπάρχει μέμο και έκαναν πρόταση στους ενάγοντες για την κατάθεση του προϊόντος της πώλησης έναντι της οφειλής, αλλά οι ενάγοντες δεν απάντησαν. Θεωρώ ότι η προοπτική πώλησης των επιβαρυμένων κτημάτων προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους είναι ένας λόγος που συνηγορεί υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης, ακριβώς για να έχουν τη δυνατότητα οι ενάγοντες να προχωρήσουν με τα σχετικά μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αιτιολογήσει σε ικανοποιητικό βαθμό τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατή η πλήρης εξόφληση - εκτέλεση της απόφασης εντός των έξι ετών αμέσως μετά την έκδοσή της. Έχουν επεξηγήσει δεόντως τα μέτρα εκτέλεσης στα οποία προέβησαν εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών και όπως διαφαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης έχουν αποταθεί στο Δικαστήριο για παράταση του χρόνου χωρίς καμία καθυστέρηση μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου. Παράλληλα, έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.40 θ. 8 και ότι η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας προς τους ενάγοντες είναι αναγκαία για τον σκοπό της εκτέλεσης μιας νομότυπα εκδοθείσας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους, έτσι ώστε να τους δοθεί περαιτέρω περιθώριο χρόνου να λάβουν περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης για να διασφαλιστούν δεόντως τα δικαιώματά τους που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί η αιτούμενη άδεια εκτέλεσης και ως εκ τούτου η αίτηση εγκρίνεται. Όσον αφορά τα έξοδα, εν όψει του ότι στην ουσία πρόκειται για παραχώρηση προς τους ενάγοντες περαιτέρω χρόνου για λήψη μέτρων εκτέλεσης, πέραν των έξι ετών που προνοούν οι Θεσμοί, δεν θεωρώ ορθό και δίκαιο να επωμισθούν τα έξοδα της αίτησης οι εναγόμενοι. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο