Θεονίτσα Μιχαήλ ν. Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 1758/11, 22 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A269 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1758/11 Μεταξύ: Θεονίτσα Μιχαήλ Ενάγουσα -και- Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου Εναγομένος Αίτηση ημερομηνίας 14.3.2011 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 22 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Άνυφτου Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Λαμπίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Αίτηση της η Ενάγουσα ζήτησε μονομερώς την έκδοση του πιο κάτω διατάγματος: «
- Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσονται ο Εναγόμενος, οι υπάλληλοι, οι υπηρέτες και / ή οι αντιπρόσωποι του όπως παύσουν από της επιδόσεως του διατάγματος σ' αυτούς να επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο της Ενάγουσας στην οδό Τυρταίου 3, Διαμ. 6 στο Συνοικισμό 2 στο Στρόβολο και όπως παύσει αμέσως κάθε επέμβαση και / ή εκμετάλλευση και / ή κατοίκηση στην εν λόγω οικία, μέχρι ακροάσεως και πλήρους περατώσεως της ως άνω αγωγής και / ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στα αρ. 4, 6, 7, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρ. 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, και στην γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Θεονίτσας Μιχαήλ, Ενάγουσας - Αιτήτριας. Η κα Μιχαήλ αναφέρει ότι είναι ενοικιάστρια και κάτοχος δια συμβολαίου με την Κυπριακή Δημοκρατία ακίνητης περιουσίας στην οδό Τυρταίου 3, διαμέρισμα 3 στον Συνοικισμό 2 στον Στρόβολο (πιο κάτω αναφερόμενου ως «Το Διαμέρισμα»). Το αρχικό συμβόλαιο είχε συναφθεί πριν 19 χρόνια μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του συζύγου της, ενώ μετά τον θάνατο του τελευταίου το 2006 η ενοικίαση μεταφέρθηκε στους κληρονόμους αυτού, και η ίδια έχει χρηστεί ενοικιάστρια του Διαμερίσματος. Η οικία αποτέλεσε από το 2005 μέχρι το 2008 την συζυγική εστία μεταξύ της θυγατέρας της και του Εναγομένου, αλλά ο Εναγόμενος μετά την διάσταση των δύο, εξαφανίστηκε από την οικία χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους. Όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, έκτοτε στο Διαμέρισμα διαμένει περιοδικά με τα άλλα δύο ανήμπορα τέκνα της. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι κατά ή περί την 6.2.2011 ο Εναγόμενος εισέβαλε στην οικία και δεν επιτρέπει ούτε στην ίδια ούτε στα ανήμπορα τέκνα της να εισέλθουν σε αυτήν, και αρνείται να την εγκαταλείψει. Ο Εναγόμενος, ισχυρίζεται, έχει αποβάλει από την οικία οικογενειακά και προσωπικά αντικείμενα της, και απειλεί να πυρπολήσει τα προσωπικά τους αντικείμενα, ενώ δεν επιτρέπει καν να λάβουν τα φάρμακα που τα ανήμπορα τέκνα της χρειάζονται. Είναι η θέση της ότι η ενέργεια αυτή του Εναγομένου συνιστά παράνομη επέμβαση, και ζητά «άμεση δικαστική προστασία με σκοπό να παύσει αμέσως ο Εναγόμενος την παράνομη επέμβαση του στο ακίνητο». Σε αντίθετη περίπτωση οι παράνομες ενέργειες του θα συνεχιστούν επιφέροντας περαιτέρω πρόκληση ζημιάς η επαναφορά της οποίας θα είναι αδύνατη. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εισηγείται, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο Εναγόμενος - Καθ'ου η Αίτηση καταχώρησε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στον «περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Αρ. 3, Διαδικαστικού Κανονισμού Διαταγή 48 κ. 4
(1)επί του άρθρου 32, του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60 επί της διακριτικής ευχέρειας και εξουσιών του Δικαστηρίου και της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Στην Ένσταση εκτίθενται 8 λόγοι ένστασης, τους οποίους και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην διεκδίκηση των εν τη αιτήσει της θεραπειών καθότι στην αγωγή της πουθενά δεν αναφέρεται από πού έλκει το δικαίωμα έγερσης της παρούσης αγωγής και/ή δεν αναφέρεται στην Αγωγή ότι αυτή είναι ενοικιάστρια, απεναντίας εμφανίζεται χωρίς να είναι ιδιοκτήτρια, με αποτέλεσμα το υπόβαθρο της αίτησης που στηρίζεται στην ένορκη δήλωση να είναι αβάσιμο.
- Άνευ βλάβης των ανωτέρω, ο καθ'ου η αίτηση, εγείρει θέμα αναρμοδιότητος του επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να επιληφθεί της παρούσης υπόθεσης και ισχυρίζεται ότι το αρμόδιο, δια την εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τις δικές της υπάρχουσες συνθήκες και γεγονότα είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λ/σιας, καθότι ο καθ'ου η αίτηση από του έτους 1997 ενοικιάζει το επίδικο διαμέρισμα από τον πεθερό του, σύζυγο της αιτήτριας και έκτοτε κατέχει τούτο αδιαλείπτως, καταβάλλοντας προς τούτο το συμφωνηθέν ενοίκιο.
- Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και τα επικαλούμενα ως νομική βάση της αίτησης άρθρα των νόμων και κανονισμών, είναι λανθασμένα και/ή ανεφάρμοστα και/ή δεν συνάδουν προς την αιτούμενη θεραπεία.
- Η Αίτηση πάσχει νομικά και/ή δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία δια την έκδοσιν του αιτουμένου Διατάγματος και/ή των αιτουμένων θεραπειών.
- Άνευ βλάβης των πιο πάνω, η αιτήτρια δεν δικαιούται των αιτουμένων θεραπειών, καθ'ότι από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν στοιχειοθετείται το κατεπείγον του Αιτήματος και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της ισχυριζόμενης επέμβασης, στα πλαίσια της Αγωγής και της Διατήρησης των πραγμάτων ως υφίστανται.
- Η αιτήτρια εσκεμμένα, αποκρύπτει και αποσιωπά ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, με αποκλειστικό σκοπό και στόχο την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, καθ' ότι, ο καθ'ου η Αίτησις διαμένει και κατέχει το επίδικο διαμέρισμα αδιάλειπτα από το 1997 μέχρι σήμερα.
- Η Αιτήτρια δια της συμπεριφοράς και στάσης της, αποκρύπτει την ύπαρξη συμφωνίας ενοικίασης και/ή παραχώρησης του εν λόγω διαμερίσματος εις τον καθ'ου η Αίτηση από τον σύζυγο της Αιτήτριας, βάσει του οποίου ερυθμίσθη η καταβολή ενοικίου, η χρήση, κατοχή και κάρπωση του από τον καθ'ου η Αίτηση.
- Δια τους πιο πάνω λόγους ο καθ'ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται των αιτουμένων θεραπειών». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, ο οποίος αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος έλκει τα δικαιώματα του σε σχέση με το Διαμέρισμα από τον αποβιώσαντα σύζυγο της Ενάγουσας, από τον οποίο ενοικίασε αυτό από το 1997 και πληρώνει ενοίκιο. Διαμένει αδιαλείπτως στο Διαμέρισμα από το 1997, και ουδέποτε έχει εγκαταλείψει αυτό, ενώ η Ενάγουσα ουδέποτε διέμενε εκεί, είτε μόνη της είτε με τα τέκνα της. Ο Εναγόμενος αναφέρει ότι σε κάποιο στάδιο ενώ ο ίδιος απουσίαζε στην εργασία του, η Ενάγουσα μαζί με την σύζυγο του επενέβησαν και άλλαξαν την κλειδαριά του Διαμερίσματος, πράγμα το οποίο ο ίδιος δεν ανέχτηκε και ξαναάλλαξε την κλειδαριά και προέβη στην ανάληψη κατοχής. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι η έγερση της παρούσης αγωγής είναι αποτέλεσμα υποκίνησης της Ενάγουσας από την θυγατέρα της, με την οποία βρίσκεται σε διάσταση, και η οποία ενεργεί εκδικητικά εναντίον του. Εκτός των πιο πάνω Ενόρκων Δηλώσεων, κλήθηκαν να αντεξεταστούν και αντεξετάστηκαν αμφότεροι οι πιο πάνω Ενόρκως Δηλούντες. Αντεξεταζόμενη η Ενάγουσα ανέφερε ότι ουδέποτε έμενε μέσα στο επίδικο Διαμέρισμα. Ισχυρίστηκε ότι αυτό είναι ιδιοκτησίας της, αλλά ο Εναγόμενος διέμενε σε αυτό από το 2005, ενώ η ίδια έμενε στην Ανθούπολη. Επεδίωξε να λάβει κατοχή του Διαμερίσματος μετά που επήλθε διάσταση μεταξύ της θυγατέρας της και του Εναγομένου. Δέχτηκε ότι η ίδια δεν πλήρωνε το ενοίκιο, ενώ ερωτηθείσα αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι ο Εναγόμενος την παρεμπόδιζε να πάρει τα φάρμακα των ανήμπορων παιδιών της, απάντησε «όχι δεν με παρεμποδίζει από το να πάρω φάρμακα, ποιος είπε έτσι;». Ο Εναγόμενος ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι ενοικίαζε το διαμέρισμα από το 1997 που συμβίωνε με την θυγατέρα της Ενάγουσας εκεί, και όλα τα ενοίκια έκτοτε πλήρωνε ο ίδιος. Αρχές Φεβρουαρίου 2011 του στάληκε αίτηση διαζυγίου. Η σύζυγος του πήρε την Ενάγουσα μητέρα της, μεταβίβασαν το συμβόλαιο σε αυτήν, και προχώρησαν στην αλλαγή των κλειδαριών και την διακοπή του ρεύματος και του νερού. Έκτοτε διαμένει εκεί, αλλά χωρίς ρεύμα και νερό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Προέχει η εξέταση της νομικής βάσης της Αίτησης. Παρατηρώ ότι η Αίτηση εδράζεται επί των άρθρων 4, 6, 7, 8 και 9 του ΚΕΦ.6, καθώς και επί του άρθρου 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 6 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 έχει προ ετών καταργηθεί, ενώ το άρθρο 7 του ιδίου Νόμου αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τον Ενάγοντα όπως καταβάλει αποζημίωση στον Εναγόμενο σε περίπτωση που διαφανεί ότι το διάταγμα ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους. Το δε άρθρο 8 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 αναφέρεται στην έκδοση Δικαστικής εντολής για λήψη μαρτυρίας, πράγμα το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εκδίκαση περίπτωση. Το άρθρο 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60αναφέρει τα εξής: «Η εις οιονδήποτε δικαστήριον καθιδρυόμενον υπό του παρόντος νόμου ανατιθέμενη υπό του παρόντος ή οιουδήποτε άλλου νόμου πολιτική δικαιοδοσία θα ασκήται συμφώνως προς την δικονομίαν και πρακτικήν την καθοριζόμενην υπό οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού γενομένου επί τη βάσει του άρθρου 163 του Συντάγματος». Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι ούτε και αυτό μπορεί να στηρίξει το αίτημα. Μοναδικό άρθρο το οποίο ενδεχομένως να τυγχάνει εφαρμογής είναι το άρθρο 4 του Κεφ. 6, το οποίο παρέχει το δικονομικό έρεισμα για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος για την «μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία.». Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Dolego Estates Ltd v. Φιλίππου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1217: «Το άρθρο 4 αναφέρεται στις θεραπείες τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να παραχωρήσει και ειδικά ότι είναι δυνατό να δεσμευθεί περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Οι προϋποθέσεις όμως που πρέπει να συντρέχουν για τη δέσμευση περιουσίας η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής είναι αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60». Στην υπόθεση Marketrends v. Γεωργίου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.1759 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση το αντικείμενο του προσωρινού διατάγματος δεν ήταν το αντικείμενο της αγωγής παρόλον που συνδέετο άμεσα με το χρέος. Η παλαιότερη αντίληψη ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν προσφερόταν δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος διότι δεν ίσχυε το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, έχει υποκατασταθεί από την αντίληψη ότι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχει ευρύτητα που παρέχει τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων έξω από τα όρια του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Πρόκειται ωστόσο για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ.». Ιδιαίτερα κατατοπιστικά είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd ν. Παπαπέτρου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 741: «Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου θα ήθελα να προχωρήσω και να επισημάνω ότι τα διατάγματα που ζητούν οι Ενάγοντες δεν συναρτώνται με το αντικείμενο της αγωγής, αλλά με τη ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες αν δεν πωληθεί το επίδικο ξενοδοχείο με τον τρόπο που αυτοί επιθυμούν, λόγω της άρνησης της Εναγομένης να συνεργασθεί. Οι Ενάγοντες δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν πιθανότητα ή δυνατότητα να εξασφαλίσουν με την αγωγή τους θεραπείες, που να σχετίζονται με τα διατάγματα που σήμερα ζητούν με την αίτησή τους, έχοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι στην αγωγή δεν αξιούν την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, δυνάμει του οποίου να αναγνωρίζεται σ' αυτούς το δικαίωμα πρόσβασης στο ξενοδοχείο ή κατοχής, καθώς και της παράδοσης των κλειδιών και των λογιστικών βιβλίων. Η αξίωσή τους για αποζημιώσεις με κανένα τρόπο δεν ενισχύει και την αξίωση τους για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. .................. Το Δικαστήριο αφού παρέθεσε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 κατέληξε ως εξής:- «Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει σαφώς ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα σε σχέση μόνο με το αντικείμενο της αγωγής. (Βλ. Palestine Plantations Company Ltd. v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd. 16 C.L.R. 122). Επομένως στην παρούσα περίπτωση είναι φανερό ότι το άρθρο 4 δεν τυγχάνει εφαρμογής, αφού το αντικείμενο της αγωγής είναι η διεκδίκηση μόνο αποζημιώσεων.» Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 σε παρόμοια εισήγηση του δικηγόρου του εφεσείοντα, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εφαρμοσθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το Εφετείο, απορρίπτοντας την εισήγηση, αποφάσισε τα εξής:- «We must say that we entirely disagree with this proposition of counsel. With the exception of cases where property is the subject matter of the action, in all other cases an application for an interlocutory order under section 4 of Cap. 6 cannot be considered independently of the provisions of section 32 of Law 14/
- Section 32 of Law 14/60 is of a wider application than section 4 of Cap. 6 and, consequently, when an application is considered under this section the provisions of section 4 of Cap. 6 are automatically taken into account." Στην παρούσα υπόθεση προφανώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου
- Αντικείμενο της αγωγής ήταν οι αποζημιώσεις και όχι το ακίνητο, και ιδιαίτερα τα κλειδιά ή τα λογιστικά βιβλία. Το Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το άρθρο 32 του Ν. 14/60 στην παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 4 δεν παρείχε από μόνο του δυνατότητα για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου και ο τέταρτος λόγος είναι ανεδαφικός και απορρίπτεται». Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, έστω και αν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Διαμέρισμα αποτελεί το «αντικείμενο της αγωγής» αφού ζητείται διάταγμα για παράδοση αυτού προς την Ενάγουσα, εν' τούτοις αυτά που επιδιώκονται δεν περιλαμβάνονται στα ειδη διατάγματος που προβλέπονται από το άρθρο 4 του Κεφ. 6, ήτοι δεν ζητείται από την Αιτήτρια η μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας, αλλά ούτε και διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατόν να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία. Αντιθέτως, αυτό που αξιώνεται είναι η έκδοση ενός επιτακτικού (mandatory) διατάγματος που να διατάσσει τον Εναγόμενο «να παύσει να επεμβαίνει» στο ακίνητο, καθώς και να «παύσει αμέσως κάθε επέμβαση και/ή εκμετάλλευση και/ή κατοίκηση στην εν λόγω οικία». Κάτι τέτοιο δεν εμπίπτει στα πιο πάνω, και άρα ούτε και το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο η μη συμπερίληψη του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60μπορεί να θεωρηθεί παρατυπία και, κατ' επέκταση να θεραπευτεί δυνάμει της Διαταγής 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι δεν ζητήθηκε κάτι τέτοιο από την πλευρά της Ενάγουσας, αλλά αντιθέτως και στην αγόρευση της η ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια επικαλείται το άρθρο 30 του Ν.14/
- Π2耀ά το γεγονός ότι ερωτήθηκε από το Δικαστήριο κατά την αγόρευση της κατά πόσο εννοούσε το άρθρο 32, εν' τούτοις και πάλι δεν ζητήθηκε η διόρθωση της νομικής βάσης της Αίτησης, ή προέβη σε οποιοδήποτε τέτοιο διάβημα. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Άριστος Αρέστη ν. Μαρία Ερμογένους (Κοκόνα), Πολ. Εφ. 41/08 ημερ. 25.11.2010: «Όσον αφορά τη Δ.64 και την εισήγηση του εφεσείοντα ότι την οποιαδήποτε παρατυπία θα έπρεπε, το πρωτόδικο δικαστήριο, να την είχε θεραπεύσει εφαρμόζοντας τη Δ.64 και πάλι διαφωνούμε με τον εφεσείοντα. Είναι ορθό ότι η Δ.64 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς, αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί. Όμως, σύμφωνα με τη Δ.64, η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται, εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία (Δέστε: Εταιρεία Dasaki Entertainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου, Πολ. Εφ. 157/07, ημερ. 10.4.2009). Με τη Δ.64 δόθηκε στο δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να θεραπεύει παρατυπίες, οι οποίες πριν την τροποποίηση θα οδηγούσαν σε ακύρωση του σχετικού δικονομικού μέτρου (Δέστε: Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Earlsfield Steel Limited v. Joint Stock Company, Πολ. Εφ. 115/07, ημερ. 11.11.2009). Στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χ΄΄ Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 τονίστηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για τη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες που είναι θεραπεύσιμες. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων, ο οποίος ευθυνόταν για την παρατυπία, δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να την θεραπεύσει και κατά συνέπεια, αυτή παρέμεινε αθεράπευτη». Επίσης στην απόφαση MI Holdings Public Ltd v. Τασούλα Γεωργίου Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ 298 λέχθηκαν τα εξής: «Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς (Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84). Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ΄ όσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ, Π.Ε. 12031, ημερ. 22.9.2005)». Η πλευρά της Ενάγουσας, όμως, σε κανένα διάβημα δεν προέβη για διόρθωση της νομικής βάσης της Αίτησης, και κατ' επέκταση αυτή παραμένει ως έχει. Έπεται πως η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, δεδομένου ότι στερείται νομικού υποβάθρου. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης μου θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο η Αίτηση θα μπορούσε να είχε διαφορετική έκβαση σε περίπτωση όπου είχε περιληφθεί το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Σημειώνω ότι διάταγμα δεν εκδίδεται ούτε βάσει του αρ. 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου αν ο αιτητής δεν φαίνεται να έχει καλή αιτία αγωγής. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ
- Από ανάγνωση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, καθώς και της ενώπιον μου μαρτυρίας στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτησης, προκύπτει ότι η αξίωση της Ενάγουσας κατά του Εναγομένου εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, και σε καταστροφή περιουσίας της Ενάγουσας. Απλά από το δικόγραφο ενδεχομένως να προκύπτει κάποια συζητήσιμη υπόθεση. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, όμως, ειδικά την προφορική μαρτυρία της Ενάγουσας, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση αυτής, θεωρώ ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση. Ειδικότερα αναφέρω ότι, συμφωνα με τα όσα η ίδια η Ενάγουσα ανέφερε, ιδιοκτήτης του Διαμερίσματος είναι η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ενώ η ίδια δεν είναι καν κάτοχος του Διαμερίσματος, αφού η ίδια δέχτηκε ότι σε αυτό διαμένει από το 2008 ο Εναγόμενος, και η ίδια δεν είχε την κατοχή του από το
- Αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά της ιδίας ότι δεν πλήρωνε καν το ενοίκιο, αφού αυτό πλήρωνε ο Εναγόμενος. Όπως προκύπτει από την Νομολογία η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου (βλ. Γεώργιος Λάμπρου κ.α. ν. Ελένης Κεφάλα,
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516) ενώ ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του με εξαίρεση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. Έπεται ότι η Ενάγουσα με βάση την δική της μαρτυρία δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Κατ΄ επέκταση θα απέρριπτα την Αίτηση και για τον λόγο αυτό. Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία παρείχε την ενοικίαση του επίδικου Διαμερίσματος στον σύζυγο της Ενάγουσας στα πλαίσια της κοινωνικής ευημερίας. Με βάση, όμως την ενώπιον μου μαρτυρία και πάλι, προκύπτει ότι ούτε η Ενάγουσα, αλλά ούτε και ο σύζυγος της διέμεναν σε αυτό το Διαμέρισμα, αλλά αντ' αυτών στο Διαμέρισμα διέμενε ο Εναγόμενος ο οποίος και κατέβαλλε το ενοίκιο στον αποβιώσαντα σύζυγο της Ενάγουσας. Μάλιστα η θέση του ιδίου του Εναγομένου κατά την δική του προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο αλλά και από την Ένορκη Δήλωση που συνοδευει την Ένσταση είναι ότι το διαμέρισμα δόθηκε στον σύζυγο της Ενάγουσας και την Ενάγουσα από το Γραφείο Ευημερίας για τον λόγο ότι το οικογενειακό τους περιβάλλον ήταν ακατάλληλο, αλλά από το 1997 σε αυτό διαμένει ο ίδιος με την θυγατέρα της Ενάγουσας. Τούτου δεδομένου, θεωρώ σκόπιμο όπως η παρούσα απόφαση μου αποσταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα για ότι αυτός κρίνει ορθό να πράξει. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου - Καθ'ου η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας όσον αφορά την διαδικασία εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο