Χλόης Ανδρέα Πατάτσου ν. Άχμετ Χίλμη κ.α., Αγωγή Αρ. 951/07, 24 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A274 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 951/07 Μεταξύ: Χλόης Ανδρέα Πατάτσου, από Λευκωσία Ενάγουσας - και -
- Άχμετ Χίλμη, από Λάρνακα
- Νάντιας Άχμετ Χίλμη, από Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία: 24 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. T. Κουκούνης Για εναγόμενους: κ. M. Πελεκάνος Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 11.1.2006 η 74χρονη τότε ενάγουσα μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς το κτήμα αρ. εγγραφής 4/1437, Φ/Σχ. 21/550102, τεμ. 1019 στην Παλλουριώτισσα (στο εξής το κτήμα) στην εγγονή της εναγόμενη 2, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να κατοικεί στο σπίτι του κτήματος εφ΄ όρου ζωής. Η μεταβίβαση του κτήματος, ισχυρίζεται στο δικόγραφο της, δεν έγινε με την ελεύθερη θέληση της, αλλά ήταν προϊόν εξαναγκασμού και/ή ψυχικής πίεσης και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων των εναγομένων και προς τούτο τους καταλογίζει μια σειρά από επιλήψιμες πράξεις. Ωστόσο με τη μαρτυρία της περιορίσθηκε μόνο σε μια. Ότι δηλαδή ενώ η επιθυμία της ήταν η σύνταξη διαθήκης με την οποία θα κληροδοτούσε το κτήμα στην εγγονή της, αυτή και/ή ο πατέρας της εναγόμενος 1 την ξεγέλασαν και την πήραν στο Κτηματολόγιο όπου αντί για διαθήκη υπόγραψε τα έγγραφα μεταβίβασης. Παρόλο δε που η υπογραφή των εγγράφων έγινε στο Κτηματολόγιο, αυτή ήταν με την εντύπωση ότι υπόγραψε διαθήκη και για μερικούς μήνες αυτό πίστευε. Τον Ιούλιο όμως του 2006 οι εναγόμενοι «προσπάθησαν τεχνηέντως» να την εκδιώξουν από την οικία του κτήματος για να το εκμεταλλευθούν και τότε ανακάλυψε την απάτη που έγινε σε βάρος της, γι αυτό απευθύνθηκε σε δικηγόρο ο οποίος ζήτησε με επιστολή ημερ. 24.8.06 την επαναμεταβίβαση του κτήματος επ΄ ονόματι της και στη συνέχεια προχώρησε και με την παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν ό,τι τούς καταλογίζει η ενάγουσα και με την έκθεση υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ουσιαστικά τα ακόλουθα:- Τόσο ο εναγόμενος 1, πρώην γαμβρός της ενάγουσας, όσο και η εναγόμενη 2 διατηρούσαν πάντοτε καλές σχέσεις μαζί της και η μεταβίβαση έγινε προς υλοποίηση δικής της επιθυμίας και αφού έτυχε νομικής συμβουλής. Περαιτέρω, κατά τη μεταβίβαση της εξηγήθηκε η φύση των εγγράφων και οι συνέπειες τής υπογραφής τους από τον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό και η αλλαγή της στάσης της τον Αύγουστο του 2006 οφείλεται προφανώς σε πιέσεις που δέχτηκε από το γιο της, ο οποίος μετά από αρκετά χρόνια ήλθε από το Λονδίνο για να την επισκεφθεί και ζητούσε το κτήμα για να κτίσει πολυκατοικία. Για προώθηση των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών κατέθεσαν συνολικά δέκα
(10)μάρτυρες, τέσσερις για την ενάγουσα και έξι
(6)για τους εναγόμενους, αλλά προτού συνοψισθεί η μαρτυρία τους θα ΄ταν χρήσιμο να προταχθούν ως ευρήματα του Δικαστηρίου τα παραδεκτά ή μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα τα οποία δίδουν και το γενικό πλαίσιο της υπόθεσης. Έχουν ως ακολούθως:- Η ενάγουσα (ΜΕ.4) είναι μητέρα 4 παιδιών, τριών θυγατέρων και ενός γιου, και από αρκετά χρόνια ζει μόνη στην οδό Τομπόζη 1 στην Παλλουριώτισσα - όπου και το κτήμα - λόγω του ότι τα παιδιά της είχαν μεταναστεύσει στην Αγγλία, ενώ με το σύζυγο της είχε διακόψει κάθε επαφή. Το 1982 η κόρη της ενάγουσας Φωτεινή (ΜΕ.3) παντρεύτηκε στην Αγγλία τον εναγόμενο 1 (ΜΥ.5) και λίγο μετά το γάμο τους επέλεξαν να εγκατασταθούν στην Κύπρο. Πού ακριβώς δεν διευκρινίσθηκε, αλλά από τη μαρτυρία των δύο πρώην συζύγων και της εναγόμενης 2 (ΜΥ.6) προκύπτει ότι κατοίκησαν στην περιοχή των Κοκκινοχωριών και μέχρι το 1994 φαίνεται να μην είχαν οποιαδήποτε σχέση με την ενάγουσα. Παρόλο που στο μεταξύ απέκτησαν και πέντε
(5)παιδιά, μεταξύ των οποίων και την εναγόμενη 2 η οποία γεννήθηκε το
- Το 1998-1999 η συζυγική σχέση Φωτεινής και εναγόμενου 1 διαταράχθηκε, με τελική κατάληξη το διαζύγιο το οποίο εκδόθηκε το
- Όπως δε γίνεται αντιληπτό ο χωρισμός είχε συνέπειες και στα παιδιά, την κηδεμονία των οποίων διεκδίκησαν αμφότεροι και σχετικά επακολούθησαν δικαστικές διαδικασίες τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία όπου επέστρεψε η Φωτεινή, παίρνοντας μαζί της και τον μικρότερο της γιο. Ποιες ήταν αυτές οι διαδικασίες δεν ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι ότι τελικά και τα πέντε
(5)παιδιά κατέληξαν να ζουν με τον πατέρα τους στην Ορμήδεια και από τότε τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και τα παιδιά άρχισαν να έχουν πιο στενή σχέση με την ενάγουσα, την οποία επισκέπτονταν στο σπίτι της στη Λευκωσία - κυρίως τα Σαββατοκύριακα - όπου η ενάγουσα τους έκαμνε και το τραπέζι. Σε μια λοιπόν απ΄ αυτές τις επισκέψεις ο εναγόμενος 1 πρόσεξε ότι η πρώην πενθερά του δεν μιλούσε κανονικά και την μετάφερε για εξετάσεις στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και κρατήθηκε για νοσηλεία. Σχετικό είναι το αδιαμφισβήτητο ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Σ. Χειμωνίδη (ΜΕ.2) που κατατέθηκε ως τεκμ. 3, βάσει του οποίου επιβεβαιώνεται ότι η ενάγουσα εισήχθη στο Νοσοκομείο με καλό επίπεδο συνείδησης στις 11.12.05 και εξήλθε σε βελτιωμένη κατάσταση στις 16.12.05 με οδηγίες λήψης φαρμακευτικής αγωγής. Με τη λήψη του εξιτηρίου ο εναγόμενος 1 μετέφερε την ενάγουσα στο σπίτι του στην Ορμήδεια, την οποία φιλοξένησε εκεί για μερικές εβδομάδες. Είναι μέσα σ΄ αυτή την περίοδο που η ενάγουσα εξέφρασε την επιθυμία - επανέλαβε σύμφωνα με τους εναγόμενους - να κληροδοτήσει το κτήμα με διαθήκη στην εγγονή της εναγόμενη 2 και για το λόγο αυτό ο εναγόμενος 1 διευθέτησε συνάντηση με το δικηγόρο Ευάγγελο Πελεκάνο (ΜΥ.4). Η συνάντηση της ενάγουσας με το δικηγόρο Ε. Πελεκάνο (ΜΥ.4) έγινε τέλος Δεκεμβρίου 2005 αρχές Ιανουαρίου του 2006 στο γραφείο του δικηγόρου, όπου την μετέφερε ο εναγόμενος 1 και είχε ως αποτέλεσμα αντί για διαθήκη να γίνει μεταβίβαση του κτήματος αξίας €598.000 δυνάμει δωρεάς στην εναγόμενη
- Για να γίνει δε αυτό χρειάστηκε να εμφανισθούν οι διάδικοι ενώπιον του Κτηματολογίου Λάρνακος δύο φορές - στις 10.1 και 11.1.06 - και στη συνέχεια τα υπογραφέντα έγγραφα διαβιβάστηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, το οποίο προχώρησε σε έκδοση τίτλου επ΄ ονόματι της εναγόμενης
- Σχετική είναι η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Κτηματολογικού Λειτουργού Α. Τσίγκη (ΜΕ.1), ο οποίος παρουσίασε στο Δικαστήριο τόσο το πιστοποιητικό εγγραφής (τεκμ.1) όσο και τη δήλωση μεταβίβασης (τεκμ.2) βάσει της οποίας εκδόθηκε. Με την προσθήκη ότι σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα οι οδηγίες της διεύθυνσης του Κτηματολογίου προς τους λειτουργούς που δέχονται δηλώσεις μεταβιβάσεων ακινήτων είναι σαφείς. Αφενός μεν ο κτηματολογικός λειτουργός πρέπει να κρίνει ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι ικανά για δικαιοπραξία και αφετέρου θα πρέπει να τους εξηγεί το λόγο που βρίσκονται στο κτηματολόγιο, ποιο ακίνητο είναι αντικείμενο της πράξης που γίνεται και στην περίπτωση που υπάρχει επιφύλαξη για δικαίωμα του δικαιοπαρόχου να κατοικεί στο μεταβιβαζόμενο ακίνητο θα πρέπει να εξηγεί και αυτή την παράμετρο. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται ότι ο κτηματολογικός λειτουργός που δέχθηκε στις 11.1.06 τη δήλωση μεταβιβάσεως του κτήματος της ενάγουσας ήταν η Π. Χρίστου (ΜΥ.1), η μαρτυρία της οποίας αμφισβητείται από την ενάγουσα και σ΄ αυτή θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο. Λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση της πράξης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας η ενάγουσα εξέφρασε την επιθυμία να μεταφερθεί στο σπίτι της στη Λευκωσία, επιθυμία που ο εναγόμενος 1 ικανοποίησε. Δεν παρήλθαν όμως πολλές μέρες που ο εναγόμενος 1 την επαναμετάφερε στο σπίτι του στην Ορμήδεια λόγω προβλήματος στο αριστερό της πόδι. Σχετική είναι η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ιατρού - παθολόγου Π. Καλλή (ΜΥ.2) σύμφωνα με την οποία μεταξύ 2.1.06 και 19.4.06 τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του η ενάγουσα, την οποία πάντα συνόδευε ο εναγόμενος 1, ένδεκα
(11)φορές λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Απ΄ αυτές οι δύο πρώτες ημερ. 2.1 και 19.1 αφορούσαν το πρόβλημα ζαχαρώδη διαβήτη και υπέρτασης, για το οποίο της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή, ενώ οι υπόλοιπες εννέα
(9)αφορούσαν πρόβλημα στο μεγάλο δάκτυλο του αριστερού ποδιού το οποίο εξελίχθηκε σε γάγγραινα. Συγκεκριμένα, για πρώτη φορά το πρόβλημα στο πόδι διαπιστώθηκε στις 30.1 και για αντιμετώπισή του χορήγησε στην ενάγουσα αντιβιοτικά και αντιφλεγμονώδη, φαρμακευτική αγωγή που σύστησε να συνεχιστεί και κατά τη δεύτερη επίσκεψη ημερ. 3.
- Στην τρίτη όμως επίσκεψη ημερ. 10.2 η κατάσταση στο πόδι χειροτέρεψε και της σύστησε να επισκεφθεί χειρούργο, σύσταση που της επανέλαβε και στις 12.2 γιατί το πόδι είχε προσβληθεί από γάγγραινα και έπρεπε να καθαρισθεί. Κατά τις επόμενες όμως επισκέψεις ημερ. 22.2, 27.2, 3.3, 10.3, 10.4 και 19.4.06 διαπίστωσε βελτίωση και η σύσταση του ήταν η συνέχιση της αντιβίωσης και η λήψη φαρμάκων για την υπέρταση. Τέλος, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι μετά την τελευταία επίσκεψη της ενάγουσας στον ΜΥ.2, ο εναγόμενος 1 την μετέφερε στο σπίτι της στη Λευκωσία όπου και την επισκεπτόταν κατά διαστήματα. Σε μια λοιπόν απ΄ αυτές τις επισκέψεις εφοδίασε την ενάγουσα με δακτυλογραφημένη επιστολή ημερ. 15.7.06 (τεκμ.8), την οποία η ενάγουσα υπέγραψε για αποστολή στον Υπουργό Εσωτερικών με αίτημα να της παραχωρηθεί οικία ενός υπνοδωματίου στο συνοικισμό προσφύγων Α.Η.Κ. Δεκέλειας. Και αυτό, με το αιτιολογικό ότι ήταν αδελφή ήρωα της ΕΟΚΑ και η οικία στην οποία διέμενε μόνη και εγκαταλειμμένη από στενούς συγγενείς ήταν ετοιμόρροπη και ακατάλληλη για διαμονή, ενώ αν ικανοποιείτο το αίτημα της θα ήταν κοντά στην Ορμήδεια όπου κατοικούσε με τα εγγόνια της ο γαμβρός της εναγόμενος 1 ο οποίος είχε πρόθεση να τη βοηθά στην εν γένει διαβίωσή της. Ποια ήταν η τύχη του αιτήματος δεν ενδιαφέρει, αφού στις 24.8.06 η ενάγουσα απέστειλε μέσω των δικηγόρων της επιστολή στους εναγόμενους (τεκμ. 4α και 4β) με την οποία απαιτούσε να της επαναμεταβιβάσουν το κτήμα, προβάλλοντας ότι την ξεγέλασαν και την εκμεταλλεύτηκαν, ισχυρισμοί που απερρίφθησαν από το δικηγόρο των εναγομένων με επιστολή ημερ. 30.8.06 (τεκμ.5). Περαιτέρω η ενάγουσα απέστειλε άλλη χειρόγραφη επιστολή στον εναγόμενο 1 χωρίς ημερομηνία (τεκμ. 6), στην οποία πρόβαλλε τον ισχυρισμό ότι ναι μεν πήγε στο Κτηματολόγιο, αλλά δεν υπόγραψε (τη δήλωση μεταβίβασης) και η υπογραφή είναι κάποιου άλλου και διερωτάτο κατά πόσο η υπογραφή τέθηκε από το δικηγόρο του εναγόμενου
- Με την καταγραφή του αδιαμφισβήτητου (γενικού) πραγματικού πλαισίου της υπόθεσης γίνεται αντιληπτό ότι η μαρτυρία των ΜΕ.1, ΜΕ.2 και ΜΥ.2 έχει γίνει αποδεκτή στο σύνολο της και ό,τι απέμεινε είναι η σύνοψη της διιστάμενης μαρτυρίας των μαρτύρων ΜΕ.3 και ΜΕ.4, από τη μια πλευρά και όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν για τους εναγόμενους, πλην του ΜΥ.2, από την άλλη. Η μαρτυρία της ΜΕ.3 επεκτάθηκε και σε ζητήματα που αφορούσαν τη σχέση της με τα παιδιά και τον πρώην σύζυγό της, ως και στις δικαστικές διαδικασίες που έγιναν όταν πήρε το μικρό της γιο και έφυγε για την Αγγλία. Τα θέματα όμως αυτά κρίνονται εντελώς άσχετα με την υπόθεση γι αυτό καμιά αναφορά σ΄ αυτά δεν θα γίνει, αλλά θα συνοψισθούν οι σχετικοί με την υπόθεση ισχυρισμοί της. Έχουν ως ακολούθως:- Μετά το χωρισμό της με τον εναγόμενο 1 εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα και δεν πήγαινε να επισκεφθεί τη μητέρα της γιατί δεν είχε αυτοκίνητο, ούτε μπορούσε να χρησιμοποιήσει ταξί λόγω δισκοπάθειας. Της τηλεφωνούσε όμως στο κινητό, τον αριθμό του οποίου δεν θυμόταν να πει και ήξερε ότι ήταν καλά και μπορούσε να φροντίζει τον εαυτό της, όπως ήξερε ότι ο εναγόμενος 1 την κατηγορούσε στη μητέρα της για διάφορα πράγματα όταν την επισκεπτόταν. Η σχέση της μητέρας της με τον εναγόμενο 1 δεν ήταν καλή, ενώ η σχέση της με την εγγονή της (την εναγόμενη 2) ήταν μέτρια. Δηλαδή μπορούσαν να κάμουν και έξι
(6)μήνες χωρίς να βρεθούν. Το Δεκέμβριο του 2005 πήγε διακοπές στην Αγγλία και το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη η μητέρα της το έμαθε από τ΄ αδέλφια της που ζουν μόνιμα εκεί. Στη συνέχεια όμως διαφοροποίησε την εκδοχή της, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι όταν επέστρεψε από την Αγγλία στην Κύπρο την πήρε τηλέφωνο ένας αστυνομικός που τη ρώτησε αν ξέρει πού βρίσκεται η μητέρα της γιατί «τη γυρεύουν οι γειτόνισσες», κάτι που τη σόκαρε. Όταν λοιπόν ηρέμησε πήρε τηλέφωνο στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λευκωσίας για να ζητήσει πληροφορίες, αλλά ο αστυνομικός που απάντησε της είπε ότι δεν δέχονται τηλεφωνήματα από κινητό και έτσι συνέχισε να μην ξέρει πού βρίσκεται η μητέρα της. Το έμαθε όταν μία από εκείνες τις ημέρες επισκέφθηκε το σπίτι του εναγόμενου 1 στην Ορμήδεια για να δει τα παιδιά της και τη βρήκε εκεί. Μάλιστα, ισχυρίσθηκε, ζήτησε από τη μητέρα της να επιστρέψει στο σπίτι της στη Λευκωσία και «θα την έσαζε» αυτή, ισχυρισμός που αντικρούσθηκε κατά την αντεξέταση στη βάση ότι για πάρα πολλά χρόνια ούτε αυτή ούτε τα αδέλφια της ενδιαφέρθηκαν για τη μητέρα τους. Απάντησε ότι ναι μεν μπορεί να μην «έκαμνε» για τη μητέρα της όσα «έκαμνε» ο εναγόμενος 1, αλλά έβλεπε και τον πατέρα της. Ο πιο όμως ουσιώδης ισχυρισμός της είναι ότι σε μια από τις 5-6 επισκέψεις - και όχι μία, όπως της υποβλήθηκε - που έκαμε μέσα στο Δεκέμβριο του 2005 στο σπίτι του εναγόμενου 1 και ενώ ήταν με τη μητέρα της στην κουζίνα μπήκε μέσα ο εναγόμενος 1, ο οποίος κτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι απαίτησε από τη μητέρα της να δώσει το οικόπεδο στη Νάντια (εναγόμενη 2) και η μητέρα της «. που τη σικκίρτιση έλεγε ναι», ενώ η ίδια της έλεγε να «μην υπογράψει χαρτιά». Της υποβλήθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε, αλλά αυτή επέμενε ότι έγινε. Η μητέρα της, συνέχισε, έμεινε στο σπίτι του εναγόμενου 1 για ένα διάστημα και μετά επέστρεψε στο σπίτι της στη Λευκωσία, αλλά αν θυμάται καλά ξαναεπέστρεψε στο σπίτι του εναγόμενου
- Της υποβλήθηκε επί του προκειμένου ότι αυτό έγινε γιατί κανένας άλλος εκτός από τον εναγόμενο 1 δεν ενδιαφερόταν για τη μητέρα της, η οποία στο μεταξύ είχε πρόβλημα και με το πόδι της και απάντησε:- «Δεν μπορείς να πεις ότι δεν ενδιαφερόμουν, αλλά δεν είχα δυνάμεις να τη βοηθήσω» και όταν ρωτήθηκε ποιος στάθηκε δίπλα στη μητέρα της όταν έπαθε εγκεφαλικό και ποιος την φρόντιζε όταν υπέστη γάγγραινα, απάντησε:- «Αν ήταν η κατάσταση έτσι που λέτε την φρόντιζε ο εναγόμενος 1». Τέλος ανάφερε ότι την επίδικη δωρεά την έμαθε το καλοκαίρι όταν ήλθε ο αδελφός της από την Αγγλία και όταν ρώτησε τη μητέρα της τι έγινε, αυτή της είπε ότι ήθελε να κάμει διαθήκη και στα πέντε παιδιά και όχι να δώσει «κοτσιάνι» μόνο στην Νάντια. Για να προσθέσει ότι ήλθε στο δικαστήριο να μαρτυρήσει γιατί η μητέρα της έχει 10 εγγόνια και δεν είναι σωστό να πάρει ολόκληρο το κτήμα μόνο το ένα και απέρριψε υποβολή ότι η δωρεά έγινε λόγω του ότι η μητέρα της μόνο με τα εγγόνια που είχε στην Κύπρο είχε σχέσεις και απ΄ αυτά αγαπούσε ιδιαίτερα την εναγόμενη 2 και είναι γι΄ αυτό και μόνο το λόγο που έκαμε τη δωρεά. Η κυρίως εξέταση της ενάγουσας ήταν σύντομη και κατ΄ αυτή κατηγόρησε τους εναγόμενους ότι της «έκλεψαν» το οικόπεδο και ζητά από το Δικαστήριο να της το δώσει πίσω. Όταν, ισχυρίσθηκε, βγήκε από το νοσοκομείο λόγω του εγκεφαλικού, την πήραν στο σπίτι του εναγόμενου 1 στην Ορμήδεια και μετά από λίγες ημέρες ο εναγόμενος 1 την πήρε στο δικηγόρο του. Εκεί μίλησε με το δικηγόρο 5-6 λεπτά και μετά την έβγαλαν έξω, για να μείνουν μόνοι τους στο γραφείο. Τι είπαν δεν ξέρει, όμως μετά την πήραν στο Κτηματολόγιο και την έβαλαν να υπογράψει «για κοτσιάνι» αντί για διαθήκη, κάτι που έμαθε για πρώτη φορά τον Αύγουστο από το γιο της που είχε έλθει να τη δει από την Αγγλία και ρωτούσε για το σπίτι. Κατά την αντεξέταση ισχυρίσθηκε ότι η Φωτούλλα (ΜΕ.3) ερχόταν τακτικά και την έβλεπε, ενώ οι εναγόμενοι και τ΄ άλλα παιδιά του εναγόμενου 1 κάθε «κάμποσο καιρό». Στη συνέχεια όμως συμφώνησε ότι ο εναγόμενος 1 - τον οποίο αποκάλεσε παλιάνθρωπο - και τα παιδιά του έρχονταν συχνά και τους έκαμνε το τραπέζι, αλλά διαφώνησε ότι τη βοηθούσε στην περιποίηση του κήπου ή ότι η εγγονή της τη βοηθούσε στο καθάρισμα του σπιτιού. Συμφώνησε επίσης ότι είναι ο εναγόμενος 1 που την πήρε στο Νοσοκομείο λόγω του εγκεφαλικού, όπως συμφώνησε ότι στο Νοσοκομείο μόνο οι εναγόμενοι την επισκέπτονταν και σχετικά παραδέχτηκε ότι ο εναγόμενος 1 νοιαζόταν γι αυτή και όταν του είπαν οι γιατροί ότι χρειαζόταν φροντίδα την πήρε στο σπίτι του στην Ορμήδεια. Εκεί όμως μόνο η υπηρέτρια τη βοηθούσε στο λούσιμο και αρνήθηκε ότι την περιποιούταν και την έλουζε η Κωνσταντία (εναγόμενη 2) και ισχυρίσθηκε ότι κατάλαβε ότι δεν την ήθελαν γι αυτό ζήτησε να την πάρουν πίσω στο σπίτι της. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι κατά το διάστημα που ήταν στο σπίτι του εναγόμενου 1 ήλθε μια φορά και η Φωτούλλα (ΜΕ.3) να δει τα παιδιά, αλλά κατά την επίσκεψη αυτή δεν έγινε οτιδήποτε το άσχημο. Σ΄ ότι αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δωρεά, ισχυρίσθηκε ότι η επιθυμία της ήταν αποθανόντα της να πάρουν το κτήμα τα παιδιά του εναγόμενου 1 γιατί τα παιδιά της ήταν μακριά. Ήθελε, είπε, να κάμει διαθήκη και ο εναγόμενος 1 την πήρε στο δικηγόρο του στον οποίο είπε ότι θέλει να κάμει διαθήκη. Όμως την έβγαλαν έξω στο διάδρομο, όπου ούτε καρέκλα δεν της έδωσαν για να κάτσει και τι είπαν όταν έμειναν μόνοι δεν ξέρει. Της υποβλήθηκε ότι πράγματι ο εναγόμενος 1 την πήρε σε δικηγόρο, ο οποίος όμως της εξήγησε ότι αν έκαμνε διαθήκη θα μπορούσαν τα παιδιά της μετά το θάνατό της «να την σπάσουν» και είναι γι αυτό το λόγο που αποφάσισε να κάμει τη δωρεά με δικαίωμα να μένει στο σπίτι εφ΄ όρου ζωής. Αρνήθηκε την υποβολή, προβάλλοντας ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε και ότι την πήραν στο Κτηματολόγιο 2-3 φορές και εκεί ο δικηγόρος την έβαλε να υπογράψει κάτι χαρτιά που όπως η ίδια νόμιζε ήταν διαθήκη. Ισχυρίσθηκε μάλιστα ότι κανένας υπάλληλος του Κτηματολογίου δεν της εξήγησε τι υπόγραψε και ναι μεν ξέρει ότι στο Κτηματολόγιο γίνεται «κοτσιάνιασμα», αλλά αυτή νόμιζε ότι ήταν διαθήκη. Της τέθηκε επί του προκειμένου ότι πριν υπογράψει η υπάλληλος του Κτηματολογίου της εξήγησε τι θα υπόγραφε, αλλά αυτή επέμενε στη θέση της. Συμφώνησε όμως ότι στο Κτηματολόγιο πήγε δύο φορές γιατί την πρώτη είχε κάποιο πρόβλημα η ταυτότητα της εγγονής της, αλλά επέμενε ότι εκεί την έβαλε απλώς ο δικηγόρος να υπογράψει κάποια χαρτιά. Σε σχέση με το πρόβλημα του ποδιού, ισχυρίσθηκε ότι απλώς παρουσιάσθηκε ένα «κουβαρούι» το οποίο έβγαλε ο γιατρός και αρνήθηκε ότι το πόδι της προσβλήθηκε από γάγγραινα και ότι της το καθάριζαν οι εναγόμενοι. Το πόδι της, αντέτεινε, το καθάριζε η υπηρέτρια και κατηγόρησε την εναγόμενη 2 ότι αρχικά έκαμνε ότι την αγαπούσε, αλλά τόσο αυτή όσο και ο πατέρας της την «. κοίταζαν όπως την αίγια με το μασιέρι». Τέλος, σ΄ ότι αφορά την ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο, ισχυρίσθηκε ότι μέχρι τον Αύγουστο δεν ήξερε ότι αντί για διαθήκη έκανε «κοτσιάνι», ούτε κανένας οποτεδήποτε της είπε ότι είχε δικαίωμα να ζει στο σπίτι εφόρου ζωής. Τον Αύγουστο όμως του 2006 ήλθε μετά από κάμποσα χρόνια στην Κύπρο ο γιος της και ήθελε να κτίσει πολυκατοικία στο οικόπεδο. Μάλιστα έφερε και αρχιτέκτονα να κάνει τις σχετικές μετρήσεις, αλλά όταν αναζήτησαν το κοτσιάνι δεν το βρήκαν και το τι έγινε το έμαθε ο γιος της μέσω δικηγόρου και όλα της τα παιδιά έγιναν έξω φρενών γιατί «ήθελαν το οικόπεδο, να πουλήσουμε το σπίτι για να αγοράσω δικό μου τζιαι το υπόλοιπο να το δώσω των τεσσάρων παιδιών, όχι των αγγονιών να με ξιτιμάζουν». ΄Ετσι ο γιος της την πήρε σε δικηγόρο, του είπαν την ιστορία και τότε κατάλαβαν ότι τους έκλεψαν το οικόπεδο. Της υποβλήθηκε ότι το κτήμα το μεταβίβασε χωρίς κανένας να την εξαναγκάσει, αλλά αυτή επέμενε ότι ενόμιζε ότι έκαμε διαθήκη και σε σχέση με την επιστολή τεκμ. 6 ισχυρίσθηκε ότι αυτή πρέπει να την έγραψε Σεπτέμβρη-Οκτώβρη (του 2006). Τους ισχυρισμούς της ενάγουσας για το τι συνέβη στο Κτηματολόγιο απέρριψε πλήρως η ΜΥ.
- Στο τεκμ. 2, ανάφερε, υπάρχει η υπογραφή και η ταυτότητα της, στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι αυτή έκαμε αποδεκτή τη δήλωση μεταβίβασης και μάλιστα σ΄ αυτή υπάρχει και ο αριθμός του κινητού του δικηγόρου Ε. Πελεκάνου που σημαίνει ότι ήταν και αυτός παρών και συνέχισε:- Από το 1994-2005 εργαζόταν στον κλάδο αποδοχής δηλώσεων μεταβιβάσεων και καθόλη αυτή την περίοδο διεκπεραίωσε χιλιάδες πράξεις, χωρίς ποτέ να υποβληθεί κανένα παράπονο για τον τρόπο που ασκούσε τα καθήκοντά της. Σε περιπτώσεις μεταβιβάσεων, τόνισε, φρόντιζε να βεβαιώνεται ότι τα αναγκαία έγγραφα είχαν συμπληρωθεί ορθά και ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ήταν παρόντα με τις ταυτότητες τους, προς τα οποία πάντα εξηγούσε τη φύση και το αντικείμενο της πράξης και μόνο εφόσο ικανοποιείτο ότι κατάλαβαν προχωρούσε σε αποδοχή και προώθηση των εγγράφων. Αυτό έκαμε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην οποία αφού βεβαιώθηκε και για τη συγγένεια της ενάγουσας και εναγόμενης 2 τους εξήγησε και για την επιφύλαξη ότι η ενάγουσα (δικαιοπάροχος) θα είχε δικαίωμα να κατοικεί στο σπίτι του κτήματος εφόρου ζωής. Της υποβλήθηκε ότι καμιά εξήγηση δεν έδωσε στην ενάγουσα και ότι το μόνο πράγμα που έγινε ήταν να βάλει ο δικηγόρος την ενάγουσα να υπογράψει, υποβολή που απόρριψε με τη λέξη «Αποκλείεται». Κατηγορηματικός στην απόρριψη του μέρους της μαρτυρίας της ενάγουσας που τον αφορούσε ήταν και ο δικηγόρος Ε. Πελεκάνος (ΜΥ.4), η μαρτυρία του οποίου έχει ως ακολούθως:- Είναι δικηγόρος από το 1986 και διατηρεί συνεταιρικό δικηγορικό γραφείο με το γιο του Μ. Πελεκάνο, ο οποίος χειρίσθηκε προσωπικά τις διαφορές που είχε ο εναγόμενος 1 με την πρώην σύζυγό του. Τέλος Δεκεμβρίου 2005/αρχές Ιανουαρίου του 2006 δέχτηκε στο γραφείο του τον εναγόμενο 1, ο οποίος είχε φέρει μαζί του την ενάγουσα για να της κάμει διαθήκη. Επειδή ήθελε να διακριβώσει την πραγματική της επιθυμία ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να τους αφήσει μόνους και όταν αυτό έγινε υπόβαλε στην ενάγουσα σχετικές ερωτήσεις. Του είπε ότι είχε και άλλα παιδιά και εγγόνια, αλλά ήθελε να κάμει διαθήκη ώστε όταν πεθάνει το κτήμα που είχε να το πάρει η Κωνσταντίνα γιατί μόνο ο πατέρας της και τα παιδιά του ενδιαφέρονταν γι΄ αυτή. Κυρίως η Κωνσταντίνα. Της εξήγησε ότι με τη διαθήκη δεν μπορούσε να αφήσει ολόκληρο το κτήμα, που ήταν η μόνη της περιουσία, στην Κωνσταντία γιατί τα παιδιά της μπορούσαν να τη σπάσουν. Η ενάγουσα όμως, η οποία του έδωσε την εντύπωση μιας πικραμένης μητέρας, ήταν σαφής. Δεν ήθελε να κληρονομήσουν τα παιδιά της και η επιθυμία της ήταν να πάρει η Κωνσταντία το κτήμα και είναι γι΄ αυτό το λόγο που τη συμβούλευσε να το κάμει δωρεά και για εξασφάλιση της να γράψουν στον τίτλο ότι θα μπορούσε να κατοικεί στο σπίτι εφόρου ζωής, όπως και έγινε. Κατ΄ ακολουθία τούτου συμπλήρωσε ο ίδιος το τεκμ. 2 και ύστερα από καμιά εβδομάδα πήγαν όλοι μαζί στο Κτηματολόγιο για την πράξη, αλλά παρουσιάσθηκε πρόβλημα με την ιθαγένεια της εναγόμενης 2 γι΄ αυτό πήγαν και την επομένη και αφού η ΜΥ.1 εξήγησε τα σχετικά στην ενάγουσα ολοκληρώθηκε η πράξη σύμφωνα με την επιθυμία της. Η αντεξέταση του μάρτυρα απέβλεπε στο να πλήξει τη μαρτυρία του σε τρία σημεία. Το πρώτο ότι ενήργησε για να γίνει δωρεά και όχι διαθήκη γιατί αυτό ήθελε ο εναγόμενος 1, το δεύτερο ότι ούτε αυτός ούτε η κτηματολογική λειτουργός εξήγησαν οτιδήποτε στην ενάγουσα για τη φύση της πράξης και τις συνέπειες της υπογραφής της και, το τρίτο, όφειλε όταν συναντήθηκε με την ενάγουσα να την στείλει σε γιατρό και μετά να προχωρήσει όπως προχώρησε. Η δωρεά, αντέτεινε ο μάρτυρας, έγινε γιατί αυτή ήταν η επιθυμία της ενάγουσας που δεν ήθελε να κληρονομήσουν οτιδήποτε τα παιδιά της και η φύση της πράξης ως και οι συνέπειες της υπογραφής της, της εξηγήθηκαν πλήρως τόσο από τον ίδιο όσο και από την κτηματολογικό λειτουργό. Τέλος, σ΄ ότι αφορά το τρίτο σημείο, τόνισε ότι η ενάγουσα δεν του έδωσε την εντύπωση ότι χρειαζόταν γιατρό. Αντίθετα, η εντύπωση που σχημάτισε ήταν ότι ήξερε πλήρως τι ήθελε να κάμει και ο ίδιος ενήργησε ώστε με την επιφύλαξη να την προστατεύσει και στις περί του αντιθέτου υποβολές του συνηγόρου της αντέταξε ότι «κάμνει απόλυτο λάθος». Για τις συνθήκες διαμονής της ενάγουσας στο σπίτι του εναγόμενου 1, τόσο μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο όσο και μετά το πρόβλημα στο πόδι, κατέθεσε και η Βουλγάρα Β. Πέτροβα (ΜΥ.3), η οποία εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο σπίτι της οικογένειας από το Μάιο του 2005 μέχρι τον Ιούνιο του
- Και στις δύο περιπτώσεις, ανέφερε, την ενάγουσα την φρόντιζαν βασικά οι εναγόμενοι, αλλά και η ίδια βοηθούσε όταν της το ζητούσαν. Η σχέση τους, πρόσθεσε, ήταν πολύ καλή και την περίοδο που η εναγόμενη 2 έλειπε στην Αγγλία για σπουδές το πόδι το έπλενε ο εναγόμενος 2, ο οποίος την έπαιρνε και στο γιατρό και τις έδιδε και τα φάρμακα της. Της υποβλήθηκε ότι για όσο χρονικό διάστημα η ενάγουσα ήταν στο σπίτι του εργοδότη της δεν την φρόντιζε κανένας, υποβολή που απέρριψε με την ερώτηση:- «Τότε ποιος τη φρόντιζε». Ρωτήθηκε επίσης και για τις επισκέψεις της Φωτεινής (ΜΕ.3) και ανάφερε ότι μέσα στο Δεκέμβριο του 2005 η Φωτεινή ήλθε να δει τα παιδιά της μια φορά, ενώ κατά τους επόμενους μήνες οι επισκέψεις της το πολύ ήταν δύο φορές το μήνα και κάθε φορά έμενε ½ ώρα και ποτέ κατά τις επισκέψεις αυτές δεν αντιλήφθηκε να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα ή φασαρία. Η μαρτυρία του εναγόμενου 1 συνοψίζεται ως ακολούθως: Η σύζυγος και τα αδέλφια της δεν μιλούσαν στη μητέρα τους, αλλά αυτός μετά από κάποια περίοδο αφότου ήλθαν στην Κύπρο την αναζήτησε γιατί ήθελε να παιδιά του να ΄χουν σχέσεις με τη γιαγιά τους. Τη βρήκε να ζει μόνη στη Λευκωσία και όταν την επισκέφθηκαν χάρηκε πάρα πολύ που γνώρισε και τα εγγόνια της. Το 1998-1999 χώρισε με τη σύζυγο του, αλλά το διαζύγιο εκδόθηκε μέσα στο 2001 και το 2003 η (πρώην) σύζυγος του πήρε το μικρό τους γιο και έφυγε για την Αγγλία, ενέργεια που πυροδότησε δικαστικές διαδικασίες τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία. Δικηγόρος του σ΄ αυτές τις διαδικασίες ήταν ο νυν δικηγόρος του Μ. Πελεκάνος, γιος του ΜΥ.4 και συνέχισε:- Μετά το χωρισμό η σχέση του ιδίου και των παιδιών του με την ενάγουσα έγινε πιο στενή και την επισκέπτονταν 2-3 φορές το μήνα και κατά τις επισκέψεις αυτές η ενάγουσα τους έκαμνε το τραπέζι, ενώ ο ίδιος φρόντιζε τον κήπο και οι δύο του κόρες - η Νάντια και η Ιωάννα - τη βοηθούσαν στο καθάρισμα του σπιτιού. Σε μια λοιπόν απ΄ αυτές τις επισκέψεις, μέσα στο Δεκέμβριο του 2005, πρόσεξε ότι η ενάγουσα δεν μιλούσε κανονικά και επειδή ως οδηγός ασθενοφόρου στις Βρετανικές Βάσεις Δεκέλειας έτυχε κάποιας εκπαίδευσης, υποψιάστηκε ότι είχε πάθει εγκεφαλικό και την πήρε στο Νοσοκομείο όπου πράγματι διαγνώσθηκε ότι αυτό υπέστη και την κράτησαν μερικές ημέρες για νοσηλεία. Στις ημέρες που ήταν στο νοσοκομείο την επισκεπτόταν με την κόρη του (εναγόμενη 2) και όταν βγήκε ο γιατρός του σύστησε ότι η ενάγουσα, η οποία έπασχε από υπέρταση και διαβήτη, έπρεπε να παίρνει κανονικά τα φάρμακα της. Για το λόγο αυτό την πήρε στο σπίτι του να την φροντίζουν και για όσο χρονικό διάστημα έμενε μαζί τους ήταν πολύ ευχαριστημένη από τη φροντίδα που τύγχανε. Μπάνιο, είπε, την έκαμνε η Νάντια και η ΜΥ.3, ενώ ο ίδιος βοηθούσε να την ανεβάσουν στο μπάνιο, της χορηγούσε τα φάρμακα της και την έπαιρνε στο ιατρικό κέντρο Ορμήδειας για έλεγχο της υπέρτασης και του διαβήτη. Μια λοιπόν απ΄ αυτές τις ημέρες η ενάγουσα του ζήτησε να την πάρει σε δικηγόρο να κάμει διαθήκη το κτήμα στην Νάντια, επιθυμία που είχε επανειλημμένως εκφράσει και στο παρελθόν γιατί της είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Την πήρε στον κ. Πελεκάνο και σχετικά επανέλαβε ό,τι κατέθεσε και ο ΜΥ.
- Μερικές ημέρες μετά τη δωρεά η ενάγουσα τον πήρε τηλέφωνο και του ανέφερε ότι «κουτσούφλησε» και κτύπησε το δάκτυλο του ποδιού. Επειδή ήξερε ότι έπασχε από διαβήτη και κινδύνευε να πάθει γάγγραινα ακόμη και από μικρή πληγή, πήγε και την ξανάφερε στην Ορμήδεια για να τη δει γιατρός, ο οποίος της χορήγησε αντιβίωση. Παρά την αντιβίωση όμως το πόδι προσβλήθηκε από γάγγραινα και, εκτός από το μισό δάκτυλο, το πόδι σώθηκε λόγω του ότι τόσο αυτός όσο και η Νάντια το καθάριζαν τρεις φορές την ημέρα και συνέχισε:- Αφού έγιανε το πόδι την πήρε πίσω στο σπίτι της και συνέχισαν όπως και προηγουμένως να την επισκέπτονται. Όμως το σπίτι που κατοικούσε ήταν κατά την άποψη του ακατάλληλο για να ζει άνθρωπος και για το λόγο αυτό ζήτησε από φίλο του καθηγητή - φιλόλογο να ετοιμάσει την αίτηση τεκμ. 8, ώστε να της δοθεί σπίτι κοντά τους για να την βλέπουν πιο συχνά αφού στο δικό του σπίτι ζούσαν αρκετοί και δεν είχαν χώρο και κατέληξε:- Μέσα στον Αύγουστο πήγε μαζί με τα παιδιά να δουν την ενάγουσα και όταν πλησίασε το σπίτι είδε στην αυλή τον Ιάκωβο (το γιο της ενάγουσας) με κάποιο άλλο να κάμνουν μετρήσεις με κορδέλα. Δεν κατέβηκε και προτίμησε να τηλεφωνήσει της ενάγουσας και να τη ρωτήσει τι γίνεται. Του είπε «φύγε και άμα φύγουν έλα να σου πω». Έτσι και έγινε και όταν η ενάγουσα του είπε ότι μέτρησαν γιατί θα έκτιζαν πολυκατοικία της υπενθύμισε ότι το οικόπεδο το είχε δώσει της Νάντιας. Η απάντηση της όμως ήταν να το δώσει πίσω και ο Ιάκωβος θα έδιδε στην Νάντια ένα
(1)διαμέρισμα απ΄ αυτά που θα έκτιζε. Κατ΄ ακολουθία τούτου έφυγε δυσαρεστημένος και λίγες ημέρες μετά πήραν τις επιστολές τεκμ. 4α και 4β, οι οποίες τόνισε τον έκαμαν να νοιώσει πολύ άσχημα για τη στάση της ενάγουσας έναντι του και να συμπεράνει ότι κάποιος, μάλλον ο Ιάκωβος που όπως η ενάγουσα του είπε είχε να τον δει για 30 χρόνια, την πίεσε να φερθεί με τον τρόπο αυτό. Όπως γίνεται αντιληπτό η αντεξέταση του εναγόμενου 1 στόχευε αφενός μεν στο να πληγεί η αξιοπιστία του και αφετέρου στην προώθηση της θέσης της ενάγουσας ότι την ξεγέλασαν με τη δωρεά. Θα ΄ταν κατά την άποψή μου αχρείαστο να γίνει αναφορά στο πλήθος των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν κατά τη μακρά αντεξέταση και στις απαντήσεις που έδωσε, αφού ο μάρτυρας επέμενε ότι η ενάγουσα επανειλημμένα είχε εκφράσει την επιθυμία της να αφήσει το κτήμα με διαθήκη στα παιδιά του και ήταν κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας που την πήρε στο δικηγόρο Πελεκάνο. Όπως θα ΄ταν αχρείαστο να επαναληφθεί ότι ο μάρτυρας επέμενε ότι τόσο ο ίδιος όσο και τα παιδιά του - κυρίως η Νάντια - είχαν πολύ καλή σχέση με την ενάγουσα, η οποία ένιωθε πίκρα για το γεγονός ότι τα παιδιά της δεν ενδιαφέρονταν καθόλου γι΄ αυτή. Περιορίζομαι επομένως στην καταγραφή σε ό,τι προέκυψε από την αντεξέταση και στις υποβολές που του τέθηκαν. Το πρώτο που προέκυψε είναι ότι το Δεκέμβριο του 2005 η πρώην σύζυγος του, όπως ισχυρίσθηκε, επισκέφθηκε το σπίτι του 2-3 φορές και σε μια απ΄ αυτές τις επισκέψεις της τηλεφώνησε στο κινητό ο αδελφός της που ζήτησε να μιλήσει και μίλησε με τη μητέρα του. Όμως ποτέ δεν κτύπησε το χέρι του στο τραπέζι με την απαίτηση η ενάγουσα να κάμει διαθήκη το κτήμα στη Νάντια ή σε άλλο παιδί του και απέρριψε σχετική επί του θέματος υποβολή. Όπως απέρριψε και άλλες υποβολές που περιστρέφονταν γύρω από τέσσερα βασικά θέματα. Το πρώτο ότι εκμεταλλεύθηκε την ευάλωτη κατάσταση της ενάγουσας και της άσκησε ψυχική πίεση να κάμει διαθήκη, το δεύτερο ότι με πρόσχημα τη διαθήκη την ξεγέλασαν και αντί για διαθήκη εξασφάλισαν τη δωρεά, το τρίτο ότι η αίτηση τεκμ. 8 ήταν τέχνασμα για να απομακρύνουν την ενάγουσα από το σπίτι ώστε να το εκμεταλλευτούν και το τέταρτο, ότι τον Αύγουστο του 2006 δεν την επισκέφθηκε και όσα σχετικά ισχυρίσθηκε δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Μέρος της μαρτυρίας της εναγόμενης 2 περιεστράφη γύρω από τη σχέση της ιδίας και των αδελφών της με τη μητέρα τους (ΜΕ.3), στην οποία δεν θα γίνει καμιά αναφορά αφενός μεν γιατί η σχέση αυτή δεν είναι επίδικο ζήτημα και αφετέρου το επίπεδο της σχέσης - μη καλό σύμφωνα με τη μάρτυρα - δεν μπορεί να συνεκτιμηθεί για εξαγωγή συμπεράσματος σ΄ ότι αφορά τη δωρεά που της έκαμε η γιαγιά της. Περαιτέρω δεν θα γίνει αναφορά στο μέρος της μαρτυρίας της που αφορά τη σχέση που διαμορφώθηκε μεταξύ της οικογένειας της και της γιαγιάς της ως και τις φροντίδες που κατ΄ ισχυρισμό έτυχε η γιαγιά από την ίδια και τον πατέρα της, και αυτό γιατί ουσιαστικά το σχετικό μέρος της μαρτυρίας της αποτελεί επανάληψη του αντίστοιχου μέρους της μαρτυρίας του πατέρα της. Παρέμεινε επομένως η σύνοψη του εναπομείναντος μέρους της μαρτυρίας της που έχει ως ακολούθως:- Πρωτογνώρισε την γιαγιά της σε ηλικία 8-9 χρονών, όταν όλη η οικογένεια την επισκέφθηκε στο σπίτι της στη Λευκωσία όπου την είχε βρει ο πατέρας της. Τα συναισθήματα που ένοιωσε κατά την πρώτη συνάντηση ήταν πολύ έντονα και ήλπιζε να αναπτυχθεί μεταξύ τους μια καλή σχέση, όπως ήταν και η σχέση της με την άλλη της γιαγιά που είχε πεθάνει. Την πρώτη επίσκεψη διαδέχτηκαν και άλλες, οι οποίες μετά το χωρισμό των γονιών της έγιναν πιο συχνές με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεταξύ της ιδίας και της γιαγιάς της μια πάρα πολύ καλή σχέση και επανειλημμένα η γιαγιά της τους έλεγε ότι το κτήμα θα το έδιδε στην ίδια και στ΄ αδέλφια της. Τον Σεπτέμβριο του 2005 πήγε στο Μάντσεστερ για σπουδές και όταν επέστρεψε αρχές Δεκεμβρίου στην Κύπρο πήγε μαζί με τον πατέρα της και τ΄ αδέλφια της στη Λευκωσία να δουν τη γιαγιά της και ήταν σ΄ αυτή την επίσκεψη που ο πατέρας της την πήρε στο νοσοκομείο και ακολούθως στο σπίτι τους όπου τη φρόντιζαν. Μια απ΄ αυτές τις μέρες, ισχυρίσθηκε, η γιαγιά της της παραπονέθηκε ότι ούτε και τώρα που αρρώστησε δεν ενδιαφέρθηκαν τα παιδιά της και ήθελε να της κάμει το κτήμα διαθήκη. Αυτή όμως της είπε να κάμει ότι θέλει με το οικόπεδο της και η γιαγιά τής απάντησε «Νάντια μου σε σένα θέλω να το δώσω, εσύ με βοηθάς πάρα πολύ». Έτσι και έγινε και στο Κτηματολόγιο χρειάστηκε να πάνε δύο φορές επειδή την πρώτη προέκυψε πρόβλημα με την υπηκοότητα της και χρειάσθηκε να κάμει πολιτογράφηση. Εκεί, στην παρουσία του πατέρα της και του κ. Πελεκάνου, η υπάλληλος του Κτηματολογίου τους εξήγησε ότι η γιαγιά έκαμνε δωρεά το κτήμα σ΄ αυτή, αλλά θα μπορούσε να κατοικεί εφόρου ζωής και στη βάση των εξηγήσεων έγινε η μεταβίβαση. Τέλος Ιανουαρίου, συνέχισε, έφυγε για την Αγγλία όπου παρέμεινε για μια περίπου εβδομάδα και όταν επέστρεψε στην Κύπρο βρήκε στο σπίτι και τη γιαγιά λόγω του ότι είχε κτυπήσει το πόδι της. Επί του προκειμένου επανέλαβε το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του πατέρα της για τις φροντίδες που της πρόσφεραν και την ιατρική παρακολούθηση που είχε στην Ορμήδεια και κατέληξε:- Μετά το Πάσχα έφυγε για την Αγγλία και όταν επέστρεψε τον Ιούνιο στην Κύπρο συνέχισαν όπως και προηγουμένως τις επισκέψεις στη γιαγιά μέχρι και τον Αύγουστο του 2006 που εμφανίσθηκε ο θείος της Ιάκωβος, με όλα τα επακόλουθα που ανάφερε ο πατέρας της. Η μακρά αντεξέταση της μάρτυρος στόχευε, όπως και στην περίπτωση του πατέρα της, αφενός μεν στο να πλήξει την αξιοπιστία της και αφετέρου να προωθηθεί η θέση ότι εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση της ενάγουσας και με το πρόσχημα της διαθήκης την ξεγέλασαν και την έβαλαν να προβεί σε δωρεά. Στο πλαίσιο αυτού του στόχου αμφισβητήθηκε ότι η σχέση της ιδίας και του πατέρα της με τη γιαγιά ήταν αυτή που περιέγραψαν, ότι την φρόντιζαν ή ότι ενδιαφέρονταν πράγματι γι΄ αυτή, ότι οι προθέσεις τους έναντι της ήταν γνήσιες και χωρίς σκοπιμότητες, ότι την πρωτοβουλία για τον καταρτισμό διαθήκης τον είχε η ενάγουσα, ότι η ενάγουσα διαμόρφωσε από μόνη της επιθυμία να προβεί σε δωρεά μετά τη συνάντηση με το δικηγόρο Πελεκάνο και ότι της εξηγήθηκε στο Κτηματολόγιο η φύση και οι συνέπειες της πράξης στην οποία θα προέβαινε, αλλά η μάρτυρας επέμενε στην εκδοχή της απορρίπτοντας όλες τις περί αντιθέτου υποβολές που τις τέθηκαν. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους, προβαίνοντας σε σειρά εισηγήσεων και παραπέμποντας και σε νομολογία. Βασική εισήγηση του κ. Πελεκάνου είναι ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι την παραπλάνησαν και αντί για διαθήκη την έβαλαν να κάμει δωρεά καταρρίφθηκε τόσο από τη κτηματολογική λειτουργό όσο και από το δικηγόρο Ε. Πελεκάνο, η νομική συμβουλή του οποίου ήταν ανεξάρτητη και οι ενέργειες στις οποίες προέβη ήταν σύμφωνα με τις επιθυμίες της ενάγουσας, τα συμφέροντα της οποίας προστάτεψε με την επιφύλαξη που μερίμνησε να τεθεί στον τίτλο του κτήματος. Εισηγήθηκε επίσης ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρία δεν μπορεί να εξαχθεί βάσιμο συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι είναι ένοχοι κατάχρησης εμπιστοσύνης ή ότι εκμεταλλεύθηκαν την κατάσταση της ενάγουσας, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος και η δωρεά στην οποία προέβη ήταν αποκλειστικά προϊόν της δικής της θέλησης. Διαμετρικά αντίθετες είναι οι εισηγήσεις του κ. Κουκούνη. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εισηγήθηκε, έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι (α) σε πρώτο στάδιο άσκησαν στην ενάγουσα ψυχική πίεση για καταρτισμό διαθήκης, κάτι που τεκμαίρεται και από τη μαρτυρία της ΜΕ.3, (β) προέβησαν έναντι της ενάγουσας σε ψευδείς παραστάσεις, αφού την παραπλάνησαν ότι θα έκαμνε διαθήκη και αντί για διαθήκη έγινε μεταβίβαση και (γ) την εξαπάτησαν, αφού την πήραν στο Κτηματολόγιο με το πρόσχημα ότι εκεί θα έκαμνε τη διαθήκη και αντ΄ αυτής έγινε δωρεά. Εισηγήθηκε επίσης ότι η σχέση των διαδίκων ήταν τέτοια που ενεργοποιεί το τεκμήριο «ψυχικής πίεσης» του άρθρου 16 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το σχετικό αποδεικτικό βάρος του οποίου οι εναγόμενοι δεν έχουν αποσείσει και σ΄ ότι αφορά τη συμβουλή του δικηγόρου Ε. Πελεκάνου προς την ενάγουσα, αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητη γιατί ο εναγόμενος 1 ήταν πελάτης του γραφείου του. Εξέτασα προσεκτικά το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχοντας ως οδηγό αυτά που λέχθηκαν στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Με οδηγό λοιπόν αυτές τις αρχές κρίνω ότι η αξιολόγηση της διιστάμενης μαρτυρίας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα και θα προσεγγίσω τη μαρτυρία του καθενός μάρτυρα όπως πιο κάτω. Η μαρτυρία της ΜΕ.3, μητέρας της εναγόμενης 2, απέβλεπε στο να δοθεί έρεισμα στη θέση ότι η ενάγουσα τελούσε υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης των εναγομένων, κυρίως του εναγόμενου
- Υποκειμενικά όμως σχημάτισα την εντύπωση ότι επιστρατεύθηκε για εξυπηρέτηση αυτού και μόνο του στόχου, χωρίς οποιοδήποτε σεβασμό προς την αλήθεια. Το ότι δεν είπε την αλήθεια δεν είναι απλώς υποκειμενική κρίση, αλλά και προϊόν αντικειμενικής προσέγγισης της μαρτυρίας της η οποία έκδηλα αποτελεί παραφωνία μέσα στο σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας μετά το χωρισμό με τον πρώην σύζυγο της δεν επισκεπτόταν τη μητέρα της, κάτι που παραδέχτηκε και η ίδια προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι δεν είχε αυτοκίνητο και δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει ταξί λόγω δισκοπάθειας. Στη βάση αυτού του γεγονότος και μόνο δεν μπορούσε να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει τη σχέση που ανάπτυξε η μητέρα της με τους εναγόμενους, οι οποίοι την επισκέπτονταν συχνά. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ότι η σχέση της μητέρας της με τον εναγόμενο 1 δεν ήταν καλή, ενώ η σχέση της μητέρας της με την εναγόμενη 2 ήταν μέτρια εκθεμελιώνεται από το γεγονός ότι όταν η μητέρα της έπαθε εγκεφαλικό και το πόδι της προσβλήθηκε από γάγγραινα οι μόνο που της συμπαραστάθηκαν ήταν οι εναγόμενοι, ενώ η ίδια ούτε καν έμαθε ότι η μητέρα της υπέστη εγκεφαλικό και φαίνεται να μην γνώριζε ότι υπέστη και γάγγραινα. Κι αυτό στη βάση της απάντησης που η ίδια έδωσε όταν της τέθηκε η ερώτηση ποιος στάθηκε δίπλα στη μητέρα της και στις δύο περιπτώσεις. Υπενθυμίζω την απάντηση «Αν, είπε, ήταν η κατάσταση έτσι που λέτε την φρόντιζε ο εναγόμενος 1», απάντηση που αποκαλύπτει ότι η ίδια ήταν σε άγνοια της κατάστασης της μητέρας της και το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι δεν είχε ουσιαστική επαφή μαζί της και επομένως δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τη σχέση της μητέρας της με τους εναγόμενους. Ο πιο ουσιώδης όμως ισχυρισμός της, όπως ήδη έχει σημειωθεί, είναι ότι σε μια από τις 5-6 επισκέψεις που έκαμε μέσα στο Δεκέμβριο του 2005 στο σπίτι του πρώην συζύγου της, αυτός κτύπησε το χέρι του στο τραπέζι και απαίτησε από τη μητέρα της να δώσει το οικόπεδο στην εναγόμενη
- Πρόκειται κατά την άποψή μου για ισχυρισμό που έκδηλα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια για δύο λόγους. Ο πρώτος από τη μαρτυρία τόσο της μητέρας της όσο και της οικιακής βοηθού (ΜΥ.3), αλλά και των εναγομένων προκύπτει ότι μέσα στο Δεκέμβριο επισκέφθηκε το σπίτι του πρώην συζύγου της το πολύ δύο φορές και, ο δεύτερος, ότι η μητέρα της δεν ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος 1 (ή η εγγονή της) την πίεσαν με οποιοδήποτε τρόπο να κάμει διαθήκη. Αντίθετα, η θέση της σε σχέση με το θέμα αυτό ήταν σαφής. Αυτό που ήθελε, είπε, ήταν να κάμει διαθήκη και αποθανόντα της το κτήμα να το πάρουν τα παιδιά του εναγόμενου 1, γιατί τα παιδιά της ήταν μακριά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, υποκειμενικά και αντικειμενικά, η μαρτυρία της ΜΕ.3 κρίνεται αναξιόπιστη και κατά συνέπεια δεν θα της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας της ενάγουσας σε συσχετισμό με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας αποκαλύπτει έξι σημαντικά στοιχεία. Το πρώτο, ότι η νοητική της κατάσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε επηρεασθεί από το εγκεφαλικό επεισόδιο και ήταν σε θέση να έχει πλήρη συνείδηση των πράξεων της. Το δεύτερο, ότι κάποιος ή κάποιοι την έπεισαν ότι οι εναγόμενοι «της έκλεψαν» το κτήμα, κάτι που την οδήγησε να χαρακτηρίσει τον εναγόμενο 1 παλιάνθρωπο. Έστω κι αν αυτός ήταν ο μόνος που της συμπαραστάθηκε τόσο όταν υπέστη το εγκεφαλικό επεισόδιο όσο και όταν το πόδι της προσβλήθηκε από γάγγραινα. Το τρίτο, ότι ήταν επιθυμία της να κληροδοτήσει με διαθήκη το κτήμα στα παιδιά του εναγόμενου 1 και την επιθυμία της αυτή την υλοποίησε ο εναγόμενος 1, ο οποίος την πήρε για το σκοπό αυτό σε δικηγόρο. Όμως το να ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος δεν της εξήγησε τίποτα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, τη στιγμή που κατά τη μεταβίβαση του κτήματος τέθηκε και η επιφύλαξη να ζει στο σπίτι εφόρου ζωής. Το τέταρτο, ότι πήγε στο Κτηματολόγιο δύο φορές και στη βάση της δικής της μαρτυρίας ήξερε ότι εκεί γίνονται «κοτσιανιάσματα». Επομένως το να ισχυρίζεται ότι όταν πήγε στο Κτηματολόγιο ήταν με την εντύπωση ότι θα υπόγραφε διαθήκη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Όπως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και ο ισχυρισμός της ότι στο Κτηματολόγιο απλώς την έβαλαν να υπογράψει κάποια χαρτιά χωρίς να της εξηγήσουν τι ήταν, ισχυρισμός που καταρρίπτεται από τη μαρτυρία της ΜΥ.1 η οποία κρίνεται ανεξάρτητη μάρτυρας. Το πέμπτο, ότι τόσο όταν υπέστη το εγκεφαλικό επεισόδιο όσο και όταν κτύπησε το πόδι της οι μόνοι που της συμπαραστάθηκαν ήταν οι εναγόμενοι, οι οποίοι την πήραν στο σπίτι τους για μερικές εβδομάδες και ο ισχυρισμός της ότι για όσο καιρό διέμενε στο σπίτι τους κανένας δεν την φρόντιζε και κατάλαβε ότι δεν την ήθελαν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Προς τούτο είναι αρκετό να υπενθυμίσω την απάντηση που έδωσε σε σχετική ερώτηση η οικιακή βοηθός. Είπε, «Τότε ποιος την φρόντιζε;» και, το έκτο, ότι τον Αύγουστο του 2006 ήλθε στην Κύπρο μετά από κάμποσα χρόνια ο γιος της, ο οποίος ενδιαφέρθηκε να κτίσει στο κτήμα πολυκατοικία και όταν έμαθε ότι το κτήμα είχε ήδη μεταβιβασθεί στην εναγόμενη 2 έγινε έξω φρενών τόσο ο ίδιος όσο και τ΄ άλλα παιδιά της ενάγουσας, στοιχείο που στη βάση της δικής της μαρτυρίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με πρωτοβουλία του γιου της ο οποίος, όπως είπε η ενάγουσα, την πήρε σε δικηγόρο και τότε κατάλαβαν ότι της «έκλεψαν το κτήμα». Όπως γίνεται αντιληπτό, τα πιο πάνω έξι σημεία της μαρτυρίας της ενάγουσας είναι αποκαλυπτικά κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η δωρεά και τι στη συνέχεια επακολούθησε ως αποτέλεσμα της αντίδρασης των παιδιών της. Πιο συγκεκριμένα, στη βάση της μαρτυρίας της ίδιας σε συσχετισμό με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας προκύπτει κατά τρόπο αντικειμενικό ότι: Η ενάγουσα ήθελε να κάμει διαθήκη με την οποία να κληροδοτήσει το κτήμα στα παιδιά του εναγόμενου
- Την επιθυμία της αυτή την υλοποίησε ο εναγόμενος 1, ο οποίος την πήρε στο δικηγόρο Ε. Πελεκάνο. Ο δικηγόρος της εξήγησε ότι αν έκαμνε διαθήκη, τα παιδιά της μπορούσαν να την προσβάλουν λόγω νόμιμης μοίρας και την πληροφόρησε ότι μπορούσε να κάμει δωρεά και να έχει δικαίωμα να κατοικεί στο σπίτι εφόρου ζωής, κάτι που η ενάγουσα υιοθέτησε και ακολούθως για υλοποίηση της πράξης μετέβησαν στο Κτηματολόγιο δύο φορές. Εκεί η κτηματολογικός λειτουργός εξήγησε τόσο στην ενάγουσα όσο και στην εναγόμενη 2 τη φύση της πράξης και τη φύση της επιφύλαξης που τέθηκε στη δήλωση μεταβίβασης και κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες έγινε η μεταβίβαση. Όμως τον Αύγουστο του 2006 εμφανίσθηκε μετά από πολλά χρόνια απουσίας από την Κύπρο ο γιος της και όταν αυτός και οι κόρες της πληροφορήθηκαν ότι το κτήμα ήδη μεταβιβάσθηκε στην εναγόμενη 2 έγιναν έξω φρενών και ο γιος της την πήρε σε δικηγόρο στον οποίο ανάθεσαν να επανεκδικήσει το κτήμα με την παρούσα αγωγή. Με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας γίνεται νομίζω αντιληπτό ότι ό,τι καταγράφηκε πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου και μάλιστα αντικειμενικής φύσεως. Θα ήταν επομένως ως εκ περισσού να επισημανθεί ότι στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της έγινε αποδεκτή τόσο η μαρτυρία της ΜΥ.1, η οποία ήδη χαρακτηρίσθηκε ως ανεξάρτητη μάρτυρας, όσο και η μαρτυρία του δικηγόρου Ε. Πελεκάνου και το κατά πόσο η συμβουλή που της έδωσε μπορεί να κριθεί ή όχι ανεξάρτητη θα εξετασθεί στη συνέχεια. Απέμεινε η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εναγομένων και της οικιακής βοηθού ΜΥ.
- Το ότι η ενάγουσα παρέμεινε για μερικές εβδομάδες στο σπίτι των εναγομένων όπου την φρόντιζαν, τόσο μετά που εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 16.12.05 όσο και μετά που κτύπησε το πόδι της, δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και επομένως η σχετική επί του θέματος μαρτυρία της ΜΥ.3 και των εναγομένων γίνεται αποδεκτή. Όπως γίνεται αποδεκτό και το μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ.3 ότι από το Δεκέμβριο του 2005 μέχρι τον Ιούνιο του 2006, η ΜΕ.3 το πολύ να πήγαινε 2 φορές το μήνα για να δει τα παιδιά της, κάτι που ήδη κρίθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ.
- Κατά συνέπεια η μαρτυρία της ΜΥ.3 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Πλείστα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας των εναγομένων δεν μπορούν, όπως και να προσεγγισθούν, να μην γίνουν αποδεκτά. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός τους ότι επισκέπτονταν συχνά την ενάγουσα η οποία τους έκαμνε και το τραπέζι έγινε τελικά αποδεκτός και από την ενάγουσα στο στάδιο της αντεξέτασης της. Λαμβανομένου δε υπόψη και της συμπαράστασης που επέδειξαν στην ενάγουσα και στις δύο περιπτώσεις που τους χρειάσθηκε, δεν μπορεί να μη γίνει αποδεκτός και ο ισχυρισμός τους ότι έτρεφαν αισθήματα αγάπης γι΄ αυτήν, κάτι που έμμεσα παραδέχτηκε και η ενάγουσα κατά την αντεξέταση της όταν σε σχετική ερώτηση είπε ότι πράγματι ο εναγόμενος 1 νοιαζόταν γι΄ αυτή. Κατά συνέπεια η αίτηση που υπόγραψε η ενάγουσα για να της δοθεί σπίτι στον προσφυγικό καταυλισμό Ορμήδειας (τεκμ.8) δεν μπορεί να εκκληφθεί «ως τέχνασμα» των εναγομένων να την απομακρύνουν από το σπίτι της, αλλά ως γνήσιο ενδιαφέρον του εναγόμενου 1 για να κατοικήσει κοντά στο σπίτι του ώστε να μπορούν να την βλέπουν πιο συχνά. Επίσης δεν μπορεί να μη γίνει αποδεκτός και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα επανειλημμένα είχε εκφράσει την επιθυμία να κληροδοτήσει το σπίτι με διαθήκη στα παιδιά του εναγόμενου 1, αφού ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώθηκε και από τη δική της μαρτυρία. Τέλος, δεν μπορεί να μη γίνει αποδεκτός και ο ισχυρισμός τους ότι η στάση της ενάγουσας έναντι τους άλλαξε τον Αύγουστο του 2006 όταν ήλθε στην Κύπρο ύστερα από πολλά χρόνια ο γιος της, ο οποίος σύμφωνα και με τη δική της μαρτυρία ενδιαφέρθηκε για το κτήμα για να κτίσει πολυκατοικία. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, αλλά και της εντύπωσης που σχημάτισα για τους εναγόμενους ενώ έδιδαν μαρτυρία, αμφότεροι κρίνονται χωρίς κανένα δισταγμό αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Ανάλογα δε είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, με την αυτονόητη κατά την άποψη μου επισήμανση ότι η αγωγή έχει προοπτικές επιτυχίας μόνο στην περίπτωση που κριθεί ότι η δωρεά ήταν προϊόν της «ψυχικής πίεσης» του άρθρου 16 του περί Συμβάσεων Νόμου, το οποίο έχει ως ακολούθως:- «16-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο - (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου έγιναν αντικείμενο εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις Χαραλάμπους κ.α. ν. Κούτα
(1997)1 Α.Α.Δ. 23, Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602, Κεφάλας κ.α. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, Δημητρίου κ.α. ν. Κωνσταντινίδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1503, Χριστοφόρου ν. Ιακώβου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33 και Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Για τους σκοπούς ωστόσο της παρούσας είναι αρκετό να παραθέσω αυτούσια τα πιο κάτω αποσπάσματα πρώτα από την υπόθεση Κεφάλας και στη συνέχεια από την υπόθεση Χριστοφόρου (ανωτέρω): « Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party". Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω). Στην Allcard v. Skinner (ανωτέρω) ο Cotton L.J. προσέγγισε το θέμα με τον εξής τρόπο: "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the Court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justifies the Court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the Court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις· ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others [1970] 2 All E.R.
- Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ' αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε.» ........................ « Η εφαρμογή του δόγματος του αθέμιτου επηρεασμού, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας, σκοπό είχε να εξασφαλίσει ότι κανένας δεν θα επιτρέπεται να διατηρεί τα οφέλη του δόλου του ή της άδικης του πράξης (Chitty on Contracts, 27η Έκδοση, Τόμος 1ος, παραγρ. 7-042). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Allcard v. Skinner [1887] Ch. D. 145,
- η αντιμετώπιση αυτή δεν είναι περιορισμός που τίθεται στο δωρητή, αλλά εμπόδιο στη συνείδηση του αποδέκτη της δωρεάς, το οποίο βασίζεται στο δημόσιο συμφέρον και στην ορθή συμπεριφορά. Όταν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η δωρεά ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού που ασκήθηκε άμεσα από το δωρεοδόχο για το σκοπό αυτό ή όπου οι σχέσεις μεταξύ του δωρητή και του δωρεοδόχου κατά το χρόνο της δωρεάς ή λίγο πριν από αυτή, είναι τέτοιες που να δημιουργούν τεκμήριο ότι ο δωρεοδόχος έχει επηρεάσει το δωρητή, το δικαστήριο ακυρώνει τη δωρεά. Για να είναι έγκυρη θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η δωρεά συνιστούσε αυθόρμητη πράξη του δωρητή, ο οποίος ενεργούσε υπό περιστάσεις που τον καθιστούσαν ικανό να εκδηλώσει ανεξάρτητη βούληση και μόνο αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η δωρεά ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του δωρητή (κατά το Λόρδο Cotton L.J.. στην υπόθεση Allcard v. Skinner, ανωτέρω).» Στην υπόθεση που εδώ εξετάζεται είναι φανερό ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε ειδική σχέση, αφενός λόγω της συγγένειας εξ αίματος μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 2 και αφετέρου λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 και τα παιδιά του ήταν τα μόνα πρόσωπα που επεδείκνυαν έμπρακτα ενδιαφέρον και αγάπη προς την ενάγουσα. Όπως δε καταδεικνύεται από τα γεγονότα η ενάγουσα μόνο σ΄ αυτούς μπορούσε να προσβλέπει σε συμπαράσταση αν και εφόσον την χρειαζόταν, ελπίδα που δεν διαψεύσθηκε όταν πράγματι τους χρειάσθηκε. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα η υπό κρίση περίπτωση κατατάσσεται στη δεύτερη κατηγορία και κατά συνέπεια ενεργοποιείται το τεκμήριο της «ψυχικής πίεσης» του άρθρου 16
(2). Όπως δε έχει νομολογηθεί (βλ. Σ.Π. Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως, ανωτέρω) για κατάρριψη του τεκμηρίου αυτού πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο δωρητής (η ενάγουσα) ενήργησε ανεξάρτητα οποιασδήποτε επιρροής από τον δωροδόχο (την εναγόμενη 2) και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε. Εγείρεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι η δωρεά δεν ήταν προϊόν ψυχικής πίεσης. Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι σαφώς θετική και προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνω τα ακόλουθα:-
- Η ενάγουσα είχε εκφράσει επανειλημμένα την επιθυμία να κληροδοτήσει το κτήμα στα παιδιά του εναγόμενου 1 και τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 2, η οποία ήταν η μεγαλύτερη κόρη του εναγόμενου 1, είχε αναπτυχθεί μια ιδιαίτερα στενή σχέση.
- Οι ελπίδες που έτρεφε η ενάγουσα για την συμπαράσταση που θα της παράσχαν οι εναγόμενοι στην περίπτωση που θα τους χρειαζόταν δεν διαψεύσθηκαν. Ήταν τα μόνα πρόσωπα που όταν υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο της συμπαραστάθηκαν έμπρακτα και κατά την άποψη μου ήταν φυσικό τότε να επισπεύσει την υλοποίηση της επιθυμίας της να κληροδοτήσει το κτήμα με διαθήκη στα παιδιά του εναγόμενου 1, τα μόνα δηλαδή πρόσωπα που θεωρούσε δικά της αφού τα παιδιά της ήταν ουσιαστικά απόντα από τη ζωή της και
- Την επιθυμία της για καταρτισμό (τότε) διαθήκης την εξέφρασε στον εναγόμενο 1, ο οποίος όπως αναμενόταν την πήρε στο δικηγορικό γραφείο που είχε αναλάβει και τις δικαστικές διαδικασίες για το θέμα της κηδεμονίας των παιδιών του. Και το ερώτημα που εδώ εγείρεται είναι αν η νομική συμβουλή που της έδωσε ο δικηγόρος Ε. Πελεκάνος, να προβεί δηλαδή σε δωρεά αντί για διαθήκη, μπορεί να κριθεί ανεξάρτητη συμβουλή. Έχω την άποψη ότι ο χαρακτηρισμός μιας νομικής συμβουλής ως ανεξάρτητης ή όχι δεν ταυτίζεται με το πρόσωπο του δικηγόρου που τη δίδει, αλλά από το περιεχόμενο και το βαθμό πληρότητας της (βλ. και υπόθεση Κεφάλας, ανωτέρω). Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης ο δικηγόρος Πελεκάνος κλήθηκε να καταρτίσει διαθήκη για υλοποίηση της επιθυμίας της ενάγουσας ώστε «αποθανόντα της» το κτήμα να περιέλθει μόνο στα παιδιά του εναγόμενου 1 και με τη δήλωση ότι δεν ήθελε να πάρουν οτιδήποτε τα παιδιά της. Κάτι τέτοιο, όπως ορθά της εξήγησε ο δικηγόρος, δεν μπορούσε να διασφαλισθεί λόγω του ότι θα προσέβαλλε τη νόμιμη μοίρα των παιδιών της, τα οποία μπορούσαν να προσβάλουν τη διαθήκη. Η ενάγουσα κατά την άποψή μου κατάλαβε πλήρως αυτά που της εξήγησε ο δικηγόρος και όπως θα αναμενόταν ο δικηγόρος της έθεσε και τη δυνατότητα της δωρεάς, με την επιφύλαξη να ζει στο σπίτι εφόρου ζωής ώστε αφενός μεν να υλοποιηθεί η επιθυμία της και αφετέρου να διασφαλισθούν και τα συμφέροντα της. Και αυτό έγινε και κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η συμβουλή ήταν ανεξάρτητη, τόσο από απόψεως περιεχομένου όσο και από απόψεως πληρότητας, και το γεγονός ότι ως αποτέλεσμα της συμβουλής η ενάγουσα διαμόρφωσε την επιθυμία να προβεί στην επίδικη δωρεά επιβεβαιώνεται και από την στάση που τήρησε στο Κτηματολόγιο όταν η ΜΥ.1 της εξήγησε τη φύση της πράξης και το αντικείμενο της. Η δωρεά επομένως έγινε οικειοθελώς από την ενάγουσα χωρίς οποιαδήποτε επιρροή είτε από την εναγόμενη 2 είτε από τον πατέρα της, αλλά στη βάση της ολοκληρωμένης πληροφόρησης που έτυχε από το δικηγόρο Πελεκάνο και των εξηγήσεων που της δόθηκαν από την ΜΥ.1 όταν μετέβη στο Κτηματολόγιο για υλοποίηση της επιθυμίας της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι εναγόμενοι έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι η επίδικη δωρεά δεν έγινε υπό το κράτος ψυχικής πίεσης της ενάγουσας, αλλά έγινε προς υλοποίηση δικής της επιθυμίας και η κατάληξη αυτή προδιαγράφει και την τύχη της αγωγής που δεν είναι άλλη παρά τη απόρριψή της. Παρέμεινε το θέμα των εξόδων, το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά συνήθως ακολουθεί το αποτέλεσμα της δίκης. Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι δεν είναι ορθό και δίκαιο να επιδικασθούν έξοδα σε βάρος της ενάγουσας για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγω του οφέλους που αποκόμισε η εναγόμενη 2 από τη δωρεά και, ο δεύτερος, λόγω του ότι όπως καταδεικνύουν τα γεγονότα η αγωγή δεν ήταν προϊόν πρωτοβουλίας της ενάγουσας, αλλά της άσχημης θέσης στην οποία βρέθηκε όταν τα παιδιά της πληροφορήθηκαν τη δωρεά και έγιναν «έξω φρενών». Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται και κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Και κάτι τελευταίο. Θα ΄ταν ευχής έργο οι διάδικοι να αφήσουν πίσω τους την αντιδικία που δημιουργήθηκε λόγω της αγωγής και να επανασφίξουν τις σχέσεις τους, ώστε η μεν ενάγουσα να επανακτήσει την αγάπη και συμπαράσταση των εναγομένων, οι δε εναγόμενοι να της δείξουν και στο μέλλον ότι η δωρεά που έγινε στην εναγόμενη 2 θα ανταποδοθεί με αγάπη, στοργή και φροντίδα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο