← Κύπρος

DOROGA CJSC κ.α. ν. BANWORAD HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Aγωγής: 468/10, 28 Ιουνίου, 2011

DOROGA CJSC κ.α. ν. BANWORAD HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Aγωγής: 468/10, 28 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 468/10 Μεταξύ: 1. DOROGA CJSC 2. SEVERNIY FORPOST CJSC 3. MAXIM NIKOLAEVICH YAKOVLEV Εναγόντων και 1. BANWORAD HOLDINGS LIMITED 2. RMG HOLDING LIMITED 3. FUTUREQUEST LIMITED 4. GEORGI PETROVICH SEMENENKO Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 26.5.2010 για Ακύρωση Άδειας Επίδοσης Εκτός Δικαιοδοσίας και Παραμερισμό Επίδοσης 28 Ιουνίου, 2011. Για τον Αιτητή-Εναγόμενο 4: κ. Ν. Γεωργιάδης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες: κα Γ. Χ"Προδρόμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εταιρεία ανοικτού μετοχικού κεφαλαίου Kirovskiy Zavod (Open Joint-Stock Company Kirovskiy Zavod), η οποία στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ΟJSC KZ, είναι μεγάλη Ρωσική εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής εξοπλισμού και τρακτέρ. Οι ενάγουσες 1 και 2 είναι επενδυτικές εταιρείες, οι οποίες επενδύουν σε μετοχές και επιχειρήσεις διαφόρων Ρωσικών εταιρειών. Ο ενάγων 3 είναι Ρώσος πολίτης, ιδιοκτήτης και Γενικός Διευθυντής σειράς επιχειρήσεων στη χώρα του και μέτοχος σε αριθμό Ρωσικών εταιρειών. Οι εναγόμενες 1, 2 και 3 εταιρείες είναι εγγεγραμμένες στην Κύπρο. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενος 4 είναι Γενικός Διευθυντής και μέτοχος της OJSC KZ. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι ενάγοντες είναι μέτοχοι του 4.9% των μετοχών της OJSC KZ. Το παράπονό τους είναι ότι οι μετοχές της εταιρείας αυτής είχαν μεταβιβαστεί παράνομα και δόλια, το 2005, σε άλλες Ρωσικές εταιρείες και ακολούθως, το 2009, μέσω διαφόρων, αλληλοσυνδεδεμένων, εταιρειών και μίας πολύπλοκης διαδρομής, στις εναγόμενες 1 και 2. Προβάλλεται δε από τους ενάγοντες ως πυρήνας των ισχυρισμών τους, ότι η μεταβίβαση αυτή ήταν αποτέλεσμα συνομωσίας, της οποίας βασικός εμπνευστής υπήρξε ο Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενος 4, ο οποίος καταχράστηκε τη διευθυντική του θέση στην OJSC KZ, προκειμένου να υλοποιήσει την παράνομη και δόλια μεταβίβαση των μετοχών εντός και εκτός της Ρωσίας. Παρουσιάζεται ακόμη το πρόσωπο αυτό να ελέγχει τις εναγόμενες 1 και 2. Η εναγόμενη 3 φέρεται από τους ενάγοντες ως μητρική εταιρεία, η οποία, μέσω θυγατρικών της εταιρειών, είχε τον έλεγχο των υπό αναφορά μετοχών, προτού αυτές μεταβιβαστούν στις εναγόμενες 1 και 2. Η αξίωση των εναγόντων, όπως αποτυπώνεται μέσα από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο, έχει ως εξής: «Α. Γενικές αποζημιώσεις για συνομωσία και/ή δόλο και/ή απάτη που διέπραξαν οι Εναγόμενοι σε βάρος των Εναγόντων. Β. Ποσό εκ Ρωσικών Ρουβλίων 435,000,000 και/ή Ευρώ 10.320.449,96, ως ειδικές αποζημιώσεις για συνομωσία και/ή δόλο και/ή απάτη και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως. Γ. Νόμιμο τόκο. Δ. Δήλωση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση των μετοχών της Εταιρείας Kirovskiy Zavod (Open Joint-Stock Company Kirovskiy Zavod) (OJSC KZ) προς τους Εναγόμενους 1 και 2 είναι παράνομη και/ή άκυρη. Ε. Δήλωση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό την παράνομη μεταβίβαση των μετοχών της Εταιρείας Kirovskiy Zavod (Open Joint-Stock Company Kirovskiy Zavod) (OJSC KZ) προς τους Εναγόμενους 1 και 2. Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2 να επιστρέψουν και/ή μεταβιβάσουν τις μετοχές της Εταιρείας Kirovskiy Zavod (Open Joint-Stock Company Kirovskiy Zavod) (OJSC KZ) που παράνομα μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι τους στους αρχικούς και/ή νόμιμους και/ή πραγματικούς δικαιούχους αυτών ως ακολούθως: (α) 12.4% των μετοχών να επιστραφεί και/ή μεταβιβαστεί στην Εταιρεία OJSC TETRAMET, (β) 14.99% των μετοχών να επιστραφεί και/ή μεταβιβαστεί στην Εταιρεία CJSC ΜΖ PETROSTAL η οποία αποτελεί την πλειοψηφία κατά 96% των μετόχων του αρχικού κατόχου των μετοχών ήτοι την Εταιρεία IFK PETROSTAL-INVEST CJSC η οποία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση, (γ) 7.5% των μετοχών να επιστραφεί και/ή μεταβιβαστεί στην Εταιρεία CJSC ΡΤΖ η οποία αποτελεί την πλειοψηφία κατά 96% των μετόχων του αρχικού κατόχου των μετοχών ήτοι την Εταιρεία IFK PTZ-INVEST CJSC η οποία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως προβούν σε όλες τις διαδικασίες και/ή ενέργειες και/ή υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο με σκοπό την επιστροφή και/ή μεταβίβαση των μετοχών που περιγράφονται στην παράγραφο Στ ανωτέρω, στους αρχικούς και/ή νόμιμους και/ή πραγματικούς δικαιούχους αυτών.» Αντικείμενο της παρούσας Ενδιάμεσης Απόφασης είναι η προσβολή διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερ. 5.3.2010, με βάση τα οποία δόθηκε άδεια για σφράγιση του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου της Αγωγής και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησής του μέσω παροχής άδειας για υποκατάστατο επίδοση με παράδοσή του από υπηρεσία ταχείας διανομής εγγράφων και δεμάτων (courier) στις διευθύνσεις διαμονής και εργασίας του Αιτητή-εναγόμενου 4. Προβάλλεται μέσα από την υπό κρίση Αίτηση, και συνιστά το βασικό πυρήνα της εισήγησης του ευπαίδευτου συνήγορου για τον Αιτητή, ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να ικανοποιεί, έστω και στο ελάχιστο, την επιτακτική προϋπόθεση που θέτει η Δ.6 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, για στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως καλής βάσης αγωγής εναντίον του εναγόμενου 4. Προστίθεται περαιτέρω πως μέσα από τις σχετικές ενόρκους δηλώσεις των αντιδίκων επιβεβαιώνεται πως το ισχυριζόμενο αστικό αδίκημα της υποτιθέμενης απάτης ή δόλου εκ μέρους του εναγόμενου 4 διεπράχθη αποκλειστικά και μόνο στη Ρωσία και έτσι κινείται εκτός του δικαιοδοτικού πλαισίου των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ο κύκλος των εισηγήσεων της πλευράς του Αιτητή ολοκληρώνεται με τη θέση ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση, όταν προσήλθαν μονομερώς στο Δικαστήριο αξιώνοντας την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, παραβίασαν το καθήκον που είχαν να παρουσιαστούν με καθαρά χέρια, να ενεργήσουν με καλή πίστη και να αποκαλύψουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Ως προς το αίτημα για παραμερισμό της επίδοσης η ανάλογη εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου κινείται γύρω από τη θέση ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των θθ 7 και 8 της Δ.6. Η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση και η αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους ευθυγραμμίζονται στην παράθεση της βασικής θέσης πως μέσα από την ένορκο δήλωση στην οποία βασίστηκε το Δικαστήριο προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, καταδεικνύεται η εμπλοκή του εναγόμενου 4 και παρέχονται επαρκείς λεπτομέρειες ως προς την ανάμειξη και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που αυτός είχε στις δόλιες ενέργειες που συνιστούν τη βάση της αγωγής. Προστίθεται ακόμη ότι ο πιο πάνω εναγόμενος είναι απαραίτητος διάδικος και εναντίον του έχει στοιχειοθετηθεί, στην έκταση που στο παρόν στάδιο αυτό είναι απαραίτητο, καλό αγώγιμο δικαίωμα ένεκα της εμπλοκής του στο δόλο και ή στην απάτη. Με αυτά ως δεδομένα, ήταν η ανάλογη καταληκτική θέση της συνηγόρου ότι οι προϋποθέσεις της Δ.26 θ.4 έχουν καλυφθεί με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία. Ως προς το ζήτημα δε της ορθότητας της υποκατάστατης επίδοσης, η θέση της συνηγόρου δεν άγγιξε την ουσία. Περιορίστηκε στην αναφορά πως η επίδοση ελληνικού κειμένου, αντί ρωσικού, είναι θεραπεύσιμη παρατυπία με βάση τη νέα Δ.64. Η Δ.6 θ.1(
  2. h)είναι αντίστοιχη με την παλαιά Αγγλική Ο.11, r.1(g). Η απόφαση Tyne Improvement Commissioners v. Armement Anversois Societe Anonyme. The Bravo.

(1949)1 Αll E.R. 294 διαπραγματεύεται, μεταξύ άλλων, την εμβέλεια και το σκοπό που ο πιο πάνω Αγγλικός θεσμός καλύπτει. Αναφέρονται τα εξής στη σελ. 298: "Primarily the jurisdiction of the courts in this country is territorial in the sense that the contract or tort sued on must have some connection with this country or the defendant must be served here. To this principle R.S.C., Ord.11 r.1(g) is an exception and enables foreigners domiciled abroad to be impleaded in this country, provided an action is properly brought against someone duly served within the jurisdiction and the party outside the jurisdiction is a necessary or proper party to that action. The rule is not only an exception to, but also an enlargement of, the ordinary jurisdiction of the court and should not, in my opinion, be given an unduly extended meaning. The observation of FARWELL, LJ (
(1908)P.201) in The Hagen
(1)and of Lord SUMNER (
(1916)2 A.C. 304) in John Russell & Co., Ltd. v. CAZER, Irvine& Co., Ltd.
(2)(both coded by SCOTT, LJ) point out the care which should be taken before the jurisdiction in exercised. No doubt, it is in some circumstances desirable that persons not usually subject to the jurisdiction should be brought before our courts in order that a case maybe fairly and fully disposed of, but the right to at the foreigner should be sparingly used." Στην υπόθεση Philippos Philippou v. Maria Philippou and others
(1986)1 CLR 689, 700-1, λέχθησαν τα εξής σχετικά: "The court can exercise jurisdiction only when the writ or summons is served on the defendant within the jurisdiction or by the "assumed" jurisdiction which gave the Courts a discretionary circumscribed power to summon absent defendants whether Cypriots or foreign. The service of the writ or summons was something equivalent thereto. The summons is essential as the foundation of the Court's jurisdiction. When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him. Jurisdiction, according to the English Law and the system of law obtaining in this country, is based on the act of personal service. It is far otherwise in other systems where service is in no sense a foundation of jurisdiction, but merely a sine qua non before effective action is allowed. Now service being the foundation of jurisdiction, it follows that that service naturally and normally would be service within the jurisdiction. But there is an exception to this normal rule, and that is service out of the jurisdiction. This, however, is not allowed as a right but is granted in the discretion of the Judge as a privilege, and the rule in question here prescribes the limits within which that discretion should be exercised - (See Johnson v. Taylor Bros. and Company Ltd., [1920] A.C. 144). Service within the jurisdiction is governed by O.5 of the Rules. Service out of the jurisdiction is provided for in O.6 which is cast in identical terms as the old English O.11
(1). This Order confers upon the Court a new power whereby it is enabled to exercise jurisdiction in particular cases which seem to it to fall within the spirit as well as the letter of the various classes of case provided for. This is not service of a writ as a right; It may only be "allowed"; It is discretionary. The controlling words of r.1 are "service . may be allowed by the Court or a Judge", and then follow categories (a) - (h)." Η πιο πάνω απόφαση Philippou υιοθετήθηκε από τη μεταγενέστερη Σταύρος Φραγκέσκου κ.ά. v. Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765, όπου επαναλήφθηκε ότι η Δ.6 δεν συνεπάγεται ένα απλό θέμα διαδικασίας, αλλά επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Τονίστηκε επίσης ότι υποκατάστατη επίδοση εντός δικαιοδοσίας δεν είναι δυνατή εάν κατά το χρόνο της έκδοσης του Κλητηρίου δεν μπορούσε κατά το νόμο να επιτευχθεί έγκυρη προσωπική επίδοση γιατί ο εναγόμενος δεν βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, τέλος, ότι μόνο μετά την εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ένας διάδικος που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να υποβληθεί στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων μας. Είναι νομολογιακά τεκμηριωμένη η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου για τον Αιτητή, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της Αίτησης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Δεν φτάνει η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, η δε απλή, γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν είναι ανεπαρκής. Η απόδειξη των απαραίτητων αυτών προϋποθέσεων απαιτεί μαρτυρία που να καταδεικνύει τη συνδρομή τους (Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto Spa
(2000)1 AAΔ 447, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 597). Η υποβολή όμως του κ. Γεωργιάδη ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν εντοπίζεται τέτοια μαρτυρία, είναι, με όλο το σεβασμό, αβάσιμη. Η θέση του συνηγόρου στηρίχθηκε στην εισήγησή του πως η ενόρκως δηλούσα, στην Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας παραπέμπει σε αναφορές άλλης ένορκης δήλωσης, αυτής που συνόδευε προηγούμενη αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, χωρίς να την υιοθετεί και να την επισυνάπτει ως τεκμήριο στη δική της ένορκο δήλωση. Κατά συνέπεια, ήταν η προέκταση των θέσεών του, τα γεγονότα της προγενέστερης ένορκης δήλωσης δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της αίτησης των εναγόντων ημερ. 4.3.2010 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατο επίδοση. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η πιο πάνω προσέγγιση. Η Δ.6, θ.4 επιτρέπει την εισαγωγή, πέραν της ενόρκου δηλώσεως, και άλλης μαρτυρίας που να ικανοποιεί το Δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση η παραπομπή σε ένορκο δήλωση άλλου προσώπου, το περιεχόμενο της οποίας βρίσκεται ήδη στο φάκελο του Δικαστηρίου, ήταν απόλυτα επιτρεπτή. Μέσα δε από το σύνολο της μαρτυρίας, εύκολα εντοπίζεται ότι ο εναγόμενος 4 είναι αναγκαίος διάδικος στη διαδικασία ως το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται ο σχεδιασμός, η διοργάνωση και εκτέλεση των παράνομων μεταβιβάσεων μετοχών. Η καταγραφή δε σχετικών αποφάσεων Ρωσικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες ο εναγόμενος αυτός χαρακτηρίστηκε ως ο ηθικός αυτουργός και το πρόσωπο που έδιδε τις εντολές σε σχέση με τη δόλια μεταβίβαση των μετοχών της OJSC KZ , επιβεβαίωνε ότι τα αναφερόμενα στις ενόρκους δηλώσεις δεν ήταν απλά και μόνο έκφραση γνώμης ή απλή, συμπερασματική αναφορά περί συνδρομής των προϋποθέσεων. Περαιτέρω, η εμπλοκή που αποδίδεται στις εναγόμενες 1-3, Κυπριακές εταιρείες, στις δόλιες ενέργειες, ήταν αρκετή για να τεκμηριώσει, στο βαθμό που απαιτείτο, ότι ο ισχυριζόμενος δόλος διεπράχθη, τουλάχιστο εν μέρει, και στην Κύπρο. Στην πιο πάνω βάση λοιπόν, το αίτημα για ακύρωση της άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας είναι έκθετο σε απόρριψη. Καθότι, όπως επεξηγήθηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου είχαν τότε τεκμηριωθεί οι προϋποθέσεις που προνοεί η Δ.6, με βάση τα γεγονότα όπως είχαν μονομερώς τεθεί κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος. Αναφύεται όμως προς εξέταση σοβαρότερο ζήτημα. Περιστρέφεται γύρω από το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους των εναγόντων κατά το χρόνο εξασφάλισης μονομερώς του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Εδράζεται η ανάλογη θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για τον Αιτητή στο γεγονός ότι το Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, κατέληξε, στην ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 29.4.2010, ότι οι ενάγοντες, τότε Αιτητές, απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης. Η απόκρυψη συσχετιζόταν άμεσα με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνόδευε την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Της ίδιας δηλαδή ένορκης δήλωσης που αποτέλεσε και το υπόβαθρο στήριξης της αίτησης για έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Zachariades (ανωτέρω), όπου λέχθηκε πως η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar (ανωτέρω), στις σελ. 601-602: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba Altobeiqui v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and Others,
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030. Στη Zachariades v. Liveras and Others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Ζachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co., [1939] 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και Άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 219 και Sons of Afif Yamount v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 490, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamount (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria [1984] 1 All E.R. 1126 (CA). The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe [1988] 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι v. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Ας σημειωθεί ότι στην πιο πάνω απόφαση η παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε δικαστήριο του Ισραήλ, έστω κι αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα αυτό να ακυρωθεί. Κρίνεται απαραίτητη, παρά την έκτασή της, η παράθεση της κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της απόκρυψης, όπως αποτυπώθηκε στην ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 29.4.2010, προκειμένου να γίνει κατανοητή και η τελική κρίση του σε σχέση με την υπό εκδίκαση Αίτηση: «Είναι επιβεβλημένη η αναφορά στα περιστατικά της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι Αιτητές κάλυψαν το καθήκον που έχουν για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν την ουσιαστική οριοθέτηση της έκτασης του καθήκοντος αυτού. Η όλη υπόθεση των εναγόντων-Αιτητών, όπως αποτυπώνεται στις δικογραφημένες τους θέσεις, περιστρέφεται γύρω από ισχυριζόμενη συνομωσία για παράνομη και δόλια μεταβίβαση των μετοχών της OJSC KZ. Το παράνομο της μεταβίβασης καλείται το Δικαστήριο να το κρίνει με βάση τη Ρωσική νομοθεσία. Αυτή ήταν η γραμμή πλεύσης των Αιτητών, όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση. Τίθεται συγκεκριμένα, στην παράγρ. 15 της πιο πάνω ενόρκου δηλώσεως: «..το παράνομο της μεταβίβασης των Μετοχών πρέπει να αποδειχθεί βάσει της ρωσικής νομοθεσίας και σε σχέση με αυτό η θέση των Αιτητών είναι τεκμηριωμένη, κάτι το οποίο υποστηρίζεται από την Νομικής Γνωμάτευσης σε θέματα εφαρμογής της ρωσικής νομοθεσίας στις συναλλαγές μεταβίβασης των Μετοχών στην Κύπρο (Τεκμήριο 2)». Στη δε παράγρ. 49: «Η απαίτηση των Αιτητών όπως η μεταβίβαση των Μετοχών στις εταιρείες Banworad και RMG κριθεί παράνομη στηρίζεται στις πρόνοιες της ρωσικής νομοθεσίας, λεπτομέρειες των οποίων παρουσιάζονται στη νομική έκθεση του γραφείου της Αγίας Πετρούπολης της εταιρείας DLA Piper Russia Limited στο Τεκμήριο 2». Τίθεται λοιπόν ως ουσιαστική παράμετρος κορυφαίας σημασίας η νομική αντίκριση της υπόθεσης υπό το πρίσμα των Ρωσικών νομικών δεδομένων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι οι Αιτητές, μέσα από την ένορκο δήλωσή τους, κατ΄ επανάλειψη επικαλέστηκαν δικαστικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα στη Ρωσία και επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στο αποτέλεσμα συγκεκριμένης απόφασης, ημερ. 11.11.2009, αφήνοντας ξεκάθαρα την εικόνα ότι στη Ρωσία κρίθηκε ήδη το παράνομο της μεταβίβασης των μετοχών κατ΄ εφαρμογή των νόμων της χώρας αυτής. Τα πιο πάνω δεδομένα, αντικριζόμενα υπό το πρίσμα της όλης υφής της υπόθεσης, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο καθίσταται το παράνομο και δόλιο της μεταβίβασης των μετοχών, οδηγούν αναπόδραστα στην κατάληξη ότι οι αναφορές στη Ρωσική νομοθεσία, και ακόμη περισσότερο το αποτέλεσμα οποιωνδήποτε δικαστικών διαδικασιών που έλαβαν χώρα στη Ρωσία, και οι οποίες αφορούσαν το νόμιμο ή μη της μεταβίβασης των μετοχών, συνιστούσαν ουσιαστικά γεγονότα. Οι Αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προς υποστήριξη των θέσεών τους, την απόφαση του Νοεμβρίου του
  2. Προκειμένου δε να δώσουν περαιτέρω επίρρωση στη βασική προσέγγισή τους ότι οι μεταβιβάσεις των μετοχών καλύπτονται από παρανομία, επικαλέστηκαν και νομική γνωμάτευση, το Τεκμ.
  3. Γνωμάτευση η οποία στηρίχθηκε και στο σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης. Παραμένει χωρίς αμφισβήτηση ότι το σύστημα των Δικαστηρίων Διαιτησίας στη Ρωσική Ομοσπονδία έχει τέσσερα επίπεδα: (α) Το Δικαστήριο Διαιτησίας. (β) το Εφετικό Δικαστήριο Διαιτησίας, (γ) το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διαιτησίας μιας περιοχής, και (δ) το Ανώτερο Δικαστήριο Διαιτησίας. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διαιτησίας είναι το τρίτο επίπεδο και προσφυγή στο τελευταίο επίπεδο, Ανώτερο Δικαστήριο Διαιτησίας, γίνεται αποδεκτή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Προτού εξεταστεί μονομερώς η υπό κρίση Αίτηση, πέραν της απόφασης του Νοεμβρίου του 2009, είχε εκδοθεί από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διαιτησίας, στις 15.1.2010, άλλη απόφαση, στην οποία εμπλεκόμενοι ήταν οι Αιτητές 1 και 2, οι οποίοι αξίωναν και ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων ότι οι μεταβιβάσεις των επίδικων μετοχών θα έπρεπε να ακυρωθούν για τους ίδιους λόγους που επικαλούνται και σήμερα. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, στην απόφασή του, Τεκμ. 2 επί της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 3, 4, απέρριψε τις αξιώσεις των Αιτητών ερμηνεύοντας εις βάρος τους τις σχετικές διατάξεις του Ρωσικού νόμου. Παρούσα κατά τη διαδικασία αυτή, εκ μέρους των Αιτητών, ήταν και η ενόρκως δηλούσα Τατιάνα Καρατσέβτσεβα. Παρά τη σημασία της απόφασης αυτής, τίποτε σχετικό δεν καταγράφεται στην ένορκο δήλωση επί της οποίας στηρίχθηκαν οι Αιτητές για εξασφάλιση μονομερώς του διατάγματος. Οι αόριστες αναφορές περί ύπαρξης διαφόρων δικαστικών διαδικασιών στη Ρωσία, δεν είναι αρκετές. Με τον τρόπο που επέλεξαν οι Αιτητές να διατυπώσουν τις θέσεις τους σχετικά με αυτό το ζήτημα, προβάλλει ξεκάθαρα η έλλειψη ειλικρινούς διάθεσής τους και η παράλειψη έκφρασης με ανάλογο καθαρό λόγο όταν παρέθεταν μονομερώς τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παράλειψη, συνεπώς, παράθεσης, ως ήταν καθήκον τους (Α. Εργατίδης v. G. Georgalletos Enterprises Ltd κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 995), με την απαραίτητη διαύγεια, όλων των σχετικών γεγονότων που κάλυπταν τις ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων διαδικασίες, οδηγούσε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Καθότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να γνωρίζει, όταν εξέταζε μονομερώς το αίτημα, το πλήρες φάσμα των σχέσεων των διαδίκων και όλων των δικαστικών διαδικασιών οι οποίες ήταν σχετικές με τις μεταξύ τους διαφορές, ούτως ώστε να αξιολογήσει τις ορθές τους διαστάσεις υπό το φως των αρχών άσκησης της εξουσίας του για έκδοση ή μη διατάγματος. Συνιστά αξίωμα του δικαίου που διέπει την έκδοση διαταγμάτων ότι αιτητής ο οποίος μονομερώς απευθύνεται στο Δικαστήριο, βρίσκεται κάτω από το καθήκον να αποκαλύψει πλήρως όλα τα ουσιαστικά γεγονότα, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία αναμένεται να προβάλει η άλλη πλευρά. Τίθεται ως εξής, νομολογιακά, το ζήτημα στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Lloyds Bowmaker Ltd v. Brittania Arrow Holdins plc
(1988)3 All ER 178: "An applicant who applies ex parte for a Mareva injunction is under a duty to the court to make the fullest disclosure of all material facts, including any defence he has reason to anticipate may be advanced. If he does not comply with that duty he will normally be deprived of the benefits of the order without consideration of the merits and irrespective of whether the non-disclosure was innocent or deliberate or whether he would have obtained the order if he had made full disclosure". Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 5th Edition, στις σελ. 240-241, αναφέρονται τα εξής, σε σχέση με το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης: "Therefore, the applicant is permitted to apply without notice only on the basis that he has complied with this duty, which has been described as being governed by the same principles which require an applicant for insurance to act in the utmost degree of good faith. The duty extends to placing before the court all matters which are relevant to the court's assessment of the application, and it is no answer to a complaint of non-disclosure that if the relevant matters had been placed before the court, the decision would have been the same. The test as to materiality is an objective one, and it is not for the applicant or his advisers to decide the question; hence it is no excuse for the applicant subsequently to say that he was genuinely unaware, or did not believe, that the facts were relevant or important. All matters which are relevant to the "weighing operation" that the court has to make in deciding whether or not to grant the order must be disclosed. This includes disclosure to the court of matters which are or may be adverse to the applicant. .. The applicant has a duty to make sure as far as he can that the full story is before the court; this includes asking witnesses to produce all the relevant documents which they have, so as to ensure that the court is not misled. It has been held that even if the applicant has forgotten the matters in question, nevertheless this does not justify failure to disclose them". Όπως έχει προαναφερθεί, οι Αιτητές γνώριζαν, στις 21.1.2010, όταν μονομερώς προσήλθαν στο Δικαστήριο, την απόφαση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Διαιτησίας. Είχαν βασική υποχρέωση να την αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και γιατί το Κυπριακό Δικαστήριο θα έπρεπε να ακολουθήσει την προσέγγισή τους ως προς την ερμηνεία που έδιναν στο Ρωσικό νόμο, παραβλέποντας την αυθεντική ερμηνεία και την όλη προσέγγιση του Ομόσπονδου Διαιτητικού Δικαστηρίου - ενός Δικαστηρίου τρίτου επιπέδου - επί θεμάτων άμεσα σχετικών με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η αποστασιοποίηση των Αιτητών από το επίπεδο της ύψιστης καλής πίστης, που απαιτείται σε διαδικασίες μονομερών αιτήσεων, δεν εξαντλήθηκε στα πιο πάνω. Επεκτάθηκε σε όλη την πορεία της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Συγκεκριμένα: Ενώ οι Αιτητές προχώρησαν σε καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου, απέφυγαν την οποιαδήποτε ουσιαστική αναφορά στην ύπαρξη της πιο πάνω απόφασης και στην κατάθεση της δικής τους θέσης προς αντίκρουση των όσων οι Καθ΄ ων η Αίτηση παρέθεσαν. Και όχι μόνο αυτό. Λίγο μετά την προσφυγή τους μονομερώς στο παρόν Δικαστήριο, Ρωσικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διαιτησίας (Τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 3, 4), παραμέρισε, στις 19.2.2010, την απόφαση του Νοεμβρίου του 2009, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτέλεσε βασικό πυλώνα στήριξης των θέσεων των Αιτητών προς εξασφάλιση του υπό κρίση διατάγματος. Παρά ταύτα, καμία αναφορά γίνεται στο ζήτημα αυτό στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση των Αιτητών. Το καθήκον αιτητή ο οποίος ζητά μονομερώς θεραπεία να ενεργεί με καλή πίστη προς το Δικαστήριο δεν εξαντλείται στο στάδιο και στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions (ανωτέρω), στις σελ. 257-258, υπό τον τίτλο "Effect of new developments after the ex parte application, including fresh information", αναφέρονται τα ακόλουθα: "Thus, when the court grants ex parte relief of this nature, it is in effect entrusting the applicant with its order, at least for the period immediately following the application, on the basis that the applicant will be using the order to forward the interests of justice. It is not for the applicant to act as judge in his own cause and decide what effect, if any, new developments are to have on the ex parte relief. Thus the general principle on the ex parte application is that an applicant may not select the material to be placed before the court. This applies with equal force in relation to new developments in the case, at least while the defendant is under a continuing disability in relation to protecting his own interests". Στην υπόθεση Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ V Black Sea Shipping Co και άλλων,
(1996)1 ΑΑΔ 625, 628, οι ενάγοντες εξασφάλισαν, εκκρεμούσης της αγωγής, παρεμπίπτον διάταγμα απαγορεύον εξαγωγή εμπορευματοκιβωτίου. Σε μεταγενέστερο στάδιο το διάταγμα ακυρώθηκε καθότι διαπιστώθηκε ότι εξασφαλίστηκε σε ανύπαρκτη βάση. Λέχθηκαν τα εξής σχετικά από τον Κωνσταντινίδη, Δ.: "θα ανέμενα πως οι ενάγοντες μαζί με την απολογία τους για την καλόπιστη έστω παραπλάνηση του Δικαστηρίου [στην παρούσα υπόθεση η παραπλάνηση του Δικαστηρίου κάθε άλλο παρά καλόπιστη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί] θα ζητούσαν οι ίδιοι την ακύρωση του διατάγματος. Δε νομίζω όμως πως το Δικαστήριο είναι ανίσχυρο μπροστά στην απροθυμία των εναγόντων να προβούν στο αυτονόητο και πως είναι υποχρεωμένο να παρακολουθήσει απαθές τις εξελίξεις που θα προμήνυε η διατήρηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο έχει εξουσία εκ του Νόμου (βλ. Άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)και συναφώς τον Καν. 211 των Κανονισμών Ναυτοδικείου) ή συμφυή προς ακύρωση του διατάγματος και, κάτω από τις περιστάσεις, οφείλει να ακυρώσει το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε σ' αυτό το στάδιο. Αποκαλύπτεται θεμελιακός λόγος για την ακύρωση του ενώ ταυτόχρονα μόνο με την άμεση ακύρωση του διατάγματος θα διαφυλασσόταν το κύρος του Δικαστηρίου και η αξιοπιστία της δικαστικής διαδικασίας." Στην παρούσα περίπτωση το εξεταζόμενο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 25.1.
  1. Ως αποτέλεσμα δε καθυστέρησης στην επίδοσή του, εξασφάλισης διαταγμάτων για εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, αλλά και της ίδιας της πολυπλοκότητας των επίδικων θεμάτων, η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση καταχωρήθηκε το Μάρτιο του
  2. Εν τω μεταξύ, σημαντικά γεγονότα, που αφορούσαν τις δικαστικές διαδικασίες που λάμβαναν χώρα στη Ρωσική Ομοσπονδία, είχαν διαφοροποιηθεί, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στα προηγούμενα στάδια της απόφασης. Ήταν γεγονότα και διαδικασίες επί των οποίων, όπως επεξηγήθηκε, στηρίχθηκαν σε ουσιαστικό βαθμό οι Αιτητές, προκειμένου να εξασφαλίσουν μονομερώς προς όφελός τους διάταγμα. Είχαν, συνεπώς. υποχρέωση, πολύ περισσότερο λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας της αντίδικης πλευράς να ενεργήσει εγκαίρως και να προστατεύσει τα δικαιώματά της, να ενημερώσουν το Δικαστήριο σχετικά. Απέφυγαν όμως να το πράξουν, παραβιάζοντας ταυτόχρονα το καθήκον τους για επίδειξη καλής πίστης και εντιμότητας. Η επίδικη λοιπόν διαφορά και τα όσα κάλυπταν τις επικαλούμενες συνθήκες δόλιας και παράνομης μεταβίβασης των μετοχών της OJSC KZ, διαδραμάτιζαν τον κεντρικό πυρήνα των ουσιαστικών για την υπόθεση γεγονότων. Οι παράμετροι που τα πλαισίωναν, θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να τεθούν κατά τρόπο ξεκάθαρο και δίκαιο ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της μονομερούς εξέτασης της Αίτησης. Επικαλέστηκαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση ότι αυτό δεν έγινε. Ορθά, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί στα προηγούμενα στάδια της ενδιάμεσης απόφασης. Η δε βάση στήριξης των αντίθετων προσεγγίσεων της ευπαίδευτου συνήγορου για τους Αιτητές, αντιβαίνει, για τους λόγους που ήδη αποτυπώθηκαν, τις θεμελιώδεις αρχές που καλύπτουν Αιτήσεις αυτής της μορφής. Με τα όσα καταγράφονται δεν εξετάζεται βεβαίως σε αυτό το στάδιο η ουσία της υπόθεσης, το κατά πόσο δηλαδή και κάτω από ποιες προϋποθέσεις εντοπίζεται παρανομία ή δόλος στη μεταβίβαση των επίδικων μετοχών. Ούτε το Δικαστήριο υπεισέρχεται, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, στην ουσία της μεταξύ των μερών διαφοράς. Οι αναφορές έγιναν προκειμένου να καταδειχθεί το ουσιαστικό των γεγονότων, τα οποία δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα των δεδομένων της υπόθεσης. Η υποχρέωση, συνοπτικά, που είχε η πλευρά των Αιτητών να θέσει το όλο φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο προσφυγής της μονομερώς, για να αξιολογηθεί η σημασία τους και να σταθμιστεί η επίδρασή τους στην κρίση για έκδοση ή μη, στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι, ως απόρροια των ανωτέρω, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Γεγονότα τα οποία γνώριζαν ή, το ελάχιστο, θα μπορούσαν να εξακριβώσουν με απλή εύλογη έρευνα. Η μη αποκάλυψή τους στέρησε το Δικαστήριο από τη δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης της υπόθεσης τους, κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και των αρχών που διέπουν το ζήτημα έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων. Περαιτέρω, η όλη συμπεριφορά των Αιτητών δεν συνάδει, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν, με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Ως αποτέλεσμα της εκτροπής αυτής η απόρριψη της Αίτησης και η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος είναι αναπόφευκτη.» Υπενθυμίζοντας ότι το αίτημα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στοιχειοθετήθηκε υπό το φως των γεγονότων τα οποία είχαν τότε μονομερώς τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ουσιαστικά στα όσα η ένορκος δήλωση που συνόδευε το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων διελάμβανε, εύκολα γίνεται αντιληπτό πως η εντοπισθείσα απόκρυψη πλήττει ανεπανόρθωτα και το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Καθότι εκδόθηκε χωρίς να αποκαλυφθούν όλα τα ουσιώδη γεγονότα, μεταξύ των οποίων και δεδομένα άμεσα σχετικά με τη θεμελίωση βασικών προϋποθέσεων έκδοσής του, όπως, για παράδειγμα, η ερμηνεία της Ρωσικής νομοθεσίας σχετικά με την έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των εναγομένων. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου καθιστά βεβαίως άνευ αντικειμένου την εξέταση του ζητήματος της ακύρωσης της μετέπειτα επίδοσης. Καταληκτικά, το διάταγμα ημερομ. 5.3.2010, για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, και το συνακόλουθο για υποκατάστατη επίδοση, ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται προς όφελος του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ............ Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.