← Κύπρος

Σε πτώχευση: Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου, Αιτ. Αρ. 599/09, 29  Ιουνίου, 2011

Σε πτώχευση: Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου, Αιτ. Αρ. 599/09, 29 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A281 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: M. Xριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αιτ. Αρ. 599/09 Σε πτώχευση: Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου, από Λευκωσία Αίτηση υπό ΑLPHA BANK CYPRUS LTD, από Λευκωσία ........ Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κα Γ. Ζαχαρίου Για καθ΄ ου η αίτηση: κ. Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια (στο εξής η Τράπεζα) επιδιώκει την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Χριστάκη Γεωργίου Θεοδώρου (στο εξής ο Χρεώστης), αίτημα που συνοδεύεται από μακρύ ιστορικό το οποίο θα ΄ταν χρήσιμο να προταχθεί ως διαφωτιστικό πτυχών της υπόθεσης. Κυρίως σ΄ ότι αφορά την εκκρεμοδικία της αίτησης για τόσο χρόνο. Ο Χρεώστης ήταν μαζί με δύο άλλα πρόσωπα εναγόμενος στην αγωγή 3964/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, το οποίο στις 19.12.06 τους καταδίκασε στην απουσία τους - ομού και/ή κεχωρισμένως - να καταβάλουν στην Τράπεζα το ποσό των Λ.Κ.317.820,14 (€543.027,78), πλέον Λ.Κ.5.313 (€9.077,80) συν ΦΠΑ δικηγορικά έξοδα και με τόκο 8% ετησίως από 16.9.01. Δύο

(2)περίπου μήνες μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης (στο εξής η Απόφαση), στις 15.2.07, οι εναγόμενοι απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο για παράταση του χρόνου καταχώρισης αίτησης παραμερισμού, αίτημα που απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 4.5.07. Στο μεταξύ όμως η Τράπεζα προχώρησε σε εγγραφή της Απόφασης σε δύο κτήματα του Χρεώστη - πρόκειται για τα Μέμο EB 1035 και 302/07 ημερ. 8.3 και 19.4.07 - αλλά σε κανένα διάβημα για πώληση τους δεν προέβη. Αντ΄ αυτού επέλεξε την πτωχευτική διαδικασία, επιδίδοντας στο Χρεώστη την Ειδοποίηση Πτώχευσης 1159/09 (στο εξής η Ειδοποίηση) και ακολούθως καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση πτώχευσης (στο εξής η Αίτηση). Η Αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση και τελικά ορίσθηκε για ακρόαση στις 2.11.09, ημέρα κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Χρεώστη λόγω μη εμφάνισης τόσο του ίδιου όσο και του δικηγόρου του. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι για έκδοση (τότε) του διατάγματος το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τον ισχυρισμό που ρητά διατύπωνε η Τράπεζα στην Αίτηση ότι καμιά εξασφάλιση δεν είχε επί της περιουσίας του Χρεώστη, ισχυρισμό που διαφοροποίησε με τη μαρτυρία της υπαλλήλου της ότι ναι μεν είχε καταθέσει τα αναφερθέντα δύο Μέμο, αλλά αυτά δεν της παρείχαν ουσιαστικά οποιαδήποτε εξασφάλιση λόγω του ότι τα δύο κτήματα του Χρεώστη ήταν επιβεβαρυμμένα με Μέμο και Υποθήκες που προηγούνταν κατά πολύ της οφειλής. Δύο
(2)ημέρες μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής ο Χρεώστης αντέδρασε με δύο
(2)αιτήσεις. Μιας δια κλήσεως για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής και μιας για προσωρινή αναστολή του μέχρι την εκδίκαση της αίτησης δια κλήσεως. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε τη μονομερή αίτηση έκρινε ορθό να εκδώσει προσωρινό διάταγμα με το οποίο ανέστελλε την εκτέλεση του διατάγματος παραλαβής μέχρι 11.11.09, το οποίο τελικά ακύρωσε με ενδιάμεση του απόφαση ημερ. 10.2.
  1. Παρέμεινε επομένως η αίτηση παραμερισμού του διατάγματος, η οποία προσέκρουσε σε ένσταση και η οποία αναβλήθηκε μερικές φορές λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο δικηγόρος του Χρεώστη. Όμως, ακόμη και όταν τα προβλήματα υγείας εξέλειπαν, η διαδικασία επιβαρύνθηκε με νέα αίτηση του Χρεώστη ημερ. 17.6.10 για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 25.10.
  2. Τελικά η αίτηση παραμερισμού του διατάγματος παραλαβής εκδικάσθηκε στις 26.11.10 και έγινε αποδεκτή με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 25.2.11, στη βάση αφενός μεν ότι δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την απουσία του Χρεώστη και του δικηγόρου του την ημέρα της δίκης και, αφετέρου, με ό,τι έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου είχε καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση σε σχέση με την αξία των εξασφαλίσεων της Τράπεζας. Σχετικά, με επίκληση την υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεων Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1762, εκδόθηκε και διάταγμα με το οποίο διδόταν στην Τράπεζα η δυνατότητα να τροποποιήσει μέσα σε 15 ημέρες την Αίτηση ώστε να περιλάβει και τις εξασφαλίσεις που είχε. Πράγματι η Τράπεζα προχώρησε στις 10.3.11 σε κατάθεση τροποποιημένης Αίτησης, στην οποία αναφέρει ότι η μόνη ασφάλεια επί της περιουσίας του Χρεώστη που είχε ήταν τα Μέμο ΕΒ 1035/97 και 302/
  1. Κατά τα άλλα επαναλάμβανε ότι ο Χρεώστης (α) κατά το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων έξι μηνών πριν την καταχώριση της αίτησης διέμενε στη Λευκωσία, (β) εξακολουθούσε να της οφείλει τα ποσά της Απόφασης και (γ) ότι διέπραξε πράξη πτώχευσης λόγω του ότι δεν συμμορφώθηκε στις απαιτήσεις της Ειδοποίησης η οποία του επιδόθηκε στις 23.6.
  2. Ο Χρεώστης ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στη βάση δεκαέξι
(16)λόγων ένστασης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τέσσερις
(4)άξονες. Ο πρώτος, ότι η Αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπες και δικονομικά και ουσιαστικά άκυρες, ο δεύτερος, ότι εσκεμμένα και κατά παράβαση προνοιών του περί Πτωχεύσεως Νόμου η Τράπεζα δεν αναφέρει την αξία των εξασφαλίσεων που έχει, ο τρίτος, ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική και, ο τέταρτος, ότι δεν του επιδόθηκε έγκυρη Ειδοποίηση και κατά συνέπεια δεν διέπραξε πράξη πτώχευσης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χρεώστη, στην οποία αναπτύσσει τους λόγους ένστασης διατυπώνοντας ουσιαστικά τους πιο κάτω ισχυρισμούς. 1. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 9.7.09, αλλά η συνοδευτική ένορκη δήλωση υπεγράφη τρεις
(3)ημέρες προηγουμένως ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λάρνακας από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τα γεγονότα. Κατά συνέπεια, όπως πληροφορείται από το δικηγόρο του, είναι άκυρη και ανυπόστατη.
  1. Με την κατάθεση των δύο Μέμο η Τράπεζα είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, αφού η αξία των επιβαρυνθέντων κτημάτων υπερβαίνει τα €2.000.000 και σκόπιμα η Τράπεζα δεν την αναφέρει κατά παράβαση ρητής πρόνοιας του περί Πτωχεύσεως Νόμου.
  2. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και καταπιεστικό μέτρο εναντίον του για δύο λόγους. Ο πρώτος, γιατί η Τράπεζα γνωρίζει πολύ καλά την οικονομική του κατάσταση στη βάση της οποίας δεν συντρέχει λόγος για έκδοση διατάγματος παραλαβής και, ο δεύτερος, γιατί είναι πλήρως εξασφαλισμένη και
  3. Δεν του επιδόθηκε έγκυρη Ειδοποίηση και κατά συνέπεια δεν διέπραξε πράξη πτωχεύσεως. Περαιτέρω, αμφισβητεί το εξ αποφάσεως χρέος και επί του προκειμένου διατυπώνει τον ισχυρισμό ότι η Απόφαση εξασφαλίσθηκε από την Τράπεζα «. κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων ή και κατόπιν ψευδούς μαρτυρίας ή και ψευδορκίας ή και κατόπιν δόλιας απόκρυψης από τους αιτητές - ενάγοντες στην εν λόγω αγωγή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων .» και σε σχέση με αυτή εκκρεμούν οι εφέσεις 149/09 και 109Α/
  4. Η Τράπεζα προώθησε την υπόθεση της μέσω της μαρτυρίας των Π. Αριστείδου (ΜΑ.1), Ε. Αποστόλου (ΜΑ.2) και Λ. Κέκκου (ΜΑ.3), ενώ ο Χρεώστης μέσω της μαρτυρίας του εκτιμητή ακινήτων Α. Αγαθαγγέλου, του δικηγόρου Μ. Χριστοδούλου και με αντεξέταση του εκτιμητή ακινήτων Α. Λοΐζου. Η μαρτυρία του ΜΑ.1, ιδιώτη επιδότη, είχε ως αντικείμενο τις επιδόσεις της Ειδοποίησης και της Αίτησης. Και τις δύο, ανάφερε, τις επέδωσε προσωπικά στο Χρεώστη, την μεν πρώτη στις 23.6.09, την δε δεύτερη στις 3.10.09 και προς τούτο προέβη σε ενόρκους δηλώσεις στις οποίες και παρέπεμψε. Η μαρτυρία της ΜΑ.3, Πρωτοκολλητή στο Τμήμα Πτωχεύσεων του Ε.Δ. Λευκωσίας, εξαντλήθηκε στην παρουσίαση του φακέλου της Ειδοποίησης (τεκμ.5). Όπως δε προκύπτει απ΄ αυτόν, το παρακλητικό για έκδοση της Ειδοποίησης κατετέθη στο Πρωτοκολλητείο στις 23.6.09 και η Ειδοποίηση επιδόθηκε προσωπικά στον χρεώστη αυθημερόν. Στο φάκελο, επίσης, υπάρχει αίτηση του Χρεώστη ημερ. 10.7.09 για παράταση του χρόνου καταχώρισης ένορκης δήλωσης (ένστασης) έναντι της Ειδοποίησης, η οποία όμως προσέκρουσε σε ένσταση και τελικά η αίτηση απορρίφθηκε στις 2.11.09 ως αποσυρθείσα. Τέλος, η ΜΑ.2 - υπάλληλος της Τράπεζας - υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και παρουσίασε την Απόφαση (τεκμ. 1), προσθέτοντας ότι από την έκδοση της μέχρι και σήμερα ουδέν ποσόν πληρώθηκε έναντι του χρέους με αποτέλεσμα στις 3.5.11 το οφειλόμενο ποσό μαζί με τους τόκους να ανέλθει στις €981.212.29 (τεκμ.3). Παρουσίασε επίσης εκτιμήσεις των ακινήτων που επιβαρύνθηκαν με τα δύο Μέμο, σύμφωνα με τις οποίες η αγοραία αξία του ακινήτου που επιβαρύνθηκε με το Μέμο ΕΒ 1035/07 ανέρχεται στις €100.000 και η καταναγκαστική στις €75.000 (τεκμ. 2α), ενώ η αγοραία αξία του ½ μεριδίου του κτήματος που επιβαρύνθηκε με το Μέμο 302/07 ανέρχεται στις €330.000 και η καταναγκαστική στις €247.000 (τεκμ. 2β). Και αυτό για να ισχυρισθεί ότι λόγω του ότι και τα δύο κτήματα είναι υποθηκευμένα από το 1995, η αξία του πρώτου Μέμο είναι ονομαστική (€1000) και του δεύτερου μειώνεται στις €216.000, ενώ η οφειλή του Χρεώστη ανέρχεται στις €981.212 και επομένως η Τράπεζα δεν είναι εξασφαλισμένος πιστωτής. Στο σημείο αυτό θα΄ ταν χρήσιμο να παρεμβάλω ότι είναι παραδεκτό ότι το κτήμα που επιβαρύνθηκε με το Μέμο ΕΒ1035/07 - το υπ΄ αρ. εγγραφής 05010 στο Καλό Χωρίο Λεμεσού - είναι υποθηκευμένο από το 1995 για το ποσό των €10.251 με τόκο 8.5% ετησίως, ενώ το κτήμα που επιβαρύνθηκε με το Μέμο 302/07 - το υπ΄ αρ. εγγραφής 3/561 στη Λάρνακα - είναι επίσης υποθηκευμένο από το 1995 για το ποσό των €15.377,41 με τόκο 9% ετησίως. Κατά την αντεξέταση συμφώνησε ότι το χρέος για το οποίο υποθηκεύθηκαν τα δύο χρήματα διπλασιάστηκε λόγω των τόκων και δεν μπορεί να εγερθεί απαίτηση για πληρωμή περαιτέρω ποσού. Συμφώνησε επίσης ότι στο κτήμα στη Λάρνακα υπάρχει διώροφο κτήριο που κτίσθηκε σε συνεχή δόμηση δύο οικοπέδων και το συνεχόμενο με το επίδικο κτήμα το απέκτησε η Τράπεζα σε δημόσιο πλειστηριασμό στις 3.11.03 και στη συνέχεια το διεκδίκησε με την αγωγή 1564/04, την οποία κίνησε εναντίον του Χρεώστη και στην οποία πρόβαλλε τον ισχυρισμό ότι η αξία του στις 24.11.04 υπερέβαινε τις Λ.Κ.350.000 (τεκμ.4). Με αυτά τα δεδομένα υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι τα δύο συνεχόμενα κτήματα είναι πανομοιότυπα και η σημερινή αξία του επίδικου υπερβαίνει τα €2.000.000, υποβολή που απορρίφθηκε με την πρόταξη ότι το 2004 δεν υπήρχε κρίση στην αγορά ακινήτων και σύμφωνα με την εκτίμηση που έχει η Τράπεζα η καταναγκαστική αξία του κτήματος είναι €247.000 και κατά συνέπεια δεν είναι εξασφαλισμένος πιστωτής. Της υποβλήθηκε επίσης ότι η καταναγκαστική αξία του κτήματος στο Καλό Χωριό Λεμεσού ανέρχεται στις €254.000, αλλά η μάρτυρας επικαλέσθηκε και πάλι την εκτίμηση που έχει η Τράπεζα από δικό της εκτιμητή. Συμφώνησε ωστόσο ότι στις 26.3.99 η καταναγκαστική αξία των δύο συνεχόμενων οικοπέδων στη Λάρνακα, μαζί με τα υπάρχοντα κτήρια, εκτιμήθηκε από τον εκτιμητή της Τράπεζας Α. Λοΐζου στο ποσό των Λ.Κ.230.000 (τεκμ.7). Την πλήρη διαφωνία του με τις εκθέσεις εκτιμήσεων που επικαλέσθηκε η ΜΑ.2 εξέφρασε με τη μαρτυρία του ο εκτιμητής Α. Αγαθαγγέλου. Αναλύοντας επί του προκειμένου δική του εκτίμηση ημερ. 10.11.09 (τεκμ.6), υποστήριξε ότι η αγοραία αξία του κτήματος στο Καλό Χωριό είναι της τάξεως των €254.000 και αυτή του κτήματος στη Λάρνακα €2.027.
  5. Κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι στην εκτίμηση του δεν έλαβε υπόψη ότι τα δύο κτήματα ήταν υποθηκευμένα αλλά εξήγησε ότι όταν οι επιβαρύνσεις είναι για εξασφάλιση μικρών ποσών η αξία ενός κτήματος δεν μειώνεται αισθητά. Απαντώντας δε σε άλλες ερωτήσεις, οι οποίες στόχευαν στην προσβολή της ορθότητας των εκτιμήσεων του, αντέτεινε ότι μέχρι τον Ιούνιο του 2008 η κτηματαγορά είχε ανοδική πορεία και στη συνέχεια οι τιμές σταθεροποιήθηκαν και επομένως η εκτίμηση της αγοραίας αξίας των δύο κτημάτων στην οποία προέβη το Νοέμβριο του 2009 είναι ορθή. Επί του προκειμένου απέρριψε υποβολή ότι δεν είναι, αλλά συμφώνησε ότι, σ΄ ότι αφορά το κτήμα της Λάρνακας, η εκτίμηση αφορά ολόκληρο το κτήμα και όχι το ½ μερίδιο και επομένως η αγοραία αξία του ½ μεριδίου είναι λίγο πιο κάτω από το μισό της αξίας που δίδει στην εκτίμησή του. Μαρτυρία για τον Χρεώστη έδωσε και ο δικηγόρος Μ. Χριστοδούλου, ο οποίος παρουσίασε την εκτίμηση του εκτιμητή ακινήτων Α. Λοΐζου ημερ. 26.3.99 (τεκμ.7), στην οποία ήδη έχει γίνει αναφορά, καθώς επίσης και εκτίμηση του ημερ. 8.4.99 (τεκμ.8) που αφορούσε εκτέλεση εργασιών στο κτήριο των δύο συνεχόμενων οικοπέδων στη Λάρνακα αξίας Λ.Κ. 90.000, ποσό που όπως αναφέρεται στην εκτίμηση συμπεριλαμβάνεται στο ποσό της προηγηθείσας εκτίμησης του τεκμ.
  6. Τέλος, σ΄ ότι αφορά την αντεξέταση του Α. Λοΐζου, ό,τι χρειάζεται να καταγραφεί είναι ότι ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι αυτός έκαμε την έκθεση εκτίμησης ημερ. 26.3.99 (τεκμ.7) και η αξία στην οποία κατάληξε (Λ.Κ.380.000) αφορά και τα δύο συνεχόμενα οικόπεδα επί των οποίων υπάρχει κτισμένο συνεχόμενο κτήριο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με αγορεύσεις, γραπτώς ο κ. Μαθηκολώνης και δια ζώσης η κα Ζαχαρίου. Όπως έκδηλα κατά την άποψή μου γίνεται αντιληπτό, οι λόγοι ενστάσεως που περιστρέφονται γύρω από την αμφισβήτηση του χρέους και την επίδοση της Ειδοποίησης είναι εντελώς ανυπόστατοι. Προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνω ότι εναντίον του Χρεώστη εκδόθηκε τελική απόφαση η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και, σ΄ ότι αφορά την Ειδοποίηση, δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης η μαρτυρία του ΜΑ.1 ότι την επέδωσε δεόντως προσωπικά στο Χρεώστη στις 23.6.
  7. Όπως δεν αμφισβητήθηκε και το γεγονός ότι ο Χρεώστης δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης. Κατ΄ ακολουθία τούτων είναι εκτός οποιασδήποτε αμφισβήτησης ότι ο Χρεώστης (α) οφείλει δυνάμει δικαστικής αποφάσεως στην Τράπεζα το ποσό των €552.105,58 (Λ.Κ.323.133,14) με τόκο 8% ετησίως από 16.9.01, οφειλή η οποία μαζί με τους τόκους ανήλθε στις 3.5.11 στο ποσό των €981.212,23 και (β) διέπραξε πράξη πτωχεύσεως λόγω μη συμμόρφωσης στην Ειδοποίηση, η οποία του είχε δεόντως επιδοθεί και η οποία βασιζόταν σε απλήρωτο εξ αποφάσεως χρέος του (βλ. Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 1311). Παρέμειναν προς εξέταση οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης και αρχίζοντας από την προβληθείσα παρατυπία παρατηρώ τα ακόλουθα:- Πράγματι η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 9.7.09 και το περιεχόμενο της επιβεβαιώθηκε από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Τράπεζας - της ΜΑ.2 - ημερ. 6.7.09, στοιχείο που αποτελεί τη βάση των λόγων ένστασης ότι η Αίτηση δικονομικά και ουσιαστικά είναι άκυρη. Υποστηρίζοντας το λόγο αυτό ο ευπαίδευτος συνήγορος του Χρεώστη παρέπεμψε στις υποθέσεις Stavros Hotel Appartments Ltd κ.α. (Aρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 και Bαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, στις οποίες κρίθηκε «. ότι μαρτυρία, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που προηγείται χρονικά της καταχώρισης της αγωγής, δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση θεραπείες. Απλούστατα γιατί το περιεχόμενο της συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή». Πρόκειται κατά την άποψη μου για εισήγηση που εκ πρώτης όψεως είναι βάσιμη, αλλά παραβλέπει ότι με την ενδιάμεση απόφαση του (παρόντος) Δικαστηρίου ημερ. 25.2.11 δόθηκε στην Τράπεζα η δυνατότητα τροποποίησης της Αίτησης, κάτι που έγινε στις 10.3.11 με κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης με την ίδια ημερομηνία και η οποιαδήποτε προηγηθείσα παρατυπία κρίνω ότι θεραπεύτηκε. Έπεται ότι ο υπό κρίση λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται και σειρά έχει η εξέταση των λόγων ένστασης που περιστρέφονται γύρω από τον ισχυρισμό ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη, καταπιεστική και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Οι υπό αναφορά λόγοι ένστασης - όπως ήδη έχει καταγραφεί - βασίζονται σε δύο σκέλη. Το πρώτο, ότι η Τράπεζα γνωρίζει καλά την οικονομική κατάσταση του Χρεώστη και λόγω αυτής δεν συντρέχει λόγος για έκδοση διατάγματος παραλαβής και, το δεύτερο, ότι είναι πλήρως εξασφαλισμένος πιστωτής. Σ΄ ότι αφορά το πρώτο σκέλος οφείλω να ομολογήσω ότι δεν το αντελήφθηκα. Αν με αυτό υπονοείται - και προφανώς αυτό υπονοείται - ότι το οικονομικό εκτόπισμα του Χρεώστη του δίδει τη δυνατότητα να τακτοποιήσει τα χρέη του, τότε εγείρεται το αναπάντητο ερώτημα γιατί δεν το έχει ήδη τακτοποιήσει και επέτρεψε στον εαυτό του να διαπράξει πράξη πτώχευσης. Αν πάλι υπονοείται ότι το οικονομικό του εκτόπισμα και η περιουσιακή του κατάσταση είναι τέτοια, που επέτρεπαν στην Τράπεζα να ικανοποιήσει την προς όφελος της Απόφαση με τη λήψη των μέτρων εκτέλεσης που προβλέπονται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο να υπενθυμίσω ότι «.. οι διαδικασίες αυτές δεν προβλέπονται από τον περί Πτωχεύσεως Νόμο ως προϋπόθεση για καταχώριση αίτησης πτώχευσης» (βλ. και Πετράκης ν. Κίμωνος, ανωτέρω). Έπεται ότι το πρώτο σκέλος των υπό κρίση λόγων ένστασης δεν ευσταθεί και ό,τι παρέμεινε προς εξέταση είναι το θέμα των εξασφαλίσεων στις οποίες και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου:- «
(2). Αν ο αιτητής πιστωτής είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του προς όφελος των πιστωτών στην περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχθεί σε πτώχευση, ή να δώσει ένα υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης του. Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να αναγνωσθεί ως αιτητής πιστωτής κατά την έκταση της διαφοράς σε σχέση με το χρέος που του οφείλεται μετά την αφαίρεση της υπολογισθείσας αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν μη εξασφαλισμένος πιστωτής». Σε σχέση με το θέμα των εξασφαλίσεων ο κ. Μαθηκολώνης διατύπωσε δύο εισηγήσεις. Η πρώτη, ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί η Τράπεζα δεν περιέλαβε σ΄ αυτή υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης της και, η δεύτερη, εν πάση περιπτώσει με τη μαρτυρία του εκτιμητή Αγαθαγγέλου έχει καταδειχθεί ότι η Τράπεζα είναι εξασφαλισμένος πιστωτής. Με τη σειρά της η κα Ζαχαρίου επικαλέσθηκε την υπόθεση Σταυρινίδης ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 645, για να εισηγηθεί αφενός μεν ότι η παράλειψη της Τράπεζας να δώσει στην Αίτηση ένα υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης της οφείλεται σε απλή αβλεψία και, αφετέρου, όταν το Δικαστήριο εξετάζει αίτηση πτώχευσης η μόνη του υποχρέωση είναι να ικανοποιηθεί ότι η εκτίμηση (του πιστωτή) που έχει ενώπιον του είναι πραγματική και όχι εικονική ή κατασκευασμένη. Επομένως μόνο αυτή την υποχρέωση είχε η Τράπεζα, η οποία στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας ικανοποίησε και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να ασχοληθεί εκτενέστερα με το θέμα. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις επί του θέματος. Έχω την άποψη ότι ναι μεν η εισήγηση της κ. Ζαχαρίου ότι όταν εξετάζεται αίτηση πτώχευσης το Δικαστήριο το μόνο που έχει υποχρέωση να εξετάσει είναι αν η εκτίμηση του πιστωτή είναι πραγματική και όχι εικονική ή κατασκευασμένη, αλλά παραβλέπει μια ουσιώδη εκ του Νόμου υποχρέωση του πιστωτή. Ένας εξασφαλισμένος πιστωτής σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2)του Νόμου οφείλει είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του προς όφελος των πιστωτών - σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχθεί σε πτώχευση - είτε να δώσει ένα υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης του. Πρόκειται για δύο εναλλακτικές υποχρεώσεις επιτακτικής φύσεως, τις οποίες στην υπό εξέταση περίπτωση η Τράπεζα αγνόησε πλήρως. Παραθέτω σχετικά αυτούσιο το σχετικό μέρος της Αίτησής της:- «3. Ούτε εγώ έχω ούτε οιονδήποτε έτερον πρόσωπο έχει δια λογαριασμό μου οιανδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας του ρηθέντα οφειλέτη ή επί μέρους αυτής δια την πληρωμήν εις εμέ της κατά τα άνω οφειλής πλην των ακολούθων εξασφαλίσεων: ΜΕΜΟ ΕΒ1035/2007 και ΜΕΜΟ ΕΒ 302/2007». Προκύπτει επομένως ότι η Τράπεζα με την Αίτηση της ούτε εκδήλωσε πρόθεση να παραιτηθεί των προς όφελος της εξασφαλίσεων προς όφελος των λοιπών ενδεχομένως πιστωτών, ούτε έδωσε ένα υπολογισμό της αξίας τους. Το ότι προώθησε μέσω της ΜΑ.2 και της κ. Ζαχαρίου ότι η σχετική παράλειψη της οφείλεται σε αβλεψία είναι αδιάφορο. Κι αυτό ενόψει του ότι οι πρόνοιες του άρθρου 5
(2)του Νόμου είναι επιτακτικής φύσεως. Επιτακτικής γιατί, επιπρόσθετα, αποβλέπει σε εξυπηρέτηση σημαντικού σκοπού στην περίπτωση πτώχευσης ενός οφειλέτη, που δεν είναι άλλος από το να αντικρίζεται ένας εξασφαλισμένος πιστωτής ως μη εξασφαλισμένος μόνο στο ποσό που προκύπτει μετά την αφαίρεση της υπολογισθείσας αξίας της εξασφάλισης του. Η παράλειψη επομένως της Τράπεζας να μην συμμορφωθεί στις πρόνοιες του άρθρου 5
(2)του Νόμου είναι αποφασιστικής σημασίας και επιφέρει άνευ ετέρου και την απόρριψη της Αίτησης. Έστω και αν με την μαρτυρία που προσκόμισε έχει αποδειχθεί (α) η τοπική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, (β) ότι ο Χρεώστης εξακολουθεί να της οφείλει τα ποσά της Απόφασης, η εκτέλεση της οποίας δεν ανεστάλη, (γ) ότι το χρέος υπερβαίνει το κατώτατο όριο που προβλέπεται από τον Νόμο, (δ) ότι ο Χρεώστης διέπραξε πράξη πτώχευσης και (ε) ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε μέσα στην προβλεπόμενη από το Νόμο προθεσμία. Κατ΄ ακολουθία της παράλειψης της Τράπεζας να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου 5
(2)του Νόμου η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.