← Κύπρος

Αγγέλας Χατζηλοΐζου ν. Χάρης Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής 5313/06, 30 Ιουνίου 2011

Αγγέλας Χατζηλοΐζου ν. Χάρης Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής 5313/06, 30 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A288 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5313/06 Μεταξύ: Αγγέλας Χατζηλοΐζου Ενάγουσας και

  1. Χάρης Χαραλάμπους
  2. Ανδρέας Δημητρίου
  3. A & H Megatools Ltd. Εναγόμενων . . . . . . Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2011 Εμφανίσεις Για την ενάγουσα: κ. Α. Παπαντωνίου. Για τους εναγόμενους: κα Ε. Ερωτοκρίτου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα διεκδικεί το ποσό των ΛΚ11500.00 ως αποζημιώσεις για την εμπορική εύνοια της επιχείρησης που πώλησε στους εναγόμενους στις 7.12.
  4. Επίσης ζητεί την αγοραστική αξία των προϊόντων που είχαν καταμετρηθεί στο κατάστημα της ενάγουσας και που συμφώνησαν οι εναγόμενοι να πληρώσουν κατά την αγορά της επιχείρησης. Ζητά να της αποδοθεί το ποσό των ΛΚ13600.- ως απώλεια εσόδων της επιχείρησης της για το διάστημα μεταξύ την 1.9.2006 και την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσης οι εναγόμενοι παραδέχθηκαν ότι οφείλεται το ποσό των ΛΚ9500.00 στην ενάγουσα από τους εναγόμενους για την εμπορική εύνοια της επιχείρησης που τους πώλησε η ενάγουσα. Παρά των παραδεκτών γεγονότων ημερομηνίας 23.11.10 οι εναγόμενοι επέμεναν να προωθήσουν την προδικαστική ένσταση στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 ενάγουσας Αγγέλας Χατζηλοΐζου. Η δικογραφημένη προδικαστική ένσταση έρχεται σε αντίθεση με τα παραδεκτά γεγονότα που υπερισχύουν ως πραγματική βάση για την εξέταση της απαίτησης της ενάγουσας. Η στάση των εναγομένων κατά την αντεξέταση δείχνει το αλλοπρόσαλλο των θέσεων τους που από την μία αποδέχονται ότι οφείλουν χρήματα στην ενάγουσα με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 7.12.2005, και από την άλλη εγείρουν ζήτημα ότι τέτοιο ποσό δεν μπορεί να οφείλεται επειδή η ενάγουσα δεν είναι ιδιοκτήτρια της επιχείρησης. Δεν αμφισβήτησαν βέβαια ότι η συμφωνία για την αγορά της επιχείρησης έγινε με την ενάγουσα. Αν επικρατούσε το αβάσιμο της θέσης τους τότε η ενάγουσα δεν ήταν ιδιοκτήτρια της επιχείρησης για να κάνει την εν λόγω συμφωνία και προκύπτει ότι οι εναγόμενοι παράνομα απέκτησαν την επιχείρηση. Η ΜΕ1 με έπεισε για την ειλικρίνεια της. Εξιστόρησε τα γεγονότα με φυσικό τρόπο. Η εκδοχή των γεγονότων ως τα προέβαλε η ενάγουσα έχει λογική συνέπεια και έχω πειστεί πλήρως ότι αυτή η εκδοχή ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Η ΜΕ1 περιέπεσε σε κάποια λάθη κατά την αντεξέταση αλλά αυτά τα λάθη οφείλονται στην αδυναμία της να θυμάται κάθε λεπτομέρεια και κάθε ημερομηνία έξη χρόνια αργότερα. Η ΜΕ1 εξήγησε ότι η επιχείρηση ήταν δική της και αυτή λάμβανε όλες τις αποφάσεις για τη λειτουργία της επιχείρησης. Η εταιρεία MA Turfland & Sons Ltd είναι οικογενειακή επιχείρηση όπου δραστηριοποιείται ο σύζυγος της και ο υιός της. Τα τιμολόγια για την αγορά εμπορευμάτων για το κατάστημα κάποτε έβγαιναν στο όνομα της εταιρείας MA Turfland & Sons αλλά αυτή ήταν ιδιοκτήτρια της επιχείρησης και εφόσον η εταιρεία ήταν οικογενειακή επιχείρηση φαίνεται να υπήρξε συνεννόηση με τα μέλη της οικογένειας ότι το κατάστημα ήταν δική της επιχείρηση. Η ΜΕ1 είχε μακρόχρονη συνεργασία με τον εναγόμενο 2 με τον οποίο είχε φιλικές σχέσεις και τον εμπιστευόταν. Του ανέφερε ότι επιθυμούσε να πωλήσει την επιχείρηση της λόγω προσωπικών προβλημάτων. Αυτός έδειξε ενδιαφέρον και την έφερε σε επαφή με τον συνεργάτη του τον εναγόμενο
  5. Μετά από συζητήσεις οι εναγόμενοι αποφάσισαν να αγοράσουν την επιχείρηση της ενάγουσας μαζί με το εμπόρευμα του καταστήματος το οποίο έπρεπε να κοστολογηθεί μετά από καταμέτρηση. Το μόνο σημείο διαφωνίας ήταν το ποσό που θα πλήρωναν οι εναγόμενοι για την εμπορική εύνοια του καταστήματος. Για τη διαφωνία η ενάγουσα επισκέφθηκε το γραφείο του λογιστή των εναγομένων Μάριο Καλλία ο οποίος διαπραγματεύθηκε με την ενάγουσα το ποσό της εμπορικής εύνοιας και της είπε να υπογράψει το τεκμήριο 3 για τα ζητήματα που είχαν συζητήσει και είχαν συμφωνήσει. Αυτό έγινε στις 7.12.
  6. Τις τελευταίες τρεις ημέρες του έτους 2005 η ενάγουσα μαζί με τους εναγόμενους 1, 2 και/ή τα παιδιά των εναγομένων προχώρησαν στην καταμέτρηση και καταγραφή των εμπορευμάτων του καταστήματος σε δύο βιβλία. Οι εναγόμενοι της είπαν να παραλάβει τα εμπορεύματα της σειράς Toro που δεν τα είχαν ανάγκη διότι είχαν δικά τους εμπορεύματα τα οποία θέλησαν να προωθήσουν. Ως προς τα υπόλοιπα εμπορεύματα η ενάγουσα πήρε τα δύο βιβλία της καταγραφής για να κοστολογήσει τα εμπορεύματα που θα έμεναν με βάση τη συμφωνία στο κατάστημα. Η ενάγουσα ανέλαβε να έλθει σε επαφή με τους προμηθευτές της για να βρει στοιχεία για την αξία της αγοράς των εν λόγω εμπορευμάτων. Η ενάγουσα εξήγησε ότι τα τιμολόγια αγοράς των εμπορευμάτων ήταν στην οικογενειακή εταιρεία και δεν είχε πρόσβαση στα τιμολόγια λόγω διαφορών της με μέλη της οικογένειας της. Η ενάγουσα δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ποια ήταν η διαφορά αυτή. Μετά την καταμέτρηση και χωρίς να πληρωθεί κανένα ποσό είτε για την εμπορική εύνοια του καταστήματος ή για τα εμπορεύματα που πώλησε στους εναγόμενους έδωσε το κλειδί και την κατοχή του καταστήματος στους εναγόμενους 2 &
  7. Η ενάγουσα ολοκλήρωσε την κοστολόγηση των εμπορευμάτων κατά τα μέσα του Μάρτη
  8. Μετέβηκε στο κατάστημα για να παραδώσει το δεύτερο βιβλίο της καταμέτρησης των εμπορευμάτων με την κοστολόγηση. Το συνολικό ποσό της κοστολόγησης ανήλθε στο ποσό των ΛΚ28.
  9. Όταν παρουσιάστηκε ζήτησε να της δοθεί το πρώτο βιβλίο που είχε ήδη παραδώσει στους εναγόμενους νωρίτερα. Πρόσεξε ότι κάποιες σελίδες του βιβλίου είχαν αφαιρεθεί σκόπιμα και τότε αντιλήφθηκε ότι οι εναγόμενοι προσπαθούσαν να την ξεγελάσουν. Άρχισε να κάνει την δική της δεύτερη καταμέτρηση στο κατάστημα αλλά οι εναγόμενοι κάλεσαν αστυνομία και δεν μπορούσε πλέον να συμπληρώσει την καταμέτρηση. Επισκέφθηκε το δικηγόρο της Ευγένιο Χ"Ευτυχίου και συγκλήθηκε συνάντηση στο γραφείο του με τους εναγόμενους 2 &
  10. Ο κ Χ"Ευτυχίου δεν μπορούσε να τους πείσει να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους. Κατόρθωσε μόνο να τους πείσει να της δώσουν την πρώτη δόση των ΛΚ2000.
  11. Τα δύο λογιστικά βιβλία που περιείχαν την καταμέτρηση των εμπορευμάτων τα παρέδωσε ο κ. Χ"Ευτυχίου στους εναγόμενους να τα φωτοτυπήσουν και να τα επιστρέψουν. Όμως οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα κατακρατούν παράνομα τα δύο βιβλία. Δεν κλονίσθηκε η αξιοπιστία της ΜΕ1 από την αντεξέταση η οποία ήταν μακρά και καυστική προς το πρόσωπο της. Αντιθέτως, έπεισε με τα επιχειρήματα της και τις μικρές λεπτομέρειες των γεγονότων ότι έλεγε την αλήθεια. Εξήγησε, επί παραδείγματι, ότι πράγματι είχε εμπορεύματα των εναγομένων αξίας ΛΚ11200.00 μέσα στο κατάστημα, την ώρα της καταμέτρησης. Οι χορτοκοπτικές και άλλα μηχανήματα που είχαν πωλήσει οι εναγόμενοι στην ενάγουσα ήταν ακριβά εμπορεύματα, δεν ήταν ανάγκη να υπήρχε μεγάλη ποσότητα αυτών των εμπορευμάτων εντός του καταστήματος για να ανέλθει η συνολική αξία των εμπορευμάτων στο ποσό των ΛΚ11200.
  12. Είναι πολύ λογικό και πειστικό το επιχείρημα της ΜΕ1 ότι δεν θα υπήρχε λόγος να γίνει η καταμέτρηση των εμπορευμάτων προτού παραδώσει την κατοχή του καταστήματος στους εναγόμενους εάν πρόθεση τους ήταν να αγοράσουν μόνο την εμπορική εύνοια του καταστήματος και όχι το περιεχόμενο του. Όταν η ΜΕ1 τους έδωσε το κλειδί του καταστήματος και τους παρέδωσε την κατοχή του καταστήματος τους έδειξε υπέρμετρη εμπιστοσύνη διότι όχι μόνο εγκατέλειψε την επιχείρηση της με μεγάλης αξίας εμπόρευμα μέσα στο κατάστημα για το οποίο δεν είχε πληρωθεί αλλά και επειδή αποδέχθηκε να τους παραδώσει την κατοχή χωρίς πρώτα να πληρωθεί το ποσό των ΛΚ11500.00 για την εμπορική εύνοια. Μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι δεν τις έχουν πληρώσει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό για την εμπορική εύνοια παρά το γεγονός ότι για έξη χρόνια έχει περιέλθει στην κατοχή τους το κατάστημα το οποίο το εκμεταλλεύονται για κέρδος. Ο υιός της ΜΕ1 ήταν θετικός μάρτυρας, ξεκάθαρος στις τοποθετήσεις του, περιορίστηκε στα γεγονότα που θυμάται και γενικά μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Υπήρξαν κάποιες μικρές αντιφάσεις μεταξύ της δικής του μαρτυρίας και της μαρτυρίας της μητέρας του όμως αυτό ενισχύει την αξιοπιστία του επειδή αποδεικνύει ότι η μητέρα και ο υιός δεν συνεννοήθηκαν για τη μαρτυρία που θα έδιδε ο ΜΕ
  13. Δεν μπορούσε να θυμάται ημερομηνίες αλλά αυτό δεν έχει σημασία αφού έχει περάσει μία πενταετία από το χρόνο που έχουν διαδραματισθεί τα γεγονότα. Η μαρτυρία του είναι σημαντική διότι επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της ΜΕ1 ότι στο κατάστημα έμεινε μεγάλης αξίας εμπόρευμα της ενάγουσας όταν παρέλαβαν την κατοχή του καταστήματος οι εναγόμενοι. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι τα προϊόντα που καταγράφονται στο τεκμήριο 1 είναι προϊόντα που μόνο ένα ράφι του καταστήματος της μητέρας του θα γέμιζαν ενώ η μητέρα του είχε αφήσει στους εναγόμενους ένα κατάστημα γεμάτο από εμπορεύματα. Ο ΜΕ3 Ανδρέας Χατζηπαναγή, υπάλληλος της ΣΠΕ Λατσιών, θεωρείται αντικειμενικός μάρτυρας και ανέφερε ότι το ποσό των ΛΚ2000.00 που πλήρωσαν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα κατόπιν προτροπής του Ευγένιου Χ"Ευτυχίου κατατέθηκε ως επιταγή στον προσωπικό λογαριασμό της ενάγουσας. Σημειώνω ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι εναγόμενοι προέβηκαν σε παραδεκτό γεγονός ότι όφειλαν στην ενάγουσα το ποσό των ΛΚ9500.
  14. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και της αντεξέτασης φάνηκε ότι η υπεράσπιση επέμενε σε θέσεις που ήταν αντίθετες με τα παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα αρνήθηκαν ότι όφειλαν οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα με το επιχείρημα ότι η ενάγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να εγείρει την παρούσα αγωγή. Το αντιφατικό των θέσεων των εναγομένων προβλήθηκε έντονα στο πρόσωπο του εναγόμενου 1 ο οποίος στο τέλος της κυρίως εξέτασης δήλωσε απερίφραστα ότι κανένα ποσό δεν οφείλει προσωπικά στην ενάγουσα. Αναίρεσε τα συμφωνηθέντα διά των παραδεκτών γεγονότων με απίστευτη ευκολία και άνεση. Δεν μπορούσε ούτε τα συμφωνηθέντα της δικαστικής διαδικασίας να τα τηρήσει και έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο ότι στις δοσοληψίες του με την ενάγουσα δεν φάνηκε εντάξει με αποτέλεσμα να την εξαναγκάσει να προσφύγει στο Δικαστήριο για να βρει το δίκαιο της. Η θέση του ήταν ότι η ενάγουσα ήταν απλώς υπάλληλος της εταιρείας ΜΑ Τurfland και τίποτε περισσότερο. Η εκδοχή του δεν είναι λογική ή πιστευτή. Παραδέχθηκε ότι όλες τις συναλλαγές για την επιχείρηση τις έκανε με την ενάγουσα. Αυτή έκανε όλες τις διαπραγματεύσεις σε σχέση με την πώληση της επιχείρησης στους εναγόμενους. Ο ΜΥ1 ουδέποτε είδε άλλο πρόσωπο στο κατάστημα της ενάγουσας. Παρόλο τούτου είναι θέση του ότι αυτή η υπάλληλος προέβη σε σοβαρές διαπραγματεύσεις για την πώληση ολόκληρης της επιχείρησης εκ μέρους εταιρικού προσώπου. Εάν πράγματι είχαν έτσι τα πράγματα λογικό θα ήταν για τον εναγόμενο 1 να ζητούσε εγγυήσεις ότι η ενάγουσα πράγματι ήταν εξουσιοδοτημένη να διαπραγματευθεί την πώληση της επιχείρησης κατά τον επίδικο χρόνο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε πράγμα που αποδεικνύει ότι η προσπάθεια των εναγομένων να προβάλουν ως επιχείρημα ότι το ποσό οφείλεται σε νομικό πρόσωπο και όχι στην ενάγουσα συνιστά σκέψη των εναγομένων εκ των υστέρων για να αποφύγουν την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Οι όροι της συμφωνίας αγοράς της επιχείρησης της ενάγουσας όπως την παρουσιάζει ο ΜΥ1 είναι ετεροβαρής. Ανέφερε ότι η ενάγουσα θα έπαιρνε μόνο το ποσό των ΛΚ11500 για τον αέρα του καταστήματος και αυτό το ποσό θα το έπαιρνε με δόσεις μέσα σε διάστημα τριών ετών. Επίσης ο ΜΥ1 πρόβαλε τη θέση ότι η ενάγουσα του έδωσε το κλειδί της επιχείρησης της με όλα τα εμπορεύματα μέσα χωρίς καμία εγγύηση, μόνο με την υπόσχεση ότι θα την πλήρωνε μετά από τρία χρόνια. Ανέφερε ότι μετά που παρέδωσε την κατοχή του καταστήματος, χωρίς εγγύηση, χωρίς να πάρει ούτε ένα σεντ για την επιχείρηση της, και με όλα τα εμπορεύματα μέσα εξαφανίστηκε για δύο εβδομάδες. Εάν πράγματι έχουν έτσι τα πράγματα η ενάγουσα θα πρέπει να ήταν είτε υπερβολικά αφελής ή ανισσόροπη, και δεν είναι κανένα από τα δύο αφού είχα την ευκαιρία να την παρακολουθήσω ενώ έδιδε μαρτυρία. Δεν είναι λογικό να είχε συμπεριφερθεί με αυτό τον τρόπο και να δεχθεί τέτοιους απεχθείς όρους για την πώληση της επιχείρησης της. Ο ΜΥ1 προσπάθησε να παρουσιάσει την ενάγουσα ως άτομο ανισσόροπο με το οποίο δεν μπορούσε να συνεννοηθεί κανείς σε μία προσπάθεια να σπιλώσει τον χαρακτήρα της ώστε να μην γίνει πιστευτή. Το μόνο ελάττωμα της ενάγουσας είναι ότι επέδειξε υπερβολική εμπιστοσύνη σε λάθος ανθρώπους κατά την αγορά της επιχείρησης. Εάν πράγματι η ενάγουσα ήταν τέτοιο αναξιόπιστο πρόσωπο, όπως την παρουσιάζει ο ΜΥ1, δεν θα είχε δοσοληψίες μαζί της τόσα χρόνια και δεν θα καταδεχόταν να εισέλθει σε σοβαρές διαπραγματεύσεις για την αγορά της επιχείρησης της. Για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του πρόβαλε την θέση ότι οι δύο χιλιάδες λίρες που πληρώθηκαν στην ενάγουσα στην παρουσία του Ευγένιου Χ"Ευτυχίου ήταν για τα απομείναντα εμπορεύματα και όχι για τον αέρα. Η αντεξέταση της ενάγουσας ήταν μεγάλη και εξαντλητική αλλά ουδέποτε της προβλήθηκε αυτή η θέση για να τοποθετηθεί. Επομένως, δεν αποδίδω καμιά σημασία σε αυτή τη μαρτυρία. Ανέφερε ότι έστειλε διπλοσυστημένη επιστολή στην ενάγουσα για να παραλάβει κάποια εμπορεύματα αλλά δεν κατέθεσε την εν λόγω επιστολή στο Δικαστήριο. Δεν παρουσίασε τα δύο βιβλία καταμέτρησης που έγινε με τους υιούς του στα οποία ισχυρίζεται ότι έγινε η καταγραφή των προϊόντων. Εάν η θέση του ήταν ότι ουδέποτε αγόρασε τα εμπορεύματα του καταστήματος προς τι να ετοίμαζε κατάλογο όπου καταμετρούσε τα εμπορεύματα. Αφού είχε να κάνει με γυναίκα 'ανισσόροπη' που άλλαζε συνεχώς τι ήθελε, το πιο λογικό θα ήταν να προβεί στην καταμέτρηση στην παρουσία της και τρίτων προσώπων ώστε να είναι βέβαιος ότι δεν θα δημιουργούνταν προβλήματα αργότερα. Ο ΜΥ1 θα πρέπει να θεωρούσε ότι έδιδε μαρτυρία σε αλλοδαπό Δικαστήριο διότι ένιωθε την ανάγκη να ενημερώνει το Δικαστήριο συνεχώς για το πώς τα πράγματα γίνονται στην Κύπρο. Επέδειξε μεγάλο ζήλο να καλύψει την 'άγνοια' του Δικαστηρίου ακόμη και για νομικά ζητήματα που αφορούν την Κύπρο. Στο νομικό κόσμο του ΜΥ1 τη συμφωνία πάντα την ετοιμάζει ο πωλητής και όχι ο αγοραστής. Η δικογραφημένη του θέση είναι ότι υπήρχε συμφωνία μόνο για τον αέρα του καταστήματος. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πληρώνει την ενάγουσα για τα εμπορεύματα. Όμως όταν στριμώχθηκε από την αναλήθειες που είχε πει κατά την αντεξέταση ξέχασε για τη συμφωνία για τον αέρα και δήλωσε ότι το τεκμήριο 3 ήταν μόνο ένα μνημόνιο. Νοείται βέβαια ότι εάν δεν υπάρχει δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών για την αγορά της επιχείρησης της ενάγουσας τότε παράνομα βρίσκονται οι εναγόμενοι στο κατάστημα και με δόλιο τρόπο έχουν κατορθώσει να εκτοπίσουν την ενάγουσα. Κατά τον επίδικο χρόνο ο ΜΥ1 εργαζόταν αλλού και δεν ήταν μέτοχος ή διευθυντής της εταιρείας. Αυτός όμως ήταν το πρόσωπο που έκανε όλες τις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα για την πώληση της επιχείρησης. Παρόλο τούτου επέμενε ότι η συμφωνία δεν έγινε από φυσικό πρόσωπο αλλά από νομικές οντότητες. Εάν γνώριζε λίγο περισσότερο για νομικά ζητήματα ο ΜΥ1 θα έπρεπε να γνωρίζει ότι για να δημιουργήσει έγκυρη συμφωνία εκ μέρους νομικού προσώπου τότε θα πρέπει να είχε αποκαλύψει στην ενάγουσα τη θέση του στην εταιρεία και την εξουσιοδότηση του από την εταιρεία για να διαπραγματευθεί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, πράγμα το οποίο δεν έκανε. Η ενάγουσα δεν ήξερε ότι δεν ήταν μέτοχος ή διευθυντής της εναγομένης
  15. Είναι κατανοητό ότι προέβαλε αυτό το επιχείρημα μόνο για ένα λόγο. Να περισώσει ότι μπορεί, και τουλάχιστον να μην βρεθεί προσωπικά υπόλογος για το οφειλόμενο ποσό προς την ενάγουσα. Ανέφερε ρητώς 'Δεν οφείλω χρήματα προσωπικά, με όλη την εντιμότητα που με διακρίνει'. Η εξήγηση που έδωσε για να δικαιολογήσει γιατί δεν πλήρωσε το υπόλοιπο τίμημα για την πώληση του αέρα δείχνει πόσο κακόπιστα έχει ενεργήσει στις συναλλαγές του με την ενάγουσα. Αυτός και ο συνεργάτης του πήραν το κατάστημα της ενάγουσας αλλά κατηγορεί την ενάγουσα ότι εκείνη δεν έχει τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Παραδέχθηκε ότι έχει τα δύο βιβλία της καταμέτρησης στην κατοχή του αλλά αρνείται αυθαίρετα και αδικαιολόγητα να τα παρουσιάσει. Εάν πράγματι αυτά τα βιβλία είναι άσχετα με την αξίωση της ενάγουσας γιατί δεν τα έφερε στο Δικαστήριο για να πείσει ότι έτσι έχουν τα πράγματα και για να αποδείξει ότι η ενάγουσα ψεύδεται; Ούτε μπορούσε να δώσει εύλογη δικαιολογία για το γεγονός ότι κατακρατεί τα αντικείμενα που καταγράφονται στο τεκμήριο 1 από τον Δεκέμβρη του
  16. Η εξήγηση του ότι τα κρατά ως τεκμήριο για την υπόθεση και πάλι αποδεικνύει ότι ενήργησε κακόπιστα και υστερόβουλα. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του εναγόμενου 2, ΜΥ2, ήταν επανάληψη της μαρτυρίας του ΜΥ
  17. Προσπάθησε και αυτός να δείξει ότι δεν επήλθε συμφωνία μεταξύ των ιδίων και της ενάγουσας αλλά μεταξύ εταιρικών προσώπων. Όμως είναι φανερό από άλλα μέρη της μαρτυρίας του και ιδιαίτερα των παραγράφων 10 και 11 της γραπτής του δήλωσης ότι η συναλλαγή για την αγορά της επιχείρησης έγινε με την ενάγουσα. Ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα ήλθε με τον υιό της να παραλάβουν τα μεγάλα αντικείμενα από το κατάστημα τον Ιανουάριο 2006 αφήνοντας πίσω μόνο το εμπόρευμα που καταγράφεται στο τεκμήριο
  18. Τους είπε ότι θα επέστρεφε να πάρει τα τεκμήρια που καταγράφονται στο τεκμήριο
  19. Κάτι τέτοιο δεν είναι λογικό να συνέβηκε. Ο ισχυρισμός του ΜΥ2 είναι ότι η ενάγουσα ήλθε για να παραλάβει τα μεγάλα αντικείμενα που ήταν δύσκολο να μετακινηθούν. Τα εμπορεύματα που καταγράφονται στο τεκμήριο 1 δεν είναι πολλά και δεν παίρνουν μεγάλο χώρο. Επομένως, εάν η πραγματική συμφωνία των μερών ήταν να πάρει όλα τα εμπορεύματα η ενάγουσα δεν θα ήταν λογικό να πάρει μόνο τα μεγάλα αντικείμενα και να επιστρέψει για τα υπόλοιπα αργότερα. Επίσης δεν θα ήταν λογικό η ενάγουσα να παραλάμβανε το εμπόρευμα του καταστήματος και μετά να διεκδικεί την αξία των εμπορευμάτων με την παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι όφειλαν να είχαν καταθέσει τα δύο βιβλία που δείχνουν τι είναι στην κατοχή τους για να αποδείξουν ότι τα εμπορεύματα τα πήρε η ενάγουσα. Ο ΜΥ2 επισκεπτόταν το κατάστημα της ενάγουσας επανειλημμένα για χρόνια, δεν είναι πιστευτό ότι δεν θυμάται τι έγραφε η πινακίδα έξω από το κατάστημα της. Παραδέχθηκε ότι γνωρίζει προσωπικά το σύζυγο της ενάγουσας επομένως, εάν θεωρούσε ότι η ενάγουσα ήταν υπάλληλος της εταιρείας θα ήταν λογικό να διαπραγματευτεί και με τον Μιχάλη Χατζηλοΐζου για την πώληση της επιχείρησης αφού θεωρούσε ότι η ενάγουσα ήταν παράλογη στις απαιτήσεις της. Δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν το κατάστημα ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας επομένως, το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις έγιναν μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 2 και 3 αποδεικνύει ότι η πρόθεση των μερών ήταν να πωλήσει η ενάγουσα την επιχείρηση της στα δύο συγκεκριμένα πρόσωπα. Δεν είναι πιστευτός ο ισχυρισμός του ΜΥ2 ότι το μόνο ενδιαφέρον των εναγομένων ήταν για το χώρο και όχι για την επιχείρηση. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε στην παράγραφο 13 της δήλωσης του. Εάν αυτό που τον ενδιέφερε ήταν μόνο ο συγκεκριμένος χώρος τότε δεν θα ήταν σημαντικό να γνωρίζει τις πωλήσεις του καταστήματος προτού αποφασίσει να αγοράσει το κατάστημα. Δεν εξήγησε γιατί κάλεσαν την αστυνομία όταν η ενάγουσα επισκέφθηκε το κατάστημα. Ισχυρίζεται ότι τα πράγματα της ήταν ακόμη εκεί και ότι τα βιβλία που αρνήθηκε να παρουσιάσει αποδεικνύουν ότι δεν έκλεψε τα εμπορεύματα της ενάγουσας. Θα μπορούσε να τις δείξει τα βιβλία και της αποδείξεις ότι δεν έκλεψε τα εμπορεύματα της, δεν ήταν ανάγκη να καλέσει αστυνομία. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την ποσότητα των κιβωτίων όπου είχαν τοποθετηθεί τα εμπορεύματα της ενάγουσας. Δεν μπορούσε ούτε κατά προσέγγιση να θυμηθεί τον αριθμό των κιβωτίων ή τον όγκο τους για να αποφανθεί ότι έπρεπε να μετακινηθούν για να γίνει χώρος. Δεν μπορούσε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει πληρώσει το ποσό των ΛΚ9500.00 που παραδέχεται ότι οφείλει για την αγορά της επιχείρησης. Η μαρτυρία του ΜΥ2 ως και η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν κατασκευασμένη με απώτερο σκοπό να αποφύγουν να πληρώσουν όλα όσα οφείλουν στην ενάγουσα και να οικειοποιηθούν παράνομα την επιχείρηση της και τα εμπορεύματα της. Ο ΜΥ3 δεν πρόσθεσε οτιδήποτε στην υπόθεση της υπεράσπισης. Ανέφερε ότι στις 7.12.2005 τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία μόνο σε σχέση με την εμπορική εύνοια (αέρα) του καταστήματος. Αλλά ήταν ειλικρινής ότι δεν θα μπορούσε να εκφέρει γνώμη για την συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ των μερών διότι δεν τέθηκε υπόψη του ολοκληρωμένη συμφωνία. Ανέφερε ότι οι ισολογισμοί της εναγομένης 3 παρουσιάζουν την εταιρεία Turfland ως πιστωτή της εταιρείας κατόπιν παραστάσεων των εναγομένων 1 και
  20. Δηλαδή, αυτό δεν είναι συμπέρασμα του μάρτυρα αλλά κάτι που του είπαν οι εναγόμενοι 1 και 2 να γράψει. Η πρόθεση της ενάγουσας κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ήταν να πωλήσει την εμπορική εύνοια της επιχείρησης της στην τιμή των ΛΚ11500.00, και να πωλήσει τα εμπορεύματα που είχαν καταγραφεί στα δύο βιβλία σε τιμή πραγματικού κόστους. Οι εναγόμενοι της έδωσαν να καταλάβει ότι και αυτοί επιθυμούσαν την αγορά της επιχείρησης με τους ίδιους όρους. Η ενάγουσα ουδέποτε θα παρέδιδε την κατοχή του καταστήματος στους εναγόμενους εάν πίστευε ότι δεν θα πλήρωναν για τα εμπορεύματα ή ότι θα την ξεγελούσαν. Επομένως, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας τα μέρη εκδήλωσαν ταύτιση απόψεων και προθέσεων για να πραγματοποιηθεί η αγορά της επιχείρησης. Δια την ορθή ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι ανάγκη να ληφθούν υπόψη κάποιοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ο γενικός κανόνας είναι ότι σκοπός της ερμηνείας της συμφωνίας είναι να εξευρεθεί η πρόθεση των μερών. Στην Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας[1], λέχθηκε ότι διαπιστώνεται η πρόθεση των μερών από τη γλωσσική διατύπωση της συμφωνίας. Όμως η ερμηνεία που θα αποδοθεί σε αυτές τις λέξεις δεν μπορεί να βρεθεί εντελώς ανεξάρτητα και ασύνδετα από το πραγματικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τη σύναψη της συμφωνίας. Επίσης στην Κουνούνα ν. Κώστας Κυριάκου Υιοί Λτδ[2], ως και επίσης στη Λάμπρου ν. Παράσχου[3], επεξηγήθηκε ότι ο σκοπός των μερών μπορεί να συναχθεί μόνο από το σύνολο του κειμένου και όταν η σύμβαση είναι σαφής ως προς το νόημα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετικό νόημα στη σύμβαση από αυτό που οι ίδιες οι λέξεις της σύμβασης ενέχουν. Η υπόθεση Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ[4], επεξηγεί ότι η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για την ορθή ερμηνεία των όρων της σύμβασης επιτρέπεται όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών. Τούτο ισχύει όχι μόνο σε σχέση με την ερμηνεία της συμφωνίας αλλά και για την εφαρμογή της. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα αυτής της απόφασης το οποίο είναι βοηθητικό. "When any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves, or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can the language of the instrument be made to speak the real mind of the party." Ελεύθερη μετάφραση: "Όταν υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με την πραγματική ερμηνεία και έννοια των λέξεων της σύμβασης ή υπάρχει δυσκολία σε σχέση με την εφαρμογή τους έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης τότε η ερμηνεία των λέξεων μπορεί να εξεταστεί και να διαπιστωθεί λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρία που βρίσκεται εκτός του κειμένου της σύμβασης. Η λογική και κοινή λογική υπαγορεύουν ότι πρέπει να αποδοθεί τέτοια ερμηνεία στις λέξεις της σύμβασης που να φανερώνουν την πραγματική πρόθεση του συμβαλλόμενου μέρους." Για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και ευθυνών των μερών σημασία έχει η πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Αυτοί οι κανόνες επεξηγήθηκαν με σαφήνεια από τον Δικαστή κ. Π. Καλλή στην απόφαση Μετάλλικα Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ. ν G&C Exhaust Systems Ltd.[5] στο ακόλουθο απόσπασμα: "Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μία σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης... Αν οι πρόνοιες μίας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτα που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να το ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό του, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων.' Δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών. Υπάρχει μόνο μία γραπτή σημείωση, η σημασία της οποίας εκδηλώνεται με την προφορική μαρτυρία της αξιόπιστης μαρτυρίας της ενάγουσας. Εφόσον η μαρτυρία των εναγομένων απορρίπτεται εξολοκλήρου ως αναξιόπιστη η μόνη πηγή πληροφόρησης για την πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών προέρχεται από την ενάγουσα. Όταν έγιναν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών κανείς τους δεν εκδήλωσε φανερά ότι η αγοραπωλησία της επιχείρησης επρόκειτο να διεξαχθεί μεταξύ εταιρειών. Κανείς από τους εναγόμενους δεν ανέφερε στην ενάγουσα ότι πραγματοποιούσε την συναλλαγή ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος μίας εταιρείας. Η ενάγουσα γνώριζε ότι τα πρόσωπα που είχαν ενδιαφέρον να αγοράσουν την επιχείρηση ήταν οι εναγόμενοι 2 και
  21. Αυτό της είπαν οι εναγόμενοι 2 και 3 και αυτό αντιλήφθηκε η ενάγουσα. Εάν οι εναγόμενοι είχαν την κρυφή επιθυμία να πραγματοποιηθεί η πώληση μεταξύ εταιρειών αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει όρο της συμφωνίας αφού η ενάγουσα δεν γνώριζε κάτι τέτοιο για να συμφωνήσει σε κάτι τέτοιο. Επομένως, σημασία έχει τι δήλωσαν τα μέρη μεταξύ τους κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας. Εκείνος που πώλησε την επιχείρηση είναι η ενάγουσα και όχι κάποια εταιρεία. Αυτό δήλωσε η ενάγουσα στους εναγόμενους και δεν έχουν σημασία τα τιμολόγια που κατέθεσαν οι εναγόμενοι. Η σχέση της ενάγουσας με την εταιρεία του συζύγου της, και εσωτερικές διευθετήσεις που έγιναν μεταξύ τους για τακτοποίηση οικονομικών ζητημάτων δεν είναι επίδικο ζήτημα στην αγωγή. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η ενάγουσα αποφάσισε να πωλήσει τη δική της επιχείρηση στους εναγόμενους και οι εναγόμενοι αυτό αντιλήφθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο αφού αναγνώρισαν το δικαίωμα της να πωλήσει την επιχείρηση. Αυτή τους πώλησε την επιχείρηση, αυτή τους παρέδωσε την κατοχή του καταστήματος κατά τον επίδικο χρόνο. Οι εναγόμενοι πρόβαλαν τη θέση ότι η ενάγουσα δεν είχε τέτοιο δικαίωμα μόνο ως τέχνασμα διά να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους με βάση τα συμφωνηθέντα. Αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας είναι φανερό ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ήθελαν την ενάγουσα να πιστεύει ότι θα πωλούσε την επιχείρηση της και το εμπόρευμα που είχε καταγραφεί στα δύο βιβλία. Ήταν σημαντικό να πιστεύει η ενάγουσα ότι αυτή ήταν οι όροι της συμφωνίας για να τους παραδώσει την κατοχή του καταστήματος. Τα γεγονότα ήταν ακριβώς όπως τα έχει παρουσιάσει η ενάγουσα, οι διαπραγματεύσεις για την αγορά της επιχείρησης κατέληξαν σε συμφωνία. Οι εναγόμενοι δεσμεύθηκαν να αγοράσουν την εμπορική εύνοια της επιχείρησης της ενάγουσας στην τιμή των ΛΚ11500.00 και δεσμεύθηκαν να αγοράσουν το εμπόρευμα που είχε καταχωρηθεί στα δύο βιβλία σε τιμή κόστους. Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος που πραγματοποιήθηκε η καταγραφή προτού παραδώσει η ενάγουσα την κατοχή του καταστήματος με το εμπόρευμα. Είμαι βέβαιη ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 θα παρουσίαζαν τα δύο βιβλία της καταγραφής εάν αυτά στοιχειοθετούσαν την δική τους εκδοχή των γεγονότων. Η αδικαιολόγητη άρνηση των εναγομένων να παρουσιάσουν τα εν λόγω βιβλία αποδεικνύει ότι οι εναγόμενοι δεν επιθυμούν να αποκαλύψουν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι δηλώσαν στην ενάγουσα ότι ήθελαν να αγοράσουν την επιχείρηση της με τους όρους που ανέφερε η ενάγουσα στη μαρτυρία της. Εκείνο το οποίο δεν είναι γνωστό είναι κατά πόσο έκαναν την προφορική συμφωνία, η υλοποίηση της οποίας ξεκίνησε με την καταγραφή των εμπορευμάτων και την αλλαγή στην κατοχή του καταστήματος, εν γνώσει και με πρόθεση να αναιρέσουν τα συμφωνηθέντα μόλις πάρουν την κατοχή του καταστήματος. Όμως αυτό δεν έχει σημασία διότι έδειξαν στην ενάγουσα ότι υπήρξε σύγκλιση στα συμφωνηθέντα για να αποκτήσουν την κατοχή του καταστήματος και των εμπορευμάτων. Θεωρώ ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει ότι υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών ως αναφέρεται πιο πάνω. Είναι γεγονός ότι μετά την καταγραφή των εμπορευμάτων δεν επήλθε συγκεκριμένη συμφωνία σχετικά με την αξία των εμπορευμάτων πέραν της γενικής συμφωνίας ότι οι εναγόμενοι θα πλήρωναν τιμή κόστους για τα εμπορεύματα στην κατοχή τους. Εν όψει της όλης συμπεριφοράς των εναγομένων 1 και 2 να κατακρατούν και να εκμεταλλεύονται την περιουσία της ενάγουσας χωρίς να την πληρώσουν και να αρνούνται να παρουσιάσουν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που να αποδεικνύει ποια εμπορεύματα πέρασαν στην κατοχή των εναγόμενων, ήτοι τα δύο βιβλία θεωρώ ότι η προφορική μαρτυρία της ενάγουσας είναι ικανοποιητική για να αποδειχθεί ότι η αξία των εμπορευμάτων ήταν το ποσό των ΛΚ38000.
  22. Η ενάγουσα έκανε την καταγραφή μαζί με τους εναγόμενους, είχε τα βιβλία στην κατοχή της κατά τον επίδικο χρόνο και προχώρησε στην τιμολόγηση των εν λόγω εμπορευμάτων με τον τρόπο που εξήγησε. Με βάση το περιεχόμενο των βιβλίων ήλθε άμεσα σε επαφή με τους προμηθευτές της και έμαθε πιο ήταν το πραγματικό κόστος των εμπορευμάτων. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία για να αποδείξουν ότι αυτή η κοστολόγηση ήταν λανθασμένη. Αυθαίρετα στέρησαν το Δικαστήριο και την ενάγουσα από το μόνο αποδεικτικό στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να ελεγχθεί η ορθότητα της κοστολόγησης της ενάγουσας. Συνεπώς, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της ενάγουσας η οποία είχε ανάμιξη στην καταγραφή προσωπικά και προσωπικά διενέργησε την κοστολόγηση με τρόπο ορθό, και με τρόπο που θα μπορούσε εν πάσει περιπτώσει να αναθεωρηθεί από τους εναγόμενους για την ορθότητα της με βάση τα στοιχεία στην κατοχή των εναγομένων, υιοθετώ πλήρως την εκτίμηση ότι η αξία των εμπορευμάτων που παρέμειναν στην κατοχή των εναγομένων με βάση τη συμφωνία ήταν ΛΚ38000.
  23. Οι εναγόμενοι συνήψαν τη συμφωνία ως πρόσωπα. Σημασία έχει ποια πρόθεση εκδήλωσαν στην ενάγουσα και όχι ποια ήταν η κρυφή πρόθεση των εναγομένων που δεν έγινε γνωστή στην ενάγουσα για να πεισθεί να αποχωριστεί από την περιουσία της. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον όλων των εναγομένων για το ποσό των (ΛΚ38000.00 και ΛΚ9500.-) €81.158,50 ευρώ πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ [1] 1 ΑΑΔ

(1999)σελ. 630 [2] 1 ΑΑΔ
(2001)2126 [3] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 397 [4] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 168 [5] 1 ΑΑΔ
(2001)σελ. 500 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.