Κωνσταντίνου Λαούτα ν. Παναγιώτη Παναγιώτου, Αγωγή αρ. 7652/2004, 1 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A292 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 7652/2004 Μεταξύ: Κωνσταντίνου Λαούτα Ενάγοντα και Παναγιώτη Παναγιώτου Εναγομένου 1 Ιουλίου, 2011. Για ενάγοντα: κ. Α. Χρ. Ευτυχίου. Για εναγόμενο: κ. Χ. Γ. Τσίγκης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με αυτή την αγωγή ο ενάγοντας ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 24.3.04 με βάση την οποία ο ενάγοντας πώλησε το υποστατικό με αρ. 87Α στην Αγλαντζιά είναι άκυρη ως αποτέλεσμα δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή απάτης, Διάταγμα ακύρωσης της συμφωνίας και επιστροφής του υποστατικού και διαζευκτικά γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκε ο ενάγοντας λόγω του δόλου και/ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων που διέπραξε ο εναγόμενος σε βάρος του. Στην Έκθεση Απαίτησής του ο ενάγοντας αναφέρει ότι ήταν κάτοχος του επίδικου υποστατικού δυνάμει σύμβασης μίσθωσης μεταξύ του και του Δήμου Αγλαντζιάς και χρησιμοποιούσε το υποστατικό ως «συνεργείο και πλύσιμο αυτοκινήτων», είχε δε δικαίωμα να πωλήσει το υποστατικό. Στις 24.3.04 κατόπιν άδειας του Δήμου Αγλαντζιάς και με βάση γραπτή συμφωνία μεταξύ του και του εναγομένου, πώλησε στον εναγόμενο το υποστατικό για £36.000, από το οποίο £4.770 καταβλήθηκαν στο ενάγοντα και το υπόλοιπο στο Δήμο. Για να πειστεί ο ενάγοντας να πωλήσει και υπογράψει την πιο πάνω συμφωνία, ο εναγόμενος έδωσε διαβεβαιώσεις στον ενάγοντα ότι θα χρησιμοποιεί το υποστατικό ως ξυλουργείο και όχι ως «συνεργείο και πλύσιμο αυτοκινήτων», γιατί δεν ήθελε να πληρώσει περισσότερο και ότι ήθελε να αγοράσει μόνο το υποστατικό χωρίς την επιχείρηση που διεξαγόταν σε αυτό. Οι πιο πάνω δηλώσεις έγιναν σε γνώση του εναγομένου ότι ήταν ψευδείς με σκοπό να πειστεί ο ενάγοντας να υπογράψει τη συμφωνία. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο εναγόμενος υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι δεν θα χρησιμοποιούσε το υποστατικό για πλυντήριο, με πρόθεση να εξαπατήσει τον ενάγοντα να του το πωλήσει για πιο μικρό ποσό. Ο εναγόμενος συνέχισε να χρησιμοποιεί το υποστατικό όπως ο ενάγοντας. Ως αποτέλεσμα του δόλου, απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων που έγιναν από τον εναγόμενο, ο ενάγοντας ισχυρίζεται πως η συμφωνία είναι άκυρη και ότι υπέστηκε ζημιές, £10.000 την εμπορική εύνοια και απώλεια εισοδήματος £8.000 το χρόνο, καθώς και απώλεια χρήσης του υποστατικού και επιχείρησης. Στην έκθεση υπεράσπισής του ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 4 - 9 της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και τις αιτούμενες θεραπείες και καλεί τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξή τους. Ο Μ.Ε.1 ήταν ο ενάγοντας Κωνσταντίνος Λαούτας. Κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν κάτοχος του υποστατικού με αρ. 87Α στη Βιοτεχνική Περιοχή του Δήμου Αγλαντζιάς, με βάση σύμβαση μίσθωσης, ημερομηνίας 17.3.98 (τεκμήριο 2), μεταξύ του και του Δήμου για 33 χρόνια από 1.2.97 μέχρι 28.2.30 έναντι ανταλλάγματος £26.271 και ετήσιου μισθώματος £50. Χρησιμοποιούσε το υποστατικό ως συνεργείο και πλυντήριο αυτοκινήτων και με βάση τους όρους της σύμβασης, είχε δικαίωμα με την άδεια του Δήμου να το πωλήσει. Στις 24.3.2004 κατόπιν γραπτής και/ή προφορικής και/ή εξυπακουόμενης άδειας του Δήμου Αγλαντζιάς, με βάση γραπτή συμφωνία που έγινε μεταξύ του και του εναγομένου, τεκμήριο 3, πώλησε στον εναγόμενο το ποιο πάνω υποστατικό για £36.000 από το οποίο £4.770 καταβλήθηκαν στον ίδιο και το υπόλοιπο ποσό καταβλήθηκε στο Δήμο για πληρωμή υποχρέωσής του προς τον τελευταίο, δυνάμει της πιο πάνω σύμβασης. Για να πειστεί να πωλήσει ο εναγόμενος, του έκανε τις πιο κάτω υποσχέσεις, διαβεβαιώσεις, δηλώσεις και παραστάσεις: (
- i)Ότι θα χρησιμοποιεί το υποστατικό ως ξυλουργείο και όχι «συνεργείο και πλύσιμο αυτοκινήτων» γιατί δεν ήθελε να πληρώσει περισσότερο για την εμπορική εύνοια και καλή φήμη του «συνεργείου και πλυσίμου» που ήταν η επιχείρηση που διεξήγαγε επιτυχώς. (
- ii)Ότι ήθελε να αγοράσει μόνο το υποστατικό χωρίς την επιχείρηση. Ο εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ότι θα χρησιμοποιούσε το υποστατικό ως ξυλουργείο. Δεν ήθελε να πληρώσει περισσότερο από £36.000. Ο εναγόμενος του έκανε τις πιο πάνω δηλώσεις και παραστάσεις σε γνώση του ότι ήταν ψευδείς και χωρίς πίστη ότι ήταν αληθινές και απερίσκεπτα και αδιάφορα κατά πόσο ήταν αληθινές και ψευδείς, με σκοπό να τον εξαπατήσει και να πειστεί, παρακινηθεί και δεχτεί να υπογράψει την πιο πάνω γραπτή συμφωνία πώλησης και να παραδώσει στην κατοχή του υποστατικού στον εναγόμενο. Του υποσχέθηκε ότι δεν θα χρησιμοποιούσε το πιο πάνω υποστατικό ως «συνεργείο και πλύσιμο» αυτοκινήτων χωρίς να έχει πρόθεση να το πράξει και με πρόθεση να τον εξαπατήσει να του πωλήσει για μικρότερο ποσό χρημάτων. Με βάση τις πληροφορίες και τα γεγονότα που είχε υπόψη του ο εναγόμενος, οι δηλώσεις του δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως αληθινές. Μετά την πώληση του υποστατικού διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος το χρησιμοποίησε ως «συνεργείο και πλύσιμο», όπως ο ενάγοντας το χρησιμοποιούσε πριν το πωλήσει. Επειδή οι παραστάσεις και ενέργειες του εναγομένου ήταν ψευδείς και συνιστούσαν δόλο, στις 27.5.04 προφορικά και με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 27.5.04, τεκμήριο 5, που παρέδωσε στον εναγόμενο, πληροφόρησε τον εναγόμενο ότι η πιο πάνω γραπτή συμφωνία για την πώληση του πιο πάνω υποστατικού είναι άκυρη. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω, δικαιούτο να ακυρώσει την πιο πάνω γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 24.3.04, να ζητήσει την επιστροφή της κατοχής του πιο πάνω υποστατικού και αξιώσει αποζημιώσεις για ειδικές και γενικές ζημιές και απώλειες που υπέστηκε. Η αξία της εμπορικής εύνοιας και καλής φήμης και αξίας της επιχείρησης που διεξάγετο σε αυτή ως «συνεργείο και πλύσιμο» αυτοκινήτων στο πιο πάνω υποστατικό, υπερβαίνει το ποσό των £10.000 ή €17.086. Επίσης, απώλεσε ετήσιο εισόδημα £8.000 ή €13.668. Υπέστηκε γενικές αποζημιώσεις για απώλεια της κατοχής και χρήσης του υποστατικού και της επιχείρησης του «συνεργείου και πλυσίματος» αυτοκινήτων. Υπέστηκε δε πάνω από £8.000 από τη μελλοντική απώλεια εισοδήματος το χρόνο. Η ονομασία της επιχείρησης του ήταν «TOP GEAR». Με την πληρωμή έκδιδε τιμολόγια και υπέγραφε ο πελάτης. Για το 2002 έχει στην κατοχή του τα περισσότερα. Έχει και για το 2001. Τα υπόλοιπα τιμολόγια χάθηκαν. Κατέθεσε δέσμη τιμολογίων, τεκμήριο 4. Τα είχε δώσει στον Μ.Ε.5, ο οποίος επισκέφθηκε την τοποθεσία και υπολόγισε, περίπου, τον κύκλο εργασιών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο υποστατικό είχε υπάλληλο που δούλευε. Ο ίδιος εργαζόταν αλλού. Ο υπάλληλος δούλεψε 3 χρόνια, από το 2001 - 2004, περίπου. Στο Δήμο Αγλαντζιάς δεν ήταν πάντοτε εντάξει με τις πληρωμές του. Σε υποβολή πως για 6 χρόνια δεν έκανε πληρωμή, για αυτό μεγάλωσε το υπόλοιπο, απάντησε πως δεν ήταν σίγουρος. Σε ερώτηση σε ποιο σημείο της συμφωνίας, Τεκμήριο 3, αναφέρεται ότι πρόκειτο για επιχείρηση, απάντησε ότι ο εναγόμενος του είπε ότι θα το έκανε ξυλουργείο και αυτός του ανέφερε την τιμή. Ο εναγόμενος ρώτησε αν ήταν πλυντήριο αν θα ήταν διαφορετική η τιμή. Ο Δήμος Αγλαντζιάς τους ζήτησε να κάνουν συμφωνία μεταξύ τους. Δέχθηκε ότι το χρέος του προς το Δήμο αρχικά, το 1998, ήταν £26.000 και αυξήθηκε το 2004 σε £36.000. Σε υποβολή ότι η επιχείρηση ήταν κατά συνέπεια ζημιογόνα, αρνήθηκε αναφέροντας αυτολεξεί «έκανε το κέρδος που έκανε». Σε ερώτηση πώς έκανε κέρδος αφού το χρέος της είχε αυξηθεί, απάντησε πως δεν μπορεί να το εξηγήσει. Αν δεν ήταν «τυπικός» με τις υποχρεώσεις του, ήταν άλλο και αν δεν έβγαζε κέρδος ήταν άλλο. Αρνήθηκε πάντως πως η επιχείρηση ήταν ζημιογόνα. Τρεις μέρες αφού έφυγε, του είπαν ότι ο εναγόμενος αντί ξυλουργείο έκανε το υποστατικό πλυντήριο. Στον Μ.Ε.5 έδωσε τις αποδείξεις που είχε πριν, τις σημειώσεις για τον αριθμό αυτοκινήτων την ημέρα και έκανε μελέτη και ο ίδιος. Στην αρχή η επιχείρηση λειτουργείτο από τον εναγόμενο και τον πρώην υπάλληλό του. Ο Μ.Ε.1 δεν είχε πει στον εναγόμενο πόσα περισσότερα λεφτά ήθελε αν θα λειτουργούσε το υποστατικό σαν πλυντήριο, το θεώρησε άσκοπο. Η αξία ως πλυντήριο ήταν £45.000 - 50.000. Του είχαν κάνει και άλλοι πρόταση. Αν ο εναγόμενος του έλεγε ότι το ήθελε για πλυντήριο δεν θα το πωλούσε καν γιατί δεν υπήρχε λόγος. Δεν έχει για όλα τα τιμολόγια αποδείξεις. Κάποιες χάθηκαν. Σε ερώτηση αν για το 2001 και 2000 υπολόγισε μερικώς, απάντησε πως τα κατέθεσε ενδεικτικά. Όταν έμαθε ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε το υποστατικό ως πλυντήριο έκανε ένσταση στο Δημαρχείο και έστειλε μέσω δικηγόρου το Τεκμήριο 5. Η διαβεβαίωση ότι ο χώρος δεν θα χρησιμοποιείτο ως πλυντήριο, του δόθηκε προφορικά. Δέχθηκε πως ο ίδιος δεν είχε αφήσει εκεί εξοπλισμό πλυντηρίου. Ο εναγόμενος έφερε το δικό του. Είναι μηχανήματα που εύκολα μεταφέρονται. Ο ίδιος δεν πέρασε να δει αν το υποστατικό χρησιμοποιείτο ως πλυντήριο. Κάποιοι γνωστοί του του είπαν ότι θα λειτουργούσε ως πλυντήριο. Μέχρι σήμερα λειτουργεί. Ο εναγόμενος τον είχε διαβεβαιώσει πως δεν θα το έκανε πλυντήριο. Την επιστολή Τεκμήριο 5 την παρέδωσε ο ίδιος «στο μαγαζί». Ο εναγόμενος ήταν εκεί. Δεν ήταν βέβαιος. Αν του την είχαν παραδώσει δεν γνωρίζει. Ο εναγόμενος δεν ήταν εκεί, ήταν κάποιος που δεν γνώριζε. Αρνήθηκε ότι ποτέ δεν παρέδωσε την επιστολή. Φώναξε κάποιο και του την έδωσε. Σε ερώτηση με ποια μηχανήματα πλένονταν τα αυτοκίνητα απάντησε πως πλένονταν στο χέρι. Αρνήθηκε ότι ουδέποτε ο εναγόμενος του υποσχέθηκε οτιδήποτε και ότι η εύνοια που ζητά είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμά του. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο Γιώργος Χατζηκώστας. Αγόρασε το επίδικο υποστατικό από κάποιο Ερμή το 2008 για €34.000 και το πούλησε €23.000. Έδωσε €18.000 για τον αέρα και €5.000 για τα μηχανήματα. Κατέθεσε τη συμφωνία ως τεκμήριο 7. Αντεξεταζόμενος απάντησε ότι στης 31.5.10 πώλησε το υποστατικό στην εταιρεία. Ο ένας διευθυντής ήταν ο Ανδρέας Νικολάου. Σε ερώτηση πώς κατέληξε στις €18.000 απάντησε πως ήθελε να το πωλήσει και για αυτό το πούλησε όταν βρήκε αγοραστή. Το πούλησε με ζημιά. Δεν έβαλε εκτιμητή. Ζήτησε περισσότερα και ο αγοραστής τον πίεσε. Ο Αντρέας Νικολάου ήταν πελάτης του και ήξερε τον κύκλο εργασιών. Το πλυντήριο το δούλευε το ίδιος ο Μ.Ε.2 περίπου 2 χρόνια. Κουράστηκε και για αυτό ήθελε να το πουλήσει το πλυντήριο. Πριν το αγοράσει πήγαινε για 6 μήνες εκεί 2-3 φορές τη βδομάδα. Ο Ερμής ήταν εκεί. Δεν θυμόταν τα ονόματα άλλων θαμώνων. Οι €5.000 ήταν για εξαρτήματα - τεχνικό εξοπλισμό. Τότε ενοικίαζε το μαγαζί, πλήρωνε ενοίκιο €598,50 στον Παναγιώτη. Ο τελευταίος έφερε αντίρρηση να αγοράσει το μαγαζί η εταιρεία, ήθελε προμήθεια. Δεν του έδωσε τελικά. Αρνήθηκε ότι για αυτό το λόγο ήρθε να καταθέσει εκδικητικά. Ο Μ.Ε.3 ήταν ο Ιωάννης Τουμάζος. Διατηρεί γκαράζ απέναντι από το επίδικο. Ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο υποστατικό για να το κάνει «πελεκανιό». Ήταν παρών στην πράξη και αγόρασε τα μηχανήματα του ενάγοντα. Ο εναγόμενος τους ανάγκασε να φύγουν τα μηχανήματα γιατί θα δούλευε ως πελεκάνος και έφερε μηχανήματα για να κάνει πλυντήριο. Το έδωσε σε κάποιο Ερμή και το δούλευε το πλυντήριο. Ο Ερμής το πούλησε στο Γιώργο. Τώρα το έχει κάποιος Αντρέας Νικολάου, μηχανικός. Το μαγαζί ήταν πάντα πλυντήριο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έτυχε να ήταν εκεί για να αγοράσει τα μηχανήματα. Τον έβαλε να αδειάσει το μαγαζί σε 2 μέρες. Αγόρασε το μηχάνημα που πλένει, τον κομπρεσόρο, το ντεπόζιτο, το ψυγείο, για £800. Είχε δει το Μ.Ε.2 1-2 φορές σύνολο που ερχόταν και έπλενε το αυτοκίνητό του πριν αγοράσει το υποστατικό. Εξακολουθεί να είναι πλυντήριο το υποστατικό. Η κίνηση φαίνεται να είναι περίπου η ίδια. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήρθε να βοηθήσει το φίλο του. Ο Μ.Ε.4, Χρίστος Μαύρος, τροχονόμος του Δήμου Αγλαντζιάς, κατέθεσε το Τεκμήριο 8, σύμβαση μίσθωσης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως δεν γνώριζε το περιεχόμενο του εγγράφου και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τη σύναψη συμβολαίων. Ο Μ.Ε.5 ήταν ο Χρήστος Πατρίκιος, εγγεγραμμένος εκτιμητής και κτηματομεσίτης. Έκανε εκτίμηση για την εμπορική εύνοια «που πρέπει να καταβάλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα για την χρησιμοποίησην του υποστατικού που αγόρασε ως πλυντήριον αυτοκινήτων, όπως αυτό εχρησιμοποιείτο και υπό τον ενάγοντα». Ετοίμασε έκθεση, Τεκμήριο 9, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Στη σελίδα 3 της έκθεσής του καταλήγει στα ακόλουθα υπό τον τίτλο «Εκτίμησις»: «Βάσει των ως άνω δεδομένων και κριτηρίων και λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ο εναγόμενος εξήσκησε στο υποστατικό που αγόρασε από τον ενάγοντα ακριβώς την ίδιαν επιχείρησιν που εξασκούσε ο ενάγοντας, δια την οποίαν επιχείρησιν ο ενάγων εδημιούργησε καλό όνομα, καλήν φήμη, καλούς πελάτες και καλόν κύκλο εργασιών, έτσι αυξάνοντας την αξίαν του υποστατικού και εν όψει του γεγονότος ότι ο ενάγων κατά την περίοδος που ελειτουργούσε την επιχείρηση, πλυντήριον αυτοκινήτων απεκόμιζε το καθαρόν ετήσιον κέρδος £8.000= έως £9.000= υπολογίζω σφαιρικά την προς τον ενάγοντα, εμπορικήν εύνοιαν, καταβλητέαν υπό του εναγομένου, στο ποσόν των £10.000= (Δέκα χιλιάδες λίρες) το οποίον ποσόν ευρίσκω εύλογο, δίκαιο και αντιπροσωπευτικό και το υιοθετώ». Η επιχείρηση ήταν μέτριου βεληνεκούς. Ζήτησε να του φέρει λογιστική κατάσταση που δεν είχε και του ζήτησε άλλα λογιστικά βιβλία, συγκεκριμένα το τεκμήριο 4. Διάβασε και το δικόγραφο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι του παρουσίασαν μόνο τιμολόγια και άλλες καταστάσεις. Έλεγξε διάφορα τιμολόγια από 1998 - 2004. Σε ερώτηση αν έκρινε ότι με αυτά τα στοιχεία μπορούσε να κάνει αξιόπιστη εκτίμηση, απάντησε ότι έκρινε ότι ήταν καθοδηγητικά για να καταλήξει σε λογικό συμπέρασμα. Στις £8.000 - 9.000 κατέληξε από τα τιμολόγια. Σε ερώτηση πώς κατέληξε επιστημονικά ότι σε περίπτωση που το υποστατικό θα χρησιμοποιείτο ως πλυντήριο η τιμή πώλησης ότι ήταν ψηλότερη, απάντησε, με μαθηματική ακρίβεια θα επωφελείτο τους πελάτες. Ήταν λειτουργούσα και κερδοφόρα για αυτό την υπολόγισε σε £10.000. Σε υποβολή πως ήταν ζημιογόνα, απάντησε και σε τέτοια περίπτωση η εύνοια δεν εξαλείφεται, έστω και αν η επιχείρηση ήταν ζημιογόνα. Η τιμή πώλησης θα ήταν πάνω από £36.000. Αρνήθηκε υποβολή ότι η εκτίμηση δεν ήταν αμερόληπτη. Αν παρουσιάζοντο λογιστικό βιβλία και αν τα κέρδη ήταν αυξητικά, τότε η εμπορική εύνοια σε ετήσιο μέσο όρο, από 1998-2004 επί πέντε, θα ήταν £50.000. Ο Μ.Υ.1 ήταν ο εναγόμενος. Συνάντησε τον ενάγοντα στο χώρο εργασίας του τελευταίου, ο οποίος συμπλήρωσε το Τεκμήριο 3 και το υπέγραψαν. Συμφώνησαν £36.000, ο Μ.Ε.1 χρωστούσε £31.000 στο Δημαρχείο και ζητούσε και ο ίδιος £5.000 σχεδόν, αέρα. Πήγε στο Δημαρχείο όπου του ανέφεραν ότι για 6 χρόνια ο Μ.Ε.1 δεν είχε πληρώσει ούτε μία δόση του δανείου και για να γίνει η πράξη ήθελαν τα λεφτά τους. Ο Μ.Ε.1 ήθελε τις £5.000 επειγόντως. Ο μόνος όρος της συμφωνίας ήταν ο Μ.Ε.1 να πάρει τα λεφτά αμέσως. Ανέφερε στον Μ.Ε.1 ότι θα το νοικίαζε γιατί ήταν πελεκάνος και ήδη νοικίαζε άλλο μαγαζί. Ο ενάγοντας δέχτηκε και ο εναγόμενος του άφησε το μαγαζί για 15 μέρες. Ό,τι μετακινείτο το ξήλωσε και το πούλησε. Υπέγραψε σύμβαση, Τεκμήριο 8, με το Δημαρχείο, όπως φαίνεται στη σχετική βεβαίωση, τεκμήριο 10. Η μίσθωση γράφτηκε, ως το τεκμήριο 12. Το υπόλοιπο που πλήρωσε στο Δημαρχείο ήταν £31.230,55, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 13. Ο Μ.Ε.1 ψεύδεται ότι του είπε πως δεν θα το χρησιμοποιούσε ως πλυντήριο και ότι θα αγόραζε μόνο το υποστατικό χωρίς την επιχείρηση και ότι αν συνέχιζε να το χρησιμοποιεί ως πλυντήριο θα πλήρωνε και την εύνοια. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν τα λεφτά, που όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3 τα ήθελε την ίδια μέρα. Ουδέποτε ο Μ.Ε.1 του ανέφερε ότι ζητούσαν αέρα ή ότι είχε πολλή δουλειά. Νοικίαζε το μαγαζί ως τέτοιο και όχι ως πλυντήριο. Ο πρώτος ενοικιαστής του ήταν ο Ερμής Δημητριάδης και ακολούθως ήταν ο Μ.Ε.2. Το υποστατικό του παραδόθηκε εντελώς άδειο. Ο εναγόμενος για 6 χρόνια δεν πλήρωσε καμία δόση. Μόνο εισέπραττε αφού ενοικίαζε το υποστατικό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι αγόρασε το επίδικο μαγαζί για επένδυση. Αρνήθηκε υποβολή ότι το αγόρασε για να το κάνει ξυλουργείο και να «γλυτώσει από το ενοίκιο». Στον ίδιο ανέφερε ότι θα το νοικίαζε αρχικά. Ο χώρος του τον βόλευε καλύτερα. Δέχθηκε πως στο Τεκμήριο 8 γράφει πως μισθώνει το υποστατικό ως πελεκάνος. Τον ρώτησαν ποιά είναι η πρώτη του δουλειά. Σε υποβολή ότι στο τεκμήριο 3 δεν μπορούσαν να μπουν όλοι οι όροι, δηλαδή και ότι θα έκανε ξυλουργείο το χώρο και ότι αν τον έκανε πλυντήριο να έδιδε αέρα, απάντησε πως ο Μ.Ε.1 δεν του είπε κάτι τέτοιο. Το Μ.Ε.1 δεν τον ενδιέφερε τι θα έκανε το μαγαζί. Σε υποβολή ότι ενοικίασε το υποστατικό ως πλυντήριο γιατί ήταν πιο εύκολο, απάντησε ότι τα μαγαζιά στην περιοχή είναι περιζήτητα και νοικιάζονται με το μέτρο. Στον Ερμή Δημητριάδη νοικίασε το μαγαζί €598,50 (£300). Δεν χρέωσε αέρα. Ούτε και τον Μ.Ε.2. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν μπήκε πρόσθετος όρος για τον αέρα γιατί διαβεβαίωσε το Μ.Ε.1 ότι θα έκανε το υποστατικό ξυλουργείο. Δεν μπήκε όρος γιατί ήξερε πως θα το ενοικίαζε. Ο όρος που τον ενδιέφερε περισσότερο ήταν να πάρει τα λεφτά μέχρι 15.4.04. Όσα ζήτησε πήρε. Αρνήθηκε ότι ξεγέλασε το Μ.Ε.1. Ήταν καθαρός στις πράξεις του και δεν επωφελήθηκε το ποσό του αέρα. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο Μ.Ε.1 δεν με έχει πείσει ότι το σύνολο των ισχυρισμών του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία του διέπετο από γενικότητα και αοριστία και σε πολλά σημεία στερείτο πειστικότητας και ήταν υπερβολική και αντιφατική. Καταρχήν θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι η θέση του Μ.Ε.1 ότι ο εναγόμενος δεσμεύτηκε ότι θα χρησιμοποιούσε το υποστατικό ως ξυλουργείο δεν φαίνεται να έχει αποτυπωθεί στη συμφωνία Τεκμήριο 3. Η πιο πάνω παράλειψη προκαλεί ερωτηματικά σε σχέση με το βάσιμο του ισχυρισμού του Μ.Ε.1, ειδικότερα έχοντας υπόψη τη σημαντικότητα της εν λόγω δέσμευσης για το Μ.Ε.1. Περαιτέρω, και κατ' επέκταση ξενίζει το γεγονός ότι δεν ανέφερε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, στον εναγόμενο την αξία της επιχείρησης, ενώ η θέση του ότι θεώρησε άσκοπο να το αναφέρει στον εναγόμενο δεν πείθει. Η δε θέση του Μ.Ε.1 ότι αν ο εναγόμενος του έλεγε ότι λειτουργούσε το υποστατικό ως πλυντήριο δεν θα το πωλούσε γιατί «δεν υπήρχε λόγος» παρέμεινε χωρίς υπόβαθρο και δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι η υποβολή του κ. Ευτυχίου στον εναγόμενο ότι ο λόγος που δεν συμπεριλήφθηκε όρος για την εύνοια στη συμφωνία που υπογράφτηκε ήταν η διαβεβαίωση του εναγομένου στον Μ.Ε.1 ότι θα έκανε το υποστατικό ξυλουργείο, δε βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία του Μ.Ε.1. Ενδεικτική της αοριστίας και ανακρίβειας της μαρτυρίας του μάρτυρα ήταν η απάντησή του σε υποβολή ότι για 6 χρόνια δεν έκανε οποιαδήποτε πληρωμή στο Δημαρχείο Αγλαντζιάς ότι δεν ήταν σίγουρος «κάποιες φορές πλήρωνα», είπε χαρακτηριστικά. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Οι Μ.Ε.2, 3 και 4, δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκαναν καλή εντύπωση, όμως στη μαρτυρία τους μόνο μηδαμινή βαρύτητα μπορεί να δοθεί αφού τίποτε δεν προσθέτει στη μαρτυρία του ενάγοντα. Ο Μ.Ε.5, ο οποίος κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Πρέπει πρωτίστως να αναφερθεί ότι παρέμεινε εντελώς άγνωστος τόσο ο τρόπος με τον οποίο ο Μ.Ε.5 κατέληξε στο καθαρό ετήσιο κέρδος £8.000 - £9.000 όσο και στο ποσό της εμπορικής εύνοιας. Ούτε το υλικό στο οποίο βασίστηκε έγινε γνωστό στο Δικαστήριο, ούτε η μεθοδολογία του. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τα αναγκαία στοιχεία ή επιστημονικά κριτήρια για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Θεωρώ δε ότι η μαρτυρία του ήταν και ασυνεπής. Παρά το ότι στα πιο πάνω συμπεράσματά του προκύπτει ότι έλαβε υπόψη το κέρδος της επιχείρησης, στην αντεξέτασή του ανέφερε, ατεκμηρίωτα, ότι η εύνοια δεν εξαλείφεται σε περίπτωση που η επιχείρηση είναι ζημιογόνα. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Μ.Υ.1, από την άλλη, μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν φυσική και σαφής, και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η θέση του ότι είχε αναφέρει στον ενάγοντα ότι αρχικά θα νοικίαζε το υποστατικό δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και η θέση του ότι ο ενάγοντας επειγόταν να πάρει τα λεφτά αμφισβητήθηκε. Προσθέτω, συναφώς, ότι δεν θεωρώ ότι η υποβολή του συνηγόρου του ενάγοντα προς το μάρτυρα ότι αγόρασε το υποστατικό για να το κάνει ξυλουργείο συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Έχοντας αποδεχτεί τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Καταλήγω βασικά, ότι ο ενάγοντας και ο εναγόμενος υπέγραψαν τη συμφωνία, Τεκμήριο 3, για πώληση, από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο, του υποστατικού με αρ. 87Α στη Βιοτεχνική Περιοχή Αγλαντζιάς, για £36.000. Αφού ο εναγόμενος πλήρωσε το ποσό που συμφώνησαν με βάση τη συμφωνία, δηλαδή £31.230,55 προς το Δήμο Αγλαντζιάς και το υπόλοιπο στον ενάγοντα, υπέγραψε σύμβαση μίσθωσης για το πιο πάνω υποστατικό με το Δήμο Αγλαντζιάς, Τεκμήριο 8, στις 15.4.2004. Ανέφερε στον ενάγοντα ότι είχε πρόθεση να προβεί σε ενοικίαση του υποστατικού. Ο εναγόμενος δεν ανέφερε στον ενάγοντα ότι θα χρησιμοποιούσε το υποστατικό ως ξυλουργείο και όχι ως πλυντήριο. Με βάση όλα τα πιο πάνω, ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του και κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο