ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 781/07, 4 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A294 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 781/07 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD Ενάγοντες -και-
- ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- Ε & Κ ΣΚΟΥΜΠΡΗΣ ΛΤΔ Εναγομένοι Αίτηση ημερομηνίας 10.6.2011 για Τροποποίηση Ημερ.: 4 Ιουλίου,
- Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κνώφος Για τον Εναγόμενο αρ. 1 - Καθ'ου η αίτηση: κα Γεωργιάδου Για τον Εναγόμενο αρ. 1 - Καθ'ου η αίτηση: κ. Χρίστης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας καταχώρησε στις 2.2.2007 την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία αξιοί εναντίον των Εναγομένων ποσό Λ.Κ.35.599,48 πλέον τόκο προς 1.1% τον μήνα επί αυτού από 28.7.2002 μέχρι εξόφλησης, καθώς και διάταγμα για πώληση μετοχών. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως το ποσό αυτό αξιώνεται δυνάμει γραμματίου. Λεπτομερέστερη αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. Με την υπό εξέταση Αίτηση οι Ενάγοντες εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Εκθεσης Απαιτήσεως ως ακολούθως: «I. Με την προσθήκη αμέσως μετά το τέλος της παραγράφου αρ. 2 και σε συνέχεια αυτής των πιο κάτω: «Το εν λόγω ποσό των £ 50.000 κατεβλήθη στον Εναγόμενο αρ. 1 στις 28/1/2002 και συμφωνήθηκε ότι θα ξοφλήτο σε 6 μήνες ήτοι στις 28/7/2002 και ότι φέρει τόκο 1.1% τον μήνα προπληρωτέα. Ο Εναγόμενος αρ. 1 στις 28/1/2002 πλήρωσε στους Ενάγοντες τον τόκο που αναλογούσε για την περίοδο από 28/1/2002 μέχρι 28/7/2002 προς 1.1% μηνιαίως ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους. ΙΙ. Με την προσθήκη μετά την παράγραφο αρ. 3 και πριν από την παράγραφο αρ. 4 της πιο κάτω νέας παραγράφου ως παράγραφος «3Α». «3Α. Οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος αρ. 1 περαιτέρω και/ή συμπληρωματικά προς την πιο πάνω συμφωνία δανείου και/ή το γραμμάτιο είχαν συμφωνήσει ότι ο Εναγομενος αρ. 1 θα επιβαρύνεται με όλα τα έξοδα που θα δημιουργούντο συνεπεία του πιο πάνω δανείου και/ή γραμματίου, θα ελάμβανε παράταση για την εξόφληση του πιο πάνω χρέους του με αντάλλαγμα και/ή εφόσον πλήρωνε τις εκάστοτε επιβαρύνσεις και/ή προπλήρωνε τους τόκους με επιτόκιο 1.25% τον μήνα όταν η παράταση εξόφλησης θα είναι για 3 μήνες και με επιτόκιο 1.1% οταν η παράταση εξόφλησης θα είναι για 6 μήνες. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος αρ. 1 συμφώνησε να προπληρώσει και προπλήρωσε τους τόκους μέχρι 28/7/2006 και/ή πλήρωσε τους πιο κάτω τόκους και ελάμβανε την ανάλογη παράταση για εξόφληση της πιο πάνω οφειλής του προς τους Ενάγοντες. (α) Στις 8/8/2002 πλήρωσε τους τόκους από 28/7/2002 μέχρι 28/1/2003 με επιτόκιο 1.1% τον μήνα εκ ποσού £3.300 και έλαβε παράταση μέχρι 28/1/
- (β) Στις 6/2/2003 πλήρωσε τους τόκους από 28/1/2003 μέχρι 28/4/2003 με επιτόκιο 1.25% τον μήνα εκ ποσού £ 1.875 και έλαβε παράταση μέχρι 28/4/
- (γ) Στις 30/4/2003 πλήρωσε τους τόκους από 28/4/2003 μέχρι 28/7/2003 με επιτόκιο 1.25% τον μήνα εκ ποσού £ 1.687,50 και έλαβε παράταση μέχρι 28/7/
- (δ) Στις 18/8/2003 πλήρωσε τους τόκους από 28/7/2003 μέχρι 28/1/2004 με επιτόκιο 1.1% τον μήνα εκ ποσού £ 2.570 καθώς και £19 συμφωνηθείσα επιβάρυνση και έλαβε παράταση μέχρι 28/1/
- (ε) Στις 6/2/2004 πλήρωσε τους τόκους από 28/1/2004 μέχρι 28/4/2004 με επιτόκιο 1.25% τον μήνα εκ ποσού £ 2.838 και έλαβε παράταση μέχρι 28/4/
- (στ) Στις 28/5/2004 πλήρωσε τους τόκους από 28/4/2004 μέχρι 28/7/2004 με επιτόκιο 1.25% τον μήνα εκ ποσού £ 2.714 και έλαβε παράταση μέχρι 28/7/
- (ζ) Στις 28/9/2004 πλήρωσε τους τόκους από 28/7/2004 μέχρι 28/10/2004 με επιτόκιο 1.25% τον μήνα εκ ποσού £ 2,563 καθώς και το ποσό των £43 συμφωνηθείσα επιβάρυνση και έλαβε παράταση μέχρι 28/10/
- (η) Στις 28/11/2004 πλήρωσε τους τόκους από 28/10/2004 μέχρι 28/1/2005 με επιτόκιο 1.25% τον μήνα εκ ποσού £ 2.563 και στις 18/11/2004 το ποσό των £32 ως συμφωνηθείσα επιβάρυνση και έλαβε παράταση μέχρι 28/1/
- (θ) Στις 28/2/2005 πλήρωσε τους τόκους από 28/1/2005 μέχρι 28/7/2005 με επιτόκιο 1.1% τον μήνα εκ ποσού £ 4.511 και στις 4/2/2005 € 50 ως συμφωνηθείσα επιβάρυνση και έλαβε παράταση μέχρι 28/7/
- (ι) Στις 15/9/2005 πλήρωσε τους τόκους από 28/7/2005 μέχρι 28/1/2006 με επιτόκιο 1.1% τον μήνα εκ ποσού €. 4.285 καθώς και €.77 ως συμφωνηθείσα επιβάρυνση και έλαβε παράταση μέχρι 28/1/
- (ια) Στις 10/3/2006 πλήρωσε τους τόκους από 28/1/2006 μέχρι 28/7/2006 με επιτόκιο 1.1% τον μήνα εκ ποσού €. 4.285 και έλαβε παράταση μέχρι 28/7/2006». Ο Εναγόμενος αρ. 1 συμφώνησε και/ή αποδέκτηκε να πληρώσει και/ή πλήρωσε £93,70 για χαρτόσημα και έξοδα πληρεξούσιου εγγράφου. ΙΙΙ. Με την προσθήκη στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης πριν από την 1η γραμμή, της πιο κάτω νέας πρότασης: «Έναντι του πιο πάνω χρέους του Εναγομένου αρ. 1 κατέβλήθηκαν στις 30/4/2003 £5.000, στις 30/10/2003 £841,50, στις 13/6/2004 €. 7.058, στις 13/6/2004 €47, στις 15/9/2005 €. 3.417, στις 8/3/2006 €. 2.136, στις 9/5/2006 €. 1.966.» Με την αντικατάσταση της ημερομηνίας 28/7/2002 στην Τρίτη γραμμή της παραγράφου αρ. 7 και στην παραγράφου αρ. 8(Α) με την ημερομηνία «28/7/2006». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, και Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 9 στην Νομολογία και στην γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση του κ. Αιμίλιου Έλληνα, διευθυντή της Ενάγουσα εταιρείας. Ο κ. Έλληνας αναφέρει ότι οι πληροφορίες εκ μέρους των Εναγόντων για τη σύνταξη και καταχώρηση της αγωγής δόθηκαν από τον κ. Κωνσταντίνο Παπαχαραλάμπους Credit Officer των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο κ. Παπαχαραλάμπους, όμως, παρέλειψε να πληροφορήσει τους δικηγόρους των Εναγόντων για το σύνολο των περιστατικών, και ειδικά ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει όπως ο τόκος προπληρώνεται, ότι όταν ο Εναγόμενος λάμβανε παράταση πληρωμής ο τόκος καθορίστηκε σε 1,25% μηνιαίως για περίοδο 3 μηνών, και σε 1.1% μηνιαίως για περίοδο 6 μηνών, καθώς και ότι ο Εναγόμενος πλήρωσε τους τόκους μέχρι την 28.7.
- Ως αποτέλεσμα τα πιο πάνω δεν περιλήφθηκαν στα δικόγραφα. Η αναγκαιότητα για τροποποίηση έγινε αντιληπτή την 3.6.2011 κατά την ακρόαση της αγωγής όταν έδιδε μαρτυρία κατά την ανάλυση της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο
- Η μαρτυρία δόθηκε χωρίς ένσταση από την άλλη πλευρά. Εισηγείται ότι η αίτηση υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση, και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ικανοποιηθεί το αίτημα, αφού έτσι θα δοθεί η ευκαιρία στους Ενάγοντες να παρουσιάσουν την υπόθεση στην ολότητα της. Κανενός τα δικαιώματα δεν επηρεάζονται, ισχυρίζεται, αφού παρά το ότι συμπληρώθηκε η αντεξέταση του από πλευράς του Εναγομενου αρ. 1, εν' τούτοις δεν έχει ακόμη αρχίσει η αντεξέταση του από πλευράς του Εναγομένου αρ.
- Εάν δεν εγκριθεί το αίτημα οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, ενώ οι Εναγόμενοι μπορούν να αποζημιωθούν με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Τελικά, την 10.6.2011 που η αγωγή ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, μετά από δήλωση όλων των συνηγόρων ότι ουδόλως θα επηρεαστεί η ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 κ. Έλληνα από την έκβαση της υπό εκδίκαση Αίτησης, έλαβε χώρα η αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους Εναγόμενους αρ. 2, καθώς και η επανεξέταση αυτού. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση. Η Ένσταση του Εναγομένου αρ. 1 βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 9, Δ.21, Δ.64 Θ.Θ. 1 και 2, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση εκτίθενται 13 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «(α) Τα γεγονότα που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες / Αιτητές στην αίτηση τους ημερ. 10.6.2011 ήταν εις γνώσιν τους από την αρχή της έγερσης της αγωγής. (β) Είναι φανερό οτι η αίτηση συνιστά προϊόν δεύτερης σκέψης των Εναγόντων / Αιτητών και μόνο σκοπό έχει την καθυστέρηση και εκτροχιασμό της όλης διαδικασίας και περαιτέρω προσπάθεια η μαρτυρία του κ. Έλληνα να συνάδει με τα δικόγραφα. (γ) Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται πολύ αργά και σε προχωρημένο στάδιο και αφορά ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν γνωστοί στους Ενάγοντες / Αιτητές, τουλάχιστον στο στάδιο της καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης, και καμία εξήγηση και εμφανή δικαιολογία δίνεται για αυτό. (δ) Η πλευρά των Εναγόντων / Αιτητών έχει ήδη τελειώσει με τον πρώτο μάρτυρα του και δεν θα μπορεί ο Εναγόμενος 1 να αντικρούσει τους νέους ισχυρισμούς της αίτησης τροποποίησης. (ε) Η παρούσα αίτηση και η ένορκος δήλωση που συνοδεύει αυτή είναι αντικανονική και παράτυπη, μη συνάδουσα με τους διαδικαστικούς κανονισμούς. (στ) Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the court) και επιδιώκεται πολλαπλότητα διαδικασιών. (ζ) Οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και σοβαρούς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (η) Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους / Καθ'ών η Αίτηση που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα. (θ) Η αίτηση είναι κακόπιστη και αβάσιμη. (ι) Με την προτεινόμενη τροποποίηση προβάλλεται για πρώτη φορά η θέση των Εναγόντων / Αιτητών, και δεν περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της ήδη καταχωρηθείσας έκθεσης απαίτησης. (κ) Η παρούσα αίτηση γίνεται με κακή πίστη των Εναγόντων / Αιτητών που είναι εμφανής από τον φάκελο του Δικαστηρίου. (λ) Η αποδοχή του αιτήματος της αίτησης τροποποίησης θα προκαλέσει μεγάλη ταλαιπωρία και ζημιά στον Εναγόμενο 1 / Καθ'ου η Αίτηση λόγω της ανάγκης προσαρμογής της υπόθεσης και στερουμένου του δικαιώματος του να αντεξετάσει τον κ. Έλληνα. (μ) Ο Ενόρκως Δηλών στην ένορκο δήλωση του, δεν αναφέρε το πότε περιήλθε σε γνώση του, απλώς αναφέρει ότι πρόσφατα περιήλθε σε γνώση του ότι η καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης δεν περιέχει όλα τα σημεία και εκτός από αυτό ήδη τελείωσε η μαρτυρία του κ. Έλληνα και δεν μπορεί η πλευρά του Εναγομένου 1 να αντεξετάσει πάνω στα σημεία της αίτησης τροποποίησης». Η Ένσταση αυτή συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Χριστάκη Παναγιώτου, ο οποίος προβαίνει σε παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης. Πέραν τούτου, και της επανάληψης των όσων περιέχονται στους λόγους ένστασης πιο πάνω, ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι από το γεγονός ότι η γραπτή κατάθεση του κ. Έλληνα φέρει ημερομηνία 8.12.2009 δείχνει ότι τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο κ. Έλληνας ήσαν εις γνώση των Εναγόντων τουλάχιστον από τότε. Προφανώς, εισηγείται, αν οι Εναγόμενοι ήθελαν, μπορούσαν από την αρχή να αναφέρουν όλα τα ισχυριζόμενα από τους ίδιους γεγονότα, και καμία εξήγηση δεν δίδεται ως προς το γιατί αυτό δεν έγινε. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν συνιστά θέμα δικογραφημένου ισχυρισμού, αλλά προσπάθεια αλλαγής ολόκληρης της απαίτησης. Εάν επιτραπεί η τροποποίηση, τότε θα προβάλλεται για πρώτη φορά η θέση των Εναγόντων, και γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέου πυρήνα αγωγής εντελώς διαφορετικού από τον πρώτο με αναπόφευκτα αρνητικές συνέπειες στα δικαιώματα του, θα προκαλέσει δε σε αυτόν μεγάλη ταλαιπωρία και ζημιά λόγω της ανάγκης αναπροσαρμογής της υπόθεσης του, ενώ θα του στερηθεί το Συνταγματικό του δικαίωμα για αντεξέταση του κ. Έλληνα αφού αυτός έχει ήδη τελειώσει την μαρτυρία του. Ένσταση καταχώρησαν και οι Εναγόμενοι αρ. 2, η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ. 1- 5, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 7 και 9 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής των Δικαστηρίων. Σε αυτή την Ένσταση προβάλλονται 4 λόγοι ένστασης, τους οποίους επίσης και παραθέτω: «(α) Το αίτημα της ενάγουσας για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως γίνεται πάρα πολύ καθυστερημένα, ήτοι 4 χρόνια μετά την καταχωρηση του κλητηρίου εντάλματος. (β) Η ενάγουσα δεν προβάλλει καμία εξήγηση και/ή καμία ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή στην υποβολή του αιτήματος της για τροποποίηση και/ή η εξήγηση την οποία προβάλλει δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος της. (γ) Η παρούσα αίτηση της ενάγουσας γίνεται κακόπιστα και αποσκοπεί στο να εισάξει στην έκθεση απαιτήσης ισχυρισμούς που αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. (δ) Η αιτούμενη τροποποίηση προσβάλει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του εναγόμενου για γρήγορη απονομή δικαιοσύνης και η διατήρηση της εκκρεμοδικίας παραβλάπτει τα συμφέροντα του». Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Ρίτας Χρίστη, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων αρ.
- Η κα Χρίστη εισηγείται ότι οι Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τις αιτούμενες τροποποιήσεις πολύ νωρίτερα, αφού αυτές αφορούν λεπτομέρειες της κατάστασης λογαριασμού που αυτή τηρούσε αναφορικά με τον Εναγόμενο αρ. 1, και που προφανώς ανέκαθεν σκόπευαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Η καθυστέρηση είναι πολύ μεγάλη, και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση των όσων αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Έλληνα. Θεωρεί ότι έγκριση του αιτήματος θα συνιστά περαιτέρω παραβίαση του Συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του Εναγόμενου για γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης του. Κατά την ακρόαση της αίτησης που περιορίστηκε σε αγορεύσεις, χωρίς δηλαδή την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους Ενόρκως Δηλούντες, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ουσιαστικά επανέλαβαν τις πιο πάνω θέσεις τους, όπως προβάλλονται στην Αίτηση και τις Ενστάσεις αντίστοιχα, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οιονδήποτε εκ των διαδίκων να διαφοροποιήσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους όπως θα είναι δίκαιο, και όλες οι τροποποιήσεις αυτές θα γίνονται ως πιθανόν να είναι απαραίτητο για τον σκοπό του προσδιορισμού των πραγματικών θεμάτων υπό αμφισβήτηση μεταξύ των μερών[1]». Ως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης[2]. ΄Οπως λέχθηκε και στην Associated Leisure Ltd. and other v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 στη σελ. 757, η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. και άλλων
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 33 τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 36: ²Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη². (βλ. επίσης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608). Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223). Όπου, όμως, υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι η θέση της νομολογίας πώς, όταν υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης». Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ένω σύντομο ιστορικό της αγωγής. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε την 2.2.2007, και με αυτό αξιώνεται ποσό Λ.Κ.35.599,48 πλέον τόκο προς 1.1% μηνιαίως από 28.7.2002 μέχρι εξόφλησης δυνάμει γραμματίου ημερομηνίας 28.1.
- Ο Εναγόμενος αρ.1 καταχώρησε Υπεράσπιση την 10.5.
- Θεωρώ σημαντικό να επισημανθεί ότι μεγάλο μέρος της Υπεράσπισης αφορά την θέση του Εναγομένου ότι το υπόλοιπο είναι αποτέλεσμα χρέωσης εκ μέρους των Εναγόντων ψηλών τόκων, και τόκου επί τόκου. Το ίδιο στην Υπεράσπιση των Εναγομένων αρ. 2, η οποία καταχωρίστηκε στις 13.9.007, στην παράγραφο 5 δικογραφείται η θέση των Εναγομένων αρ. 2 ότι οι Ενάγοντες παράνομα προέβησαν σε υπερχρεώσεις και χρέωσαν τόκους με μεγαλύτερο ποσοστό τόκου από το συμφωνηθέν. Παρά τις δικογραφημένες θέσεις αυτές των Εναγομένων αρ. 1 και 2, όμως, οι Ενάγοντες δεν αναφέρουν στις Απαντήσεις στις Υπερασπίσεις τους αυτά τα οποία ζητείται τώρα να περιληφθούν δια της τροποποίησης. Αντιθέτως, αναφέρουν ότι «το δάνειο ήταν για σύντομο χρονικό διάστημα (short term loan) και δεν υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο πρόβλημα - εμπόδιο ή απαγόρευση στον καθορισμό και/ή επιβολή οποιουδήποτε επιτοκίου». Πιο σημαντικό, όμως, είναι το γεγονός ότι στις παραγράφους 4 (α) και (β) της Απάντησης στην Υπεράσπιση του Εναγομένου αρ. 1, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι καμία άλλη ή νέα συμφωνία έγινε μεταξύ των διαδίκων, και ο Εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει Λ.Κ.35.599,48 πλέον τόκο προς 1.1% μηνιαίως από 28.7.
- Δεν επρόκειτο, συνεπώς, για μια παράλειψη πληροφόρησης των δικηγόρων από τον κ. Κωνσταντίνο Παπαχαραλάμπους του συνόλου των περιστατικών, αλλά για μια διαφορετική θέση των Εναγόντων, ειδικά αφού και στην παράγραφο 4(δ) του πιο πάνω δικογράφου γίνεται αναφορά στις παρατάσεις που λάμβαναν οι Εναγόμενοι, χωρίς όμως οποιαδήποτε αναφορά σε συμφωνία για διαφοροποίηση του επιτοκίου ανάλογα με την παράταση. Οι ίδιοι ισχυρισμοί των Εναγόντων περιέχονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων αρ. 2, όπου μάλιστα ρητά και απερίφραστα δηλώνεται στην παράγραφο 5(β) ότι «πλην των αναφερόμενων στην Έκθεση Απαίτησης συμφωνιών καμία άλλη και/ή καμία νέα συμφωνία δεν έγινε μεταξύ των διαδίκων...». Μάλιστα μπορεί να τεθεί και ότι δεν επρόκειτο για παράλειψη περίληψης γεγονότων σε Έκθεση Απαιτήσεως, αλλά ακριβώς επρόκειτο για την δικογραφημένη Υπεράσπιση της άλλης πλευράς. Επίσης, την 12.2.2008 έλαβε χώρα αποκάλυψη εγγράφων, μεταξύ των οποίων και η κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 18.12.
- Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες, ενώ την 20.5.2009 ζητήθηκε αναβολή από κοινού ένεκα του ότι βρίσκονταν σε διαδικασίες εξώδικης διευθέτησης. Μετά που αυτές δεν είχαν κατάληξη η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 8.12.
- Προφανώς, η πλευρά των Εναγόντων ετοιμάστηκε, ως όφειλε, για την ακροαματική αυτή διαδικασία, αφού όντως, όπως παρατηρεί και ο Εναγόμενος στην Ένορκη του Δήλωση, η γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α φέρει ημερομηνία 8.12.
- Σε αυτήν περιέχεται αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού και τους χρεωθέντες σε αυτήν τόκους. Η ακροαματική διαδικασία τελικά άρχισε την 16.5.2011, ημερομηνία κατά την οποία κατατέθηκε από τον κ. Έλληνα ως Τεκμήριο 3 η κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνονται χρεωμένοι τόκοι προς 1.25% μηνιαίως, αντί του δικογραφημένου 1.1%. Καμία, όμως προσπάθεια τροποποίησης της απαίτησης δεν έγινε στο στάδιο αυτό, ούτε καν αναφορά στο ζήτημα. Η κυρίως εξέταση συνεχίστηκε στις 3.6.2011, με λεπτομερείς ερωτήσεις από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους Ενάγοντες ως προς την κατάσταση, χωρίς και πάλι να εγείρεται ζήτημα από την πλευρά των Εναγόντων για λάθος στο δικόγραφο. Μόνο μετά από ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς την χρέωση διαφορετικών επιτοκίων στην κατάσταση λογαριασμού, τέθηκε επιτέλους η ερώτηση στον κ. Έλληνα, κατά πόσο η χρέωση των ψηλότερων αυτών επιτοκίων είχε γίνει αποδεκτή από τον Εναγόμενο. Και πάλι, όμως, και ενώ διεξάγετο ακόμη η κυρίως εξέταση του Μ.Ε.1 (και συνεπώς ακόμη δεν είχε αρχίσει η αντεξέταση του ώστε να επηρεαστεί η υπόθεση των Εναγομένων), δεν ζητήθηκε χρόνος ώστε να γίνει τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως. Αντιθέτως, αφέθηκε η μαρτυρία να προχωρήσει, και να τελειώσει η αντεξέταση από την ευπαίδευτο συνήγορο για τον Εναγόμενο αρ.
- Από την αντεξέταση αυτή προέκυψε η διαφορά μεταξύ της θέσης του Μ.Ε.1 και των δικογράφων των Εναγόντων. Και πάλι, όμως, και παρά το ότι η ίδια η κα Γεωργιάδου ρώτησε τον Μ.Ε.1 αν ήθελε να προβεί σε τροποποίηση, δεν ζητήθηκε αναβολή, αλλά αφέθηκε η πλευρά του Εναγομένου αρ. 1 να ολοκληρώσει την αντεξέταση της, έχοντας φυσικά υπ' όψιν τα υφιστάμενα δικόγραφα. Κατ' επέκταση, θεωρώ ότι η θέση του κ. Έλληνα όπως αυτή προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την Αίτηση ότι κανενός τα δικαιώματα δεν επηρεάζονται αφού έχει μεν ολοκληρωθεί η αντεξέταση από την πλευρά του Εναγομένου αρ. 1, αλλά δεν έχει αρχίσει η αντεξέταση από την πλευρά του Εναγομένου αρ. 2, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αυτό το οποίο ουσιαστικά επιχειρείται με την παρούσα Αίτηση είναι η τροποποίηση των δικογράφων ώστε να μην υφίστανται αντιφάσεις μεταξύ αυτών και της μαρτυρίας του διευθυντή των Εναγόντων, οι οποίες τέθησαν από την πλευρά του Εναγομένου αρ. 1 κατά την αντεξέταση. Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε δυσμενή επηρεασμό της πλευράς του Εναγομένου αρ. 1, ο οποίος δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιος που μπορεί να αποζημιωθεί με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα. Το γεγονός αυτό, εξεταζόμενο και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι Ενάγοντες επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό εκδίκαση Αίτηση μόλις μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του Μ.Ε.1 από την συνήγορο του Εναγομένου αρ. 1, παρά το γεγονός ότι το ζήτημα των χρεωθέντων επιτοκίων εγείρεται από τους Εναγόμενους από το 2007 με τις Υπερασπίσεις τους, με οδηγεί στο ότι το αίτημα δεν θα πρέπει να εγκριθεί. Το χρονικό σημείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ώστε να κριθεί αν υπήρξε ή όχι καθυστέρηση δεν είναι η 3.6.2011, ημερομηνία κατά την οποία έδιδε μαρτυρία ο κ. Έλληνας και αντιλήφθηκε ότι αξιώνετο χαμηλότερο ποσοστό επιτοκίου απ' ότι οι Ενάγοντες είχαν χρεώσει, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο κάτι τέτοιο θα έπρεπε να είχε προβληματίσει. Παραπέμπω και σε απόσπασμα από την απόφαση C. & A. Pelecanos Associates Ltd v. Πελεκάνου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Μας φαίνεται ότι το ιστορικό της υπόθεσης, στο οποίο αναφερθήκαμε, φανερώνει ανάγλυφη την αργοπορία των εφεσειόντων στο αίτημα τους για τροποποίηση. Η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση είναι, μέχρι του σημείου που εκτείνεται ορθή. Θα λέγαμε όμως πρόσθετα, έχοντας υπόψη το ιστορικό, πως ούτε και θα μπορούσε να εξηγηθεί. Πρόκειται, κατά την αντίληψή μας, για κτυπητή περίπτωση και δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στα επιμέρους. Έχουμε, με εκτίμηση, την άποψη πως οι εφεσείοντες εξάντλησαν κάθε περιθώριο και πως για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης προβάλλει εδώ ως ιδιαίτερα επιτακτική και υπερέχει η αναγκαιότητα για την όσο το δυνατό πιο σύντομη λήξη της αντιδικίας». Για όλους τους πιο πάνω λόγους το αίτημα για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται συνεπώς υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ²The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties². [2] ²The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or. 19, r. 4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails². 3. ²I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money². cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο