← Κύπρος

DELLICO CORPORATION LIMITED ν. ANDREW JOHN MANSFIELD, Αρ. Αγωγής: 13750/2003, 6 Ιουλίου, 2011

DELLICO CORPORATION LIMITED ν. ANDREW JOHN MANSFIELD, Αρ. Αγωγής: 13750/2003, 6 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A297 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13750/2003 Μεταξύ: DELLICO CORPORATION LIMITED Εναγόντων και ANDREW JOHN MANSFIELD Εναγομένου --------------------- Αίτηση ημερ. 14.9.2010 των εναγόντων για άδεια εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 6 Ιουλίου, 2011 Για ενάγοντες-αιτητές : κ. Μ. Ορφανίδης Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση : κ. Μ. Μούρος ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.5.2004 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγομένου για Λ.Κ. 34.919,22 (€59.663,03) πλέον 8% τόκο από 10.12.2003 πλέον έξοδα. Στις 14.9.2010 οι ενάγοντες καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία αιτούνται άδεια εκτέλεσης της απόφασης λόγω παρέλευσης έξι ετών από την έκδοσή της. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.40 θ. 8 και στη Δ.48 θ. 8

(1)(κκ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Ορφανίδη, ενός εκ των δικηγόρων των εναγόντων, ο οποίος αναφέρει τα ποσά για τα οποία εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 11.5.2004 εναντίον του εναγομένου. Αναφέρει ότι καταβλήθηκαν προσπάθειες για εκτέλεση της απόφασης, τις οποίες και απαριθμεί (18.11.2004 ένταλμα κινητών το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο, 3.2.2005 δεύτερο ένταλμα κινητών το οποίο επίσης επιστράφηκε ανεκτέλεστο, 23.3.2006 αίτηση έρευνας η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης λόγω μη εντοπισμού του εναγομένου, 20.3.2007 ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 449/07, 14.5.2007 δεύτερη ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 995/07, 14.5.2007 επιβάρυνση περιουσίας εναγομένου με ΜΕΜΟ). Ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι όλες οι εν λόγω προσπάθειες των εναγόντων για εκτέλεση της απόφασης ήταν ανεπιτυχείς, με αποτέλεσμα η οφειλή να εξακολουθεί να υφίσταται και ζητεί όπως δοθεί άδεια για ανανέωση της απόφασης για να καταστεί δυνατή η εκτέλεσή της. Παρά το ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί, έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον καθ' ου η αίτηση να τοποθετηθεί. Ο εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στις 17.5.2011, στην οποία επικαλείται ως λόγο ένστασης ότι οι ενάγοντες δεν υφίστανται και/ή είναι υπό εκκαθάριση και/ή έχουν αλλάξει όνομα και δεν μπορούν να ζητούν άδεια για εκτέλεση λόγω παρέλευσης 6 ετών «αφού έχουν περάσει 8 έτη από την έκδοση της απόφασης χωρίς να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης, αφού ο εναγόμενος πρώτη φορά λαμβάνει γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής». Ως δεύτερος λόγος ένστασης προβάλλεται η πρόθεση του εναγομένου να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, καθότι ουδέποτε έλαβε γνώση και ουδέποτε του έχει επιδοθεί οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την αγωγή. Η ένσταση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου, ο οποίος αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε έγγραφο ή ειδοποίηση ή επίδοση για την παρούσα υπόθεση και η πρώτη φορά που έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής ήταν στις 15.2.2011 που του επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση. Προσθέτει ότι ο συνήγορός του τον έχει συμβουλέψει ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει προτού του δοθεί η ευκαιρία να λάβει γνώση του κλητηρίου εντάλματος και να υπερασπιστεί κατάλληλα. Διευκρινίζει ότι ο φάκελος της υπόθεσης έχει απωλεσθεί και η αίτηση έγινε σε προσωρινό φάκελο του Δικαστηρίου, και μόλις συγκεντρώσει τα απαιτούμενα στοιχεία προτίθεται να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Προσθέτει δε ότι από πληροφορίες που έχει, οι ενάγοντες είναι υπό εκκαθάριση και/ή έχουν αλλάξει όνομα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προχωρήσει η αίτηση. Τέλος, αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η αξίωσή τους στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 40 θ. 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι, όπου έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια εκτέλεσης της απόφασης και το Δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αποτείνεται δικαιούται σε εκτέλεση, μπορεί να εκδώσει διάταγμα για αυτόν τον σκοπό ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα αναγκαίο για να προσδιορίσει τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί. Τόσο στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, στη σελίδα 241, παράγραφος 409 «Application for leave to issue writ», όσο και στο Annual Practice του 1958, σελ. 1019-1020, και στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, σελ. 777, παράγραφος 46/2/2, αναφέρεται, σε σχέση με τις Αγγλικές Διαταγές που αντιστοιχούν στη δική μας Δ.40 θ. 8, ότι αιτήσεις για άδεια εκτέλεσης απόφασης άνω των έξι ετών συνήθως γίνονται ex parte και πρέπει να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, στην οποία να αναφέρεται η ημερομηνία και το ποσό της απόφασης, το σημερινό υπόλοιπο, ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση και να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην εκτέλεση. Αναφέρεται επίσης ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά, εάν το κρίνει πρέπον (όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση). Ως θέμα γενικής αρχής δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης πέραν των έξι ετών, εκτός αν ικανοποιηθεί από τον αιτητή/ενάγοντα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο βάσει των στοιχείων που παρουσιάζει, και η κάθε περίπτωση/αίτηση για άδεια εκτέλεσης θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των δικών της γεγονότων και περιστάσεων. Το όλο θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και αφού ληφθούν υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A.
(2003)EWCA 1668 και The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491). Στην Αγγλική υπόθεση Duer v. Frazer
(2001)1 All ER 249 διατυπώθηκε η γενική αρχή σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο συνήθως δεν παρατείνει την περίοδο των έξι ετών, εκτός αν αυτό είναι εμφανώς δίκαιο («demonstrably just»). Το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στον εξ αποφάσεως πιστωτή και κάθε υπόθεση κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά στην απουσία ειδικών περιστάσεων το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβη σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή τον λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό που υπέστη ο εξ αποφάσεως οφειλέτης από την καθυστέρηση. Όσο πιο μακρύς είναι ο χρόνος που αφέθηκε να παρέλθει από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα καταλήξει ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης επηρεάζεται δυσμενώς από την παραχώρηση άδειας για εκτέλεση. Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην Patel v. Singh
(2002)EWCA 1938. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ενάγοντες αιτητές παραθέτουν δεόντως με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους την ημερομηνία και το ποσό της απόφασης, το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται, καθώς και το γεγονός ότι δικαιούνται σε εκτέλεση, εφόσον πρόκειται για τους ενάγοντες προς όφελος των οποίων είχε εκδοθεί η απόφαση. Το γεγονός της έκδοσης της απόφασης δεν φαίνεται να αμφισβητείται από τον εναγόμενο, εφόσον δηλώνει ότι έχει πρόθεση να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της. Άλλωστε, πιστό αντίγραφο της απόφασης ημερ. 11.5.2004 επισυνάπτεται στην αίτηση. Σε σχέση με τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν μέχρι σήμερα, οι ενάγοντες αναφέρουν λεπτομέρειες σε σχέση με δύο εντάλματα κινητών που επιστράφηκαν ανεκτέλεστα, την καταχώριση αίτησης έρευνας η οποία αποσύρθηκε στις 25.10.2006 λόγω μη εντοπισμού του εναγομένου, την καταχώριση ειδοποιήσεων πτώχευσης που είχαν την ίδια μοίρα, καθώς και την κατάθεση «μέμο» με αρ. 1030/2007 επί ακίνητης περιουσίας του εναγομένου. Όσον αφορά την καθυστέρηση στην εκτέλεση, την οποία, σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, οφείλουν να δικαιολογήσουν, προβάλλεται το γεγονός ότι όλες οι πιο πάνω προσπάθειες για εκτέλεση της απόφασης απέβησαν άκαρπες, κυρίως λόγω μη εντοπισμού του εναγομένου, και ως εκ τούτου ζητούν την αιτούμενη άδεια για να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους. Από την άλλη πλευρά, ο εναγόμενος στηρίζει τη θέση του ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να ζητούν άδεια εκτέλεσης της απόφασης καθότι δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης στα 8 χρόνια που έχουν παρέλθει από την έκδοση της απόφασης, στο γεγονός ότι δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής μέχρι την επίδοση της παρούσας αίτησης. Δηλώνει δε ότι μόλις συγκεντρώσει τα απαιτούμενα στοιχεία προτίθεται να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Εν τούτοις, παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει αρκετοί μήνες από την επίδοση της υπό κρίση αίτησης στον εναγόμενο, δεν έχει προχωρήσει με οποιοδήποτε μέτρο προς ακύρωση ή παραμερισμό της απόφασης, είτε λόγω κακής επίδοσης είτε άλλως πως. Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας τέτοιο θέμα, εφόσον το παρόν Δικαστήριο έχει ενώπιόν του μία έγκυρη και τελεσίδικη απόφαση, η οποία, όπως καταγράφεται στο πιστό αντίγραφο της απόφασης που βρίσκεται στον φάκελο, εκδόθηκε ερήμην, καθότι ο εναγόμενος, παρόλο που του επιδόθηκε δεόντως η αγωγή, απουσίαζε, και η οποία δεν έχει προσβληθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Εάν ο εναγόμενος επιθυμούσε να αμφισβητήσει την εγκυρότητα ή την ορθότητα της απόφασης ημερ. 11.5.2004 ή να επιδιώξει τον παραμερισμό της για οποιονδήποτε λόγο, είχε και έχει κάθε δικαίωμα να λάβει τα δέοντα δικονομικά μέτρα, πλην όμως μέχρι σήμερα δεν το έχει πράξει. Όσον αφορά τη θέση του εναγομένου ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, θεωρώ ότι τα όσα έχω αναφέρει στις σελίδες 3-4 πιο πάνω σε σχέση με τη Διαταγή 40 θ. 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η αίτηση, καταδεικνύουν ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί Στρέφομαι τώρα στα όσα προβάλλει ο εναγόμενος στην ένστασή του σε σχέση με το ότι οι ενάγοντες δεν υφίστανται ή είναι υπό εκκαθάριση ή έχουν αλλάξει όνομα και συνεπώς δεν μπορούν να ζητούν άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Σημειώνω ότι ο εναγόμενος, στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής του που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρει μόνο ότι «από πληροφορίες που έχω η αιτήτρια είναι υπό εκκαθάριση και ή έχει αλλάξει όνομα και δεν μπορεί να προχωρήσει η αίτηση», χωρίς να αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του και χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αποδώσουν οποιαδήποτε βαρύτητα στους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς του. Σύμφωνα με τη Διαταγή 39 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα που ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει εξ ιδίας γνώσεως. Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης είναι επιτρεπτό όπως οι ένορκες δηλώσεις περιέχουν δηλώσεις κατόπιν πληροφορίας και πίστης, νοουμένου ότι παρατίθενται οι πηγές και οι βάσεις αυτών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς αυτούς του εναγομένου. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αιτιολογήσει σε ικανοποιητικό βαθμό τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατή η αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης εντός των πρώτων έξι ετών μετά την έκδοσή της. Έχουν επεξηγήσει δεόντως τα μέτρα εκτέλεσης στα οποία προέβησαν εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών και δεν έχει διαφανεί ότι σκόπιμα ή παράλογα καθυστέρησαν στην εκτέλεση της απόφασης. Παράλληλα, έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.40 θ. 8 και ότι η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας προς τους ενάγοντες είναι αναγκαία για τον σκοπό της εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους, έτσι ώστε να τους δοθεί περαιτέρω περιθώριο χρόνου να λάβουν περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης για να διασφαλιστούν δεόντως τα δικαιώματά τους που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί η αιτούμενη άδεια εκτέλεσης και ως εκ τούτου η αίτηση εγκρίνεται. Όσον αφορά τα έξοδα, εν όψει του ότι στην ουσία πρόκειται για παραχώρηση προς τους ενάγοντες περαιτέρω χρόνου για λήψη μέτρων εκτέλεσης, πέραν των έξι ετών που προνοούν οι Θεσμοί, δεν θεωρώ ορθό και δίκαιο να επωμισθεί τα έξοδα της αίτησης ο εναγόμενος. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.