← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ν. AL PROCHOICE VENTURES LTD, Αρ. Αγωγής: 1283/06, 7 Ιουλίου, 2011

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ν. AL PROCHOICE VENTURES LTD, Αρ. Αγωγής: 1283/06, 7 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερ. 25.5.2010 Αρ. Αγωγής: 1283/06 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ Ενάγοντα και A.L. PROCHOICE VENTURES LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 7 Ιουλίου, 2011 Για τον Ενάγοντα: κ. Τ. Κουκούνης Για τους Εναγόμενους: κ. Θ. Κορφιώτης ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων ποσό Λ.Κ.2.000,00, πλέον τόκους από 10.3.

  1. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία τον Φεβρουάριο 2000, και απηύθυνε πρόσκληση προς το κοινό για αγορά τον μετοχών της παριστάνοντας ότι θα υπέβαλλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, ενώ προέβη και σε παραστάσεις προς τούτο προς τον Ενάγοντα με σκοπό να τον προτρέψει να αγοράσει τίτλους. Ο Ενάγοντας στηριζόμενος στις παραστάσεις αυτές υπέβαλε αίτηση για αγορά 4.000 μετοχών της Εναγομένης προς Λ.Κ. 0.50 έκαστη, η οποία έγινε δεκτή, και την 10.3.2000 κατέβαλε προς την Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.2.000,
  2. Την 8.11.2000 ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή για επιστροφή του προαναφερόμενου ποσού, πλην όμως η Ενάγουσα αρνήθηκε να του το καταβάλει. Τον Δεκέμβριο 2000 και αφού τρίτη εταιρεία εξαγόρασε το 97.64% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενη, ο Ενάγοντας δεν αποδέχτηκε την πρόταση εξαγοράς. Οι μετοχές της εταιρείας αυτής εισήχθησαν στο ΧΑΚ την 1.9.
  3. Με την Υπεράσπιση της, η Εναγόμενη Εταιρεία ισχυρίζεται ότι τα άρθρα 58 Α, 58Α

(3)(β), 58Β και 58Γ του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου, καθώς και τα άρθρα 3
(1)-
(5)του Ν. 42
(1)/2000, και τα αρ. 58Α και 58 Β του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου ως τροποποιήθηκε από τους Ν. 9
(1)/2001, Ν. 141
(1)/2000 και Ν. 168
(1)/2002, αντίκεινται στα άρθρα 23, 26, 25, 28 και 33 του Συντάγματος, ενώ παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, και είναι αντίθετοι με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και την Δεύτερη Οδηγία 77/91 ΕΟΚ. Πέραν των πιο πάνω, η Εναγόμενη παραδέχεται ότι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποίας μετατράπηκε σε δημόσια τον Φεβρουάριο 2000, και ότι απηύθυνε πρόσκληση προς το κοινό για αγορά μετοχών της περί τον Μάρτιο
  1. Ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν βασίστηκε σε οποιαδήποτε ισχυριζόμενη παράσταση της, και ότι οι επίδικες μετοχές εξεδόθησαν και στάλησαν στον Ενάγοντα πριν την 18.10.
  2. Συμφωνεί ότι οι 17.378.528 μετοχές της εταιρείας CPI Enterprise Development Ltd εισήχθηκαν στο ΧΑΚ την 1.9.2004, καθώς και ότι η ίδια ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, οι οποίοι κατ' επέκταση ουδέποτε εισήχθησαν. Είναι η θέση της ότι ο Ενάγοντας κωλύεται να απαιτεί ως η Έκθεση Απαιτήσεως του, καθ' ότι συνέχισε να ενεργεί ως μέτοχος της Εναγομένης. Δεδομένου ότι μετά την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως, και την συνακόλουθη καταχώρηση τροποποιημένης Υπεράσπισης, δεν ακολούθησε η καταχώρηση τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση, θεωρώ ότι συνεχίζει να ισχύει η Απάντηση που είχε καταχωριστεί την 14.6.
  3. Στην Απάντηση αυτή ο Ενάγοντας απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης εταιρείας όπως αυτοί προκύπτουν από την Υπεράσπιση της και εμμένει στους δικούς του ισχυρισμούς όπως αυτοί προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, την 23.9.2010, αμφότεροι οι συνήγοροι προέβησαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Συγκεκριμένα δηλώθηκαν στο Δικαστήριο τα πιο κάτω: «
  4. Η Εναγόμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λευκωσία, η οποία μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία τον Φεβρουάριο
  5. Η Εναγόμενη απηύθηνε πρόσκληση προς το κοινό για αγορά μετοχών της την 1.3.
  6. Ο Ενάγοντας κατέβαλε προς την Εναγόμενη και η Εναγόμενη αποδέκτηκε το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 στις 10.3.2000 για την αγορά 4.000 μετοχών της αξίας Λ.Κ.0.50 έκαστη.
  7. Οι 17.378.528 συνήθεις μετοχές της εταιρείας CPI ENTERPRISE DEVELOPMENT LTD εισήχθηκαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου την 1.9.2004». Εκ μέρους του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε ο ίδιος, η κα Θέμις Παναγή και ο κ. Πανίκος Χριστοφόρου, ενώ εκ μέρους της Εναγόμενης εταιρείας μαρτυρία έδωσε ο κ. Ανδρέας Λεωνίδου. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι την 10.3.2000 υπέβαλε αίτηση για αγορά 4.000 μετοχών της Εναγόμενης εταιρείας προς Λ.Κ.0.50 έκαστη. Την εν λόγω αίτηση υπέβαλε προς την εταιρεία Λαύρης Επενδυτική Λτδ, με την οποία συνεργαζόταν, και η οποία εξέδωσε προς όφελος της Εναγόμενης εταιρείας επιταγή για ποσό Λ.Κ.2.000,
  8. Με την επιστολή του ημερομηνίας 8.11.2000 ζήτησε επιστροφή των χρημάτων του, αλλά η Εναγόμενη εταιρεία απάντησε ότι δεν ετίθετο τέτοιο θέμα για τον λόγο ότι οι τίτλοι είχαν εκδοθεί πριν την 19.10.
  9. Ταυτόχρονα, την 11.12.2000 η Εναγόμενη του απέστειλε τίτλους μετοχών με ημερομηνία έκδοσης 10.5.
  10. Τον Δεκέμβριο 2000 η Εναγόμενη εταιρεία απέστειλε στον Ενάγοντα επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε για την πρόταση εξαγοράς του μετοχικού της κεφαλαίου από την Κυπριακή Εταιρεία Σωλήνων Λτδ. Ο Ενάγοντας, όπως ανέφερε, δεν αποδέχτηκε και απέστειλε επιστολή ότι επέμενε στην επιστροφή των χρημάτων του. Μετά από 10 μέρες ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ότι το αίτημα του δεν είχε γίνει αποδεκτό. Αναφορικά με τις παραστάσεις, ήταν η θέση του κ. Χειμώνα ότι αυτές του έγιναν από την Λαύρης Επενδυτική Λτδ, και συγκεκριμένα από τον κ. Γιώργο Σπανό, ο οποίος του είπε ότι η A.L. Prochoice θα έκανε μίαν νέα εταιρεία και μπορούσαν να αποταθούν για μετοχές. Την 15.1.2003 ο Ενάγοντας ξαναζήτησε την επιστροφή των χρημάτων του, αυτή την φορά όμως βάσει του Ν. 168
(1)/
  1. Η αστυνομία καταχώρησε υπόθεση εναντίον της Εναγομένης, στα πλαίσια της οποίας παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο 5 φορές, όταν όμως ο πιο πάνω Νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός η υπόθεση σταμάτησε. Ακολούθως, καταχώρησε την υπό εκδίκαση αγωγή. Η κα Θέμις Παναγή ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Εισαγωγής Αξιών του ΧΑΚ. Η Εναγόμενη, είπε, ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, ενώ η εταιρεία C.P.I Enterprise Development Ltd είναι δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο ΧΑΚ. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση της ότι η C.P.I Enterprise Development Ltd υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των μετοχών που εξεδόθησαν ως αντάλλαγμα για την εξαγορά του 97.64% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης εταιρείας την 19.1.2001, η οποία και εγκρίθηκε. Οι προαναφερόμενες μετοχές εισήχθησαν την 1.9.2004 και η τιμή διαπραγμάτευσης τους ήταν Λ.Κ.0.
  2. Ο κ. Πανίκος Χριστοφόρου ανέφερε ότι είναι Λειτουργός στο ΧΑΚ στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών. Κατέθεσε πίνακα τιμών κλεισίματος της εταιρείας C.P.I Enterprise Development Ltd για την περίοδο από 1.1.2000 μέχρι 31.12.
  3. Δέχτηκε ότι οι τιμές μετοχων αυξομειώνονται συνεχώς. Ο κ. Ανδρέας Λεωνίδου ανέφερε ότι είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης Εταιρείας από τον Αύγουστο 2000, και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως χρηματιστής και εξωτερικός σύμβουλος της Εναγόμενης εταιρείας. Τον Φεβρουάριο 2000 η Εναγόμενη μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία και απηύθηνε πρόσκληση στο κοινό για αγορά μετοχών με σκοπό να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Λόγω του ότι η διαδικασία εισαγωγής κατέστη χρονοβόρα, τελικά η Εναγόμενη δεν προχώρησε με την υποβολή αίτησης, και προσπάθησε να βρει εναλλακτικές λύσεις. Μέσα στα πλαίσια αυτά συμφώνησε με την εταιρεία C.P.I Enterprise Development Ltd για την εξαγορά από αυτήν των μετοχών της Εναγόμενης εταιρείας, με αντάλλαγμα την έκδοση μετοχών της C.P.I προς τους μετόχους της Εναγόμενης, και μετά την εισαγωγή αυτών στο ΧΑΚ. Ο Ενάγοντας δεν αποδέχτηκε την πρόταση αυτή. Όπως ανέφερε ο κ. Λεωνίδου, οι τίτλοι επ' ονόματι του Ενάγοντα εξεδόθησαν την 10.5.2000, και η Εναγόμενη εταιρεία κοινοποίησε στον Έφορο Εταιρειών την έκθεση και παραχώρηση 20.000 μετοχών την 18.10.
  4. Παρά τους Κανονισμούς του ΧΑΚ, όμως, ισχυρίστηκε, οι οποίοι προέβλεπαν ότι το ΧΑΚ όφειλε να εισάξει τις μετοχές της C.P.I εντός 3 ή 6 μηνών, το ΧΑΚ καθυστέρησε, αλλά για την καθυστέρηση αυτή ουδεμία ευθύνη έφερε η Εναγόμενη. Όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε, η εταιρεία Λαύρης Επενδυτική Λτδ ουδέποτε υπήρξε αντιπρόσωπος της Εναγόμενης εταιρείας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Ενάγοντας δεν με έπεισε περί της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο, και θεωρώ ότι μεγάλο μέρος αυτής αποτελούσε εκ των υστέρων σκέψεις. Συγκεκριμένα, σε σχέση με τα όσα ο Ενάγοντας ανέφερε στο Δικαστήριο παρατηρώ τα πιο κάτω: - Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε κατά το προφορικό μέρος της κυρίως εξέτασης του ότι η πρώτη γνωριμία με την Εναγόμενη εταιρεία έγινε από το prospectus (ενημερωτικό δελτίο) αυτής. Η θέση του αυτή δεν πείθει, δεδομένου ότι έδωσε 4 καταθέσεις στην Αστυνομία (Τεκμήριο 1) κατά τον ουσιώδη χρόνο αναφορικά ακριβώς με τα επίδικα θέματα, και πουθενά δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στο ενημερωτικό δελτίο της Εναγόμενης. - Σημειώνω ότι στις ίδιες καταθέσεις του Τεκμηρίου 1, τις οποίες και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι οι παραστάσεις του έγιναν από τον κ. Γιώργο Σπανό της Λαύρης Επενδυτική Λτδ. Κατά την λοιπή κυρίως εξέταση του, όμως, προσπάθησε να ισχυριστεί ότι κάποια μέρα που ο ίδιος βρισκόταν στα γραφεία της Λαύρης, τηλεφώνησαν στον κ. Ανδρέα Λεωνίδου, ο οποίος τους είπε ότι η Εναγόμενη σίγουρα θα εισήγετο στο ΧΑΚ και ότι αυτοί που θα αγόραζαν τις μετοχές της σίγουρα θα κέρδιζαν. Ο ισχυρισμός αυτός θεωρώ ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του Ενάγοντα ώστε να εμπλέξει την Εναγόμενη εταιρεία στις ισχυριζόμενες παραστάσεις που του έγιναν, αφού θα ήταν λογικό να έκανε κάποια αναφορά στην υποτιθέμενη δήλωση αυτή του Μ.Υ.1 στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, ειδικά αφού σε αυτές αναφέρει ότι αισθάνεται ότι εξαπατήθηκε από την Εναγόμενη. - Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση κατά πόσο συμφωνεί ότι αυτό που προκύπτει από τις καταθέσεις του Τεκμήριο 1 είναι ότι σε 2 σημεία ερωτήθηκε από την αστυνομία ποίος του έκανε παραστάσεις για απόκτηση μετοχών, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι αυτό που τον ρώτησε ο αστυνομικός ήταν ποιος του έφερε τα έγγραφα και αυτά τα έφερε ο κ. Σπανός. Η θέση του αυτή είναι σε αντίφαση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  5. - Ενώ επέμενε ότι το ενημερωτικό δελτίο είχε παίξει ρόλο στην απόφαση του να αγοράσει τις μετοχές, ανέφερε ότι ο κ. Σπανός ήρθε για να μιλήσουν έχοντας υπ' όψιν του ότι ο Ενάγοντας «δεν είχε ιδέα» για την Εναγόμενη εταιρεία. Από αυτό προκύπτει ότι δεν ήταν από το ενημερωτικό δελτίο που αποφάσισε να επενδύσει ή απέκτησε άποψη για την Εναγόμενη εταιρεία. - Εάν ήταν αλήθεια η θέση του ότι δεν είχε λάβει τους τίτλους των μετοχών, θα ήταν λογικό να έκανε κάποια αναφορά στο θέμα αυτό στην επιστολή του προς την Εναγόμενη Τεκμήριο
  6. Αλλά έστω και αν αυτό θεωρηθεί παράλειψη, θα ήταν λογικό να απαντούσε στην επιστολή της Εναγομένης Τεκμήριο 6 με την οποία τον ενημέρωνε ότι το αίτημα του δεν μπορούσε να γίνει δεκτό αφού οι τίτλοι εξεδόθησαν προ της 19.10.2000, και να ισχυριστεί ότι ο ίδιος δεν είχε παραλάβει τέτοιους τίτλους. - Η τάση του Ενάγοντα για υπερβολή διαφαίνεται και στην απάντηση του ότι ζητά από το Δικαστήριο να του επιδικάσει, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις οι οποίες «απορρέουν από την ψυχοφθόρα αυτή δεκαετή δοκιμασία που υφίσταμαι εγώ και η οικογένεια μου για 10 χρόνια». Λαμβάνοντας δε υπ' όψιν και το ύψος της αξίωσης καταδεικνύεται η εμμονή του Ενάγοντα με το θέμα, πράγμα το οποίο είναι εμφανές και από το περιεχόμενο του Τεκμήρίου
  7. Οι κ.κ. Θέμις Παναγή και Πανίκος Χριστοφόρου υπήρξαν αντικειμενικοί μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση τους από τον ευπαίδευτο συνήγορο για την Εναγόμενη εταιρεία. Τούτων δεδομένων τα όσα οι Μ.Ε. 2 και 3 ανέφεραν αποδέχομαι εξ' ολοκλήρου. Ο κ. Ανδρέας Λεωνίδου μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Έδωσε μαρτυρία με ήρεμο τρόπο, υπήρξε σταθερός στην θέση του και δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Ενάγοντα. Η θέση του Μ.Υ.1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η διαδικασία ένταξης ήταν πολύ χρονοβόρα πείθει, ενώ λογική είναι η εξήγηση που έδωσε ως προς το γιατί επελέγηκε η διαδικασία μέσω της εξαγοράς του μετοχικού κεφαλαίου από την εταιρεία C.P.I Enterprise Development Ltd, την οποία επεξήγησε ουσιαστικά με βάση το ότι η εισαγωγή τίτλων ήδη εισηγμένων εταιρειών προηγείτο αιτήσεων για εισαγωγή νέων εταιρειών. Έπεισε επίσης ότι ουδέποτε είχε αναφέρει ο ίδιος στον Ενάγοντα ότι αν επένδυε στην Εναγόμενη εταιρεία θα έβγαζε κέρδος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λευκωσία, η οποία μετατράπηκε σε δημόσια τον Φεβρουάριο
  8. Την 1.3.2000 η Εναγόμενη απηύθυνε πρόσκληση προς το κοινό για αγορά μετοχών. Ο κ. Γιώργος Σπανός από την εταιρεία Λαύρης Επενδυτική Λτδ, οι οποίοι ήσαν οι χρηματιστές του Ενάγοντα, ανέφερε στον Ενάγοντα ότι η A.L.Prochoice θα δημιουργούσε νέα εταιρεία στην οποία μπορούσαν να αποταθούν για να λάβουν μετοχές. Ο Ενάγοντας ακολούθως την 10.3.2000 υπέβαλε στην Εναγόμενη την αίτηση Τεκμήριο 3, με την οποία εξαιτείτο την παραχώρηση 4.000 μετοχών αξίας Λ.Κ. 0.50 έκαστη μέσω της Λαυρής Επενδυτική Λτδ, η οποία εξέδωσε και την επιταγή Τεκμήριο 4 προς όφελος της Εναγόμενης εταιρείας για ποσό Λ.Κ. 2.
  9. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή, και ο τίτλος επ' ονόματι του Ενάγοντα εξεδόθη την 10.5.
  10. Η Εναγόμενη εταιρεία κοινοποίησε στον Έφορο Εταιρειών την παραχώρηση 20.000 μετοχών την 18.10.
  11. Την 8.11.2000 ο Ενάγοντας έστειλε την επιστολή Τεκμήριο 5 με την οποία ζήτησε επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά των προαναφερόμενων μετοχών. Με το Τεκμήριο 6 η Εναγόμενη εταιρεία απάντησε στον Ενάγοντα ότι το αίτημα του δεν γίνεται δεκτό δεδομένου ότι οι μετοχές είχαν εκδοθεί πριν από την 19.10.
  12. Την 19.12.2000 τόσο η Εναγόμενη εταιρεία όσο και η εταιρεία C.P.I Enterprise Development Ltd απέστειλαν επιστολή στους μετόχους της Εναγόμενης εταιρείας γνωστοποιώντας την πρόταση της τελευταίας για εξαγορά του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης εταιρείας. Ο Ενάγοντας δεν αποδέχτηκε την πρόταση. Την 14.1.2003 ο Ενάγοντας απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 11 και ζήτησε επιστροφή των χρημάτων του, αυτή τη φορά βάσει του Ν. 168
(1)/
  1. Καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση η οποία όμως δεν προχώρησε. Η Εναγόμενη εταιρεία ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Η C.P.I Enterprise Development Ltd την 19.1.2001 υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των 17.378.528 μετοχών, ήτοι των μετοχών που εξεδόθησαν ως αντάλλαγμα για την εξαγορά του 97,64% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης, η οποία εγκρίθηκε και αυτές εισήχθησαν στο ΧΑΚ την 1.9.2004, ημερομηνία κατά την οποία η τιμή διαπραγμάτευσης τους ήταν Λ.Κ.0,
  2. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Από την Έκθεση Απαιτήσεως, καθώς και από την αγόρευση του κ. Κουκούνη προκύπτει ότι ο Ενάγοντας προβάλλει τρία αγώγιμα δικαιώματα, ήτοι αξίωση βάσει των προνοιών του αρ. 3
(1)του Ν. 141
(1)/2000, αξίωση βάσει των προνοιών του άρθρου 3
(1)του Ν. 168
(1)/2002 και αξίωση επί της νομικής βάσης της παράβασης συμφωνίας, πηγάζουσας, ως αναφέρει, από ψευδείς παραστάσεις της Εναγόμενης εταιρείας προς τον Ενάγοντα. Κρίνω σκόπιμο όπως οι τρεις εισηγήσεις αυτές εξεταστούν ξεχωριστά. Ήταν εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου στην εμπεριστατωμένη του αγόρευση, ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 3
(1)του Ν. 141
(1)/
  1. Την θέση του αυτή στήριξε στο ότι ο Ενάγοντας ήταν πρόσωπο που απαίτησε γραπτώς την επιστροφή των χρημάτων του τα οποία εισπράχθησαν από την Εναγόμενη Εταιρεία με προοπτική την παροχή τίτλων και την προοπτική εισαγωγής αυτών στο ΧΑΚ, ενώ το αίτημα υποβλήθηκε πριν την 30.11.
  2. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Εναγόμενη εταιρεία, ο οποίος εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας δεν υπέβαλε το αίτημα του προς την Εναγόμενη, αλλά προς την Λαύρης Επενδυτική Λτδ. Εισηγείται ότι, εν πάση περιπτώσει το άρθρο αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού η Εναγόμενη εταιρεία ουδέποτε υπέβαε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, αλλά και αφού οι τίτλοι εξεδόθησαν πριν από την 18.10.
  3. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το άρθρο 3
(1)και
(2)του Ν. 141
(1)/2000: « 3
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 58Α, 58Β και 58Γ του βασικού νόμου, εκδότης ο οποίος υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων του στο Χρηματιστήριο οι οποίοι δεν έχουν εκδοθεί μέχρι τις 18 Οκτωβρίου 2000, έχει υποχρέωση να επιστρέψει στο πρόσωπο ου το απαιτεί γραπτώς οποιαδήποτε χρηματικά ποσά εισπράχθηκαν με προοπτική την παροχή τίτλων ή και με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλων αυτών στο Χρηματιστήριο, το αργότερο μέσα σε διάστημα επτά ημερών από την ημερομηνία που αυτά απαιτούνται, εντόκως προς έξι τοις εκατόν (6%) από την ημερομηνία είσπραξης τους.
(2)Αίτημα για την επιστροφή ποσών δυνάμει του εδαφίου
(1)μπορεί να υποβληθεί από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου μέχρι την 30 Νοεμβρίου 2000». Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει ότι ευσταθούν οι εισηγήσεις του κ. Κορφιώτη. Η Εναγόμενη εταιρεία ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τιτλων της στο ΧΑΚ, και άρα δεν αποτελούσε «εκδότη ο οποίος υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή τίτλων του στο Χρηματιστήριο. Πέραν τούτου, όπως αναφέρεται και στα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, ο τίτλος του Ενάγοντα εξεδόθη στις 10.5.
  1. Με όλο το σέβας προς τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Ενάγοντα δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση που γίνεται στην αγόρευση αυτού ότι «αν και η ημερομηνία έκδοσης αναφέρεται η 10.5.2000, ο ενάγων ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αυτός παραλήφθηκε τον Δεκέμβριο 2000, ήτοι στις 11.12.2000 ως αναφέρει στο Τεκμήριο
  2. Επομένως, το πιο λογικό είναι ότι ο τίτλος αυτός εκδόθηκε μετά που εστάλη η επιστολή του ενάγοντα ημερομηνίας 8.11.2000». Δεδομένης της ύπαρξης πιστοποιητικού μετοχών που φέρει ημερομηνία 10.5.2000, ο Ενάγοντας έφερε το βάρος να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι οι μετοχές δεν εξεδόθησαν την ημερομηνία που αναγράφεται επί του τίτλου. Από την αξιολόγηση που παρατίθεται πιο πάνω διαφαίνεται ότι η θέση αυτή του Ενάγοντα δεν έγινε αποδεκτή. Καθοδήγηση αντλώ και από το πιο κάτω απόσπασμα στο οποίο παρέθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εναγόμενη εταιρεία στην καθ' όλα εμπεριστατωμένη αγόρευση του από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τομος 7, παρα. 368, όπου αναφέρθησαν τα εξής σε μετάφραση, ως προς το πότε θεωρούνται μετοχές ότι έχουν εκδοθεί: «Έκδοση μετοχών: Ο όρος 'έκδοση' χρησιμοποιείται και σε σχέση με μετοχές. Οι μετοχές για τις οποίες υπέγραψαν οι υπογράφοντες στο καταστατικό εκδίδονται όταν η εταιρεία εγγράφεται. Όσον αφορά άλλες μετοχές, όταν ένα πρόσωπο το οποίο έχει συμφωνήσει να λάβει μετοχές καταχωρείται στο μητρώο ως μέτοχος, οι μετοχές έχουν εκδοθεί σε αυτόν, έστω και αν δεν έχει παραλάβει το πιστοποιητικό μετοχών»[1]. Κατ' επέκταση, και αν ακόμη είχε αποδειχθεί η θέση του Ενάγοντα ότι αυτός παρέλαβε το πιστοποιητικό των μετοχών των Δεκέμβριο 2000, αυτό δεν οδηγεί αυτόματα και στο ότι αυτές εξεδόθησαν τότε, αφού η αποστολή του τίτλου δεν ισοδυναμεί με την έκδοση, η οποία είχε λάβει χώρα πολύ προγενέστερα. Ορθή είναι επίσης η θέση του κ. Κορφιώτη ότι η επιστολή Τεκμήριο 5 δεν απευθύνεται στην Εναγόμενη εταιρεία, αλλά στην Λαύρης Επενδυτική Λτδ, και το λεκτικό αυτής αναφέρεται σε ποσό που «κατέθεσα στην εταιρεία σας για αριθμό μετοχών της A.L.Prochoice Ventures Ltd». Αποτελεί, συναφώς κατάληξη μου ότι δεν υπήρξε η απαιτούμενη γραπτή απαίτηση επιστροφής χρημάτων από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη εταιρεία. Αποτέλεσε επίσης εισήγηση του κ. Κουκούνη κατά την αγόρευση του ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση και δυνάμει του αρ. 3
(1)του Ν. 168
(1)/2002, αφού οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό πληρούνται πλήρως. Ο κ. Κορφιώτης εισηγήθηκε ότι η απαίτηση αυτή δεν θα πρέπει να εξεταστεί δεδομένου του ότι δεν δικογραφείται τέτοια βάση αγωγής. Ανάγνωση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαιτήσεως καταδεικνύει το βάσιμο της θέσης του κ. Κορφιώτη. Μάλιστα θεωρώ ορθό να παραθέσω αυτούσια την παράγραφο 11 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαιτήσεως: «Ο ενάγων αξιοί το ποσό των Λ.Κ.£2000 συν νόμιμο τόκο από 10/3/2000 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή/και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή/και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας πηγάζουσες από ψευδείς παραστάσεις της εναγόμενης προς τον ενάγοντα ή/και δυνάμει του άρθρου 3
(1)του Νόμου 141
(1)/2000 ή/και ως ποσό οφειλόμενο σύμφωνα με τις αρχές περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (unlawful enrichment) ή/και ως money had and received ή/και άλλως πως ως εκτίθεται ανωτέρω». Πανομοιότυπο λεκτικό χρησιμοποιείται και στην παράγραφο (Α) της αξίωσης. Έχω προβληματιστεί ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση δυνάμει του άρθρου αυτού, παρά το γεγονός ότι δεν έχει περιληφθεί αξίωση δυνάμει του Ν.168
(1)/2002 στην Έκθεση Απαιτήσεως, έχοντας φυσικά υπ' όψιν μου και το ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνεται επίκληση νόμων σε δικόγραφα, παρά μόνο των γεγονότων που στοιχειοθετούν την απαίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Alexandros Evangelou Camera House Ltd v. Minerva Finance Investments Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1734: «Οι εφεσίβλητοι δεν περιόρισαν την αξίωση τους στο «γραμμάτιο κοινού τύπου». Αξίωσαν το επίδικο ποσό και «δυνάμει δανείου» και έδωσαν τις απαραίτητες λεπτομέρειες στην έκθεση απαιτήσεως. Επομένως ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι «η αξίωση προέρχεται από δάνειο». Πρόσθετα καθώς έχει νομολογηθεί «... το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται. Παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάσει της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 675, 681 και Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Βλ. επίσης Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd, Πολιτική Έφεση 10881/ 24.7.2002:: «Εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείες άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση». Βλ. και Γεωργίου ν. Γεωργίου, Έφεση 118/19.10.2001: «Είναι δυνατή και η παροχή θεραπείας χωρίς να έχει επιζητηθεί εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της απαίτησης». Βλ., επίσης, και Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)3 C.L.R. 542, 552, Frederickou Schools Co. Ltd and Others v. Acuac Inc., Πολιτικές Εφέσεις 8266 και 8530/10.10.2002, D. & G. Products Ltd v. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744/13.9.2002, Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολιτική Έφεση 11342/21.4.2003». Έχω καταλήξει, όμως, πως η υπό εκδίκαση δεν είναι περίπτωση όπου μπορεί να τύχουν εφαρμογής τα πιο πάνω. Στην Έκθεση Απαιτήσεως δεν περιλαμβάνεται αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν αξίωση βάσει του Ν.168
(1)/2002. Ειδικότερα, η επιστολή Τεκμήριο 11 ημερομηνίας 14.1.2003 με την οποία υποβλήθηκε η απαίτηση για επιστροφή χρημάτων βάσει του Ν.168
(1)/2002 δεν δικογραφείται, αλλά μοναδική αναφορά σε γραπτή απαίτηση γίνεται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως όπου αναφέρονται τα εξής: «Κατά ή περί την 8/11/2000 ο ενάγοντας, ενώ η εναγόμενη δεν είχε ακόμα εκδώσει τους τίτλους που αγόρασε ο ενάγοντας και ο ενάγοντας δεν είχε λάβει ακόμα τους τίτλους που αγόρασε, απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη με την οποία της ζητούσε όπως του επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.£2000 που είχε καταβάλει στην εναγόμενη για την αγορά των 4000 μετοχών της, όμως η εναγόμενη αρνήθηκε». Δεδομένου ότι ο Ν.168
(1)/2002 δεν είχε καν θεσπιστεί κατά την 8.11.2000 είναι άποψη μου ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως στοιχειοθετούν αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του Ν.168
(1)/2002. Επισημαίνω δε ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 13.2.2006, και το τροποποιημένο κλητήριο στις 4.6.2010, αλλά και πάλι δεν περιλήφθηκε σε αυτά οιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα που να αφορούν σε απαίτηση δυνάμει του Ν. 168
(1)/2002. Η δε Εναγόμενη εταιρεία στήριξε την Υπεράσπιση της και τον χειρισμό της υπόθεσης της στα γεγονότα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Αποτελεί κατάληξη μου, συνεπώς, ότι δεν μπορεί να εξεταστεί αξίωση του Ενάγοντα κατά της Εναγόμενης εταιρείας δυνάμει του Ν.168
(1)/
  1. Η τρίτη εισήγηση του κ. Κουκούνη αφορούσε στην παράβαση συμφωνίας πηγάζουσας από ψευδείς παραστάσεις της Εναγόμενης εταιρείας προς τον Ενάγοντα δυνάμει των άρθρων 18 και 19 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  2. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, ανέφερε ότι για να προχωρήσει ο Ενάγοντας στην αίτηση του για αγορά μετοχών βασίστηκε στις αναφορές στο ενημερωτικό δελτίο της Εναγόμενης εταιρείας. Η θέση όμως αυτή δεν έχει γίνει δεκτή στην αξιολόγηση που γίνεται πιο πάνω. Ειδικότερα επισημαίνω τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι όποιες παραστάσεις έγιναν στον Ενάγοντα, δεν έγιναν από την Εναγόμενη εταιρεία, αλλά από τον κ. Γ. Σπανό της Λαύρης Επενδυτική Λτδ, η οποία δεν έχει καταδειχθεί ότι υπήρξε σε οποιοδήποτε στάδιο αντιπρόσωπος της Εναγόμενης εταιρείας. Καμία παράσταση δεν έγινε προς τον Ενάγοντα από την Εναγόμενη ή τους αξιωματούχους αυτής, και δεν έπεισε η θέση του ότι επηρεάστηκε από το Ενημερωτικό Δελτίο αυτής, αφού σε αυτό έριξε μόνο «μία ματιά», ενώ δέχτηκε ότι όταν του μίλησε ο κ. Σπανός δεν είχε ιδέα αναφορικά με την Εναγόμενη εταιρεία. Έπεται ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του αναφορικά με τις ψευδείς παραστάσεις. Η κατάληξη μου αυτή καθιστά αχρείαστη και την εξέταση του ποίο θα έπρεπε να ήταν το ύψος των αποζημιώσεων σε περίπτωση που αυτή πετύχαινε. Ο κ. Κορφιώτης στην αγόρευση του περιέλαβε εισήγηση ως προς το γιατί ο Ενάγοντας δεν δικαιούται θεραπεία με βάση τον Ν. 42
(1)/2000. Τέτοια εισήγηση, όμως, δεν προωθήθηκε εκ μέρους της πλευράς του Ενάγοντα, ούτε με την αγωγή, αλλά ούτε και με την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου γι' αυτόν. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, όμως, θα αναφέρω ότι δεν θεωρώ ότι ο προαναφερόμενος Νόμος τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εκδίκαση περίπτωση. Αφ' ενός γιατί το άρθρο 3
(1)του Ν. 42
(1)/2000 έχει κριθεί αντισυνταγματικό (βλ. Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 355), και, αφ' ετέρου επειδή το άρθρο 3
(3)παρέχει ευχέρεια για έγγραφη απαίτηση επιστροφής χρημάτων εκ μέρους επενδυτή αφού παρέλθουν 3 μήνες από την υποβολή της αίτησης εταιρείας για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψη τέτοιας αίτησης. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση η Εναγόμενη εταιρεία ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, και άρα δεν εμπίπτει εντός του πιο πάνω άρθρου. Των πιο πάνω δεδομένων η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ της Εναγόμενης Εταιρείας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]" Issue of shares. The term 'issue' is also used in connection with shares. The shares which were signed for by the signatories to the memorandum are issued when the company is registered. As regards other shares, when a person who has agreed to take shares is entered on the register as a shareholder, the shares have been issued to him, although he has not obtained the share certificate". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.