← Κύπρος

BRANCO FORCAN ν. HEMSLADE TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4739/10, 7 Ιουλίου, 2011

BRANCO FORCAN ν. HEMSLADE TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4739/10, 7 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A304 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Ι. ΠΟΓΙΑΤΖΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4739/

  1. BRANCO FORCAN, Ενάγων, - και -
  2. HEMSLADE TRADING LTD,
  3. MIROSLAV MISKOVIC, Εναγόμενοι. ------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ, 2010, ΓΙΑ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ 7 Ιουλίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κ. Θωμάς Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένους 1: κ. Παναγιώτης Νεοκλέους για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση του ο Αιτητής εξαιτείται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η ακύρωση του Ενδιάμεσου Διατάγματος ημερ. 3.6.2010 εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή να τίθεται ξανά σε ισχύ το εν λόγω Ενδιάμεσο Διάταγμα, μέχρι την αποπεράτωση της Έφεσης που καταχωρίστηκε στις 12.11.2010 εναντίον της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 29.10.2010, με την οποία ακυρώθηκε το εν λόγω Ενδιάμεσο Διάταγμα. (Β) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη. (Γ) Έξοδα. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.35, θ.18, Δ.48, θ.θ.1-9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις Αποφάσεις των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων και στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα πιο κάτω γεγονότα προβάλλουν ως Παραδεκτά, τόσο από τις θέσεις των διαδίκων, όσο και από το Φάκελο Δικογραφίας:
  5. Στις 3.6.2010, ταυτόχρονα με την καταχώριση της Αγωγής, ο Αιτητής καταχώρισε Μονομερή Αίτηση και πέτυχε την έκδοση Ενδιάμεσου Διατάγματος με το οποίο οι Εναγόμενοι 1 «εμποδίζονται από του να αποζημιώσουν ή επιβαρύνουν καθ΄ οιοδήποτε τρόπο Μετοχές που κατέχουν στη Σερβική Εταιρεία Delta Maxi d.o.o».
  6. Μετά την επίδοση της πιο πάνω Αίτησης και του Διατάγματος, οι Εναγόμενοι 1, καταχώρισαν Ένσταση και η Αίτηση προχώρησε σε ακρόαση.
  7. Το παρόν Δικαστήριο, με Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 29.10.2010, ακύρωσε το πιο πάνω Διάταγμα. Ως κύριος λόγος απόρριψης προβάλλεται η καθυστέρηση και ολιγωρία του Αιτητή στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, γεγονός που δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για το υπαρκτό του κατεπείγοντος.
  8. Στις 12.11.2010, ο Αιτητής/Ενάγων καταχώρισε Έφεση εναντίον της πιο πάνω Ενδιάμεσης Απόφασης, ενώ στις 18.11.2010 καταχώρισε την παρούσα Αίτηση. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΑΙΤΗΤΗ Ο Αιτητής στη σύντομη, αλλά σαφή Ε/Δ που υποστηρίζει την Αίτησή του, ισχυρίζεται τα ακόλουθα:
  9. Με την Έφεση εγείρεται συζητήσιμη υπόθεση για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτήν και ειδικότερα λόγω του ότι από τη Νομολογία δεν εξάγεται ασφαλές συμπέρασμα ότι η προϋπόθεση του κατεπείγοντος δεν πληρείται εάν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της Αγωγής, ή αν αυτό που έχει σημασία είναι τα χρονικό διάστημα το οποίο παρήλθε από την ημέρα κατά την οποία η έκδοση Ενδιάμεσου Διατάγματος κατέστη επείγουσας φύσης μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης.
  10. Σε περίπτωση που προχωρήσει η πώληση των επίδικων Μετοχών από τους Καθ΄ ων η Αίτηση σε καλόπιστους τρίτους εκκρεμούσας της Έφεσης, ο Αιτητής θα απωλέσει κάθε δικαίωμα επί των Μετοχών, με αποτέλεσμα τόσο η Έφεση όσο και η Αγωγή να καταστούν άνευ αντικειμένου και να μην μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση που ο Αιτητής επιτύχει είτε στην Έφεση είτε στην Αγωγή. Από την άλλη, οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά λόγω της έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, καθώς οι Εφέσεις αποπερατώνονται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και, εν πάση περιπτώσει, οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν θα απωλέσουν οποιοδήποτε δικαίωμα τους επί των Μετοχών, ούτε τη δυνατότητα τους να πωλήσουν τις Μετοχές σε περίπτωση που αυτοί επιτύχουν στην Έφεση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται στην Αίτηση προβάλλοντας 8 Λόγους Ένστασης, οι οποίοι υποστηρίζονται από ισχυρισμούς που εμπεριέχονται σε Ε/Δ, οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως:
  11. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση και αποτελμάτωση του δικαιϊκού μας συστήματος και την αποστέρηση των Καθ΄ ων η Αίτηση του δικαιώματος τους να δρέψουν τους καρπούς της επιτυχίας τους από την έκβαση της Ενδιάμεσης Απόφασης.
  12. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  13. Ο Αιτητής δεν έχει με την Ε/Δ του δώσει την παραμικρή εγγύηση και/ή εχέγγυο για τη δυνατότητά του να συμμορφωθεί με την Απόφαση του Δικαστηρίου σε περίπτωση όπου αποτύχει με την Έφεση του την οποία έχει καταχωρίσει.
  14. Η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος αποτελεί για τον Αιτητή αυτοσκοπό και/ή τη μόνη και/ή κύρια επιδίωξη του.
  15. Οι ισχυρισμοί στην Ε/Δ που συνοδεύει την Αίτηση είναι γενικοί και αόριστοι και κατά παράβαση της Νομολογίας και/ή δεν αναφέρονται σε γεγονότα που στοιχειοθετούν την πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης του Αιτητή.
  16. Στην περίπτωση που η Έφεση του Αιτητή επιτύχει, η δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και ο Αιτητής δεν έχει δείξει και/ή υποδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Βασικά, δύο είναι οι πυλώνες στους οποίους στηρίζεται η παρούσα Αίτηση: (Α) στη Δ.35, θθ. 18-19, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που προνοεί για την αναστολή εκτέλεσης Απόφασης εκκρεμούσας Έφεσης, (Β) στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα στις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council [1974] 2 All E.R.
  17. (A) Δ.35, θθ. 18-19: ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ Ή ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Η Δ.35, θθ. 18-19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: "
  18. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.
  19. Wherever under these Rules an application may be made either to the Court below or to the Court of Appeal, or to a Judge of either Court, it shall be made in the first instance to the Court or Judge below." Η πιο πάνω πρόνοια έχει επεξηγηθεί σε αριθμό Αποφάσεων. Βλ. μεταξύ άλλων, Fotiou and other v. Petrolina Ltd

(1984)1 C.L.R 708, Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R 524, In re E.S. & P. (An Infant)
(1986)1 C.L.R 119, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ 591, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ 1147, Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 797, A.B.P Holdings Ltd κ.α ν. Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ 287, Παπακοκκίνου ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 692, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1384, Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(G) A.A.Δ 1978. Οι βασικές αρχές που πηγάζουν από τις πιο πάνω πρόνοιες μπορεί να συνοψιστούν ως ακολούθως: (α) η Δ.35, θθ. 18-19 εφαρμόζεται τόσο σε τελικές όσο και σε Ενδιάμεσες Αποφάσεις, (β) η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης, ούτε μειώνει το κύρος της Πρωτόδικης Απόφασης, (γ) η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35, θθ. 18-19, (δ) η διασφάλιση του τελεσφόρου της Πρωτόδικης Απόφασης αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και με τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης, (ε) οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της Έφεσης, είναι η ακρόαση της Έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, (στ)οι σχετικές πρόνοιες εφαρμόζονται σε περιπτώσεις αναστολής θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την Απόφαση η οποία Εφεσιβάλλεται. Θα μείνω στο τελευταίο αυτό σημείο το οποίο αναπτύχθηκε μέσα από την υπόθεση Λύρα
(1997), πιο πάνω. Αντικείμενο της Αίτησης για Αναστολή ήταν η Απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου. Το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας απορρίφθηκε Πρωτόδικα και ακολούθησε και Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Απορρίπτοντας τους την και πάλι την Αίτηση ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γ. Πικής ανέφερε (σελ. 1386) ότι το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την Απόφαση η οποία Εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την Απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της Απόφασης η οποία Εφεσιβάλλεται. Και συνέχισε: «Στην προκειμένη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35 Θ.
  1. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35 Θ.18.» Όπως στην πιο πάνω υπόθεση, έτσι και στην παρούσα, η ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος δεν συνιστά Απόφαση με την οποία απαιτείται από τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόμενους 1 να πράξουν και/ή να συμμορφωθούν με οτιδήποτε. Δεν υπάρχει υποχρέωση ή καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο με βάση τη Δ.35, Θ.
  2. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι, δεν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα, γι΄ αυτό η Αίτηση στην έκταση που αφορά στην πιο πάνω πρόνοια θα πρέπει να απορριφθεί. (Β) Η ΝΟΜΙΚΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ERINFORD PROPERTIES LTD v. CHESHIRE COUNTY COUNCIL [1974] 2 ALL E.R 448 H νομική αρχή που αναπτύχθηκε στην υπόθεση Εrinford είναι ότι, όπου ένα Δικαστήριο απορρίπτει Αίτηση για έκδοση Ενδιάμεσου Διατάγματος, το ίδιο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει προς όφελος του αποτυχόντα διαδίκου Απαγορευτικό Διάταγμα, εκκρεμούσας της Έφεσης εναντίον της εν λόγω απόρριψης. Δεν υπάρχει ασυνέπεια στην έκδοση τέτοιου Διατάγματος εφόσον σκοπός του είναι να μην καταστεί ατελέσφορη η οποιαδήποτε Απόφαση του Εφετείου, ιδιαίτερα εάν αυτή είναι ανατροπή της Πρωτόδικης Απόφασης. Μπορεί να λεχθεί ότι η πιο πάνω αρχή, με τον τρόπο που τέθηκε από το Δικαστή Megarry στο Chancery Division του Αγγλικού High Court, στην Κύπρο έγινε μεν αποδεκτή, αλλά με αρκετή επιφυλακτικότητα. Γεγονότα της Erinford: Στις 14.3.1974 το High Court απέρριψε αίτημα των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου Κοινοτικού Συμβουλίου για έκδοση Ενδιάμεσου Απαγορευτικού Διατάγματος το οποίο να απαγόρευε στο εν λόγω Κοινοτικό Συμβούλιο από του να εξετάσει την Αίτηση των Εναγόντων για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας εκτός εάν αυτή εξεταζόταν με μία άλλη Αίτηση για Πολεοδομική Άδεια γειτνιάζοντος ακινήτου που είχε γίνει από άλλους Αιτητές που δεν ήταν διάδικοι στην Αγωγή. Αμέσως με την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι Ενάγοντες προχώρησαν με Μονομερή Αίτηση για έκδοση Απαγορευτικού Διατάγματος με τους ίδιους όρους ως η αρχική Αίτηση, εκκρεμούσας της Έφεσης των Εναγόντων. Τελικά οι ίδιοι οι Ενάγοντες διαφοροποίησαν την Αίτηση τους κατά τρόπον ώστε το εν λόγω Διάταγμα να ισχύει μέχρι τις 20.4.1974 (δηλ. για 6 μέρες) ούτως ώστε να δοθεί χρόνος σ΄ αυτούς να καταχωρίσουν την Έφεση τους και να επιδώσουν Ειδοποίηση για επέκταση του Διατάγματος. Με την πιο πάνω διαφοροποίηση, ο Megarry J., εξέδωσε το Διάταγμα. Σκεπτικό της Erinford: Ο Megarry, J., αναφέρθηκε στους λόγους που οδήγησαν στην εν λόγω Απόφαση και που στηρίζονται σε δύο άξονες: (α) στο ότι με την ανάγνωση της Ενδιάμεσης Απόφασης δεν είχε ακόμα εκδοθεί Διάταγμα τελεσίδικης απόρριψης της αρχικής Αίτησης, και (β) στο ότι πάντοτε υπάρχει η πιθανότητα η Απόφαση να ανατραπεί κατ΄ Έφεση λόγω λάθους σ' αυτήν, επομένως δεν υπήρχε οποιαδήποτε ασυνέπεια στην έκδοση ενός Διατάγματος που να συνέχιζε την ισχύ ενός ακυρωθέντος Διατάγματος, έστω και αν το ίδιο το Δικαστήριο είχε ακυρώσει το αρχικό Διάταγμα. (α) Η ανάγνωση της Ενδιάμεσης Απόφασης δεν σήμαινε την τελεσίδικη απόρριψη της αρχικής Αίτησης: Ο Megarry, J. θεώρησε ότι με την ανάγνωση της Ενδιάμεσης Απόφασης δεν είχε ακόμη εκδοθεί Διάταγμα τελεσίδικης απόρριψης της αρχικής Αίτησης και επομένως ήταν ανοικτό στο Δικαστήριο να τροποποιήσει ή ακόμα να αναστείλει την Απόφαση εκείνη όπως θα θεωρούσε ορθό. Έθεσε το θέμα ως ακολούθως (σελ. 453, c-d): "Again, in the case before me no order dismissing the motion has yet been perfected, and until it has been it is open to this court to modify or even revoke the decision, as may be considered proper: see Re Harrison's Share under a Settlement. Yet again, an application of an injunction to restrain a successful defendant from acting on his success seems to constitute an original motion, and I do not see what there is to exclude the jurisdiction of the court to hear and decide such motions in this one limited class of case. It seems to me that on principle and on authority,...,.., I had jurisdiction to grant the injunction that I granted" Στην υπόθεση Re Harrison's Share under a Settlement [1955] 1 All E.R 185 υπήρξε ισχυρισμός ότι μόλις το Δικαστήριο εκφωνήσει προφορικά την Απόφαση του, τότε αυτή καθίσταται τελεσίδικη. Το Court of Appeal κατέδειξε ότι αυτή καθίσταται τελεσίδικη όταν συνταχθεί, περαστεί και καταχωριστεί («drawn up, passed and entered») και οποιοσδήποτε ενεργεί με βάση το τι λέχθηκε προφορικά από το Δικαστήριο λαμβάνει τον κίνδυνο ότι μετά τη σύνταξη της η Απόφαση να μην είναι στη μορφή που ακούστηκε στο Δικαστήριο. Ο Jenkins, L.J. το έθεσε ως ακολούθως (σελ. 189, Β-D): "Our answer to this is that, although the judgement dates from the day of its pronouncement, it is not perfected until drawn up, passed and entered, and anyone who acts on it before-hand must take such risk as there is that it will not be drawn in the form in which it was heard to be pronounced. We think that an order pronounced by the judge can always be withdrawn, or altered or modified, by him until it is drawn up, passed and entered. In the meantime it is provisionally effective, and can be treated as a subsisting order in cases where the justice of the case requires it, and the right of withdrawal would not be thereby prevented or prejudiced. For example, the granting of an injunction, though open to review, would generally operate immediately, i.e., as soon as the relevant words are spoken. But an order which could only be treated as operative at the expense of making it, in effect, irrevocable, e.g., an order for the payment of money, cannot be treated as operative until it has been passed and entered. Where the nature of the case requires it, the process of passing and entering can be accelerated by the judge's direction, and this is often done in the Chancery Division." Είναι φανερό ότι στο διάστημα μεταξύ της εκφώνησης μιας Απόφασης και της σύνταξης και καταχώρισης της, υπάρχει ένα χρονικό διάστημα κενό στο οποίο το Δικαστήριο θεωρητικά διαθέτει το δικαίωμα να κάμει τροποποιήσεις σ΄ αυτή. Τότε μόνο το Δικαστήριο θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει το καθήκον του και καθίσταται functus officio. Όμως στην παρούσα περίπτωση υπάρχει κάτι που τη διαχωρίζει από τον πιο πάνω γενικό κανόνα: το Δικαστήριο είχε ήδη έτοιμο δακτυλογραφημένο το κείμενο της Ενδιάμεσης Απόφασης που διάβαζε και αυτό θα δίδετο, όπως και δόθηκε στους διαδίκους, αμέσως μετά την ανάγνωση του. Αυτό σχεδόν εκμηδένισε την οποιαδήποτε πιθανότητα τροποποίησης της Ενδιάμεσης Απόφασης και το μόνο που απέμενε ήταν η τυπική καταχώριση του αποτελέσματος στα Μητρώα του Δικαστηρίου. (Δ.34 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) (β) Η πιθανότητα ανατροπής της Ενδιάμεσης Απόφασης κατ΄ Έφεση: Ο δεύτερος άξονας στον οποίο κινείται η Erinford είναι ότι πάντοτε υπάρχει η πιθανότητα η Ενδιάμεση Απόφαση να ανατραπεί κατ΄ Έφεση λόγω λάθους και επομένως δεν υπάρχει οποιαδήποτε ασυνέπεια στην έκδοση ενός Διατάγματος το οποίο θα συνέχιζε την ισχύ ενός ακυρωθέντος Διατάγματος, έστω και αν το ίδιο το Δικαστήριο είχε ακυρώσει το αρχικό του Διάταγμα. Όπως ανάφερε ο Megarry, J., είναι πιθανόν ένα Δικαστήριο να κάμει λάθος σε μια Απόφαση του, οπότε θα πρέπει να δίνεται η ευκαιρία αναθεώρησης της ούτως ώστε η Έφεση να μην παραμένει άνευ αντικειμένου (nugatory). Ένα τέτοιο μεταγενέστερο Διάταγμα όμως δεν θα δοθεί όπου η Έφεση είναι επιπόλαιη ή όπου η έκδοση του Διατάγματος θα επιφέρει μεγαλύτερη ταλαιπωρία παρά το αντίθετο. Το θέμα τέθηκε ως ακολούθως: (σελ. 454, b-e) "One of the important factors in making such a decision, of course, is the possibility that the judgment may be reversed or varied. Judges must decide eases even if they are hesitant in their conclusions; and at the other extreme a judge may be very clear in his conclusions and yet on appeal be held to be wrong. No human being is infallible, and for none are there more public and authoritative explanations of their errors than for judges. A judge who feels no doubt in dismissing a claim to an interlocutory injunction may, perfectly consistently with his decision, recognize that his decision might be reversed, and that the comparative effects of granting or refusing an injunction pending an appeal are such that it would be right to preserve the status quo pending the appeal. I cannot see that a decision that no injunction should be granted pending the trial is inconsistent, either logically or otherwise, with holding that an injunction should be granted pending an appeal against the decision not to grant the injunction, or that by refusing an injunction pending the trial the judge becomes functus officio quad granting any injunction at all. There may, of course, be many cases where it would be wrong to grant an injunction pending appeal, as where any appeal would be frivolous, or to grant the injunction would inflict greater hardship than it would avoid, and so on." H νομική αρχή της Erinford
(1974)εξετάστηκε και μπορεί να λεχθεί ότι επεκτάθηκε στην Αγγλία στην Ketchum International Plc v. Group Public Relations Holdings Ltd and others [1996] 4 All E.R 374. Στην υπόθεση αυτή το Court of Appeal αποφάσισε ότι δυνάμει των Αγγλικών Θεσμών είχε δικαιοδοσία για έκδοση Απαγορευτικού Διατάγματος το οποίο να απαγορεύει σε Εναγόμενο από του να αποξενωθεί πόρων, εκκρεμούσας της Έφεσης του αποτυχόντα Ενάγοντα. Η δικαιοδοσία αυτή ήταν παρόμοιας φύσης με αυτή της Erinford. Η Κυπριακή Νομολογία για την ERINFORD
(1974): Η πρώτη υπόθεση στην οποία υιοθετήθηκε η Erinford στην Κύπρο είναι η υπόθεση Ναυτοδικείου Tafco (No.2) v. The ship "Lambros L"
(1977)1 CLR 159 στην οποία μάλιστα η Αίτηση Αναστολής είχε υποβληθεί προφορικά αφού ο Καν. 203 των Περί Δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου Διαδικαστικών Κανονισμών, επιτρέπει κάτι τέτοιο. Το σχετικό αίτημα αναστολής όμως απερρίφθη με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης. Ακολούθησε η Ocean Corporation Ltd v. Novorrossijskrybprom Company Ltd (Aρ.2)
(1996)1 Α.Α.Δ 1154, στην οποία υποβλήθηκε προφορικά αίτημα για αναστολή Διατάγματος ακύρωσης Ενδιάμεσου Διατάγματος. Το αίτημα απορρίφθηκε και πάλι και ο Νικολάου, Δ. αναφερόμενος στην Erinford, εξέφρασε κάποιες επιφυλάξεις. Αναφέρει σχετικά (σελ. 1155-1156): «Η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου αποτελεί βέβαια μείζον ζήτημα προς το οποίο το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο. Με εκλαμβανόμενη ως δεδομένη τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων την οποία υποστηρίζει η εν λόγω απόφαση, χωρίς όμως να αποφαίνομαι επ΄ αυτής οριστικά, το Δικαστήριο οφείλει ακολούθως να εξετάσει το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι και είναι δίκαιο να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Το που κλίνει η πλάστιγγα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι πάντοτε εύκολο να το διακρίνει κανείς. Στην εν λόγω απόφασή του ο δικαστής Megarry φαίνεται να θεωρεί πως η έκδοση τέτοιου διατάγματος δικαιολογείται ως σχεδόν ζήτημα ρουτίνας με εξαίρεση μόνο όπου συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Κατονομάζει δύο. Ο ένας είναι όπου η αίτηση δεν ενέχει σοβαρότητα και ο άλλος είναι όπου το ισοζύγιο ευκολίας δεν θα καθιστούσε σκόπιμη την έκδοση. Αυτή η τόσο ευρεία προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνο.» Το ότι η νομική αρχή της Erinford εφαρμόζεται στην Κύπρο αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ιδιομορφίες της αναφέρθηκε από το Ναθανήλ, Π.Ε.Δ, όπως ήταν τότε, στην Αcuac Inc v. Frederikou Schools Co Ltd κ.α. Αγ. Αρ. 8809/03, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 18.4.05. Το Διάταγμα Αναστολής και πάλι δεν εκδόθηκε λόγω καθυστέρησης των Αιτητών επί 1½ μήνα να καταχωρίσουν την επίδικη Αίτηση. Λέχθηκε σχετικά ότι «ενδείκνυται οι Αιτήσεις για έκδοση αυτών των ιδιότυπων Διαταγμάτων να γίνονται ταχύτατα και να μην δίνονται με ευκολία ανατρέποντας έτσι το ισοζύγιο μεταξύ των διαδίκων στην καταστάλαξη των δικαιωμάτων τους.» (σελ. 12) Στην Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α (Αρ. 3)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ 1255, το θέμα που είχε εγερθεί είναι κατά πόσο Ενδιάμεσο Διάταγμα το οποίο είχε ακυρωθεί με Ένταλμα Certiorari δύναται με βάση τις αρχές της Erinford να αναβιώσει από το ίδιο Δικαστήριο που το ακύρωσε μέχρι την αποπεράτωση της Έφεσης. Ο Νικολάτος, Δ. απάντησε αρνητικά στο ερώτημα αναφέροντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν δικαιολογείτο η έκδοση οποιουδήποτε Διατάγματος στη βάση των αρχών του Κοινοδικαίου όπως εξηγήθηκαν στην Erinford. Στην Έφεση που ακολούθησε Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α
(2005)1(Β) Α.Α.Δ 1523, η Ολομέλεια επικύρωσε την Πρωτόδικη Απόφαση. Το σκεπτικό αφορούσε περισσότερο το ότι στην Αγγλία με βάση τόσο τους Θεσμούς αλλά και τη Νομοθεσία βλ. S.69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925, το Εφετείο διέθετε εξουσία έκδοσης Ενδιάμεσου Διατάγματος για ανατροπή δυσμενούς επηρεασμού απαίτησης, ενώ στην Κύπρο δεν έχει εισαχθεί τέτοια πρόνοια. Σχετική αναφορά έγινε στην Thanos Club Hotels Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας κ.α.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ
  1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι, ενώ οι αρχές της Εrinford εφαρμόζονται στην Κύπρο, η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη φειδώ και πάντοτε έχοντας υπόψη τις ιδιομορφίες και διαφορές τόσο του Αγγλικού νομικού συστήματος όσο και των γεγονότων της υπόθεσης εκείνης. Στην παρούσα περίπτωση o Αιτητής όντως κινήθηκε τάχιστα στο να επιζητήσει την αιτούμενη θεραπεία. Το Ενδιάμεσο Διάταγμα ακυρώθηκε στις 29.10.2010, η Έφεση καταχωρήθηκε στις 12.11.2010 και η παρούσα Αίτηση στις 18.11.
  2. Επομένως, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ολιγωρία η οποία θα απέβαινε μοιραία στην έκβαση της παρούσας Αίτησης. Προχωρώ τώρα στην εξέταση του θέματος της πιθανότητας ανατροπής της Ενδιάμεσης Απόφασης κατ΄ Έφεση. Το απόσπασμα του Megarry, J. (στη σελ. 454, πιο πάνω) αφήνει κάθε ενδεχόμενο ανοιχτό όταν η Έφεση δεν είναι επιπόλαιη ή όπου η έκδοση του Διατάγματος θα επιφέρει μεγαλύτερη ταλαιπωρία παρά το αντίθετο. Ο Νικολάου, Δ., στην Ocean Corporation
(1996)όμως το κατέστησε ξεκάθαρο ότι η τόσο ευρεία προσέγγιση δεν τον βρίσκει σύμφωνο και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως την άποψη αυτή. Διότι μια τέτοια προσέγγιση πιθανό να καθιστούσε κανόνα την επαναφορά ακυρωθέντων Διαταγμάτων, ενώ κάτι τέτοιο πρέπει να είναι η εξαίρεση. Επιπρόσθετα, μια τέτοια εξέλιξη θα καθιστούσε τις Αποφάσεις των Δικαστηρίων με τις οποίες ακυρώνονται Ενδιάμεσα Διατάγματα άνευ αποτελέσματος εφόσον θα ήταν εύκολο να αναβιώσουν με διαδικασίες όπως η παρούσα. Έχω μελετήσει τους Λόγους Έφεσης οι οποίοι αμφισβητούν την προσέγγιση του Δικαστηρίου και στο νομικό θέμα της καθυστέρησης αλλά και σε ερμηνεία κάποιων γεγονότων. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι η Έφεση είναι επιπόλαιη. Το παρόν Δικαστήριο όμως έχει ήδη εκφράσει τη δική του ετυμηγορία επί των σημείων της Έφεσης και άσκησε τη δική του κρίση. Δεν είναι ορθό να υπεισέλθω σε λεπτομερή ανάλυση των προοπτικών επιτυχίας της Έφεσης. Εξάλλου, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, σε περιπτώσεις αναστολής με βάση τη Δ.35, θ.18 των Θεσμών, οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης, στις πλείστες περιπτώσεις είναι οριακής σημασίας και δύσκολο να αποτιμηθούν. Η πιο πάνω άποψη του Νικολάου, Δ., στην Ocean Corporation
(1996), λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα διατήρησης του αντικειμένου της Έφεσης, κάτι που αποτελεί μείζον ζήτημα προς το οποίο το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο. Στο σημείο αυτό έδωσε έμφαση η πλευρά του Αιτητή επικεντρώνοντας τα επιχειρήματα της στο ενδεχόμενο αποξένωσης των Μετοχών. Όμως σε τέτοιες περιπτώσεις, πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να επισυμβούν γεγονότα που να καθιστούν την Έφεση άνευ αντικειμένου. Αυτό είναι ένας παράγοντας που πρέπει να σταθμίζεται μαζί με όλους τους υπόλοιπους. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, θεωρώ ότι η παρούσα δεν είναι περίπτωση για την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ έγκρισης της Αίτησης. Για το λόγο αυτό η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται Έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.