← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Λοΐζου Κασπάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 11845/1996, 8 Ιουλίου, 2011

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Λοΐζου Κασπάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 11845/1996, 8 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A307 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11845/1996 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Λοΐζου Κασπάρη
  2. Μαρίας Κασπάρη Αμερικάνου
  3. Αντωνάκη Λοΐζου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 30.11.2010 των εναγόντων για άδεια εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2011 Για ενάγοντες - αιτητές : κ. Ν. Κουρσάρης Για εναγόμενο 3 - καθ' ου η αίτηση : κ. Α. Αιμιλιανίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 2.4.1997 εκδόθηκε απόφαση στην παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και 3 για Λ.Κ. 3260,39σ. (€5570,71) πλέον τόκους και έξοδα. Στις 30.11.2010 οι ενάγοντες καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία αιτούνται άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.40 θ. 8 και στη Δ.48 θ. 2, 8

(1)(κκ)
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Ττοφή, υπαλλήλου των δικηγόρων των εναγόντων, η οποία αναφέρει ότι οι ενάγοντες έχουν μετονομασθεί από Τράπεζα Κύπρου Λτδ σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και επισυνάπτει αντίγραφο σχετικής ειδοποίησης προς τον Πρωτοκολλητή, πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών και σχετικό ψήφισμα της εταιρείας. Αναφέρει επιπλέον ότι στις 14.8.1997 οι ενάγοντες καταχώρισαν ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον των εναγομένων 1 και 3, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο όσον αφορά τον εναγόμενο 1, ενώ για τον εναγόμενο 3 απεσύρθη άνευ βλάβης. Στις 16.3.1998 οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση έρευνας εναντίον του εναγομένου 1, βάσει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα για δόσεις, πλην όμως ο εναγόμενος 1 δεν συμμορφώθηκε, καταχωρίστηκαν αιτήσεις επιβολής χρηματικής ποινής και εντάλματα φυλάκισης, τα οποία εκκρεμούν για εκτέλεση μέχρι σήμερα χωρίς αποτέλεσμα. Στις 26.1.2006 δεύτερο ένταλμα κινητών εναντίον του εναγομένου 3 επιστράφηκε ανεκτέλεστο με την ένδειξη ότι στερείται κινητής περιουσίας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι πλήρωσαν διάφορα ποσά έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων και ότι το σημερινό υπόλοιπο, κατόπιν υπολογισμού του τόκου, ανέρχεται στο ποσό των €10.
  1. Προσθέτει ότι οι εναγόμενοι ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής του χρέους και οι ενάγοντες συγκατατίθεντο. Τέλος, αναφέρει ότι επειδή παρήλθαν 6 έτη από την έκδοση της απόφασης και οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το πιο πάνω ποσό, παρακαλείται το Δικαστήριο όπως εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για εκτέλεση της απόφασης. Παρά το ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί, έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους καθ' ων η αίτηση να τοποθετηθούν, ειδικά εν όψει του πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την έκδοση της απόφασης. Ο εναγόμενος 3 καταχώρισε ένσταση στις 8.4.2011, στην οποία επικαλείται τους εξής λόγους ένστασης, όπως μπορώ να συνοψίσω: (α) Ο εναγόμενος 3 πληροφορήθηκε για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του μόνο με την επίδοση της υπό κρίση αίτησης. Δεν του είχε επιδοθεί η αγωγή ούτως ώστε να υποβάλει εμφάνιση και υπεράσπιση το
  2. (β) Ο εναγόμενος 3 δεν υπέβαλε από το 1997 αίτηση για παραμερισμό της απόφασης διότι δεν γνώριζε για την ύπαρξή της. (γ) Ο τίτλος της αγωγής/αίτησης δεν συνάδει με τα πιστοποιητικά αλλαγής ονόματος που έχουν κατατεθεί στον Πρωτοκολλητή - το όνομα των εναγόντων είναι διαφορετικό. (δ) Οι αιτητές στην αίτηση είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. (ε) Η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των εναγόντων δεν είναι υπάλληλός τους, ούτε γνωρίζει τα γεγονότα εξ ιδίας γνώσης, ούτε και ισχυρίζεται ότι τα γνωρίζει. (στ) Το ισχυριζόμενο ένταλμα κινητών του 1997 αναφορικά με τον εναγόμενο 3 που κατ' ισχυρισμόν απεσύρθη άνευ βλάβης δεν ήλθε ποτέ εις γνώσιν του. (ζ) Το ισχυριζόμενο ένταλμα κινητών του 2006 επίσης δεν ήλθε ποτέ εις γνώσιν του εναγομένου
  3. (η) Ο εναγόμενος 3 κατά ή περί τις 14.10.2003 ερώτησε την Τράπεζα Κύπρου κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωσή του, λόγω του ότι θα άλλαζε τράπεζα. Η Τράπεζα Κύπρου του απέστειλε σχετική επιστολή και οι υποχρεώσεις του εξοφλήθηκαν ή και απηλλάγη ο εναγόμενος
  4. (θ) Είναι ανεπιεικές να επιτραπεί η εκτέλεση εναντίον του εναγομένου 3 για απόφαση η οποία εξεδόθη το 1997 αναφορικά με την οποία οι ενάγοντες λόγω της συμπεριφοράς τους και του διαρρεύσαντος χρόνου έχουν παραστήσει στον εναγόμενο 3 ότι οποιοδήποτε τυχόν οφειλόμενο χρέος δεν είναι εισπρακτέο. (ι) Το κατ' ισχυρισμόν χρέος έχει διαγραφεί από τους ενάγοντες ως μη εισπρακτέο και ως «bad debt» από πολλού καιρού. (κ) Ο ισχυρισμός ότι καταχωρίστηκε ένταλμα κινητών το 2006 δεν μπορεί να συνάδει με τα γεγονότα της υπόθεσης, καθότι κατά το έτος 2006 είχε παρέλθει πέραν της εξαετίας από την έκδοση της απόφασης χωρίς να επιδιωχθεί άδεια του Δικαστηρίου ή τουλάχιστον χωρίς να υπάρχει ισχυρισμός ότι δόθηκε άδεια για εκτέλεση. (λ) Ο φάκελος του Δικαστηρίου έχει απωλεσθεί και/ή δεν υπάρχει ούτως ώστε να επιβεβαιωθούν τα αναφερόμενα από την ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των εναγόντων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 3, ο οποίος επαναλαμβάνει και τονίζει όλους τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι είχε ζητήσει από τον δικηγόρο του να προβεί σε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης για να διαφανεί σε ποιόν είχε επιδοθεί η αγωγή, καθότι ο ίδιος πιστεύει ότι ουδέποτε του επιδόθηκε, και διαπιστώθηκε ότι ο φάκελος του Δικαστηρίου περιέχει μόνο την υπό κρίση αίτηση. Όσον αφορά την απόφασή του κατά το 2003 να αλλάξει τράπεζα, ο εναγόμενος 3 αναφέρει ότι μετά από πληρωμές ζήτησε όπως του δοθεί βεβαίωση ότι απηλλάγη από όλες τις υποχρεώσεις είτε δικές του είτε της εταιρείας του και του δόθηκε μία βεβαίωση την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  5. Προσθέτει ότι δεν του ελέχθη τότε ότι υπήρχε και άλλη υποχρέωση, ήτοι της παρούσας αγωγής, αλλιώς θα προχωρούσε σε σχετική διευθέτηση/διακανονισμό. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 40 θ. 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι, όπου έχουν παρέλθει έξι έτη από την απόφαση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια εκτέλεσης της απόφασης και το Δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αποτείνεται δικαιούται σε εκτέλεση, μπορεί να εκδώσει διάταγμα για αυτόν τον σκοπό ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα αναγκαίο για να προσδιορίσει τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί. Τόσο στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, στη σελίδα 241, παράγραφος 409 «Application for leave to issue writ», όσο και στο Annual Practice του 1958, σελ. 1019-1020, και στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, σελ. 777, παράγραφος 46/2/2, αναφέρεται, σε σχέση με τις Αγγλικές Διαταγές που αντιστοιχούν στη δική μας Δ.40 θ. 8, ότι αιτήσεις για άδεια εκτέλεσης απόφασης άνω των έξι ετών συνήθως γίνονται ex parte και πρέπει να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, στην οποία να αναφέρεται η ημερομηνία και το ποσό της απόφασης, το σημερινό υπόλοιπο, ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση και να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην εκτέλεση. Αναφέρεται επίσης ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά, εάν το κρίνει πρέπον (όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση). Ως θέμα γενικής αρχής δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης πέραν των έξι ετών, εκτός αν ικανοποιηθεί από τον αιτητή/ενάγοντα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο βάσει των στοιχείων που παρουσιάζει, και η κάθε περίπτωση/αίτηση για άδεια εκτέλεσης θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των δικών της γεγονότων και περιστάσεων. Το όλο θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και αφού ληφθούν υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A.
(2003)EWCA 1668 και The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491) και το Δικαστήριο στις κατάλληλες περιπτώσεις μπορεί να αρνηθεί να παραχωρήσει άδεια για εκτέλεση (Annual Practice του 1999). Στην Αγγλική υπόθεση Duer v. Frazer
(2001)1 All ER 249 διατυπώθηκε η γενική αρχή σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο συνήθως δεν παρατείνει την περίοδο των έξι ετών, εκτός αν αυτό είναι εμφανώς δίκαιο («demonstrably just»). Το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στον εξ αποφάσεως πιστωτή και κάθε υπόθεση κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβη σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή τον λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό που υπέστη ο εξ αποφάσεως οφειλέτης από την καθυστέρηση. Όσο πιο μακρύς είναι ο χρόνος που αφέθηκε να παρέλθει από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα καταλήξει ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης επηρεάζεται δυσμενώς από την παραχώρηση άδειας για εκτέλεση. Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην Patel v. Singh
(2002)EWCA
  1. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα έξι έτη, ο εξ αποφάσεως πιστωτής οφείλει να δώσει στο Δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση, αλλά ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει υποχρέωση να καταδείξει δυσμενή επηρεασμό εξ αιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα έξι χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, ο πιστωτής υποχρεούται να καταδείξει ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις, οι οποίες καθιστούν την υπόθεση εκτός του κανονικού («take the case out of the ordinary»). Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ενάγοντες αιτητές παραθέτουν δεόντως με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους την ημερομηνία και το ποσό της απόφασης, το σημερινό υπόλοιπο, καθώς και το γεγονός ότι δικαιούνται σε εκτέλεση, εν όψει της μετονομασίας των εναγόντων προς όφελος των οποίων είχε εκδοθεί η απόφαση από Τράπεζα Κύπρου Λτδ σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης του εναγομένου 3 που αφορούν την ονομασία των εναγόντων, τον τίτλο της αγωγής και την «ανυπαρξία» των αιτητών ως νομικού προσώπου (βλ. λόγους ένστασης υπό (γ) και (δ) ) σημειώνω ότι έχουν επισυναφθεί όλα τα σχετικά πιστοποιητικά και η ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή για την αλλαγή ονομασίας των εναγόντων. Εάν ο εναγόμενος αναφέρεται στο γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν κλίνει στην καθαρεύουσα την πρώτη λέξη στην ονομασία τους («Τραπέζης» αντί «Τράπεζας»), θεωρώ ότι αυτό δεν ενέχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία εφόσον είναι δεδομένο ότι πρόκειται για μετονομασία συγκεκριμένου νομικού προσώπου όπως καταδεικνύεται από τα έγγραφα και πιστοποιητικά που επισυνάπτονται στην αίτηση. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης υπό (α) και (β) σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν άγνοια του εναγομένου 3 για την ύπαρξη της αγωγής λόγω μη επίδοσής της, σημειώνω ότι δεν θα ήταν ορθό να απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας τέτοιο θέμα, εφόσον δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Το παρόν Δικαστήριο έχει ενώπιόν του μόνο ένα πιστό αντίγραφο μίας απόφασης ημερ. 2.4.1997, στην οποία καταγράφεται ότι ο εναγόμενος, παρόλο που του επιδόθηκε δεόντως η αγωγή, δεν εμφανίστηκε, και η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει προσβληθεί. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, όμως, σημειώνω ότι ο αρχικός φάκελος της υπόθεσης δεν υπάρχει πλέον, προφανώς λόγω των πολλών ετών που έχουν παρέλθει, και η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε σε προσωρινό φάκελο. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα ελέγχου της αρχικής επίδοσης του κλητηρίου στον εναγόμενο 3 και των συναφών ισχυρισμών του, γεγονός που δεν μπορεί παρά να λειτουργεί προς όφελός του σε σχέση με την παρούσα αίτηση. Είναι δε ιδιαίτερα ενδεικτικό του πόσο ανεπιθύμητο είναι να αφήνεται να παρέρχεται τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση μίας απόφασης χωρίς να λαμβάνονται επαρκή μέτρα εκτέλεσης. Ειδικότερα όσον αφορά τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν μέχρι σήμερα, σημειώνω ότι η αίτηση έρευνας που αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και τα παρεπόμενα φυλακιστήρια ουδόλως αφορούν τον εναγόμενο
  2. Τα μοναδικά μέτρα εκτέλεσης που αναφέρουν οι ενάγοντες ότι έλαβαν εναντίον του εναγομένου 3 προς εκτέλεση της απόφασης είναι δύο εντάλματα κατάσχεσης κινητής περιουσίας, εκ των οποίων το πρώτο (το 1997) αποσύρθηκε, ενώ το δεύτερο (το 2006) επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Απολύτως κανένα άλλο μέτρο δεν αναφέρουν ότι έχει ληφθεί στα 14 και πλέον χρόνια που έχουν παρέλθει από την έκδοση της απόφασης. Όσον αφορά την καθυστέρηση στην εκτέλεση, την οποία, σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές οι ενάγοντες οφείλουν να δικαιολογήσουν, οι ενάγοντες επικαλούνται τις κατά καιρούς παρακλήσεις των εναγομένων για παράταση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου αποπληρωμής. Εν τούτοις, ο εναγόμενος 3 προβάλλει τη θέση ότι το 2003 που αποφάσισε να αλλάξει τράπεζα ήρθε σε επικοινωνία με τους ενάγοντες για τη διευθέτηση των υποχρεώσεων του ιδίου και της εταιρείας του και έλαβε γραπτή βεβαίωση απαλλαγής. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι με την εν λόγω βεβαίωση (Τεκμήριο 1) οι ενάγοντες δεν δηλώνουν ότι απαλλάσσουν τον εναγόμενο 3 από οποιαδήποτε υποχρέωση που αφορά την παρούσα αγωγή, αλλά από υποχρεώσεις που αφορούν εγγυήσεις που έδωσε προς συγκεκριμένες εταιρείες. Παρά ταύτα, ο εναγόμενος 3 αναφέρει ότι μετά από παράκλησή του οι ενάγοντες είχαν εξεύρει όλες τις υποχρεώσεις του και έγιναν κάποιες πληρωμές βάσει των οποίων του έδωσαν τη βεβαίωση απαλλαγής Τεκμήριο 1, χωρίς να του αναφέρουν ότι εκκρεμούσε οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση. Ο εναγόμενος 3 δεν αντεξετάστηκε από τους ενάγοντες επί των ισχυρισμών αυτών, οι οποίοι έρχονται σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της ένορκης δήλωσης της κας Ττοφή. Άλλωστε, οι αναφορές της κας Ττοφή περί παράκλησης των εναγομένων για παράταση χρόνου είναι κάπως γενικές και αόριστες, χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε απτών στοιχείων ή λεπτομερειών σε σχέση με τον χρόνο, το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα των επικοινωνιών των εναγόντων με τους εναγόμενους, ποιοι ακριβώς εναγόμενοι ζήτησαν παράταση, πότε τους δόθηκε και για ποια χρονική περίοδο. Επανερχόμενη στα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν από την έκδοση της απόφασης μέχρι σήμερα, επαναλαμβάνω ότι παρήλθαν πέραν των 14 ετών από την έκδοση της απόφασης χωρίς να έχει ληφθεί το παραμικρό μέτρο εκτέλεσης εναντίον του εναγομένου 3, πλην των δύο ενταλμάτων κατάσχεσης κινητών που προαναφέρθηκαν. Η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των εναγόντων δεν αναφέρει καν τον λόγο για τον οποίο οι ενάγοντες επέλεξαν να αποσύρουν το πρώτο εκ των δύο ενταλμάτων κατά το 1997 (οποιαδήποτε μνεία στο στάδιο των αγορεύσεων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι, ως γνωστόν, οι δικηγόροι δεν μπορούν να παραθέτουν γεγονότα). Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε πειστική και λογική εξήγηση για την παράλειψη των εναγόντων να προβούν σε οποιαδήποτε άλλα ουσιαστικά και αποτελεσματικά μέτρα εκτέλεσης εναντίον του εναγομένου 3 στα 14 χρόνια που έχουν παρέλθει. Επισημαίνω περαιτέρω ότι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι έχουν λάβει συγκεκριμένες πληροφορίες σε σχέση με τον εναγόμενο 3 βάσει των οποίων υπάρχει τώρα λογική προσδοκία ότι με την έγκριση της αίτησης και τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων θα καταστεί επιτέλους δυνατή η εκτέλεση της απόφασης εναντίον του εναγομένου
  3. Υπενθυμίζω ότι το τελευταίο μέτρο που έλαβαν οι ενάγοντες, απ' ό,τι αναφέρει η κα Ττοφή, ήταν ένα ένταλμα κινητών πριν 5 χρόνια το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο, και δεν έχει αναφερθεί πού βασίζεται η προσδοκία τους ότι κάποιο αντίστοιχο ή άλλο μέτρο θα έχει σήμερα διαφορετικό αποτέλεσμα. Μοναδική αναφορά της κας Ττοφή είναι ότι «επειδή παρήλθαν 6 έτη από της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης» και υφίσταται η οφειλή, ζητείται άδεια εκτέλεσης, παραγνωρίζοντας παντελώς ότι δεν είναι μόνο 6 έτη που παρήλθαν αλλά 14 και παραλείποντας να αιτιολογήσει δεόντως την εν λόγω καθυστέρηση. Δεν παραγνωρίζω σε καμία περίπτωση το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα των εναγόντων για εκτέλεση μιας νομότυπα εκδοθείσας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους. Εν τούτοις, όπως προκύπτει από τη Διαταγή 40 θ. 8, το δικαίωμα αυτό δεν υφίσταται επ' άπειρον. Δίδεται περιθώριο χρόνου έξι ετών προς τους ενάγοντες για να λάβουν μέτρα εκτέλεσης, έτσι ώστε να διασφαλιστούν δεόντως τα δικαιώματά τους που απορρέουν από μία δικαστική απόφαση. Μετά την πάροδο έξι ετών, όμως, εάν δεν έχει καταστεί δυνατή η πλήρης εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, οι ενάγοντες πρέπει να λαμβάνουν άδεια από το Δικαστήριο για τη λήψη περαιτέρω μέτρων εκτέλεσης. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στις σελίδες 5 και 6 πιο πάνω, ενώ το αποδεικτικό βάρος για αιτιολόγηση του αιτήματος και ειδικότερα της καθυστέρησης στη λήψη μέτρων εκτέλεσης επαυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Δηλαδή όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα αυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για να εξασφαλίσει άδεια από το Δικαστήριο για εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αιτιολογήσει σε ικανοποιητικό βαθμό την καθυστέρηση που έχουν επιδείξει στη λήψη μέτρων προς εκτέλεση μίας απόφασης που εκδόθηκε το
  4. Ούτε έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας για εκτέλεση θα αξιοποιηθεί αποτελεσματικά και θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε ουσιαστικό σκοπό που να αφορά στην εκτέλεση μίας απόφασης εναντίον του εναγομένου 3 που εκδόθηκε πριν από 14 και πλέον χρόνια. Αποτέλεσμα αυτής της αδράνειας και απραξίας των εναγόντων είναι το εξ αποφάσεως χρέος να αυξηθεί από το αρχικό ποσό των Λ.Κ. 3260,39 (€5570,71) σε €10.455 (προφανώς λόγω της χρέωσης τόκων), παρά την αναφορά της κας Ττοφή ότι «οι εναγόμενοι πλήρωσαν διάφορα ποσά έναντι του εξ αποφάσεως χρέους», και συνεπώς ο εγγυητής εναγόμενος 3 να βρίσκεται σήμερα σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση. Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν είναι τόσο ασυνήθιστα και ιδιαίτερα, που να καθιστούν την υπόθεση εκτός του κανονικού («out of the ordinary»), ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιβάλλει όπως δοθεί η αιτούμενη άδεια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί η αιτούμενη άδεια εκτέλεσης και ως εκ τούτου η αίτηση, στον βαθμό που αφορά τον εναγόμενο 3, απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του και εναντίον των εναγόντων-αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.