← Κύπρος

AGF TRADING ENGINEERING LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5557/09, 14 Ιουλίου, 2011

AGF TRADING ENGINEERING LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5557/09, 14 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5557/09 Μεταξύ: A.G.F. TRADING ENGINEERING LTD Ενάγοντες και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 5.11.2010 για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνία: 14 Ιουλίου,

  1. Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Αριστείδης Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Καμένος ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.9.2009 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον του Εναγομένου. Την 28.9.2010, στα πλαίσια αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχωρησης Υπεράσπισης, εξεδόθη απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για ποσό €. 15.221,89 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον €. 719,00 έξοδα πλέον Φ.Π.Α και €. 11,00 έξοδα επίδοσης. Την 5.11.2010 ο Εναγόμενος καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση με την οποία εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει ή παραμερίζει την προαναφερόμενη απόφαση. Η Αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.26 Θ. 14, Δ.48 Θ.Θ. 8 και 9, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Θεοχάρη Αντωνίου, Βοηθού Λογιστικού Λειτουργού στο Υπουργείο Υγείας. Ο κ. Αντωνίου αναφέρει ότι η υπόθεση αφορά σε συμβάσεις που το Υπουργείο σύνηψε με τους Ενάγοντες προ πολλών ετών, και οι σχετικοί φακέλλοι τοποθετήθηκαν στο Αρχείο του Υπουργείου. Το Υπουργείο μεταστεγάστηκε τον Φεβρουάριο 2008, και μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατή η ταξινόμηση των φακέλων. Αποδίδει την καθυστέρηση στην ετοιμασία της Υπεράσπισης «τόσο στη δυσκολία εντοπισμού των σχετικών με τις επίδικες συμβάσεις φακέλων όσο και στον αυξημένο φόρτο εργασίας». Ο ίδιος εντόπισε τους φακέλους την 2.11.2010, και εξ' όσων πιστεύει ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση, δεδομένου ότι τα ποσά έχουν υπολογιστεί λανθασμένα, από τους Ενάγοντες, και συγκεκριμένα ότι δεν βασίστηκαν στις πραγματικές ημερομηνίες παράδοσης των μηχανημάτων. Οι Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση στις 20.1.2011 η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.26 Θ. 14, Δ.48 Θ.4 και στις Γενικές Εξουσίες, Νομολογία και Πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση εκτίθενται 4 λόγοι ένστασης, τους οποίους και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «(α) Η σαφώς βραδυπορούσα και παρελκυστική στάση που επέδειξε ο Εναγόμενος καθ' όλο το χρόνο που προηγήθηκε της έκδοσης της επίδικης απόφασης με την διαρροή πέραν του ενός χρόνου από την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος μέχρι την έκδοση της επίδικης απόφασης, αποτελεί σαφή κατάχρηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας και/ή έλλειψη σεβασμού στην παρούσα δικαστική διαδικασία, γεγονός που φανερώνεται μεταξύ άλλων και από το χρόνο καταχώρισης της αίτησης παραμερισμού. (β) Καθ' όλο το χρόνο που εκκρεμούσε η καταχώρηση της υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Υπεράσπισης του. (γ) Δεν στοιχειοθετείται ούτε τεκμηριώνεται στην αίτηση και στη συνημμένη Ένορκη Δήλωση οποιαδήποτε υπεράσπιση και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση του Εναγομένου. (δ) Τα ποσά της αγωγής έχουν ορθά υπολογιστεί ούτε άλλωστε εξειδικεύεται στην αίτηση του Εναγόμενου και στη συνημμένη Ένορκη Δήλωση ποια είναι τα κατ' ισχυρισμό λάθη στον υπολογισμό των ποσών. Επιπλέον, ο υπολογισμός των ημερών καθυστέρησης πληρωμών βασίστηκε στις πραγματικές ημερομηνίες παράδοσης των ιατρικών εξοπλισμών και τα οφειλόμενα ποσά είναι ορθά».». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Πάρι Χριστοδουλίδη, διευθυντή των Εναγόντων, ο οποίος, αφού κάνει αναφορά στο ιστορικό της αγωγής (το οποίο και θα παρατεθεί λεπτομερώς πιο κάτω), δηλώνει ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως του κ. Αντωνίου. Είναι η θέση του ότι η στάση που επέδειξε ο Εναγόμενος καθ' όλο το χρόνο που προηγήθηκε της έκδοσης της απόφασης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η μεταστέγαση του Υπουργείου Υγείας έλαβε χώρα αρχές του 2008, η αγωγή καταχωρίστηκε μετά από 1 ½ έτος, ενώ η απόφαση εξεδόθη στις 28.9.
  2. Κατ' επέκταση εισηγείται ότι υπαλλήλοι του Υπουργείου είχαν όλο το χρόνο να εξεύρουν τους φακέλους, αφού από την μεταστέγαση μέχρι και την έκδοση της απόφασης παρήλθαν 28 μήνες, το δε γεγονός ότι αυτοί αμέσως μετά την έκδοση απόφασης κατάφεραν να εντοπίσουν όλους τους φακέλους φανερώνει ακριβώς την παρελκυστική στάση και τον πλημμελή σεβασμό του Εναγομένου προς την διαδικασία. Επισημαίνει δε ότι σε όλο το χρόνο από την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης μέχρι και την έκδοση της απόφασης ο Εναγόμενος δεν καταχώρησε αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Υπεράσπισης. Πέραν των πιο πάνω, ο κ. Χριστοδουλίδης εκφράζει την άποψη του ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη Δήλωση του κ. Αντωνίου περί της ύπαρξης δήθεν καλής υπεράσπισης, και του λανθασμένου υπολογισμού των ποσών είναι γενικολογίες και αοριστίες, και δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Μετά την παραχώρηση σχετικής άδειας προς τούτο, ο Εναγόμενος - Αιτητής καταχώρησε στις 28.4.2011 συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει ότι το συμβόλαιο MS. 13.8.01.1 πληρώθηκε στις 31.12.2004, χωρίς καθυστέρηση, η καθυστέρηση στην πληρωμή του συμβολαίου MS.13.8.01.3 ανήλθε στις 53 μέρες και όχι στις 107 που ισχυρίστηκαν οι Ενάγοντες, το τιμολόγιο MS 13.8.01.4 πληρώθηκε χωρίς καθυστέρηση στις 21.7.2006, η καθυστέρηση στην πληρωμή του συμβολαίου MS 13.8.01.6 ανήλθε στις 79 μέρες και όχι στις 93 που ισχυρίστηκαν οι Ενάγοντες, και ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή του συμβολαίου MS 13.8.01.4 ανήλθε στις 120 μέρες και όχι στις 125 που ισχυρίστηκαν οι Εναγόμενοι. Υποβάλλει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθ' ότι ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση εις απάντηση των πιο πάνω καταχώρησαν και οι Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση. Σε αυτήν ο κ. Χριστοδουλίδης παραπέμπει σε όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, από την οποία εισηγείται ότι προκύπτει ότι το 85% του συνολικού οφειλόμενου ποσού πρέπει να πληρωθεί εντός 28 ημερών από την προμήθεια του εξοπλισμού, και το υπόλοιπο 15% με την ολοκλήρωση της εγκατάστασης του αντίστοιχου εξοπλισμού. Παρά το ότι όμως, ισχυρίζεται, ο Εναγόμενος είχε παραλάβει στα νοσοκομεία τους εξοπλισμούς εντός των συμβατικών προθεσμιών, εν' τούτοις είτε δεν επέτρεψε στους Ενάγοντες να προχωρήσουν με την εγκατάσταση των εξοπλισμών άμεσα με την αιτιολογία ότι δεν ήταν έτοιμοι οι χώροι, είτε για δικούς του λόγους αρνήθηκε ή αμέλησε να επιθεωρήσει και εκδώσει το απαραίτητο τελικό Πιστοποιητικό εντός των προθεσμιών ώστε να μπορούν οι Ενάγοντες να προχωρήσουν με την έκδοση των τιμολογίων για την εξόφληση του λοιπού 15%. Εισηγείται, κατ' επέκταση, ότι δεν έχει σημασία η ημερομηνία έκδοσης των τιμολογίων για τον υπολογισμό της καθυστέρησης. Ο κ. Χριστοδουλίδης κάνει συγκεκριμένη αναφορά στο κάθε συμβόλαιο του οποίου γίνεται επίκληση στην Ένορκη Δήλωση του κ. Αντωνίου, και εξηγεί γιατί, κατά την άποψη του, οι ισχυρισμοί του κ. Αντωνίου δεν ευσταθούν. Συγκεκριμένη αναφορά στα συμβόλαια και τις θέσεις του κ. Χριστοδουλίδη θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις, και σε αυτές οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους επικαλούμενοι και σχετική Νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Δεδομένου ότι η απόφαση στην αγωγή εξεδόθη λόγω παράλειψης του Εναγομένου να καταχωρήσει Υπεράσπιση στα πλαίσια σχετικής αίτησης για απόφαση, η δικονομική πρόνοια η οποία τυγχάνει εφαρμογής είναι η Δ.26 Θ. 14, την οποία και παραθέτω σε μετάφραση: «Οποιαδήποτε απόφαση λόγω παράλειψης, είτε βάσει της παρούσας Διαταγής είτε βάσει οποιασδήποτε άλλης εκ των παρόντων Θεσμών, μπορεί στην πρέπουσα περίπτωση να παραμεριστεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως όπως το Δικαστήριο θα κρίνει ορθό[1]». Μελέτη της Νομολογίας καταδεικνύει ότι ουσιαστικά εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές για παραμερισμό απόφασης που εξεδόθη λόγω παράλειψης Εναγομένου να καταχωρήσει Υπεράσπιση, όπως και στις υποθέσεις όπου το αίτημα αφορά σε παραμερισμό απόφασης η οποία εξεδόθη λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου, ή λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια σε αιτήσεις όπως η υπό εξέταση, έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων. Κλασική, επί του θέματος, απόφαση, αποτελεί η Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646. H απόφαση αυτή έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από την Κυπριακή Νομολογία. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα από την απόφαση Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1342 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει το Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως η συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» (Βλ. επίσης Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961), 1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Ltd
(1994)1 C.L.R. 1, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α v. Marialla Construction Ltd, Πολ.Εφ. 9153 ημερ. 31.10.96, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd,
(1997)1(A) A.A.D. 28, Burns v. Kondel
(1971)1 Lloyds L.R. 554, Αντρέας Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA" Αγ. Ναυτ. 63/02, ημερ. 16.4.03, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ελενα Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κουρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1767, Γιάννη Ευάνθη ν. Κωνσταντίνου Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822 και Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1761. Στην Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204 εξετάστηκε και αναλύθηκε το καθήκον και το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις παραμερισμού[2]. Οι αρχές που προκύπτουν από την πιο πάνω αναφερόμενη Νομολογία μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
  1. Ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  2. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων.
  3. Ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης, το οποίο αποτελεί και το πρωταρχικό καθήκον του. Επίσης όμως, πρέπει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του ή την παράλειψη του να καταχωρήσει το δικόγραφο με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του.
  4. Η αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης.
  5. Παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί εάν διαπιστωθεί «ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου» (βλ. Milouca (πιο πάνω) και Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλικά,
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 893). Θα εξετάσω αρχικά το θέμα της μη καταχώρισης Υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγομένου. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμη την παράθεση ενός σύντομου ιστορικού της αγωγής. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 18.9.2009 και επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 24.9.
  1. Ακολούθησε η καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης στις 13.10.2009, και άρα με βάση τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η Υπεράσπιση θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί μέχρι και την 27.10.
  2. Αντί τούτου την 16.11.2009 καταχωρίστηκε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Υπεράσπισης, η οποία ορίστηκε στις 18.12.
  3. Την 18.12.2009 ζητήθηκε εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα χρόνος για καταχώριση Υπεράσπισης, ο οποίος δόθηκε, και η αίτηση ορίστηκε την 1.2.2010 με οδηγίες όπως η Υπεράσπιση καταχωριστεί μέχρι τότε. Κατά την ημερομηνία αυτή ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος, ο οποίος παρασχέθηκε και η αίτηση ορίστηκε για απόδειξη στις 4.3.2010 εκτός εάν η Υπεράσπιση καταχωρείτο 2 καθαρές μέρες προηγουμένως. Ούτε και αυτήν την φορά, όμως, καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση, και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο αιτήθηκε και πάλι όπως του παρασχεθεί χρόνος. Εν' όψει του ότι η πλευρά των Εναγόντων δεν ήταν έτοιμη για απόδειξη, η αίτηση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της. Την 29.4.2010 ακολούθησε η καταχώρηση και δεύτερης αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία ορίστηκε την 7.6.
  4. Κατά την ημερομηνία αυτή ζητήθηκε για 4η φορά χρόνος για καταχώρησης Υπεράσπισης. Αυτός παρασχέθηκε και η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 2.7.
  5. Την 2.7.2010 ο συνήγορος του Εναγομένου δεν εμφανίστηκε καν στο Δικαστήριο, και ο κ. Παρπαρίνος που είχε εμφανιστεί εκ μέρους των Εναγόντων, εισηγήθηκε όπως παρασχεθεί σε αυτόν χρόνος να καταχωρήσουν Υπεράσπιση. Εν' όψει και των καλοκαιρινών διακοπών, η αίτηση ορίστηκε για απόδειξη στις 28.9.2010, με οδηγίες όπως το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα ειδοποιηθεί από το Πρωτοκολλητείο. Αφού παρήλθαν και οι 3 μήνες αυτοί και πάλι δεν καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση, την 28.9.2010, ο κ. Αριστείδου προσήλθε στο Δικαστήριο και ανέφερε ότι παρά τις επανειλημμένες επικοινωνίες με το υπεύθυνο τμήμα του Υπουργείου Υγείας αυτό δεν του έστειλε τις απαραίτητες πληροφορίες για σύνταξη της Υπεράσπισης. Η πλευρά των Εναγόντων ανέφερε ότι ήταν έτοιμη για απόδειξη της υπόθεσης της, και, μετά που το Δικαστήριο ανέφερε ότι είχε δοθεί υπέρ του δέοντος χρόνος για καταχώρηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων, δόθησαν οδηγίες όπως οι Ενάγοντες προχωρήσουν σε απόδειξη. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν και την κωλυσιεργία του Εναγομένου. Παρά το γεγονός ότι ζητήθηκε από το Δικαστήριο 5 φορές χρόνος, και παρήλθε και ένα έτος από την ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα να καταχωρήσει την Υπεράσπιση του, εν' τούτοις ο Εναγόμενος παρέμεινε άπρακτος. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι επρόκειτο για την δεύτερη αίτηση των Εναγόντων για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης της Υπεράσπισης. Ούτε καν, ως επισημαίνει και ο Ενόρκως Δηλών στην Ένσταση, καταχωρίστηκε οποιαδήποτε αίτηση για παράταση του χρόνου δυνάμει της Δ.57, με την οποία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τον ισχυρισμό αυτό περί δυσκολίας ανεύρεσης των φακέλων λόγω μεταστέγασης, δήθεν, του Υπουργείου. Εύστοχο, επίσης, είναι το σχόλιο της πλευράς των Εναγόντων, ότι το Υπουργείο Υγείας μεταστεγάστηκε τον Φεβρουάριο 2008, και η απόφαση εξεδόθη 2 ½ χρόνια μετά από αυτό, αλλά αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης έγινε κατορθωτή η αποστολή των φακέλων. Ούτε, όμως, και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Γενικό Εισαγγελέα έκανε την 28.9.2010 οποιαδήποτε αναφορά σε ζήτημα δυσκολίας ανεύρεσης των φακέλων λόγω της μεταστέγασης, αλλά απλά ανέφερε ότι το αρμόδιο τμήμα δεν του απέστελνε αυτούς παρά τις επανειλημμένες του επικοινωνίες με αυτούς. Ως έχει νομολογηθεί, δεν είναι αρκετό σε τέτοιας φύσης αιτήσεις απλά να δίδεται κάποια εξήγηση για την παράλειψη του Εναγομένου, η εξήγηση αυτή πρέπει να είναι και επαρκής. Παραπέμπω προς τούτο σε απόσπασμα από την απόφαση στην Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ 941, όπου στις σελ. 944 και επόμενες αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αγωγή επιδόθηκε στις 24 Φεβρουαρίου
  1. Η αίτηση για την έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης των εναγομένων να εμφανιστούν, επιδόθηκε στις 11 Απριλίου
  2. Οι εφεσείοντες και πάλιν αδράνησαν. Έδωσαν όμως εξήγηση, για ό,τι χαρακτηρίζει το Δικαστήριο ως απραξία - τούτη: ότι, μετά την παραλαβή της, η αίτηση καταχωρήθηκε σε κάποιο φάκελο και ξεχάστηκε. Η εξήγηση που δόθηκε δε μειώνει την έλλειψη ενδιαφέροντος, που υποδηλώνει η διαγωγή των εφεσειόντων, για την τύχη της αγωγής. Ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παροχή εξηγήσεων για την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί δεν ισοδυναμεί με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, πολύ δε λιγότερο με τη συγχώρηση της». Παραπέμπω περαιτέρω σε απόσπασμα από την απόφαση Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd (πιο πάνω), όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Διαφορετική αντιμετώπιση θα είχε ως αποτέλεσμα η πορεία της δικαστικής διαδικασίας να χαράσσεται ανάλογα με τη διάθεση του εναγομένου, χωρίς καμία βεβαιότητα για το χρόνο διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και τη διάγνωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα». Παραθέτω επίσης απόσπασμα από την απόφαση Μιχαηλίδης ν. Μαυροπούλου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1143 στην οποία παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας: «Δεν διακρίναμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη προσέγγιση, τα δε συμπεράσματα στα οποία ήχθη το Δικαστήριο δικαιολογούνται πλήρως ενόψει των νομολογημένων αρχών και των δεδομένων της περίπτωσης. Η γενική από τον εφεσείοντα αναφορά σε λόγους υγείας και σε στοιχεία τα οποία χρειαζόταν και τα οποία είχε παλαιότερα δώσει στην αστυνομία, χωρίς λεπτομέρειες σε σχέση, μεταξύ άλλων, με τη φύση του προβλήματος υγείας, τη σοβαρότητά του, τη χρονική έκτασή του και τις επιπτώσεις στις δυνατότητές του να ανταποκριθεί, όπως εξάλλου και με τον προσδιορισμό της έλλειψης στοιχείων που, κατά τον ισχυρισμό του, καθιστούσε ανέφικτη τη σύνταξη της υπεράσπισης, τα διαβήματα στα οποία προέβη, αν προέβη, και πότε, για να τα εξασφαλίσει, δεν αποτελούσε έρεισμα για θετική, υπέρ του, κατάληξη ιδιαίτερα μάλιστα αν λάβει κανείς υπόψη τη στάση του αφότου του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, την παράλειψη του να θέσει στο Δικαστήριο τα όποια προβλήματά του με αίτηση για παράταση χρόνου αλλά και την, καθώς παρατηρούμε, αντιφατικότητα - η οποία πρωτοδίκως δεν σχολιάστηκε - μεταξύ της εξήγησης που ο τότε συνήγορος του εφεσείοντος έδωσε στις 21 Δεκεμβρίου 2001 και της εξήγησης που ο ίδιος ο εφεσείων έδωσε στην αίτηση για παραμερισμό». Θεωρώ συνεπώς ότι, τα όσα έχουν τεθεί με την Αίτηση ως λόγοι για την μη καταχώρηση Υπεράσπισης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα δεν αποτελούν καλό λόγο που να επιτρέπει το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Αντιθέτως, διαπιστώνεται κωλυσιεργία και αδιαφορία για την πορεία της υπόθεσης, σε βαθμό που να συνιστά καταφρόνηση της διαδικασίας. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου, θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Από ανάγνωση της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, προκύπτουν αντιφατικοί ισχυρισμοί. Από την μία υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ουδέποτε προήλθε σε οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική συμφωνία με την Ενάγουσα Εταιρεία για συνεργασία μεταξύ των δύο. Από την άλλη, όμως, υπάρχει ένας αόριστος ισχυρισμός ότι, και εάν υπάρχουν οποιεσδήποτε οφειλές από την Εναγόμενη Εταιρεία στην Ενάγουσα Εταιρεία, αυτές είναι μικρότερες του ποσού για το οποίο εξεδόθη απόφαση. Από την Ένορκη Δήλωση αυτή, δεν ξεκαθαρίζει η ύπαρξη οποιασδήποτε συζητήσιμης Υπεράσπισης στην αγωγή. Τούτων δεδομένων, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Θα εξετάσω αρχικά το θέμα της μη καταχώρισης Σημειώματος Εμφανίσεως εκ μέρους των Εναγομένων. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι δεν καταχώρησαν εμφάνιση για τον λόγο απλά και μόνο ότι ο Ενάγοντας τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα αξιώσει τα ποσά των γραμματίων, αλλά ότι προωθούσε την αγωγή απλά για να διασφαλίσει τα οφειλόμενα σε αυτόν ενοίκια. Η θέση αυτή, όμως, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. Δεδομένου ότι ήταν η θέση του Εναγομένου αρ. 1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης της αγωγής το οφειλόμενο από τους Εναγόμενους στον Ενάγοντα ποσό ανήρχετο σε μόνο Λ.Κ.4.461,00 δεν είναι λογικό να θεώρησαν ότι ήταν δυνατόν μία αγωγή με την οποία αξιώνετο εναντίον τους απόφαση για ποσό Λ.Κ.40.000,00 να συνιστούσε απλή διασφάλιση του ποσού των Λ.Κ.4.461,
  1. Και αν ακόμη, όμως, η θέση αυτή ήθελε γίνει δεκτή ως εύλογη σε σχέση με την μη καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως, δεν παρέχεται καμία εξήγηση γιατί δεν ανησύχησαν σε μεταγενέστερο στάδιο όταν επιχειρήθηκε η εκτέλεση της απόφασης αυτής δια ενταλμάτων κινητής περιουσίας, ή δια της καταχωρήσεως ΜΕΜΟ επί της περιουσίας της Εναγομένης αρ.
  2. Ειδικότερα, όμως, παρατηρώ ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 30.10.2006 και επιδόθηκε σε όλους τους Εναγόμενους την 1.11.
  3. Οι Εναγόμενοι δεν καταχώρησαν εμφάνιση. Εντάλματα κινητών εναντίον τους επεστράφησαν ανεκτέλεστα τον Σεπτέμβριο και τον Νοέμβριο 2007 σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 3 και 4 λόγω του ότι στερούντο κινητής περιουσίας, και σε σχέση με τον Εναγόμενο αρ. 2 λόγω του ότι βρισκόταν εκτος Κύπρου, αλλά και πάλι οι Εναγόμενοι δεν αντέδρασαν. Την 17.1.2008 καταχωρίστηκε εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 αίτηση πώλησης ακινήτων και εκ μέρους της εμφανίστηκε το δικηγορικό γραφείο Α. Δανός & Σια και ζήτησε επανειλημμένα χρόνο για καταχώρηση ένστασης, καθώς και για διευθέτηση της απαίτησης. Την 23.1.2009 η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Και πάλι, όμως, οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν την επίδικη απόφαση, παρά μάλιστα το ότι προηγήθησαν και οι επιστολές του Ενάγοντα προς αυτούς που επισυνάπτονται στην Αίτηση, και με τις οποίες αξιώνει εναντίον τους ποσά κατά πολύ μεγαλύτερα απ' ότι είναι ισχυρισμός τους ότι του όφειλαν. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μόλις την 20.7.2009, 3 χρόνια σχεδόν μετά την καταχώρηση της αγωγής και της επίδοσης αυτής στους Εναγομένους. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι συνιστούν καταφρόνηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, αφού οι Εναγόμενοι είχαν πολλές ευκαιρίες κατά τις οποίες θα μπορούσαν να αντιδράσουν στην απόφαση, πλην όμως δεν το έπραξαν, επιδεικνύοντας έτσι αδιαφορία. Η καθυστέρηση και η αδιαφορία τους αυτή αρκεί για να αποστερήσει από αυτούς το δικαίωμα να αιτούνται παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Siberia Air Ltd v. Βρασίδα Πουλλικά (πιο πάνω), όπου λέχθηκαν τα εξής: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Οταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας, ΠΕ11118/20.6.02 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 1101. Η εισήγηση ότι οι εφεσείοντες στερήθηκαν του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο κρίνεται ανεδαφική. Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα αποτελεί ταυτόχρονα και εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας και οπωσδήποτε πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Η νομολογία επί του θέματος βρίσκεται σε αρμονία με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Αποτελεί καθήκον του δικαστηρίου η προστασία των διαδίκων από καταχρηστικές και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις που υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσείοντες είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν την υπόθεσή τους μέσα σε εύλογο χρόνο πλην όμως αδιαφόρησαν και ουσιαστικά περιφρό νησαν τη δικαστική διαδικασία». Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, η οποία σφραγίζει και την τύχη της υπό εξέταση Αίτησης, θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας φυσικά υπ' όψιν το ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση (βλ. Μαρία Γ. Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528). Από ανάγνωση της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, προκύπτουν οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί του ότι οι υπογραφές τους επί των επίδικων γραμματίων εξασφαλίστηκαν από τον Ενάγοντα δια δόλου ή ψευδών παραστάσεων. Καμία περαιτέρω μαρτυρία, όμως, δεν παρέχεται, πέραν του ισχυρισμού αυτού του Εναγομένου αρ. 1, ούτε καν κάποια απάντηση εκ μέρους τους στις επιστολές του Ενάγοντα, στην οποία να περιέχεται ο ισχυρισμός τους ότι δεν οφείλουν στην πραγματικότητα το ποσό που αναγράφεται επί των γραμματίων. Ούτε και με την αντεξέταση του Ενάγοντα προέκυψε οτιδήποτε το οποίο να ενισχύει την θέση των Εναγομένων. Σημειώνω ότι, όπως προβλέπεται στο άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης, υπό περιστάσεις, όμως, που ανάγονται σε τέτοιο εξαναγκασμό ή απάτη. Η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες υπογραφής των γραμματίων δεν οδηγεί σε κάτι τέτοιο. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Πίττας ν. Unigoods Trading Limited,
(2004)1 A.A.Δ. 1761, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο στην συνέχεια αναζήτησε στοιχεία, που να υποστηρίζουν αυτό τον ισχυρισμό, δεν υπήρξαν και απέρριψε την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. Η κατάληξη επίσης, ότι ο αιτητής (εφεσείων) δεν είχε δώσει «επαρκή στήριξε στους ισχυρισμούς του» - είναι ορθή. Σίγουρα δεν απαιτείτο ο εφεσείων να αποδείξει τον ισχυρισμό του για προφορική συμφωνία, αφού αυτό είναι ζήτημα της δίκης. Απαιτείτο, όμως, να θέσει στη διάθεση του Δικαστηρίου στοιχεία, που να υποστήριζαν τη θέση του ότι τα ποσά εισπράχθηκαν για να συμπληρωθεί ο μισθός του. Δεν αρκούσε αναφορά ότι τα όποια ποσά εισέπραξε, τα εισέπραξε για να συμπληρώνει το ποσό των £13.000,00, χωρίς περαιτέρω στοιχεία». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης, στον βαθμό που απαιτείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Ζυγίζοντας από την μία την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί, και από την άλλη την ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση της δικαστικής διαδικασίας και την ανάγκη για τελεσιδικία, θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Ακολούθως η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, και άρα επιδικάζονται εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2, 3 και 4 - Αιτητών και υπέρ του Ενάγοντα - Καθ'ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «14. Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit». [2] "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.