MARK ANTHONY (CYPRUS) LTD ν. ΜΑRFIN POPULAR BANK COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 8997/07, 14 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A313 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8997/07 Μεταξύ MARK ANTHONY (CYPRUS) LTD Εναγόντων Και ΜΑRFIN POPULAR BANK COMPANY LTD Εναγομένων 14 Ιουλίου, 2011. Αίτηση διά κλήσεως (by summons) από MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD ημερομηνίας 23 Ιουνίου, 2010. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Παπακωνσταντίνου Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση αιτούνται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει και/ή διατάσσει όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται στην παράγραφο 14(α) έως και (θ) συμπεριλαμβανομένης της Τροποποιημένης Υπεράσπισης των Εναγομένων/Αιτητών εκδικασθούν και αποφασιστούν προδικαστικά από το Δικαστήριο πριν από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.» Η πιο πάνω αίτηση εδράζεται στη Δ.27 Θ.Θ. 1, 2 και 3 Δ.29 Θ.Θ. 1 και 2 Δ.30 Θ. 2 (
- g)και Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1, 2, 29, 31 και 34 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 (όπως τροποποιήθηκε), στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στον Κυρωτικό αυτής Νόμο του 1962, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας στο βαθμό που εφαρμόζονται, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης καθώς και από την ένορκη δήλωση της Στάλως Χριστοδουλίδου, λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία των Εναγομένων. Λόγω του ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων, όπως λέγει, κατά δική τους παραδοχή στην παράγραφο 5 και 5(β) της τροποποιημένης ΄Εκθεσης Απαίτησης τους, γεννήθηκε στις 22/4/1985 και/ή 24/4/1985 και η αγωγή εγέρθηκε το 2007 οι λειτουργοί των Εναγομένων που δύναται πρωτογενώς να μαρτυρήσουν υπέρ της θέσης των Εναγομένων έχουν είτε αποβιώσει είτε συνταξιοδοτηθεί και δεν μπορούν να ανευρεθούν. Ενώ οι Εναγόμενοι θα έχουν κεκτημένο πλεονέκτημα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους αφού ο κ. Αντρέας Οδυσσέως ο οποίος είναι το άτομο το οποίο αναμείχθηκε στα επίδικα θέματα και αναφέρεται σχετικά στα δικόγραφα θα έχει την ευχέρεια να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να μαρτυρήσει πρωτογενώς, θα είναι από εξαιρετικά δύσκολο εώς αδύνατο να παρουσιαστούν οι ως άνω μάρτυρες εκ μέρους των Εναγομένων. Η καθυστέρηση κατά 22 χρόνια στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί καταστρατήγηση του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγομένων σε δίκαια δίκη αφού αυτή η καθυστέρηση κατέστησε την ποιότητα της μαρτυρίας που δύναται να προσκομίσουν οι εναγόμενοι από πρωτογενή σε εξ ακοής και άρα μειωμένη σε βαρύτητα υπό τις περιστάσεις. Στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι εγείρουν στην παράγραφο 14 την ακόλουθη προδικαστική ένσταση. «α) Είναι ένοχη υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. (β) Είναι ένοχη καθυστέρησης τύπου Laches. (γ) Η αγωγή είναι κακόπιστη αφού τα γεγονότα επισυνέβησαν πριν από 20 και πλέον χρόνια. (δ) Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής είναι τέτοια που δεν δίδεται εύλογη ευκαιρία στην Εναγόμενη να υπερασπιστεί τον εαυτό της αφού από τους 5 κύριους μάρτυρες που έλαβαν μέρος στην σύναψη των επίδικων συμβάσεων, οι δύο έχουν αποβιώσει και οι άλλοι τρεις έχουν αφυπηρετήσει και/ή αποβιώσει και/ή δεν μπορούν να ανευρεθούν ώστε να μαρτυρήσουν υπέρ της Εναγόμενης. (ε) Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής ήταν τέτοια που η Εναγόμενη δίκαια και/ή εύλογα θεωρούσε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της και/ή οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της είχε εγκαταληφθεί και/ή διευθετηθεί και/ή δεν υπήρχε και/ή δεν υφίστατο και/ή δεν ήταν εύλογο να εγερθεί από την Ενάγουσα. (ζ) Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και/ή η εκδίκαση της αντιβαίνει στις πρόνοιες του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (η) Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και/ή εκδίκαση της αντιβαίνει στις πρόνοιες του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικός) Νόμος του 1962. (θ) Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και/ή η εκδίκαση της αντιβαίνει στις πρόνοιες του άρθρου 30, 2 του Συντάγματος.» Στην πιο πάνω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους του ενάγοντα την οποία βάσισε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ.Θ.1, 2 και 3 στην Δ.29 Θ.Θ.1 και 2 στη Δ.30 Θ.2(ζ) και στη Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9 στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο άρθρο 30 του συντάγματος και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του δικαστηρίου και στην πρακτική και νομολογία. Οι λόγοι της ένστασης όπως αυτοί φαίνονται στην Ειδοποίηση Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη. (β) ΟΙ προδικαστικές ενστάσεις των αιτητών είναι νομικά αβάσιμες καθότι εκτίθενται στην υπεράσπιση χωρίς προηγουμένως να επιφυλαχθούν τα δικαιώματα των Αιτητών και επιπλέον αναφέρονται στο τέλος της υπεράσπισης τους. Ήδη οι προδικαστικές ενστάσεις έχουν καταστραφεί και/ή υποστεί ζημιά, επειδή προηγήθηκε η υπεράσπιση και οι αιτητές απεμπόλησαν το δικαίωμα της έγερσης προδικαστικών ενστάσεων. Η καθιερωμένη πρακτική προβλέπει πρώτα να εκτίθενται οι προδικαστικές ενστάσεις και μετά η υπεράσπιση και αφού προηγουμένως επιφυλαχθούν τα δικαιώματα ως προς την προδικαστική ένσταση με την αναφορά «άνευ βλάβης» (γ) Δεν υπάρχει διαδικασία και/ή νομοθεσία που να παραγράφει και/ή καταστρέφει το δικαίωμα των Εναγόντων να αποταθούν στο Δικαστήριο μόνο και μόνο επειδή πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα έγερσης της αγωγής. (δ) Οι αιτητές βασίζονται στις αρχές που έχουν να κάνουν με τους κανόνες παράλειψης προώθησης της υπόθεσης και δημιουργίας αδικαιολόγητης καθυστέρησης προώθησης αγωγής, πράγμα που δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση. (ε) Για να εγερθεί αίτημα εκδίκασης προδικαστικού νομικού σημείου πρέπει να υπάρχει μεταξύ των διαδίκων συναίνεση ως προς τα γεγονότα και/ή να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο των πραγματικών γεγονότων συμπεφωνημένων ή κοινά παραδεκτών μεταξύ των δύο πλευρών, δηλαδή τα γεγονότα πρέπει να είναι αδιαμφισβήτητα και/ή παραδεκτά, πράγμα το οποίο δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση. (στ) Επιπλέον στο εγειρόμενο θέμα δεν υπάρχει αναφορά σε νομική βάση για καθυστέρηση κατά παράβαση της Δ.48 Θ
(2)
(1). (ζ) Τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα αίτηση ακόμη και εάν θεμελιώνουν νομική βάση, πράγμα που δεν δέχονται οι Καθ' ων η Αίτηση αυτά είναι πολύπλοκα και μόνο στα πλαίσια της αγωγής μπορούν να εκδικαστούν. Δεν είναι απλά και καθαρά θέματα και εν πάση περιπτώσει υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. (η) Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη στοιχεία όπως για παράδειγμα την απόφαση στην αγωγή υπ' αριθμό 5483/94 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσία.» Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της Άννας Χατζηττοφή. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά από την απόφαση στην αγωγή αριθμός 5483/94 στην οποία το Δικαστήριο απεφάνθη ότι έπρεπε να ξεκινήσει ξεχωριστή δικαστική διαδικασία για τις απαιτήσεις των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων όπως και έπραξε. Όπως οι μάρτυρες των εναγομένων αφυπηρέτησαν το ίδιο και οι διευθυντές των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση έχουν ήδη αφυπηρετήσει. Το γεγονός ότι αφυπηρέτησαν μάρτυρες των Εναγομένων δεν επηρεάζουν την παρουσίαση της υπόθεσης. Τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση δεν είναι αδιαμφισβήτητα και/ή παραδεκτά και έτσι δεν μπορεί να εγερθεί αίτημα εκδίκασης προδικαστικού νομικού σημείου. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. σελίδα 949, στη σελίδα 956 ειπώθηκαν τα εξής: «Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υτάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα» Μια από τις αρχές που διέπουν το πιο πάνω θέμα είναι και η καταχώρηση της Αίτησης κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Στην ίδια απόφαση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας λέχθηκαν τα εξής σχετικά με τον χρόνο υποβολής της Αίτησης. «Τέλος, κρίνουμε σκόπιμο να παρατηρήσουμε πως στην υπόθεση αυτή, εκτός των άλλων, υπήρξε πράγματι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. .......................................................... Αυτή η τακτική, όπως εξάλλου έχει νομολογηθεί, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αιτήσεις για προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων όπως και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις, θα πρέπει να καταχωρούνται νωρίτερα, όπως έχουμε αναφέρει και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν και όχι διευκόλυνση ή συντόμευση της διαδικασίας» Η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου είναι ύψιστης προτεραιότητας λαμβανομένου υπόψη του φόρτου εργασίας των Δικαστηρίων με συνεπακόλουθο την καθυστέρηση και εκδίκαση των υποθέσεων. Κρίνω ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης δεν θα επιφέρει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και μάλιστα, αντιθέτως, η εκδίκαση της και ακολούθως πιθανή επιτυχία της θα διευκολύνει ή συντομεύσει τη διαδικασία. Δίκαιη Δίκη Με την Αίτηση των οι Εναγόμενοι ζητούν όπως εκδικαστούν προδικαστικά οι ισχυρισμοί τους για υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, καθυστέρηση η οποία αντιβαίνει στις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Κυριάκος Καϊλής
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 1755 αποφασίστηκαν τα εξής: «Το ερώτημα αν ορισμένα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό θεμελιώνουν παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων που διασφαλίζουν το δικαίωμα της δίκαιης και ανεπηρέαστης δίκης μπορούν να εξεταστούν προκαταρκτικά, εξετάσθηκε στις υποθέσεις Αστυνομία ν. Φάντη και άλλων
(1994)2 ΑΑΔ 160, Δημοκρατία ν. Ηρακλέους
(1994)2 ΑΑΔ 225 και Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 ΑΑΔ 232, όπου τονίστηκε ότι η κατοχύρωση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της διεξαγωγής της δίκης.» Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2) (πιο πάνω) από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική, που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου: «Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με τη διεξαγωγή της δίκης. Παραβίαση του δε συνεπάγεται, είτε τη διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, ή την κατάργηση της δίκης. Η άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 30.3 (δ) συναρτάται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και όχι τον αποκλεισμό της δίκης ως του μέσου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται». Επίσης στην απόφαση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ σελ. 104 αποφασίστηκε ότι: «Το κατά πόσο η δίκη ήταν δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης (Δημοκρατίας ν. Alan Ford κ.α. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, 234). Ισχυρισμός περί μη δίκαιης δίκης δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο (βλ. απόφαση Τριανταφυλλίδη Π. στην Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, 388). O κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεασθεί δυσμενώς (actually prejudiced) (Re Κορέλλης, Πολιτικής Έφεση 10227/24.9.98)». Επίσης στην απόφαση Alexander Valentinovich Bodrov
(1996)1 AAΔ σελ. 781 αποφασίστηκε ότι θέμα συσχετιζόμενο με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης μπορεί να αποτελέσει επίδικο θέμα της δίκης «όπως επιτρέπει ο Νόμος και το Σύνταγμα». Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη συναρτούνται με τη διεξαγωγή της δίκης. Παραβίαση τους δεν συνεπάγεται είτε τη διαγραφή της ποινικής δίωξης του κατηγορουμένου ή την κατάργηση της δίκης. Στην απόφαση Ευθύβουλος Λιασίδης,
(1999)1 ΑΑΔ σελίδα 185 αποφασίστηκε ότι, δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη συναρτούνται με τη διεξαγωγή της δίκης. Η τήρηση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης εντάσσεται στη δικαιοδοσία και αποτελεί μέριμνα του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης, κρίνεται στο πλαίσιο της δίκης και υπό το φως του αποτελέσματος της. Οι πιο πάνω αρχές ισχύουν κατ' αναλογία και στις πολιτικές υποθέσεις όπου εγείρεται θέμα δίκαιης δίκης. Δεν μπορεί το θέμα αυτό να εξεταστεί προδικαστικά χωρίς να ακουστεί ολόκληρη η υπόθεση. Εάν παρεβιάσθη οποιοδήποτε δικαίωμα των Εναγομένων συνεπεία της καθυστερημένης καταχώρησης της αγωγής αυτό θα εξεταστεί μετά που θα ακουστεί η υπόθεση. Δεν μπορεί να απορριφθεί η αγωγή, να καταργηθεί η δίκη. Για τους λόγους αυτούς η Αίτηση θα απορριφθεί. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο