← Κύπρος

Άντρης Χαραλάμπους ν. Παναγιώτη Πελαγία κ.α., Αρ. Αγωγής 2190/05, 20 Ιουλίου, 2011

Άντρης Χαραλάμπους ν. Παναγιώτη Πελαγία κ.α., Αρ. Αγωγής 2190/05, 20 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A322 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. N. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2190/05 Μεταξύ: Άντρης Χαραλάμπους Ενάγουσα και

  1. Παναγιώτη Πελαγία
  2. Στέφανου Τερεζόπουλου
  3. Ρίτας Μαγείρου Εναγόμενοι ---------------------------- 20 Ιουλίου, 2011 Εμφανίσεις: Η Ενάγουσα παρουσιάζεται αυτοπροσώπως. Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3: κ. Ρ. Μαππουρίδης για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με ένα ομολογουμένως δυσνόητο δικόγραφο ζητά ειδικές, γενικές, παραδειγματικές και τιμωριτικές αποζημιώσεις από τους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήσαν μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και ενεργούσαν στα πλαίσια των καθηκόντων τους, ωστόσο η αγωγή κινήθηκε εναντίον τους προσωπικά. Οι αιτίες αγωγής που επικαλείται η ενάγουσα είναι επίσης δυσνόητες, οπόταν αντί να επιχειρήσω σ' αυτό το στάδιο να τις αποκρυπτογραφήσω, θα επικεντρωθώ στα γεγονότα (όχι κατ' ανάγκη από το δικόγραφο), τα οποία συνθέτουν το παράπονο της εναντίον των εναγόμενων. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 λοιπόν, η ενάγουσα συνελήφθηκε από την Αστυνομία σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και πρόκληση κακόβουλης ζημιάς στο όχημα του Χρίστου Παύλου. Στα πλαίσια της διερεύνησης, η Αστυνομία στις 8.9.2000 πέτυχε την έκδοση διατάγματος οκταήμερης κράτησης της ενάγουσας και πράγματι την έθεσε υπό κράτηση. Κατά τη διάρκεια της κράτησης της, πάντα κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, οι εναγόμενοι την κακομεταχειρίστηκαν, άσκησαν σε βάρος της ψυχική πίεση, της επιτέθηκαν παράνομα και τη βασάνισαν. Παράλληλα τη δυσφήμησαν, της αποστέρησαν το δικαίωμα να μιλήσει, να εκφραστεί και γενικά να υπερασπίσει τα δικαιώματα της. Οι εναγόμενοι με κοινή Υπεράσπιση, αρνούνται όλους τους κύριους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Κατά τους δικούς τους ισχυρισμούς, στις 8.9.2000 αποτάθηκαν προς το Δικαστήριο και εξασφάλισαν εναντίον της ενάγουσας, νόμιμα και καλόπιστα ένταλμα σύλληψης και έρευνας σε σχέση με την πιο πάνω διερευνώμενη υπόθεση. Η νομιμότητα των εν λόγω ενταλμάτων ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα. Την ίδια ημέρα η ενάγουσα οδηγήθηκε στο Δικαστήριο και εναντίον της εξασφαλίστηκε διάταγμα οκταήμερης κράτησης. Ούτε και το διάταγμα αυτό αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα. Στις 11.9.2000, πριν δηλαδή τη λήξη του διατάγματος κράτησης και αφού εν τω μεταξύ η ενάγουσα είχε δώσει θεληματικές καταθέσεις και κατηγορήθηκε γραπτώς, αφέθηκε ελεύθερη. Καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης, οι εναγόμενοι ενέργησαν νόμιμα και κανονικά και εντός των πλαισίων των καθηκόντων τους. Τελικώς η Αστυνομία έκρινε ότι το μαρτυρικό υλικό εναντίον της ενάγουσας ήταν ικανοποιητικό και έτσι ασκήθηκε εναντίον της ποινική δίωξη. Η ενάγουσα ωστόσο, σε αντίθεση με τον συγκατηγορούμενο της Γιάννη Κουμαρή, αθωώθηκε στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Με βάση αυτή την διιστάμενη εικόνα γεγονότων η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ακρόαση ήταν η δεύτερη ευκαιρία που είχε η ενάγουσα να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Η πρώτη ήταν πριν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης οι εναγόμενοι. Τότε η ενάγουσα είχε καταχωρήσει αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, της δόθηκε η ευκαιρία να αποδείξει την υπόθεση της και έδωσε μάλιστα ως προς τούτο προφορική μαρτυρία. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) με μια πλήρως αιτιολογημένη και εφ όλης της ύλης απόφαση ημερ. 6.10.2005, απέρριψε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως ανυπόστατους και ατεκμηρίωτους. Ωστόσο δεσμευόμενο από Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Αθανασίου v. Τούλουπου

(2005)1 Α.Α.Δ. 31) περιορίστηκε στο να απορρίψει μόνο την αίτηση και όχι την αγωγή, με αποτέλεσμα χρόνια μετά, το ίδιο πρόσωπο, στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης και χωρίς να αλλάξει τίποτε απολύτως επί της ουσίας, να παρουσιάζει τους ισχυρισμούς της εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παραδοξότητα νομίζω είναι πρόδηλη, αλλά σεβόμενος και εγώ πλήρως τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφήνω το θέμα μέχρις εδώ. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης λοιπόν έδωσαν μαρτυρία η ενάγουσα (Μ.Ε.1), η γιαγιά της Ανδριανή Ευαγγέλου (Μ.Ε.2) και οι τρεις εναγόμενοι, Παναγιώτης Πελαγίας (Μ.Υ.1), Στέφανος Τερεζόπουλος (Μ.Υ.2) και Ρίτα Μαγείρου (Μ.Υ.3). Κατατέθηκαν και σωρεία εγγράφων ως τεκμήρια, κυρίως από την ενάγουσα τα οποία συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων, αλληλογραφία μεταξύ της ίδιας και της Αστυνομίας, αποσπάσματα από εφημερίδες, καταθέσεις, εκθέσεις, γνωματεύσεις και αποφάσεις. Μέχρι και ένας ειδικός πατός παπουτσιού της ενάγουσας κατατέθηκε. Τα τεκμήρια αριθμήθηκαν από το 1 έως 24Γ. Η ενάγουσα (Μ.Ε.1) ανέφερε ότι από το 1993 μέχρι και το 2001 διατηρούσε δεσμό με κάποιο Χρίστο. Το 2000 όταν η ίδια ήταν 27 ετών, έγινε ένα επεισόδιο και του έκαψαν το αυτοκίνητο. Επειδή στο παρελθόν τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία για κακοποίηση, αυτός υποψιάστηκε πως εκείνη του έκαψε το αυτοκίνητο. Μόλις οι αστυνομικοί έμαθαν για την υποψία του Χρίστου και αφού ήταν από πριν εχθρικοί εναντίον της λόγω προηγούμενων καταγγελιών που έκαμε εναντίον τους, πήγαν στο σπίτι της η ώρα 2:00πμ στις 8.9.2000 και την ξύπνησαν. Ξανά πήγαν το πρωί και τη μετέφεραν αρχικά στον αστυνομικό σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς και στη συνέχεια στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας για ανάκριση. Στην αρχή τους έδωσε προφορική κατάθεση χωρίς εκβιασμούς και τους εξήγησε που ήταν τη νύχτα του συμβάντος. Ο εναγόμενος 2 ωστόσο της είπε ότι δεν την πιστεύει και την απείλησαν ότι θα την πάρουν για προσωποκράτηση. Στο Δικαστήριο ο εναγόμενος 2 είπε διάφορα στον δικαστή για να εξασφαλίσει την κράτηση της για οκτώ ημέρες. Η ίδια ζήτησε δικηγόρο αλλά δεν της δόθηκε. Αφού εξασφάλισαν διάταγμα κράτησης της για οκτώ ημέρες την πήραν πίσω στα γραφεία του ΤΑΕ και έδωσε γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 4) επαναλαμβάνοντας αυτά που είπε και προφορικώς. Στη συνέχεια όμως την πήραν στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας. Εκεί δεν την άφησαν ούτε να φάει, ούτε να πιει. Της πήραν και τα ειδικά μποτάκια της και την βασάνισαν, αφού ήξεραν ότι είχε πρόβλημα με το πόδι της. Ούτε καν τα χάπια της δεν την άφησαν να πιει. Στη συνέχεια την πήραν στο μέρος όπου κάηκε το αυτοκίνητο και όπως ήταν πεινασμένη και κακοποιημένη, τους έδειχνε ότι ήθελαν (υπόδειξη σκηνής - τεκμήριο 6). Όταν επέστρεψαν στο σταθμό άρχισε να κλαίει αφού πονούσε το πόδι της. Την άφησαν νηστική όλο το βράδυ. Την επομένη ημέρα (10/9) της έδωσαν λίγο τυρί και ένα κομμάτι ψωμί. Ήρθαν αστυνομικοί και την πήραν πίσω στο ΤΑΕ για να δώσει κατάθεση. Ήταν τόσο εξαντλημένη που τους είπε να γράψουν ότι θέλουν και θα το υπέγραφε. Έτσι έδωσε την υποτιθέμενη θεληματική κατάθεση (τεκμήριο 7) με την οποία ενοχοποιήθηκε. Την επομένη ημέρα (11/9) την πήραν οι εναγόμενοι 2 και 3 στην Πύλη Πάφου όπου συνάντησε τον εναγόμενο 1 ο οποίος της είπε να παραδεχτεί και τις κατηγορίες που τις προσήψαν για να τελειώνει. Έπειτα την πήραν στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας. Εκεί παραδέχθηκε και τις κατηγορίες (τεκμήριο 8) και την άφησαν να φύγει με τα πόδια. Δεν μπήκαν καν στον κόπο να την πάρουν μέχρι την στάση του λεωφορείου. Όταν πήγε σπίτι δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ήθελε να υπάρχει κάποιος μαζί της. Επισκέφθηκε ψυχολόγο, ο οποίος την εξέτασε και της έδωσε και σχετική έκθεση (τεκμήριο 9). Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι δεν προσέβαλε ούτε το ένταλμα σύλληψης ούτε το διάταγμα προσωποκράτησης που εκδόθηκε εναντίον της αφού τότε ήταν άπειρη, μόλις 17 ½ ετών (εννοούσε προφανώς 27 ½ ετών). Πέραν τούτου επέμενε ότι οι εναγόμενοι την κακοποίησαν και την απείλησαν ότι θα έμενε υπό κράτηση για 3 μήνες αν δεν έδινε κατάθεση. Υποδειχθείσα, ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν φαίνονται στη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπισε (τεκμήριο 11), αποκρίθηκε λέγοντας ότι φαίνονται στα πρακτικά. Τέλος αρνήθηκε υποβολή ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν εντός των πλαισίων των καθηκόντων τους. Η Μ.Ε.2 (γιαγιά της ενάγουσας) εν πολλοίς σιγόνταρε την εκδοχή της ενάγουσας. Ανέφερε ότι μένουν μαζί στο ίδιο σπίτι στο Παλιομέτοχο και πως στις 8.9.2000 και περί ώρα 2:00πμ ένας αστυνομικός κτύπησε την πόρτα και της ανέφερε ότι έψαχνε την ενάγουσα αφού ήταν ύποπτη για εμπρησμό. Η ώρα 7:30-8:00πμ της ίδιας ημέρας ξανά ήρθε ο ίδιος αστυνομικός και την πήρε μαζί του στο σταθμό. Ύστερα από ενάμισι δυο ώρες επέστρεψε η ενάγουσα μαζί με τους εναγομένους 2 και
  1. Μπήκαν στο μπάνιο και πήραν τα ρούχα και τα μποτάκια που φορούσε η ενάγουσα και έφυγαν. Τηλεφώνησε να δει τι απέγινε η ενάγουσα και της είπαν ότι ήταν στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας. Την επομένη μέρα πήγε να την επισκεφθεί αλλά δεν της επέτρεψαν να τη δει. Την Τρίτη, μαζί με τον γιο της αυτή την φορά, ξανά πήγαν να επισκεφθούν την ενάγουσα και να της πάρουν ρούχα και φαγητό, αλλά πάλι δεν τους επέτρεψαν να τη δουν. Την τρίτη ημέρα την άφησαν ελεύθερη και έφυγε πεζή από το σταθμό. Κατά τη διάρκεια της κράτησης της δεν είχαν καμία επικοινωνία. Όταν επέστρεψε σπίτι, δεν ήταν καλά. Φούσκωσε το στήθος της και είχε πόνους στο πόδι. Η Αστυνομία της είπε ότι η γιαγιά της (η ίδια δηλαδή) δεν ήταν καλά και την κλαμούρισαν. Της έβγαλαν τον πατό από το παπούτσι της και πονούσε. Τη νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τους πόνους και φοβόταν. Για τρεις ολόκληρους μήνες (σε άλλη φάση είπε τρία χρόνια) την έπαιρνε σε ιατρούς για να συνέλθει (ιατρικά πιστοποιητικά κατατέθηκαν ως τεκμήρια 13, 14 και 15). Μεταξύ των ιατρών ήταν και ψυχίατρος. Ψυχίατρο πρώτη φορά επισκεπτόταν στη ζωή της. Έγραψαν και οι εφημερίδες για την ενάγουσα και προσέβαλαν την προσωπικότητα της (απόκομμα εφημερίδας κατατέθηκε ως τεκμήριο 16). Αντεξεταζόμενη δέχτηκε ότι η ενάγουσα είχε δύο ζεύγη μποτάκια με πατό. Το ένα το πήραν οι αστυνομικοί όταν πήγαν στο σπίτι της και το άλλο το φόρεσε κανονικά η ενάγουσα όταν τους συνόδευσε. Από πλευράς εναγομένων πρώτος έδωσε μαρτυρία ο συνταξιούχος αξιωματικός της αστυνομίας - εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1). Υιοθέτησε γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) στην οποία αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενημερώθηκε για τις υποψίες που δημιουργήθηκαν εναντίον της ενάγουσας σε σχέση με την υπό διερεύνηση υπόθεση εμπρησμού. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον της και στις 8.9.2000 κλήθηκε στον σταθμό όπου περί ώρα 9:00πμ εκτελέστηκε το εν λόγω ένταλμα. Στη συνέχεια εκτελέστηκε ένταλμα έρευνας στο σπίτι της και παραλήφθηκαν τα ρούχα που φορούσε την προηγούμενη μέρα. Έπειτα μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας. Εκεί ζήτησε όπως μεταφερθεί στο γραφείο του, όπου της είπε ότι θα ήταν ορθό να πει την αλήθεια χωρίς να φοβάται οτιδήποτε και οποιονδήποτε. Κατόπιν, εξήλθε και έδωσε οδηγίες στους ανακριτές να συνεχίσουν την ανάκριση. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι την γνώριζε από προηγουμένως όπως αρνήθηκε ότι τη ζήλευε και τη μισούσε διότι αυτή έγινε καλός άνθρωπος. Επ' αυτού πρόσθεσε πως εάν τη μισούσε, δεν θα την άφηναν ελεύθερη στις 3 ημέρες παρά την ύπαρξη διατάγματος οκταήμερης κράτησης. Αρνήθηκε επίσης ότι είπε στους αστυνομικούς να της δημιουργήσουν την εντύπωση ότι θα ασκείτο άμεση βία σε βάρος της. Επέμενε ότι δεν ήταν παρών κατά τη διάρκεια της ανάκρισης της και δεν είδε τους εναγομένους 2 και 3 να την πιέζουν και να της φωνάζουν. Δεν της είπε ότι θα την αφήσουν υπό κράτηση για 3 μήνες αν δεν μιλήσει και αρνήθηκε ότι οι καταθέσεις που δόθηκαν στις 10 και 11/9 ήταν το αποτέλεσμα πίεσης. Ομοίως αρνήθηκε ότι είπε στην ενάγουσα ενώ αυτή ήταν υπό κράτηση, ότι, η γιαγιά της θα πεθάνει και ότι τη χρειαζόταν όπως αρνήθηκε ότι ο ίδιος ήταν ο αυτουργός και συνωμότης της κακοποίησης και του εξευτελισμού που δέχτηκε από τους εναγομένους 2 και
  2. Ο υπαστυνόμος Τερεζόπουλος - εναγόμενος 2 (Μ.Υ.2) ήταν ο επόμενος μάρτυρας που κατέθεσε. Υιοθέτησε και αυτός γραπτή κατάθεση (έγγραφο 2) λέγοντας ότι κατείχε τον βαθμό του λοχία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επανέλαβε ότι η ενάγουσα θεωρήθηκε ύποπτη για τον εμπρησμό και ότι συνελήφθηκε στον αστυνομικό σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς από την εναγόμενη 3 στις 8.9.
  3. Έπειτα εκτελέστηκε ένταλμα έρευνας στο σπίτι της όπου παραλήφθηκαν, τα ρούχα, οι κάλτσες και τα μποτάκια που φορούσε την προηγούμενη ημέρα και μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας για ανάκριση. Εκεί, μαζί με την εναγόμενη 3 της έλαβαν ανακριτική κατάθεση. Έπειτα είχε ολιγόλεπτη συνάντηση με τον εναγόμενο 1 και ο ίδιος (ο εναγόμενος 2 δηλαδή) ετοίμασε τον σχετικό όρκο για το αίτημα προσωποκράτησης της που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο. Το αίτημα εγκρίθηκε και εκδόθηκε διάταγμα οκταήμερης κράτησης. Μετά την έκδοση του διατάγματος η ενάγουσα εξέφρασε την επιθυμία και έδωσε θεληματική κατάθεση. Η ενάγουσα ήταν ήρεμη καθ' όλη την παραμονή της στα γραφεία του ΤΑΕ. Της προσφέρθηκαν ροφήματα ενώ μετά τη θεληματική κατάθεση που έδωσε, της προσφέρθηκε και φαγητό. Ακολούθως μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας. Μετά από δύο μέρες εξέφρασε την επιθυμία να δώσει νέα θεληματική κατάθεση και έτσι μεταφέρθηκε και πάλι στα γραφεία του ΤΑΕ, όπου της λήφθηκε η εν λόγω κατάθεση στην παρουσία και πάλι της εναγομένης
  4. Την επομένη ημέρα και αφού προηγουμένως κατηγορήθηκε γραπτώς αφέθηκε ελεύθερη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνώρισε την ενάγουσα για πρώτη φορά στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας. Δεν την ήξερε από προηγουμένως, ούτε είχε υπόψη του τις καταγγελίες που υπέβαλε στο παρελθόν εναντίον της Αστυνομίας. Αρνήθηκε ότι προσπάθησε να ενοχοποιήσει την ενάγουσα διότι τον είχε καταγγείλει στους ανωτέρους του όπως αρνήθηκε ότι διακατάχετο από αισθήματα εκδίκησης. Επέμενε ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης της δεν υπέβαλε κανένα παράπονο εναντίον του και για πρώτη φορά ενημερώθηκε για τα παράπονα της ενάγουσας με την καταχώρηση της αγωγής. Αρνήθηκε ότι άφησαν την ενάγουσα νηστική για να σπάσουν το ηθικό της, προσθέτοντας ότι της προσφέρθηκε φαγητό και τσιγάρο. Επί τούτου επέμενε ότι η ενάγουσα κάπνιζε παρά την περί του αντιθέτου υποβολή που του έγινε. Τέλος αρνήθηκε ότι φώναζε και κτυπούσε τα χέρια του στο τραπέζι και επέμενε πως, ότι ζητήθηκε από την ενάγουσα, της προσφέρθηκε. Η ίδια ήθελε να την αφήσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν και πράγματι αυτό έπραξαν. Η Λοχίας 1641 Ρίτα Μαγείρου - εναγόμενη 3 (Μ.Υ.3) υιοθέτησε και αυτή γραπτή κατάθεση (έγγραφο 3) λέγοντας ότι ήταν αστυφύλακας κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι όντως συνέλαβε την ενάγουσα στις 8.9.2000 και περί ώρα 9:00πμ στον αστυνομικό σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς. Εκεί την πληροφόρησαν για το ένταλμα έρευνας που είχαν και την οδήγησαν στο σπίτι της όπου διενήργησαν έρευνα και παρέλαβαν ως τεκμήρια τα ρούχα που φορούσε την προηγούμενη ημέρα, τις κάλτσες της και ένα ζευγάρι κίτρινα μποτάκια. Τα μποτάκια τα φορούσε η ενάγουσα κατά την έρευνα και της ζήτησε να τα βγάλει. Τα έβγαλε και της τα έδωσε και στην παρουσία της φόρεσε ένα άλλο ζευγάρι. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας. Εκεί η ενάγουσα έδωσε ανακριτική κατάθεση και έπειτα οδηγήθηκε στο Δικαστήριο για να αιτηθούν διάταγμα κράτησης της. Μετά την έκδοση διατάγματος οκταήμερης κράτησης, η ενάγουσα οδηγήθηκε εκ νέου στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας όπου έδωσε θεληματική κατάθεση, βάσει επιθυμίας που είχε εκφράσει από προηγουμένως. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης, ήταν ήρεμη και της προσφέρθηκαν τσιγάρα και ροφήματα. Μετά δε το πέρας της κατάθεσης, της προσφέρθηκε και φαγητό. Ακολούθως μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας. Στις 10.9.2000 μεταφέρθηκε εκ νέου στα γραφεία του ΤΑΕ όπου έδωσε δεύτερη θεληματική κατάθεση. Στις 11.9.2000 κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού δεν υπήρχε λόγος για την περαιτέρω κράτηση της, αφέθηκε ελεύθερη. Καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης της, η ενάγουσα δεν εξέφρασε κανένα παράπονο για κακομεταχείριση, άσκηση ψυχολογικής ή σωματικής βίας. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν έχει υπόψη της, τις καταγγελίες της ενάγουσας είτε εναντίον της ιδίας είτε εναντίον άλλων που να έγιναν μεταξύ 1993-
  5. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι έχει αρνητικά αισθήματα έναντι της ενάγουσας όπως αρνήθηκε ότι της δημιούργησε φόβο ότι θα ασκείτο σε βάρος της άμεση βία. Ομοίως αρνήθηκε ότι είπε σε κάποιο Θεοδώρου ή Θεοδούλου να της σπρώξει την καρέκλα στην οποία καθόταν για να πέσει κάτω, προσθέτοντας πως άτομο με τέτοιο όνομα δεν υπηρετούσε καν στο ΤΑΕ κατά τον τότε χρόνο. Δεν πίεσε την ενάγουσα να υπογράψει τις καταθέσεις. Δεν της είπε ότι θα πεθάνει η γιαγιά της και δεν της είπε να σταματήσει να κλαίει, αλλιώς θα διατάξει να την πάρουν στον ιατρό να της βάλει ένεση. Τέλος αρνήθηκε ότι μαζί με τους άλλους δύο, διέταξε να της βγάλουν τον πατό από τα μποτάκια της ενώ επέμενε παρά την υποβολή του αντιθέτου, πως η ενάγουσα κάπνιζε και της προσφέρθηκαν μάλιστα και τσιγάρα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Μ.Υ.3 ο λόγος δόθηκε στις δύο πλευρές να αγορεύσουν. Αμφότερες ετοίμασαν, κατάθεσαν και υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες είχα την ευκαιρία να διεξέλθω με κάθε προσοχή. Έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία ως εύκολα γίνεται κατανοητό, θα έχει καθοριστική επίδραση στην έκβαση της υπόθεσης. Η ενάγουσα (Μ.Ε.1) δεν με έπεισε με τις τοποθετήσεις της. Δεν αμφιβάλλω ότι η όλη δοκιμασία της σύλληψης, ανάκρισης και κράτησης της, ήταν ψυχοφθόρα και της προκάλεσε αναστάτωση, άγχος και ταλαιπωρία. Αυτό όμως πόρρω απέχει από τα βασανιστήρια και την κακοποίηση που επικαλέστηκε. Η περιγραφή της ήταν δραματοποιημένη, αλλοπρόσαλλη, υπερβολική και ουδόλως πειστική. Μη πειστικός ήταν και ο ισχυρισμός ως προς τα υποτιθέμενα κίνητρα των τριών εναγομένων και των μελών της Αστυνομίας γενικότερα. Δηλαδή, ότι τάχατες όλοι τη μισούσαν και ήθελαν σώνει και καλά να την εκδικηθούν για καταγγελίες που υπέβαλε στο παρελθόν. Με κάθε σεβασμό και εκτίμηση προς την ενάγουσα, φρονώ πως τέτοιοι ισχυρισμοί παραπέμπουν περισσότερο σε άτομο που διακατέχεται από "σύνδρομο καταδίωξης" παρά σε συγκροτημένη προσωπικότητα που να είναι σε θέση να δώσει μια πλήρη, λεπτομερή και ασφαλή από πλευράς ειλικρίνειας, περιγραφή των τεκταινομένων. Επί του προκειμένου δεν μπορώ παρά να παραπέμψω και στη δικαστική απόφαση (τεκμήριο 11) την οποία η ίδια η ενάγουσα παρουσίασε και επικαλέστηκε πολλάκις. Στις σελ.7-8 της απόφασης, το Δικαστήριο αποφασίζοντας να αποκλείσει ως μαρτυρία, τις δύο θεληματικές καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία η ενάγουσα, στηρίχθηκε στα ευρήματα του ψυχιάτρου Ε. Αναστασίου βάσει των οποίων η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τα τεκταινόμενα λόγω ψυχολογικής ανισορροπίας. Ήταν ως ελέχθη, "ψυχολογικά ανισσόροπη και υποβόλιμη". Τον κ. Αναστασίου, θα πρέπει να σημειωθεί, τον παρουσίασε ως μάρτυρα στην ποινική διαδικασία η ίδια η ενάγουσα. Συνεπώς πέραν της εν γένει αλλοπρόσαλλης περιγραφής, δεν αισθάνομαι καθόλου ασφαλής να στηριχθώ στα λεγόμενα της ενάγουσας, η οποία όχι μετά, αλλά κατά τη διάρκεια των τεκταινομένων, βρισκόταν στην πιο πάνω περιγραφείσα πνευματική και ψυχολογική κατάσταση. Η μαρτυρία της επομένως απορρίπτεται. Η Μ.Ε.2, γιαγιά της ενάγουσας επίσης δεν με έπεισε με τη μαρτυρία της. Δεν αμφιβάλλω ότι η δοκιμασία της εγγονής της, ήταν δοκιμασία και για την ίδια και ότι πέρασε κι αυτή στιγμές ανησυχίας και αγωνίας. Η μαρτυρία της όμως, ως επί τω πλείστον, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια επανάληψη της μαρτυρίας της ενάγουσας. Περίγραφε δηλαδή πράγματα και καταστάσεις που δεν βίωσε η ίδια προσωπικά, αλλά που της διαβίβασε η ενάγουσα. Κάποια μάλιστα τα περίγραψε με τόση ομοιότητα που δημιουργούσε υποψία προσυνεννόησης. Απ' εκεί και πέρα η περιγραφή της σε σχέση με την κατάσταση της ενάγουσας ήταν σαφώς δραματοποιημένη και υπερβολική. Κλασσικό παράδειγμα τούτου ήταν η αναφορά ότι για τους τρεις επόμενους μήνες έπαιρνε την ενάγουσα σε γιατρούς, αναφορά που στην πορεία αυξήθηκε σε τρία χρόνια !!! Σε αυτό το πλαίσιο εμπίπτει και η προσπάθεια της να αναγάγει ασήμαντα γεγονότα, όπως για παράδειγμα το ότι δεν της επετράπη να παραδώσει φαγητό και ρούχα στην ενάγουσα καθ' ον χρόνο ήταν υπό κράτηση και ότι μετά την απόλυση της από τον αστυνομικό σταθμό έφυγε πεζή, σε σημαντικά που τάχατες καταδείκνυαν το μέγεθος των βασανιστηρίων που πέρασε η ενάγουσα στα χέρια της Αστυνομίας. Συνεπώς με εξαίρεση τα μέρη της μαρτυρίας της που είναι κοινώς αποδεκτά ή που συνάδουν με τα λεγόμενα των αξιόπιστων μαρτύρων αυτής της υπόθεσης, απορρίπτω τη μαρτυρία της Μ.Ε.
  6. Στον αντίποδα η μαρτυρία των Μ.Υ.1, 2 και 3 η οποία εμπίπτει στην ίδια κατηγορία, ιδωμένη τόσο ατομικά όσο και σε συνάρτηση κρίνεται απόλυτα αξιόπιστη. Ουδείς εκ των μαρτύρων αυτών υπέπεσε σε αντιφάσεις ουσίας. Ουδείς απέφυγε να απαντήσει οποιανδήποτε ερώτηση κι αν του τέθηκε (και οι ερωτήσεις ήταν πολλές και επίμονες) και ουδείς έδειξε να είχε κίνητρα αλλότρια και ή βούληση εκδίκησης. Αντίθετα η μαρτυρία τους ήταν σταθερή, σαφής και λεπτομερής. Η εκδοχή των μαρτύρων αυτών υποστηρίζεται και από αρκετά αδιάσειστα στοιχεία τα οποία περιβάλλουν τα γεγονότα. Πρώτα απ' όλα το γεγονός ότι η ενάγουσα, ως ομολόγησε και η ίδια, κανένα παράπονο δεν εξέφρασε καθ' ον χρόνο βρισκόταν υπό κράτηση. Τα παράπονα της τα θυμήθηκε πολύ αργότερα. 'Έπειτα το γεγονός ότι η νομιμότητα και ορθότητα έκδοσης των ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας ως επίσης και το διάταγμα οκταήμερης κράτησης της, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από την ενάγουσα. Είναι σ' αυτή και μόνο τη διαδικασία που η ενάγουσα τα απέδωσε όλα, στα αλλότρια κίνητρα των αστυνομικών και την προσπάθεια τους να την πλήξουν με κάθε τρόπο, θεμιτό και αθέμιτο. Τρίτον το γεγονός ότι αφέθηκε ελεύθερη πολύ πριν λήξει το διάταγμα οκταήμερης κράτησης της. Αυτή η ενέργεια ουδόλως συνάδει με πράξη ανθρώπων που έχουν ως πρώτιστο και αλλότριο κίνητρο τον βασανισμό, την κακοποίηση (σωματική και πνευματική) και τον εξευτελισμό του κρατούμενου. Τέταρτο ακόμα και πριν συλληφθεί, προκύπτει ότι αστυνομικός (όχι βέβαια ένας εκ των εναγομένων) την επισκέφθηκε στο σπίτι της ευθύς μόλις κινήθηκαν οι υποψίες της Αστυνομίας (περί τις 2:00πμ), την πληροφόρησε σχετικά αλλά δεν ζήτησε ή επιχείρησε να τον συνοδεύσει στον σταθμό. Η Αστυνομία επέστρεψε σε καταλληλότερη ώρα το πρωί (περί ώρα 7:30-8:00πμ) και τότε ζήτησε να τους συνοδεύσει στον σταθμό. Ούτε και αυτή η ενέργεια συνάδει με υποτιθέμενη πρόθεση εκδίκησης και πλήξης της ενάγουσας. Εν όψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Υ.1, 2 και 3 στην ολότητα της. Για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, ας θεωρηθεί ότι η μαρτυρία τους ως καταγράφεται ανωτέρω αποτελεί και τα επίσημα συμπεράσματα του Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά, αληθή και ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου και ειδικά η κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων της πλευράς της ενάγουσας, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για σχολιασμό της όποιας νομικής βάσης της υπόθεσης, η οποία έτσι και αλλιώς δύσκολα διαγιγνώσκεται μέσα από το δικόγραφο της ενάγουσας. Το ίδιο βέβαια ισχύει σε σχέση με το όποιο εγχείρημα υπολογισμού αποζημιώσεων. Η κατάρρευση της μαρτυρίας ισοδυναμεί με ολοσχερή αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης με το οποίο ήταν επωμισμένη. Εκεί ακριβώς τελειώνει και η υπόθεση. Η αγωγή επομένως απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων (ένα σετ εξόδων) και εναντίον της ενάγουσας. (Υπ) .............................. Στ. N. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.