← Κύπρος

Χρίστου Ζαχαροπλάστη ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Ζαχαροπλάστη και της Ευτυχίας Νίκου Παναγή ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς, Αρ.

Χρίστου Ζαχαροπλάστη ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Ζαχαροπλάστη και της Ευτυχίας Νίκου Παναγή ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς, Αρ. Αγωγής: 3653/2006, 20 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A323 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3653/2006 Μεταξύ: Χρίστου Ζαχαροπλάστη ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Ζαχαροπλάστη και της Ευτυχίας Νίκου Παναγή από την Κακοπετριά Εναγόντων και Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 20 Ιουλίου, 2011 Για τους ενάγοντες : κα Στ. Λεμονάρη Για τους εναγομένους : κ. Α. Ντορζής ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά απαίτηση των εναγόντων για Λ.Κ. 2500 (€4271,50) ως αποζημίωση για ζημιές που προκλήθηκαν στις 22.1.2004 στην κατοικία τους στην οδό Αλέκου Κωνσταντίνου στην Κακοπετριά, όταν απεκόπη κλάδος από έναν πλάτανο στον δρόμο έξω από την κατοικία και έπεσε στη στέγη της. Σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς, οι εναγόμενοι, που αποτελούν το εκλελεγμένο Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς, υπήρξαν αμελείς καθότι δεν προέβησαν σε συντήρηση του πλατάνου ως είχαν ευθύνη και τον άφησαν να αναπτυχθεί σε πολύ μεγάλο ύψος, δεν κλάδεψαν τα κλαδιά που βρίσκονταν πάνω από την οροφή της επίδικης κατοικίας, επέτρεψαν να προκληθεί σήψη στα κλαδιά με αποτέλεσμα να καταστούν εύθραυστα και επικίνδυνα, δεν έλαβαν υπόψη τις σχετικές ειδοποιήσεις των εναγόντων και παρέλειψαν να προβούν έγκαιρα στα αναγκαία μέτρα προς αποφυγή πρόκλησης ζημιών. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται επιπλέον ότι εφαρμόζεται το αξίωμα res ipsa loquitur στα γεγονότα της υπόθεσης και ότι η οροφή της κατοικίας καταστράφηκε από την πτώση του τεράστιου κλαδιού, με αποτέλεσμα να υποστούν ειδικές ζημιές ύψους Λ.Κ. 2500 (€ 4271,50) για την επιδιόρθωση της οροφής (ξυλεία, υλικά και ημερομίσθια ξυλουργού). Οι εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση στις 11.4.2008, στην οποία εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι ο τίτλος της αγωγής πάσχει, καθότι δύο ενάγοντες συνενώνονται σε ένα. Άνευ βλάβης της προδικαστικής ένστασης, παραδέχονται μόνο ότι έξω από την κατοικία υπάρχουν πλάτανοι, ένας εκ των οποίων είναι πολύ ψήλος με κλαδιά που καλύπτουν μέρος της οροφής της επίδικης κατοικίας, και ότι στις 22.1.2004 ένας κλώνος απεκόπη, καθότι έπνεε ισχυρότατος άνεμος με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές στην οροφή της κατοικίας. Οι εναγόμενοι αρνούνται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί δικής τους αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους και ισχυρίζονται ότι η αποκοπή του κλώνου οφείλετο σε θεομηνία και όχι σε σήψη. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι για όλους τους πλατάνους για τους οποίους περιερχόταν στην αντίληψή τους ότι χρειάζονταν συντήρηση ή κλάδεμα και είχαν τέτοια ευθύνη, το έπρατταν και ότι εν πάση περιπτώσει κάθε χρόνο προβαίνουν σε συντήρηση και κλάδεμα των πλατάνων με τη βοήθεια του Υπουργείου Γεωργίας. Αρνούνται δε ότι ειδοποιήθηκαν εκ μέρους των εναγόντων ότι παρουσιάστηκε σήψη στα κλαδιά και στον κορμό οποιουδήποτε πλατάνου και ότι ο συγκεκριμένος πλάτανος ήταν επικίνδυνος. Αρνούνται επίσης το ύψος των ισχυριζόμενων ζημιών ως υπερβολικό, και επαναλαμβάνουν ότι εν πάση περιπτώσει οι ζημιές προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια θεομηνίας και ότι δεν έχουν αποζημιώσει τους ενάγοντες λόγω του ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ευθύνη για τη ζημιά. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες για την πλευρά των εναγόντων, ενώ δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των εναγομένων. Σημειώνω ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη κατοικία στην Κακοπετριά ανήκει στον Χαράλαμπο Ζαχαροπλάστη και την Ευτυχία Παναγή, καθώς και ότι οι εναγόμενοι παρέλαβαν την επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων-ιδιοκτητών ημερ. 2.11.2004 (Τεκμήριο 5) με την οποία απαιτούσαν την αποκατάσταση των επίδικων ζημιών και ότι ουδέποτε δόθηκε οποιαδήποτε γραπτή απάντηση από τους εναγομένους. Ο κ. Χρίστος Ζαχαροπλάστης (Μ.Ε.1), πατέρας και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών της επίδικης κατοικίας στην οδό Αλέκου Κωνσταντίνου στην Κακοπετριά, εκ μέρους των οποίων κινήθηκε η παρούσα αγωγή, κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και 2 τα πληρεξούσια έγγραφα που υπέγραψαν τα (ενήλικα) παιδιά του για τη διαχείριση της περιουσίας τους και τη λήψη ένδικων μέσων. Ανέφερε ότι προ ογδόντα περίπου χρόνων οι προκάτοχοι των εναγομένων φύτευσαν πλατάνους στην άκρη του κοινοτικού δρόμου έξω από την επίδικη κατοικία, ένας από τους οποίους αναπτύχθηκε σε ύψος που ξεπερνά τα 50 μέτρα, και τα κλαδιά του απλώνονται πάνω από τη στέγη της κατοικίας. Ο Μ.Ε. 1 κατέθεσε ότι στις 22.1.2004 και ενώ απουσίαζε με τη σύζυγό του από την οικία, την οποία χρησιμοποιούν ως τη μόνιμη κατοικία τους, ο κεντρικός κλάδος του εν λόγω πλατάνου αποκόπηκε από τον κύριο κορμό σε ύψος 4 - 5 μέτρων πάνω από το έδαφος και έπεσε στην οροφή της κατοικίας προκαλώντας ζημιές. Ανέφερε ότι όταν επέστρεψαν στην κατοικία, βρήκαν συνεργείο των εναγομένων να τεμαχίζει και να προσπαθεί να απομακρύνει τον κλάδο και να τοποθετεί τσίγκους στην οροφή για να εμποδιστεί η βροχή από του να εισέλθει στην κατοικία, καθότι η οροφή και το ταβάνι σε δύο δωμάτια καταστράφηκαν ολοσχερώς. Εφόσον οι εναγόμενοι επέδειξαν αδιαφορία για την αποκατάσταση των ζημιών, ο Μ.Ε. 1 ανέθεσε σε ξυλουργό να επιδιορθώσει την οροφή για Λ.Κ. 2500 (κατατέθηκε σχετική προσφορά ξυλουργού ως Τεκμήριο 4). Ο Μ.Ε. 1 ανέφερε επιπλέον ότι πολλές φορές στο παρελθόν είχε ειδοποιήσει τους εναγομένους ότι οι πλάτανοι είχαν υποστεί σήψη και ήταν επικίνδυνοι να αποκοπούν και να προκαλέσουν ζημιές, χωρίς όμως θετική ανταπόκριση (κατατέθηκε επιστολή του ημερ. 14.11.1990 ως Τεκμήριο 3). Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι από το 1968 που προκλήθηκε ζημιά στο αυτοκίνητό του από κλώνο που απεκόπη από έναν πλάτανο και αποζημιώθηκε από τους εναγομένους, παρακολουθούσε στενά τους πλατάνους, εντόπισε αδυναμίες - σάπισμα και συνεπώς στις 14.11.1990 απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 3 στους προκατόχους των εναγομένων, προειδοποιώντας τους ότι ένας από τους πλατάνους έξω από το σπίτι ήταν επικίνδυνος να αποκοπεί λόγω σήψης. Παρομοίως, το 1981 οι εναγόμενοι είχαν αποκόψει έναν πλάτανο μετά από δική του σχετική επιστολή-παράπονο. Όσον αφορά τον επίδικο χρόνο, ο Μ.Ε. 1 δέχθηκε ότι ήταν βροχερός ο καιρός, αλλά θεωρεί ότι ο κλώνος απεκόπη επειδή είχε υποστεί σήψη λόγω της ηλικίας του και έγειρε ένεκα του βάρους του δέντρου. Ο κ. Ανδρέας Περατικός (ΜΕ2), συνταξιούχος αστυνομικός, διετέλεσε Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς κατά την περίοδο 2002 μέχρι

  1. Ανέφερε ότι στις 22.1.2004 ειδοποιήθηκε ότι ο κεντρικός κλάδος του πλατάνου ακριβώς απέναντι από την επίδικη κατοικία απεκόπη από τον κεντρικό κορμό και έπεσε πάνω στην οροφή. Μετέβη αμέσως επί τόπου και επιθεώρησε τις ζημιές, ενώ διευθέτησε να μεταβεί στο μέρος συνεργείο της Επαρχιακής Διοίκησης, το οποίο κατατεμάχισε και απομάκρυνε τον κλάδο από την οροφή της κατοικίας και τοποθέτησε τσίγκους για να μην εισέρχονται τα νερά της βροχής. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι όποτε το Κοινοτικό Συμβούλιο παραλάμβανε παράπονο ότι υπήρχε πρόβλημα με κάποιο δέντρο, συμβουλεύονταν ειδικό από το Τμήμα Δασών και εάν η περίπτωση ήταν επείγουσας φύσεως, κατατεμαχιζόταν ο πλάτανος. Εάν δεν ήταν επείγουσας φύσεως το πρόβλημα, τότε ανέμεναν την κανονική περίοδο κάθε έτους που κλάδευε τους επικίνδυνους πλατάνους συνεργείο του Τμήματος Δασών, με χρηματοδότηση από το Υπουργείο Γεωργίας. Όσον αφορά τις καιρικές συνθήκες στις 22.1.2004, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι υπήρχαν άνεμοι και βροχόπτωση που ενδεχομένως να μπορούσε κάποιος να το εκλάβει ως «θεομηνία». Ο κ. Μενέλαος Μενελάου (Μ.Ε. 3), ξυλουργός στην Κακοπετριά, κατέθεσε ότι γύρω στον Μάρτη-Απρίλη 2004 ο Μ.Ε. 1 συγχωριανός του, ζήτησε προσφορά για την επιδιόρθωση των επίδικων ζημιών, την οποία ακολούθως αποδέχθηκε. Στη συνέχεια, ο Μ.Ε. 3 προχώρησε με την αναγκαία επιδιόρθωση και πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.
  2. Ανέφερε δε ότι η συμφωνία περιλάμβανε την αφαίρεση κεραμιδιών, καβάλλων, παλαιών μορίνων και μεσοκαρίνων, καθώς και καθαρισμό και απομάκρυνση παλαιών υλικών, και την αγορά, επεξεργασία και τοποθέτηση κεραμιδιών, μορίνων, μεσοκαρίνων και καρκανιών. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Ε. 3 περιέγραψε αναλυτικά τις εργασίες που διεξήγαγε. Σε σχέση με την προσφορά που υπέβαλε, Τεκμήριο 4, επεξήγησε ότι όταν πρόκειται για επιδιόρθωση παλαιάς κατασκευής του τύπου της επίδικης στέγης, δεν μπορείς να υπολογίσεις προκαταβολικά το κόστος ανά τετραγωνικό μέτρο επακριβώς, όπως μπορείς για νέες κατασκευές. Ως εκ τούτου έκανε έναν υπολογισμό στα πλαίσια της λογικής και λαμβάνοντας υπόψη τη συμπάθεια και εκτίμηση που έτρεφε για τον Μ.Ε. 1 ως καθηγητής που ήταν. Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία, σημειώνω ότι ο Μ.Ε. 1 μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπάθησε να είναι ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν τούτοις, η προσπάθειά του να καταδείξει ότι είχε προειδοποιήσει τους εναγομένους ότι ο συγκεκριμένος πλάτανος ήταν επικίνδυνος λόγω σήψης, στην ουσία κατέρρευσε όταν διαφάνηκε σαφώς ότι αναφερόταν σε επιστολές του 1981 και ειδικότερα του 1990 (Τεκμήριο 3), οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συσχετιστούν με την πραγματική κατάσταση του συγκεκριμένου πλατάνου κατά τον επίδικο χρόνο το
  3. Οι δε αναφορές του σε σχέση με την κακή κατάσταση του δέντρου ήταν κάπως γενικές και ατεκμηρίωτες και θεωρώ ότι δεν επαρκούν χωρίς άλλο να καταδείξουν ότι το συγκεκριμένο δέντρο είχε υποστεί σήψη λόγω ηλικίας και έλλειψης/κακής συντήρησης. Σημειώνω δε ότι αυτό το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε. 1 έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2, ο οποίος ανέφερε ότι το Τμήμα Δασών κλάδευε κάθε χρόνο όλα τα επικίνδυνα δέντρα στην κοινότητα. Από τον τρόπο που κατέθετε ο Μ.Ε. 1 γενικότερα ήταν φανερό ότι απλώς θεωρεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τον αποζημιώσουν για τη ζημιά στην οροφή της κατοικίας, χωρίς όμως να ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς τη θέση του ότι ο συγκεκριμένος πλάτανος είχε καταστεί επικίνδυνος λόγω σήψης και ότι οι εναγόμενοι το γνώριζαν, αλλά παρέλειψαν να προβούν στα αναγκαία αποτρεπτικά μέτρα. Αναφορικά με τη μαρτυρία του πρώην Κοινοτάρχη Μ.Ε. 2, σημειώνω ότι μου προκάλεσε θετική εντύπωση, κατέθεσε με λόγο απλό, χωρίς υπερβολές και στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγομένων. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνει την αποκοπή του κεντρικού κλαδιού του πλατάνου, την πτώση του πάνω στην οροφή της επίδικης κατοικίας και την πρόκληση ζημιών. Ταυτόχρονα, όμως, η μαρτυρία του στην ουσία διέψευσε τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων σε σχέση με την παράλειψη των εναγομένων να φροντίσουν για τη συντήρηση-κλάδεμα του επίδικου πλατάνου, την επικινδυνότητά του και την παροχή σχετικής προειδοποίησης από τους ενάγοντες στους εναγομένους. Ειδικότερα, ο Μ.Ε. 2, ο οποίος ως Πρόεδρος των εναγομένων κατά τον επίδικο χρόνο είχε καλή γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κατέθεσε σαφώς ότι όλοι οι επικίνδυνοι πλάτανοι στην κοινότητα κλαδεύονταν κάθε χρόνο από το Τμήμα Δασών, ενώ για επείγοντα περιστατικά για τα οποία λάμβαναν γνώση οι εναγόμενοι φρόντιζαν όπως υπάρξει άμεση ανταπόκριση μέσω ειδικού από το Τμήμα Δασών. Υπενθυμίζω τόσο το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε από την πλευρά των εναγόντων όσο και τη βασική αρχή ότι η πλευρά που καλεί ένα μάρτυρα εγγυάται την αξιοπιστία του (βλ. Θεμιστοκλέους κ.α. ν. Κοντίδη κ.α., Πολιτική Έφεση 38/2008 ημερ. 21.3.2011). Ο Μ.Ε. 3 μου προκάλεσε αρκετά θετική εντύπωση και θεωρώ ότι επεξήγησε και αιτιολόγησε επαρκώς τις εργασίες στις οποίες προέβη για την επιδιόρθωση της οροφής της επίδικης κατοικίας καθώς και τη χρέωσή του. Υπήρξε ειλικρινής ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί επακριβώς κάποιες λεπτομέρειες σε σχέση με την επίδικη εργασία, όπως πόσες ώρες ή μέρες χρειάστηκαν για το κάθε χωριστό μέρος της επιδιόρθωσης, ή ποιο ακριβώς ήταν το κόστος του κάθε υλικού που χρησιμοποίησε. Άλλωστε, αυτό ήταν απόλυτα φυσιολογικό, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι έχουν παρέλθει 7 και πλέον χρόνια. Παρομοίως, το γεγονός ότι η προσφορά που έδωσε στον Μ.Ε. 1 για την επίδικη εργασία (Τεκμήριο 4) φέρει ημερομηνία 6.6.2004, ενώ κατέθεσε κατά την αντεξέταση ότι πρέπει να διεξήγαγε τις εργασίες γύρω στον Απρίλιο 2004, κρίνω ότι δεν μπορεί από μόνο του να θεωρηθεί ικανό να κλονίσει τη γενικότερη θετική αντίληψή μου για την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Πέραν του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει, σημειώνω ότι ο μάρτυρας ήταν διστακτικός και αβέβαιος όταν απάντησε στη σχετική ερώτηση του συνηγόρου των εναγομένων κατά την αντεξέταση, δηλώνοντας με πολύ περισσότερη σιγουριά ότι ήταν «όταν άνοιξε ο καιρός». Άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε ουσιαστικό τρόπο το γεγονός ότι ο Μ.Ε. 3 προέβη στην επίδικη επιδιόρθωση και πληρώθηκε Λ.Κ.
  4. Η αντεξέταση εστιάστηκε στο κατά πόσο η χρέωση αυτή ήταν υπερβολικά ψηλή και παράλογη, κάτι που δεν διαφάνηκε να ισχύει εφόσον η μαρτυρία του Μ.Ε. 3 δεν κλονίστηκε, ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία από την πλευρά των εναγομένων. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, το περιεχόμενο των δικογράφων και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο Χαράλαμπος Ζαχαροπλάστης και η Ευτυχία Νίκου Παναγή είναι οι ιδιοκτήτες μίας κατοικίας που βρίσκεται στην οδό Αλέκου Κωνσταντίνου επί του τεμαχίου 690, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΧVΙΙ/21 στην Κακοπετριά. Στις 22.1.2004 ένας από τους κλάδους ενός πλατάνου που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου απέναντι από την εν λόγω κατοικία, οι κλάδοι του οποίου απλώνονταν πάνω από την οροφή της, απεκόπη από τον κεντρικό κορμό και έπεσε πάνω στην οροφή της κατοικίας, προκαλώντας ζημιές. Ο τότε Κοινοτάρχης Κακοπετριάς Μ.Ε. 2 διευθέτησε όπως μεταβεί στο μέρος συνεργείο της Επαρχιακής Διοίκησης, το οποίο κατατεμάχισε και απομάκρυνε τον κλάδο του πλατάνου από την οροφή της κατοικίας και τοποθέτησε τσίγκους για να μην εισέρχονται τα νερά της βροχής. Ο Χρίστος Ζαχαροπλάστης, ο οποίος είναι ο πατέρας και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών της κατοικίας, και ο οποίος διέμενε σε αυτήν με τη σύζυγό του, απουσίαζε από το σπίτι κατά το χρόνο του συμβάντος και επέστρεψε την ώρα που το συνεργείο κατατεμάχιζε τον κλάδο. Λίγους μήνες αργότερα ο κ. Ζαχαροπλάστης ανέθεσε στον ξυλουργό Μενέλαο Μενελάου να επιδιορθώσει την οροφή έναντι του ποσού των Λ.Κ. 2500 (€4271,50). Οι ιδιοκτήτες με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 2.11.2004 (Τεκμήριο 5) κάλεσαν τους εναγομένους να τους αποζημιώσουν για τις εν λόγω ζημιές πλην όμως οι εναγόμενοι δεν έδωσαν οποιαδήποτε γραπτή απάντηση στην επιστολή ούτε και κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό. Σημειώνω ότι η ακριβής αιτία της πτώσης του κλάδου πάνω στην οροφή δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς έτσι ώστε να δύναται το Δικαστήριο να προβεί σε σχετικό εύρημα. Όπως διαφαίνεται από την εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων, η απαίτηση ουσιαστικά βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας και στο αξίωμα res ipsa loquitur. Το αξίωμα res ipsa loquitur, που αποτελεί κανόνα απόδειξης και όχι αρχή του ουσιαστικού δικαίου, αποτυπώνεται στο άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  5. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι «σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται- α) ότι ο ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, και β) ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο, και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημία συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά». Δηλαδή όταν ο ενάγων δεν γνωρίζει καθόλου ή επαρκώς την πραγματική αιτία του συμβάντος που του προκάλεσε ζημία, επειδή τα απαραίτητα στοιχεία αναφορικά με τις πράξεις ή παραλείψεις του εναγομένου είναι στην αποκλειστική γνώση του τελευταίου, απαλλάσσεται της αρχικής ευθύνης να θεμελιώσει αμέλεια κατά του εναγομένου, εφόσον η ζημιογόνα κατάσταση πραγμάτων βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο του τελευταίου. Σε τέτοια περίπτωση, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εναγόμενο για να παράσχει μια λογική εξήγηση για την πρόκληση του συμβάντος χωρίς δική του υπαιτιότητα ή αμέλεια. Αν το πετύχει, το τεκμήριο αδρανεί, οπόταν αναβιώνει η υποχρέωση του ενάγοντα να αποδείξει αμέλεια. Στην υπόθεση Pambis Fellas Sports Ltd v. Karyatis Centre Ltd, Πολιτική Έφεση 305/2006, ημερ. 11.2.2010, υποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο απόφθεγμα (maxim) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης για το πώς προκλήθηκε το ζημιογόνο γεγονός, ενώ ταυτόχρονα τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους αναφορικά με το πώς προκλήθηκε η ζημιά, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να καθορίσει την ευθύνη. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες όχι μόνο δεν ισχυρίστηκαν άγνοια ή έλλειψη γνώσης των συνθηκών που προκάλεσαν τις ζημιές, αλλά στις Λεπτομέρειες Αμέλειας στην παράγραφο 5 (α) - (ε) της Έκθεσης Απαίτησης επικαλούνται και απαριθμούν συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων, οι οποίες θεωρούν ότι είχαν ως άμεσο αποτέλεσμα την αποκοπή του κλαδιού του πλατάνου στις 22.1.2004 και την πρόκληση των επίδικων ζημιών. Μεταξύ άλλων, αναφέρουν την παράλειψη των εναγομένων να κλαδεύουν τα κλαδιά του πλατάνου που βρίσκονταν πάνω από την οροφή της επίδικης κατοικίας, τη σήψη που επέτρεψαν οι εναγόμενοι να προκληθεί στα εν λόγω κλαδιά με αποτέλεσμα να καταστούν εύθραυστοι και επικίνδυνοι, καθώς και την παράλειψη των εναγομένων να λάβουν υπόψη τις ειδοποιήσεις των εναγομένων για τη σήψη και την επικινδυνότητα των κλαδιών και να λάβουν έγκαιρα τα αναγκαία μέτρα. Πέραν αυτού, οι ενάγοντες παρουσίασαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρία που στόχευε στην απόδειξη του επίδικου θέματος της αμέλειας. Ειδικότερα, ο Μ.Ε. 1 κατέθεσε ότι εντόπισε σήψη στους πλατάνους έξω από την κατοικία, ότι είχε διαμαρτυρηθεί προς τους εναγομένους χωρίς θετική ανταπόκριση και ότι η αποκοπή του κεντρικού κλαδιού που προκάλεσε τις ζημιές οφειλόταν σε αυτό. Ως εκ τούτου, όπως αναφέρεται στην απόφαση Pambis Fellas Sports Ltd v. Karyatis Centre Ltd, πιο πάνω, δεν παρέχεται η δυνατότητα διαζευκτικής επίκλησης του res ipsa loquitur (βλ. επίσης Βασιλείου ν. Γεωργίου κ.α.

(2002)1Α Α.Α.Δ. 409, 415). Ακόμη όμως και να θεωρείτο ότι οι ενάγοντες στερούνταν γνώσης των πραγματικών περιστατικών που προκάλεσαν τις επίδικες ζημιές, δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να θεωρηθεί ότι συντρέχει η υπό (β) προϋπόθεση εφαρμογής του πιο πάνω αναφερόμενου αποφθέγματος, εφόσον δεν καταδείχθηκε ότι ο πλάτανος βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο των εναγομένων και ότι είχαν εξουσία και υποχρέωση, είτε βάσει του περί Κοινοτήτων Νόμου αρ. 86(Ι)/1999 είτε δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου, να λαμβάνουν οποιαδήποτε μέτρα για τη διατήρησή του σε καλή κατάσταση. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση του γεγονότος ότι ο επίδικος πλάτανος ήταν φυτεμένος στην άκρη του δρόμου απέναντι από την κατοικία των εναγόντων. Εν τούτοις, δεν έχει καταδειχθεί ότι αποτελεί ιδιοκτησία των εναγομένων. Όπως έχει νομολογηθεί, η ιδιοκτησία ακινήτου είναι συνυφασμένη με την ιδιοκτησία της γης, η οποία περιλαμβάνει και κάθε οικοδομή ή αντικείμενο στερεωμένο σε αυτή. Οι δημόσιοι δρόμοι ανήκουν στη Δημοκρατία, με αποκλειστικό προορισμό τη χρήση τους από το δημόσιο (βλ. Πιριπίτσης κ.α ν Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ 385, άρθρο
(2)του περί Δημοσίων Οδών Νόμου, Κεφ. 83, και άρθρο 11 (β) του περί Οδών και Οικοδόμων Νόμου, Κεφ. 96). Το άρθρο 82 του περί Κοινοτήτων Νόμου αρ. 86(Ι)/1999 (εφεξής «ο Νόμος») καθορίζει τα καθήκοντα που οφείλει να επιτελεί το εκάστοτε Κοινοτικό Συμβούλιο μέσα στα όρια της κοινότητάς του και στο μέτρο των οικονομικών του δυνατοτήτων. Η υποπαράγραφος (δ) του εν λόγω άρθρου προνοεί ότι το Συμβούλιο οφείλει να προνοεί για την κατασκευή, συντήρηση, καθαριότητα, φωτισμό και ελεύθερη χρήση των οδών και γεφυριών, να ελέγχει την κατασκευή, μετατροπή, το κλείσιμο ή την αλλαγή κατεύθυνσης των οδών και γεφυριών και να φροντίζει για την απομάκρυνση αντικειμένων που παρεμποδίζουν την ελεύθερη χρήση τους. Τα καθήκοντα που ανατίθενται στους εναγομένους ως Κοινοτικό Συμβούλιο από το πιο πάνω άρθρο του Νόμου σε σχέση με τη συντήρηση και χρήση των οδών εντός της κοινότητας, στο μέτρο των οικονομικών τους δυνατοτήτων, στην ουσία αποβλέπουν στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων του κοινού για την ελεύθερη και απρόσκοπτη χρήση τους. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ευθύνη αυτή επεκτείνεται σε υποχρέωση των εναγομένων να διατηρούν τα δέντρα που είναι φυτεμένα στους δημόσιους δρόμους σε καλή κατάσταση και συνεπακόλουθη ευθύνη για οποιαδήποτε ζημιά τυχόν προκληθεί λόγω της αποκοπής και πτώσης κλαδιών τους σε περιουσία τρίτων. Θεωρώ ότι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Δήμος Λευκωσίας ν. Αντώνη Αντωνίου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1064, η οποία αναφέρεται στην ευθύνη δημοτικής αρχής βάσει του περί Δήμων Νόμου 111/85, είναι απόλυτα σχετικός με την παρούσα περίπτωση, κατ' αναλογία βεβαίως σε σχέση με την ευθύνη κοινοτικής αρχής βάσει του περί Κοινοτήτων Νόμου: «Ο άλλος λόγος έφεσης που προβάλλεται είναι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι, ως είχαν τα ενώπιόν του γεγονότα, ετύγχανε εφαρμογής η αρχή res ipsa loquitur. Σύμφωνα με το δικηγόρο του εφεσείοντος, ο ευκάλυπτος, από τον οποίο απεκόπη ο κλώνος, ήταν φυτευμένος εντός του δημόσιου δρόμου, ο οποίος, σύμφωνα με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο, Κεφ. 224, ανήκει στην ιδιοκτησία ν λόγω ευκάλυπτο, είτε δυνάμει του Κεφ. 224 είτε δυνάμει του περί Δήμων Νότου Κράτους. Ο εφεσείων δεν είχε οποιαδήποτε εξουσία να ελέγχει ή επιτηρεί τον εμου 111/85, είτε δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου και, επομένως, δεν είχε εξουσία, αλλά ούτε και καθήκον, να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα για τη συντήρησή του σε καλή κατάσταση. Ο λόγος αυτός ευσταθεί. Η επέκταση της ευθύνης των Δήμων (βάσει του Ν. 111/85) για τον έλεγχο και την επιτήρηση των οδών και των πεζοδρομίων, τα οποία βρίσκονται στα δημοτικά όρια, σε δένδρα τα οποία είναι φυτευμένα σε δημόσιο δρόμο, και ανήκουν στο Κράτος, στην οποία προέβη το πρωτόδικο δικαστήριο για να καταλήξει ότι τυγχάνει εφαρμογής η αρχή res ipsa loquitur, δεν είναι ορθή. Η ευθύνη των Δήμων για τη διατήρηση των οδών και των πεζοδρομίων σε τέτοια κατάσταση ώστε να είναι ασφαλής η χρήση τους από τους διερχομένους είναι ένα πράγμα και η ευθύνη για τη διατήρηση των δένδρων, τα οποία δεν ανήκουν στους Δήμους, σε καλή κατάσταση, και η συνεπακόλουθη ευθύνη για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε προκληθεί λόγω της αποκοπής και πτώσεως κλάδων τους επί πεζού ή οχήματος, είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Ο εφεσείων δεν είχε, βάσει του Ν. 111/85, τέτοια ευθύνη ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η αρχή res ipsa loquitur. Και, επομένως, εφόσον η αρχή res ipsa loquitur δεν είχε εφαρμογή, ο εφεσίβλητος, για να αποδείξει την υπόθεσή του, όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία αμέλειας εκ μέρους του εφεσείοντα, υπό την έννοια ότι ο τελευταίος εγνώριζε ή όφειλε εύλογα να γνωρίζει ότι ο ευκάλυπτος, ως εκ της κατάστασης του, ήταν ανασφαλής, με αποτέλεσμα ο κίνδυνος πτώσεως κλάδων του στο χώρο στάθμευσης, και προκλήσεως ζημιάς, να ήταν εύλογα προβλεπτός. » Συνεπώς, το βάρος απόδειξης για τη συνδρομή του αστικού αδικήματος της αμέλειας δεν έχει μετακινηθεί και οι ενάγοντες βαρύνονται να αποδείξουν, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τη συνδρομή των στοιχείων αμέλειας των εναγομένων (όπως αυτά προσδιορίζονται στο δικόγραφό τους) και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής της αμέλειας και των ζημιών που έχουν υποστεί. Η ευπαίδετη συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευσή της επικαλέστηκε τα άρθρα 51
(1)(α) και 51
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Όπως προνοείται στο άρθρο 51
(1), αμέλεια συνίσταται στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο, ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Νοείται βεβαίως ότι δύναται να τύχει αποζημίωσης για αμέλεια μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Σύμφωνα με το εδάφιο 2(β) του εν λόγω άρθρου, ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας υπέχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου που τελεί νόμιμα, καθώς και έναντι του κυρίου οποιασδήποτε ιδιοκτησίας που αποκτήθηκε νόμιμα, εντός, επί ή τόσο πλησίον της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας, ώστε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επηρεάζεται από την αμέλεια. Όπως δεν αμφισβητείται, ο επίδικος πλάτανος βρισκόταν στην άκρη του δρόμου απέναντι από την κατοικία των εναγόντων στην Κακοπετριά, με κλαδιά τα οποία κάλυπταν μέρος της οροφής της. Εν τούτοις, όπως έχει προαναφερθεί, οι δρόμοι ανήκουν στο Κράτος και οι εξουσίες και ευθύνες των κοινοτικών αρχών βάσει του σχετικού Νόμου και της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας δεν διαφαίνεται να επεκτείνονται σε υποχρέωση για τη διατήρηση σε καλή κατάσταση των δέντρων που βρίσκονται φυτεμένα στην ακίνητη αυτή ιδιοκτησία. Ούτε και τέθηκε ενώπιόν μου μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι πλάτανοι βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των εναγομένων, ώστε οι τελευταίοι να θεωρούνται κάτοχοι και να τους προσδίδεται καθήκον επιμέλειας προς ιδιοκτήτες παρακείμενης ακίνητης περιουσίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία του πρώην Κοινοτάρχη Μ.Ε. 2, ο έλεγχος και το κλάδεμα των επικίνδυνων δέντρων στη συγκεκριμένη κοινότητα διεξαγόταν κάθε χρόνο από το Τμήμα Δασών με χρηματοδότηση από το Υπουργείο Γεωργίας. Δηλαδή από κρατικούς και όχι κοινοτικούς φορείς. Παρομοίως, όταν συνέβη το επίδικο περιστατικό, ενημερώθηκε και μετέβη στο μέρος συνεργείο της Επαρχιακής Διοίκησης (Υπουργείο Εσωτερικών) και όχι κάποιο συνεργείο των εναγομένων, όπως φαίνεται να πίστευε ο Μ.Ε.
  1. Συνεπώς, διαφάνηκε ότι η ευθύνη συντήρησης των πλατάνων αναλαμβανόταν πάντοτε από Κυβερνητικά Τμήματα. Η υποχρέωση των εναγομένων με βάση το άρθρο 82 (δ) του περί Κοινοτήτων Νόμου αρ. 86(Ι)/1999 σε σχέση με το επίδικο περιστατικό στην ουσία συνίστατο στο να φροντίσουν για την απομάκρυνση αποκοπέντων κλαδιών από τον δρόμο σε περίπτωση που παρεμπόδιζαν την ελεύθερη χρήση του. Όπως διαφάνηκε από την ενώπιόν μου μαρτυρία ο αποκοπείς κλάδος εν πάση περιπτώσει κατατεμαχίστηκε και απομακρύνθηκε το συντομότερο δυνατό. Ούτε και επαρκεί, κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι το άρθρο 83(ια) του περί Κοινοτήτων Νόμου δίδει εξουσία στο Κοινοτικό Συμβούλιο να φυτεύει δέντρα σε οποιοδήποτε δρόμο μέσα στα όρια της κοινότητας, σε συνδυασμό με τις γενικόλογες αναφορές του Μ.Ε. 1 ότι οι πλάτανοι είχαν φυτευτεί από τους προκατόχους των εναγομένων πριν από 80 χρόνια για σκοπούς καλλωπισμού, για να προσδώσει στους εναγομένους την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή κατόχου και τη συνεπακόλουθη υποχρέωση όπως επιχειρήθηκε από την πλευρά των εναγόντων. Άλλωστε, ο περί Κοινοτήτων Νόμος προνοεί ότι τα Κοινοτικά Συμβούλια οφείλουν να εκτελούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται από το άρθρο 82 του Νόμου στο μέτρο των οικονομικών τους δυνατοτήτων. Συναφώς, καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα των εναγομένων να προβαίνουν στην τακτική επιθεώρηση και διατήρηση σε καλή κατάσταση των δέντρων στους δρόμους της κοινότητας. Επιπλέον, δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς ότι ο συγκεκριμένος πλάτανος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν επικίνδυνος λόγω σήψης και ότι οι εναγόμενοι το γνώριζαν ή όφειλαν εύλογα να το γνωρίζουν, έτσι ώστε ο κίνδυνος πτώσης του κεντρικού κλαδιού πάνω από την οροφή της κατοικίας των εναγόντων και πρόκλησης ζημιάς να ήταν εύλογα προβλεπτός. Η μαρτυρία του Μ.Ε. 1 σε σχέση με διαμαρτυρίες προς τους εναγομένους για την επικινδυνότητα δέντρων έξω από την κατοικία του, διαφάνηκε να αφορούσαν το 1981 και το 1990, ενώ το επίδικο συμβάν έλαβε χώραν το
  2. Ο δε Μ.Ε. 2 κατέθεσε σαφώς και αναντίλεκτα ότι όλοι οι επικίνδυνοι πλάτανοι κλαδεύονταν από το Τμήμα Δασών κάθε χρόνο - οπόταν δεν ετίθετο θέμα να είχαν ειδοποιηθεί από το 1990 για επικίνδυνο πλάτανο και να μην είχε κλαδευτεί μέχρι το 2004 - και ότι όποτε οι εναγόμενοι λάμβαναν πληροφορίες από κατοίκους της κοινότητας για επείγοντα περιστατικά επικινδυνότητας δέντρων ενημερωνόταν ειδικός από το Τμήμα Δασών ο οποίος τα επιθεωρούσε και έπραττε ανάλογα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει. Για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ορθό να εξετάσω, έστω και συνοπτικά, την προδικαστική ένσταση των εναγομένων στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης ότι ο τίτλος της αγωγής πάσχει καθότι δύο ενάγοντες συνενώνονται σε ένα. Όπως φαίνεται από τον τίτλο της αγωγής, ως ενάγων παρουσιάζεται ο Χρίστος Ζαχαροπλάστης ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Χαράλαμπου Ζαχαροπλάστη και της Ευτυχίας Νίκου Παναγή, οι οποίοι είναι οι ιδιοκτήτες της επίδικης κατοικίας. Η Διαταγή 2 θ.4(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί μεταξύ άλλων ότι αν ο ενάγων μηνύει ως αντιπρόσωπος («in a representative capacity»), η έκθεση απαίτησης θα πρέπει να δείχνει υπό ποια ιδιότητα μηνύει. Εν τούτοις, η προκειμένη περίπτωση δεν αφορά αγωγή από αντιπρόσωπο με την έννοια του αυτοτελούς δικαιώματος του αντιπροσώπου για διεκδίκηση θεραπείας, αλλά τον διορισμό από τους ιδιοκτήτες της επίδικης κατοικίας πληρεξούσιου αντιπροσώπου για τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας τους στην Κακοπετριά και συναφών δικαστικών μέτρων. Αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν στην επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία έχουν οι ιδιοκτήτες της. Συνεπώς η αγωγή θα έπρεπε να είχε κινηθεί στο όνομα των ιδιοκτητών ως εναγόντων και όχι στο όνομα του πληρεξούσιου αντιπροσώπου τους. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωαννίδης ν. Καραβιώτη κ.ά.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1160: «Δεν επρόκειτο εδώ για αγωγή υπό αντιπροσώπου. Η αντίληψη του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με το τί δικονομικά απαιτείτο ήταν εσφαλμένη. Όπως άλλωστε εσφαλμένη ήταν και η αναφορά σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο στον τίτλο της αγωγής. Η Δ.2 θ.4 καλύπτει μόνο περιπτώσεις όπου η αντιπροσωπευτική ιδιότητα περιβάλλεται δια νόμου με αυτοτελές δικαίωμα διεκδίκησης. Δεν καλύπτει σχέσεις ανάθεσης. Δεν παρέχεται λοιπόν σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο η δυνατότητα να κινήσει αγωγή στην οποία να εκτίθεται το δικό του όνομα με την εν λόγω ιδιότητα. Η αγωγή κινείται στο όνομα μόνο του κυρίου, χωρίς αναφορά στη σχέση του με πληρεξούσιο αντιπρόσωπο: βλ. Jones v. Saldanha [1913] W.N. 72. » Συμπερασματικά όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.