Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Κυριάκου Κάουρου, Αγωγή αρ. 8692/04, 21.7.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A326 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ Αγωγή αρ. 8692/04 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και Κυριάκου Κάουρου Εναγομένου Και Δυνάμει Ανταπαίτησης Μεταξύ: Κυριάκου Κάουρου και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ μαζί με:
- Severis & Athienitis Securities Ltd
- Ξενάκη Κάλλα
- Γεώργιου Ματθαίου Και όπως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος ημερ. 15/2/06 Και Δυνάμει Ανταπαίτησης Μεταξύ: Κυριάκου Κάουρου και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ μαζί με:
- Art Arabian Idle Tree Ltd
- Ξενάκη Κάλλα
- Γεώργιου Ματθαίου ---------------- HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 21.7.2011 Για ενάγοντες: κα. Χρ. Κότσαπα για Α. Τριανταφυλλίδη & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Α. Ρήγας για να ακούσει απόφαση) Για εναγόμενο: κ. Σ. Δράκος με κα. Γ. Στυλιανού (κα. Γ. Στυλιανού για να ακούσει απόφαση) Για εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 1: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος στις 18/01/99 υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο «Εθνοεπενδυτής». Το σχέδιο αυτό δημιουργήθηκε από τους ενάγοντες με σκοπό την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων με το άνοιγμα ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού σε πελάτες που επιθυμούσαν να πραγματοποιήσουν αγοραπωλησίες μετοχών και/ή αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.). Με την εν λόγω αίτηση (Τεκμήριο 1) ζητούσε όπως του παραχωρηθεί όριο για συμμετοχή στο σχέδιο «Εθνοεπενδυτής» ύψους ΛΚ50.
- Τελικά του εγκρίθηκε όριο ΛΚ40.
- Ο όρος 11 του εν λόγω σχεδίου, τον οποίο ο εναγόμενος αποδέχθηκε προνοεί τα ακόλουθα: «Η ΤΡΑΠΕΖΑ κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του ΕΠΕΝΔΥΤΗ στο ΣΧΕΔΙΟ θα δέχεται τις οδηγίες από το ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ, το οποίο θα έχει την ευθύνη να ενεργεί για λογαριασμό του ΕΠΕΝΔΥΤΗ (με σχετικό πληρεξούσιο) για την προσθήκη και/ή αφαίρεση αγορά και/ή πώληση ΑΞΙΩΝ που είναι ενεχυριασμένες υπέρ της ΤΡΑΠΕΖΑΣ, νοουμένου ότι οι σχετικές πράξεις θα γίνονται μέσω του λογαριασμού χρηματοδότησης του ΣΧΕΔΙΟΥ καθώς και ότι η εξασφάλιση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ θα παραμείνει στα συμφωνηθέντα όρια. Σε κάθε περίπτωση η ΤΡΑΠΕΖΑ δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη οικονομική ή άλλη για αποζημίωση του ΕΠΕΝΔΥΤΗ και/ή του ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ, σε σχέση με οποιαδήποτε αγοραπωλησία ή μη ΑΞΙΩΝ για λογαριασμό του ΕΠΕΝΔΥΤΗ». Ο λογαριασμός του εναγομένου παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο με αποτέλεσμα οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 16/03/04 (Τεκμήριο 17) να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού και να μεταφέρουν το χρεωστικό υπόλοιπο στις οριστικές καθυστερήσεις. Με την ίδια επιστολή γνωστοποιούσαν στον εναγόμενο ότι το χρεωστικό υπόλοιπο θα έφερε αυξημένο επιτόκιο προς 11,50% όπως λεπτομερώς αναλύεται στην επιστολή τερματισμού. Ο εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να καταχωρίσουν ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 14/09/04 με το οποίο αξιώνουν εναντίον του τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. ΛΚ140.172,64 ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει γραπτής σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 18.1.1999 και/ή χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού από παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή άλλως πως Β. Τόκο 11.5% ετησίως επί του ποσού των ΛΚ140.172,64 από 16.3.2004 κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρη εξόφληση». Στις 08/03/06 καταχώρισαν τροποποιημένη έκθεση απαίτησης το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτολεξεί: «
- Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με το Νόμο και σε κάθε ουσιώδη χρόνο ασχολούντο και ασχολούνται με δανειοδοτήσεις, παροχή πιστώσεων, χορηγήσεις τραπεζικών ευκολιών και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων και υπηρεσιών.
- Κατά ή περί την 18/1/1999 στη Λευκωσία οι ενάγοντες μετά από αίτηση με αριθμό 251 του εναγομένου, ημερομηνίας 18/1/99 και με γραπτή επιστολή αποδοχής ημερομηνίας 3/2/99 την οποία ο εναγόμενος αποδέχτηκε και υπέγραψε, χορήγησαν σ΄ αυτόν όριο πίστωσης μέχρι του ποσού των ΛΚ40.000 και άνοιξαν τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 529/339917-06, ο οποίος αργότερα έγινε 529/339917-1, με βάση το σχέδιο «Εθνοεπενδυτής» των εναγόντων, για τον αποκλειστικό σκοπό την αγοράς και πώλησης χρηματιστηριακών αξιών.
- Μεταξύ άλλων η πιο πάνω σύμβαση χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 18/1/1999 περιελάμβανε τους πιο κάτω ρητούς και ουσιώδεις όρους:- (α) Η παραχώρηση της πιστωτικής διευκόλυνσης αφορά αποκλειστικά την αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών. (β) οποιονδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού θα έχει τόκο 8% ετησίως καταλογιζόμενο στον εναγόμενο ή καταβαλλόμενο από αυτόν κάθε 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Νοείται ότι σε περίπτωση που το επιτόκιο αυτό τροποποιηθεί είτε δια νόμου είτε με απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας, τότε το επιτόκιο όπως θα τροποποιηθεί θα υποκαθιστά αυτόματα το προαναφερόμενο επιτόκιο εκτός εάν η τράπεζα αποφασίσει διαφορετικά και ειδοποιήσει γραπτώς τον οφειλέτη. (γ) όλοι οι τίτλοι των χρηματιστηριακών αξιών που θα αγοράζονται από τον «επενδυτή» θα ενεχυριάζονται υπέρ της τράπεζας και τα σχετικά δικαιώματα, παρόντα και μελλοντικά θα εκχωρούνται σε όφελος της ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του, χωρίς αυτό να εμποδίζει την ρευστοποίηση των αξιών όταν και εφόσον τα αποφασίσει ο επενδυτής. (δ) η τράπεζα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς προειδοποίηση προς τον επενδυτή να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητές όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και να ζητήσει αμέσως από τον επενδυτή την πληρωμή όλων των οφειλόμενων ποσών και να προβεί και σε εκποίηση των προς αυτή ενεχυριασμένων αξιών. Σε περίπτωση τερματισμού, από την ημερομηνία τερματισμού ο λογαριασμός θα χρεώνεται με τόκο 9% ετησίως ή με το ανώτατο επιτρεπόμενο υπό του νόμου ή άλλως πως καθοριζόμενων ανώτατο επιτόκιο. (ε) σε πρόσθετη ασφάλεια του εγκρινόμενου ορίου πιστωτικής διευκόλυνσης ο επενδυτής υποχρεούται να παραχωρεί ενέχυρο υπέρ της τράπεζας σε αξίες ή κατάθεση μετρητών ίσον προς το 30% του ύψους του ορίου. Οι ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους για πλήρη αναφορά στους όρους ερμηνεία των όρων της σύμβασης χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 18/1/1999 κατά τη δικάσιμο.
- Ο εναγόμενος κατά ή περί την 3/2/99 προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων του έναντι των εναγόντων και σύμφωνα πάντοτε με τους όρους της πιο πάνω αναφερομένης σύμβασης χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων υπέγραψε και παρέδωσε έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών τους οποίου ιδιοκτήτης είναι ο εναγόμενος, προς τους ενάγοντες. Κατά ή περί την 3/2/99 ο εναγόμενος διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο Severis & Athienitis Securities Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του δυνάμει πληρεξούσιου εγγράφου ημερομηνίας 3/2/
- Κατά ή περί την 3/5/01 ο εναγόμενος διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο National Securities Ltd προς αντικατάσταση του χρηματιστηριακού γραφείου Severis & Athienitis Securities Ltd δυνάμει πληρεξούσιου εγγράφου ημερομηνίας 3/5/
- Κατά ή περί την 7/2/02 ο εναγόμενος διόρισε και τους ενάγοντες ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του δυνάμει οδηγιών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Λεπτομέρειες όσον αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου ενεχυρίασης και πληρεξούσιων εγγράφων θα δοθούν κατά την δικάσιμο.
- Μεταξύ άλλων το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών περιέχει τους πιο κάτω ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους - (α) η τράπεζα δικαιούται να συναλάττεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις που έχει για τις πιο πάνω υποχρεώσεις χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων της, (β) με την ενεχυρίαση αυτή θα θεωρούνται δεσμευμένα και οποιαδήποτε μερίσματα ή άλλα ωφελήματα ή δικαιώματα τα οποία δυνατό να καταστούν πληρωτέα προς την τράπεζα από τις ενεχυριασμένες μετοχές και οι νέοι τίτλοι των μετοχών που αναλογούν από έκδοση δωρεάν μετοχών οι οποίες δυνατόν να εκδοθούν στο μέλλον. (γ) όλες οι δωρεάν μετοχές που θα εκδοθούν θα θεωρούνται αυτόματα αναπόσπαστο μέρος των ενεχυριασμένων μετοχών και οι νέοι τίτλοι θα πρέπει να κατατίθενται στην τράπεζα. (δ) ο εναγόμενος αναλαμβάνει να υπογράφει κάθε αναγκαίο έγγραφο και να διενεργεί κάθε αναγκαία πράξη για την εκτέλεση και ρευστοποίηση της παρούσας εξασφάλισης. (ε) η τράπεζα έχει το δικαίωμα κατά την απόλυτη κρίση της να περιορίζει το ποσό των διευκολύνσεων να αυξομειώνει το ποσοστό του τόκου, των εξόδων κλπ και να απαιτεί την είσπραξη του λαβείν της με οποιοδήποτε τρόπο. (στ) εάν σε οποιοδήποτε χρόνο ο εναγόμενος παραλείψει να πληρώσει οποιαδήποτε ποσά που οφείλει σε κεφάλαιο ή τόκους ή έξοδα κλπ καθώς και εάν η αξία των μετοχών που ενεχυρίασε είναι τέτοια ώστε να μην υπερκαλύπτει τα ποσά που οφείλει τουλάχιστο κατά ένα ποσοστό 20% η τράπεζα έχει δικαίωμα χωρίς προειδοποίηση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς ευθύνη για οποιαδήποτε πραγματική αξία των μετοχών σε σχέση προς εκείνη της εκποίησης και ο εναγόμενος δεν θα μπορεί να εγείρει καμία αξίωση ή ένταση για το κύρος της πώλησης. Λεπτομέρειες όσον αφορά το περιεχόμενο και την ερμηνεία των όρων του εγγράφου ενεχυρίασης τίτλων αξιών θα δοθούν κατά τη δικάσιμο.
- Κατά ή περί την 16.3.2004 οι ενάγοντες με επιστολή τους προς τον εναγόμενο (α) τερμάτισαν την πιο πάνω αναφερόμενη πιστωτική διευκόλυνση όπως επίσης και τη λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού μεταφέροντας το υπόλοιπο του το οποίο ανέρχετο σε ΛΚ 140.172,64 ως στις καθυστερήσεις με νέο αριθμό λογαριασμού 529/399509-
- καλώντας τον να καταβάλει την πιο πάνω οφειλή του εντός επτά
(7)ημερών. Επιπλέον με την ίδια επιστολή τους οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι το προαναφερόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο θα έφερε αυξημένο επιτόκιο 11.5% το χρόνο κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνο εκτός εάν γνωστοποιηθεί διαφορετικά από την τράπεζα.
- Ο εναγόμενος παρά τις οχλήσεις των εναγόντων μέχρι σήμερα συνεχίζει να παραλείπει και/ή να αρνείται να ανταποκριθεί και οφείλει τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 6 πιο πάνω πλέον τόκοι και οποιαδήποτε έξοδα προκύψουν.
- Για τους πιο πάνω λόγους οι ενάγοντες εγείρουν την παρούσα αγωγή και ζητούν απόφαση ως η παράγραφος Α,Β,Γ,Δ και Ε της απαίτησης». Ο εναγόμενος με το τροποποιημένο του δικόγραφο που καταχώρισε στις 04/04/06, αρνείται τις αιτούμενες θεραπείες. Ζητά απόρριψη της αγωγής ενώ με ανταπαίτηση του αξιώνει εναντίον των εναγόντων και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1, 2 και 3 «Γενικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για συνωμοσία και/ή δόλο εκ προθέσεως να προξενήσουν ζημιά στον εναγόμενο και/ή λόγω εικονικότητας των πράξεων και/ή λόγω του ότι παρανόμως χρησιμοποιήθηκε το όνομα και οι υπογραφές του». Αναφέρω από τώρα πως η ανταπαίτηση του εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3 έχει αποσυρθεί. Όμως συνεχίζει να ισχυρίζεται στο δικόγραφο του πως οι ενάγοντες μαζί με όλους τους εξ αναταπαιτήσεως εναγομένους ενήργησαν συνωμοτικά και/ή δόλια και/ή σκόπιμα και/ή κακόβουλα για να προκαλέσουν ζημιά στον ίδιο. Παραθέτω αυτολεξεί τα όσα αναφέρει γύρω από το πιο πάνω θέμα στην παράγραφο 7 του δικογράφου του. «
- Ο εναγόμενος θα ισχυριστεί ότι οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι με τις πράξεις τους και/ή παραλείψεις τους ενήργησαν συνωμοτικά και/ή δόλια και/ή σκόπιμα και/ή κακόβουλα κατόπιν συνέπραξαν μεταξύ αλλήλων των εναγόντων και/ή αξιωματούχων αυτών περιλαμβανομένων και συνεργατών των για να προκαλέσουν ζημιά στον εναγόμενο και οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι για την πραγματοποίηση των παράνομων σκοπών τους ενήργησαν παράνομα και απέτυχαν να προστατεύσουν τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα του εναγομένου. Λεπτομέρειες παρανομίας και/ή συνομοσίας/δόλου μετά των συνεργατών των National Securities Ltd (διαγράφηκε από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών) και/ή Severis & Athienitis Securities Ltd και/ή Ξενάκης Κάλλας και/ή Γεώργιος Ματθαίου α) Οι ενάγοντες συνέπραξαν μετά των National Securities Ltd (διαγράφηκε από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών) και/ή Severis & Athienitis Securities Ltd και/ή Ξενάκης Κάλλας και/ή Γεώργιος Ματθαίου και με δόλιο τρόπο και/ή υποσχέσεις έπεισαν τον εναγόμενο να υπογράψει όλα τα αναγκαία έγγραφα έτσι που να μπορούν οι ενάγοντες μετά των συνεργατών των να κάνουν παιγνίδι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και η αγορά των μετοχών που θα έκαναν οι ενάγοντες με τους συνεργάτες τους επ' ονόματι του εναγομένου θα ενεχυριάζονταν έτσι που ο εναγόμενος να μην έχει κανένα έλεγχο τόσο επί του λεγόμενου επενδυτικού λογαριασμού όσο και επί των μετοχών κατά τρόπο που ο εναγόμενος στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε για καταδολίευση. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω ο εναγόμενος διεκδικεί γενικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις ανταπαιτητικώς καθώς επίσης και την έκδοση διαταγμάτων και/ή δηλώσεων του Δικαστηρίου ότι ουδέν ποσόν οφείλει στους ενάγοντες. β) Ο εναγόμενος περαιτέρω θα ισχυριστεί ότι οι ενάγοντες και/ή οι τρίτοι με τους οποίους έχουν οι ενάγοντες συνωμοτήσει ενήργησαν κατά παράβαση του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου 14
(1)/93 όπως τροποποιήθηκε και περιλαμβάνει και τις ΚΔΠ 214/95, 342/97, 268/2000, 361/00, 59/01, 139/01 και 329/01 υποχρεώσεων του δυνάμει ανταπαιτήσεων εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή των εναγόντων. (γ) Οι ενάγοντες συνέπραξαν μετά των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων και με δόλιο τρόπο και/ή υποσχέσεις έπεισαν τον εναγόμενο να υπογράψει όλα τα αναγκαία έγγραφα έτσι που οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι να μπορούν να λειτουργούν από μόνοι τους όλες τις συναλλαγές και να κάμνουν παιγνίδι στο Χρηματιστήριο και επιπλέον έπεισαν με τον ίδιο τρόπο τον εναγόμενο να ενεχυριάζει τις μετοχές του. (δ) Οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι με τον τρόπο που ενήργησαν είχαν πλήρη έλεγχο του χαρτοφυλακίου της εναγομένης και των πιστωτικών διευκολύνσεων και έκαναν από μόνοι τους χρηματιστηριακές πράξεις, της δικής τους επιλογής και χωρίς την έγκριση και/ή ενημέρωση του εναγόμενου έτσι που στην πραγματικότητα ο εναγόμενος χρησιμοποιήθηκε για καταδολίευση. (ε) Οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμων και σχετικούς Κανονισμούς και δεν προστάτευσαν το πρώτιστο καθήκον προς τον εναγόμενο που ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εντολέων τους στα πλαίσια της κειμένης νομοθεσίας, της καλής πίστης, των χρηματιστηριακών θεσμών και της κρατούσας χρηματιστηριακής πρακτικής. (στ) Ενήργησαν κατά τρόπο που φανερώνει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των εναγόντων και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων που και οι 3 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο συνεργάζονταν μεταξύ αλλήλων και που ενεργούσαν ταυτόχρονα για λογαριασμό του και δια αλλήλων, και που λειτουργούσαν ως συνεργάτες με συνεργασίες με τρίτους χωρίς να αποκαλύψουν τις λεπτομέρειες αυτές και/ή γεγονότα στον εναγόμενο έτσι που να μπορεί να λάβει όλα τα δέοντα μέτρα στο να προστατεύσει τα συμφέροντα και/ή δικαιώματα του. (ζ) Οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι όφειλαν να παρέχουν στον εναγόμενο πλήρεις και αληθείς πληροφορίες και λογαριασμούς σε ότι αφορά την εκπλήρωση των έναντι των υποχρεώσεων, πράγμα όμως που στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε αυτή η παροχή πληροφοριών. (η) Οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι εν γνώση τους ότι ο εναγόμενος ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο συνταξιούχος και χωρίς εργασία, τον δελέασαν και/ή τον έπεισαν να υπογράψει εν λευκώ την 18/1/99 το σχέδιο Εθνοεπενδυτής και/ή όλα τα άλλα έγγραφα και τα οποία συμπλήρωσαν μεταγενέστερα από μόνοι τους και/ή ψευδώς συμπλήρωσαν ως μηνιαίο εισόδημα του εναγομένου το ποσό των £1500,-που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ενέκριναν για τον εναγόμενο όριο £40.000,- που αν και ποτέ δεν αυξήθηκε οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν υπερδιπλάσια ποσά στον λογαριασμό του εναγομένου που στην πραγματικότητα ήταν ένας από τα θύματα του Χρηματιστηρίου που έτυχε χρησιμοποίηση από ανθρώπους όπως τους ενάγοντες και/ή τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους που γνώριζαν πως να κάνουν παιγνίδια στο Χρηματιστήριο για να δημιουργήσουν μεγάλο χαρτοφυλάκιο από πολλούς και μη αξιόχρεα άτομα έτσι που να επηρεάζουν τις τιμές προς όφελος τους και που στο τέλος συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου και ο εναγόμενος θα παρουσιάσει κατά την δικάσιμο τις σχετικές εκθέσεις της Βουλής των Αντιπροσώπων και του Υπουργείου Οικονομικών. (θ) Δεν υπάρχει έγκυρο πληρεξούσιο. (ι) Δεν υπάρχει άδεια της Κεντρικής Τράπεζας προς τους ενάγοντες και/ή στους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους για την λειτουργία τέτοιου είδους λογαριασμών (margin/investor accounts). (κ) Δεν απέστελλαν στον εναγόμενο ανά διάστημα τριών μηνών στη διεύθυνση επικοινωνίας έκθεση αποτίμησης του χαρτοφυλακίου που να αναφέρει κατ' ελάχιστο την αξία του χαρτοφυλακίου κατά την αρχή και του τέλους της περιόδου, τον τρόπο αποτίμησης του χαρτοφυλακίου όπως επίσης και κατάσταση αξιών και χρημάτων κατά τις ίδιες ημερομηνίες. (λ) Η όλη συμπεριφορά των εναγόντων και/ή των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων σε συνεννόηση και σε συνεργασία μεταξύ των είχαν σκοπό την παρακίνηση του εναγομένου προς σύναψη χρηματιστηριακών διευθετήσεων και/ή συναλλαγών κατά τρόπο περιέχοντα ανακριβή και παραπλανητικά στοιχεία προς τον εναγόμενο ο οποίος στην πραγματικότητα τίποτε δεν γνώριζε, πράγμα που απαγορεύεται από την αναφερόμενη κείμενη νομοθεσία. (μ) Δεν επεξηγήθηκαν κατά την υπογραφή όλων των εγγράφων τα δικαιώματα του εναγομένου από τους ενάγοντες και/ή από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους και ούτε το πως επηρεάζονται από την υπογραφή των εγγράφων. (ν) Ο τρόπος με τον οποίον ενήργησαν οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις εκάστοτε εκδιδόμενες οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας προς τους ενάγοντες. (Λεπτομέρειες θα αναφερθούν κατά την δικάσιμο)». Προσαχθείσα μαρτυρία - Αξιολόγηση αυτής Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν εκ μέρους των εναγόντων η κα. Τούλια Θεμιστοκλέους. Μαρτυρία έδωσε και ο ίδιος ο εναγόμενος. Έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας την οποία δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω στην παρούσα απόφαση. Θα σταθώ σε συγκεκριμένα μέρη αυτής όταν θα την αξιολογώ. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281, Χριστάκης Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά, Πολ. Έφ. αρ. 15/07, απόφαση ημερ. 23.5.2008, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφ. αρ. 99/07, απόφαση ημερ. 9.4.2009 και Νίκου Κυριάκου ν. Γεωργίου Νικόλα (Μακρή) Λτδ, Πολ. Έφ. αρ. 120/07, απόφαση ημερ. 10.7.20009). Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Η κα. Τούλια Θεμιστοκλέους που κατέθεσε εκ μέρους των εναγόντων μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της χωρίς ενδοιασμό. Ήταν σταθερή στις θέσεις της παρόλη την έντονη αντεξέταση που υπέστη. Η μαρτυρία της ουσιαστικά υποστηρίζεται από τα κατατεθέντα χωρίς ένσταση έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων είχαν υπογραφεί από τον ίδιο τον εναγόμενο. Τα όσα εκτίθενται στην γραπτή της δήλωση καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω στην παρούσα απόφαση. Ο εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Στην προσπάθεια του να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις είπε ψέματα στο δικαστήριο και έδωσε μαρτυρία που δεν αντέχει στη λογική. Παραδέχτηκε πως απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 18/09/00 (Τεκμήριο 19(δ)). Με την εν λόγω επιστολή η οποία απευθύνεται στους ενάγοντες αναφέρει τα ακόλουθα: «Παρακαλώ όπως εξασκίσετε τα 30,000 rights της Ελληνικής Τράπεζας που έχω στον λογαριασμό. Αναλαμβάνω την υποχρέωση να επαναφέρω τον λογαριασμό μέσα στα εγκεκριμένα όρια το αργότερο μέχρι το τέλος του χρόνου». Ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση του ότι δεν γνώριζε τη δεδομένη στιγμή ότι ο λογαριασμός του βρισκόταν σε υπέρβαση και ότι η κα. Παντελίδου εκ μέρους των εναγόντων τον διαβεβαίωσε ότι ο λογαριασμός του είναι εντός του ορίου της συμφωνίας (Τεκμήριο 1). Αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, διερωτάται κάποιος γιατί να καταγράψει στο Τεκμήριο 19(δ) ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να επαναφέρει το λογαριασμό του μέσα στα εγκεκριμένα όρια. Ενώ παραδέχτηκε ότι λάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού που του αποστέλλοντο και τις προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήρια 21, 23-40) εντούτοις επέμενε ότι δεν γνώριζε ότι είχε υπερβεί το όριο του λογαριασμού του. Αρκέστηκε να αναφέρει πως «δεν τις διάβαζε επισταμένως επειδή έρχονταν ολόκληρα πακέτα». Δηλαδή προσπάθησε να μας πείσει ότι τις διάβαζε επιφανειακά και ότι από αυτή την ανάγνωση δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε υπερβεί το όριο του. Το περιεχόμενο δε των επιστολών (Τεκμήρια 23-40) είναι σύντομο και πλήρως κατανοητό αφού σε αυτές αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο λογαριασμός του βρίσκεται σε υπέρβαση του συμβατικού του ορίου. Ο εναγόμενος όμως συνέχιζε να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις. Το Δικαστήριο βρίσκει πως ο εναγόμενος γνώριζε πως ο λογαριασμός του δεν ήταν μέσα στα εγκεκριμένα όρια. Ο όρος 7 της συμφωνίας που υπέγραψε, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Τεκμήριο 3, προνοεί τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του όρου 5, η ΤΡΑΠΕΖΑ έχει το δικαίωμα να προβεί σε πώληση, όλων ή μέρους, των ΑΞΙΩΝ όταν η ΑΓΟΡΑΙΑ ΑΞΙΑ του συνόλου των ενεχυριασμένων ΑΞΙΩΝ και της τυχόν κατάθεσης μετρητών, είναι κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων του, εάν αυτό τύχει να είναι μεγαλύτερο (περιθώριο ασφαλείας/margin of safety)». Ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής του υποκαταστήματος των εναγόντων στη Λάρνακα, του εξήγησε τον όρο αυτό λέγοντας του ότι η τράπεζα θα πωλήσει σε περίπτωση που το όριο του πέσει κάτω από το επιτρεπόμενο της αρχικής συμφωνίας. Όταν του υποδείχθηκε ότι βάσει του εν λόγω όρου η τράπεζα δεν έχει υποχρέωση αλλά δικαίωμα να πωλήσει ΤΙΣ ΑΞΙΕΣ, διαφοροποίησε τη θέση του και απάντησε ότι ο ίδιος είχε την εντύπωση ότι η τράπεζα θα πωλούσε «αν έπεφτε καμιά φορά το όριο κάτω». Με άλλα λόγια ενώ αρχικά ανέφερε ότι εκπρόσωποι των εναγόντων τον διαβεβαίωσαν ότι θα πωλούσαν ΤΙΣ ΑΞΙΕΣ μόλις ο λογαριασμός του βρισκόταν κάτω από το εγκεκριμένο όριο, στη συνέχεια ανέφερε ότι ο ίδιος είχε την εντύπωση ότι η τράπεζα θα πωλούσε. Η μαρτυρία του ότι η κα. Παντελίδου εκ μέρους των εναγόντων τον διαβεβαίωσε ότι θα υπάρχει διαχείριση των αξιών του από την τράπεζα μαζί με συνεργείο οικονομολόγων και ότι είναι με βάση αυτή τη διαβεβαίωση που υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα, απορρίπτεται ως σκέψη εκ των υστέρων. Όταν του υποδείχθηκε ότι τα έγγραφα που υπέγραψε δεν υποστηρίζουν τον πιο πάνω ισχυρισμό του, αρκέστηκε να αναφέρει ότι «Γράμματα ξέρω του γυμνασίου, δεν είμαι επιστήμονας». Ισχυρίστηκε ότι δεν αγόραζε ο ίδιος τις μετοχές και προσπάθησε ουσιαστικά να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με την σημερινή κατάσταση του λογαριασμού του. Ωστόσο δέχτηκε πως είχε συζητήσεις με τον χρηματιστή κ. Κάλλα ο οποίος του έλεγε «ότι θα αγοράσει και θα πωλήσει μετοχές». Ουδέποτε όμως φαίνεται να έχει διαμαρτυρηθεί στον κ. Κάλλα ή σε οποιονδήποτε άλλο σε σχέση με αγοραπωλησίες μετοχών οι οποίες διενεργούντο για λογαριασμό του. Τουναντίον όπως ο ίδιος ανέφερε δεν έχει κανένα παράπονο από τον κ. Κάλλα και είναι «ως ένα σημείο ικανοποιημένος» από αυτόν. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι γνώριζε ποιες μετοχές αγοράζοντο και ποιες πωλούντο για λογαριασμό του για να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε το οφειλόμενο ποσό που παρουσίαζε ο λογαριασμός του μετά που έπεσε η αξία των μετοχών, παρόλο που δέχθηκε ότι παρακολουθούσε την κίνηση των μετοχών από την τηλεόραση και συνεπώς μπορούσε να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή την αξία των μετοχών. Η μαρτυρία του αυτή απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Και δεχτή να γινόταν δεν βοηθά την υπεράσπιση του. Ο εναγόμενος μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πληροφορηθεί για το υπόλοιπο του λογαριασμού του είτε από τις καταστάσεις λογαριασμού που ελάμβανε είτε απευθυνόμενος προς τους ενάγοντες. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το τι ανέφερε στην αντεξέταση του. «Ε. Σας υποβάλλω ότι επιάνετε τις καταστάσεις λογαριασμού που φαινόταν το υπόλοιπο του λογαριασμού, στη διεύθυνση της κατοικίας σας. Α. Έπαιρνα καταστάσεις αλλά ουδέποτε τις διάβαζα όλες τις καταστάσεις. Ήταν τόσες πολλές και δεν κατάλαβα τα όσα έγραφαν, πιστώσεις και χίλια δυο πράγματα που θέλουν οικονομολόγο να βκούν που μέσα. Ε. Μιλώ για το τεκμήριο 21. Τα statements. Α. Όλα όποτε έρχονταν ήταν μέσα σε ένα φάκελο μεγάλο και ήταν πολλά πράγματα μέσα. Ήταν οι πράξεις που γίνονταν, όλα ήταν μαζί». Η θέση του ότι για τη διαχείριση του λογαριασμού του ευθύνονται οι ενάγοντες δεν έχει βάση και απορρίπτεται. Οι ενάγοντες ουδέποτε προέβηκαν αυτεπάγγελτα σε οποιαδήποτε αγοραπωλησία μετοχών για λογαριασμό του εναγομένου. Ο τελευταίος είχε δώσει αρχικά πληρεξούσιο έγγραφο στο χρηματιστηριακό γραφείο Severis & Athienitis Securities για να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει χρηματιστηριακές αξίες για λογαριασμό του (Τεκμήριο 4). Στις 25/04/01 απέστειλε προς τους ενάγοντες την επιστολή (Τεκμήριο 8(α)) με την οποία τους ζητούσε όπως ακυρώσουν το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 4) και ετοιμάσουν άλλο πληρεξούσιο προς την εταιρεία National Securities Ltd. Πράγματι ο εναγόμενος υπέγραψε στις 03/05/01 πληρεξούσιο προς την εν λόγω εταιρεία (Τεκμήριο 8(β)). Είναι αξιοσημείωτο ότι ακόμη και στις 31/07/01 με την επιστολή του (Τεκμήριο 44) προς τον κ. Γεώργιο Ματθαίου δεν εκφράζει οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Τουναντίον με αυτήν ευχαριστεί τον κ. Ματθαίου για τη μέχρι σήμερα συνεργασία, και του αναφέρει ότι θα διαχειρίζεται ο ίδιος το χαρτοφυλάκιο του. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι από τη μαρτυρία που έδωσε δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια παρανομίας και/ή δόλου και/ή συνωμοσίας. Άλλωστε στην παράγραφο 10 του δικογράφου του παραδέχεται πως όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έλαβαν χώρα αλλά ισχυρίζεται ότι αυτά ήταν εικονικά αφού, ως αναφέρει, αυτοί που πραγματικά ζητούσαν τις διευκολύνσεις ήταν οι ίδιοι οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι. Τα έγγραφα όμως που υπέγραψε και η αξιόπιστη μαρτυρία αποκαλύπτουν άλλα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σχολιάσω και κάποιες θέσεις του κ. Δράκου οι οποίες προβλήθηκαν με την αγόρευση του. Εισηγήθηκε ότι η τράπεζα παρέλειψε να πωλήσει τις μετοχές έγκαιρα. Βάσει του όρου 7 του Τεκμηρίου 1, η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να πωλήσει τις αξίες του εναγομένου αλλά δικαίωμα. Η θέση του κ. Δράκου ότι η τράπεζα καθυστερούσε να πωλήσει τις μετοχές του εναγομένου γνωρίζοντας ότι αυτή η καθυστέρηση ήταν επιζήμια για τον πελάτη δεν υποστηρίζεται από την προσαχθείσα μαρτυρία. Ο εναγόμενος ουδέποτε ζήτησε από την τράπεζα να πωληθούν οι μετοχές του. Η θέση του κ. Δράκου ότι μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου υπήρχε σχέση χρηματοοικονομικού συμβούλου και πελάτη, δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται τόσο από τον όρο 11 του Τεκμηρίου 1 όσο και από την άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Οι ενάγοντες ουδέποτε συμβούλευσαν τον εναγόμενο σε σχέση με αγοραπωλησίες αξιών. Για το θέμα αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στα όσα λέχθηκαν από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου κ. Στ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Αιμ. Κούλλουρου, Αγωγή 6559/02, Απόφαση ημερ. 18/01/08 (σελ. 40-41). «Εδώ, όμως, όπως έχει ήδη αποφασιστεί, η τράπεζα δεν έδινε συμβουλές στον εναγόμενο και ούτε ανέλαβε την ευθύνη διαχείρισης χαρτοφυλακίου από την άποψη ότι απεφάσιζε η Επενδυτική τον τρόπο και την έκταση των αγοραπωλησιών μετοχών. Όπως αναφέρεται κατά λέξη στο σύγγραμμα: «The relation of banker and customer may also give rise to a contractual or tortuous duty of care or a fiduciary duty where the banker gives his customer advice; but where the parties are in a contractual relationship, it is not to the advantage of the law's development to search for liability in tort, particularly in a commercial relationship.». Όπως περαιτέρω αναφέρεται στον Paget's Law of Banking, 7n Έκδ., σελ. 169-172, μία τράπεζα πιθανόν να ενέχει ευθύνη για λανθασμένες συμβουλές στις επενδύσεις εάν θεωρείται ότι είναι στα πλαίσια των συνήθων καθηκόντων της να δίνει τέτοιες συμβουλές και άρα η παροχή συμβουλών είναι μέρος των τραπεζικών εργασιών. Στο τέλος της ημέρας φαίνεται να εφαρμόζεται και στην περίπτωση των τραπεζών, η αρχή που έθεσε η υπόθεση Hedley Byrne & Co. Ltd. v. Heller & Partners Ltd
(1964)A.C. 465, ότι για να δοθούν αποζημιώσεις για λανθασμένη συμβουλή ή λανθασμένες παραστάσεις, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η τράπεζα είχε καθήκον απέναντι στον εναγόμενο, ότι το καθήκον αυτό διερρήχθη και ως αποτέλεσμα ο εναγόμενος υπέστη ζημιά». Η θέση του κ. Δράκου ότι οι ενάγοντες έκαναν διαχείριση του επίδικου λογαριασμού κατά τρόπο που τους καθιστά υπεύθυνους για τη ζημιά που ο εναγόμενος υπέστη, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η αξιόπιστη μαρτυρία κατέδειξε ότι τα έξοδα με τα οποία επιβαρύνετο ο επενδυτής για τη διαχείριση του λογαριασμού του δεν είχαν να κάνουν με την αγορά και πώληση αξιών και με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στον επενδυτή. Είχαν να κάνουν με τον έλεγχο και την τήρηση του λογαριασμού όπως λεπτομερώς εξήγησε η κα. Τούλια Θεμιστοκλέους και όχι με την διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, οι οποίες εδώ εγίνοντο πάντα με τις οδηγίες του εναγομένου και/ή των δεόντως εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων του. Με άλλα λόγια δεν υπήρξε μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου σχέση καταπιστευματοδόχου ή άλλη σχέση εμπιστοσύνης αλλά μόνο σχέση δανειστή και χρεώστη. Εν κατακλείδι, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της κας. Τούλιας Θεμιστοκλέους την οποία αποδέχομαι στο σύνολο της και η οποία, επαναλαμβάνω, επιβεβαιώνεται στο μεγαλύτερο μέρος από τα κατατεθέντα τεκμήρια, βρίσκω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν ότι ο εναγόμενος από το συγκεκριμένο σχέδιο «Εθνοεπενδυτής» και από το λογαριασμό που ανοίχθηκε δυνάμει του εν λόγω σχεδίου οφείλει το ποσό στο οποίο έκανε αναφορά η κα. Τούλια Θεμιστοκλέους. Το ποσό αυτό επιβεβαιώνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού του εναγομένου, (Τεκμήριο 21), το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τον τελευταίο. (Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Olympic Insurance Agencies Limited ν. 1. Lexus Insurance Agencies Ltd 2. Δάφνης Γεωργίου, Πολ. Έφεση 168/07, απόφαση ημ. 15/09/10). Εκδίδεται απόφαση υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγομένου για €348.990,43 με τόκο 11,50% από 01/07/09 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ο εναγόμενος καταδικάζεται στα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα αφού το αντικείμενο αυτής ήταν ουσιαστικά το ίδιο με το αντικείμενο της αγωγής. [Υπ.] Ι. Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο