← Κύπρος

ΠΕΤΡΟΣ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ κ.α. ν. ΑΝΔΡΟΜΗΔΗΣ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 8286/03., 22 Ιουλίου, 2011

ΠΕΤΡΟΣ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ κ.α. ν. ΑΝΔΡΟΜΗΔΗΣ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 8286/03., 22 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A328 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Ι. ΠΟΓΙΑΤΖΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8286/

  1. ΠΕΤΡΟΣ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ,
  2. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ, Ενάγοντες, - και - ΑΝΔΡΟΜΗΔΗΣ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ, Εναγόμενος. ------------------------- 22 Ιουλίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες : κ. Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σία. Για Εναγόμενο: κ. Μ. Ιωάννου για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη. ---------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η διαφορά της παρούσας Αγωγής είναι μεταξύ των μελών της ίδιας οικογένειας, ήτοι των γονέων αφενός, ως Εναγόντων, και του υιού τους αφετέρου, ως Εναγομένου. Οι Ενάγοντες απαιτούν τις ακόλουθες θεραπείες όπως περιγράφονται στα Δικόγραφα τους: (Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος δεν δικαιούται να εισέρχεται και να χρησιμοποιεί την οικία και/ή ακίνητη περιουσία με αρ. εγγραφής 0/14216, Φύλλο 37, Σχέδιο26V01, Tμήμα Ο, Τεμάχιο 2983, Τοποθεσία μέσα στο χωριό Πεδουλάς, της Επαρχίας Λευκωσίας (στο εφεξής «το Ακίνητο»). (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο προσωπικά και/ή μέσω των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου κατ΄ εντολήν τούτου από του να εισέρχονται και/ή χρησιμοποιούν το Ακίνητο. (Γ) Γενικές Αποζημιώσεις. (Δ) Περαιτέρω ή διαζευκτικά, ακύρωση της μεταβίβασης του Ακινήτου στο όνομα του Εναγομένου. (Ε) Περαιτέρω ή διαζευκτικά, Απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες διατηρούν το δικαίωμα επικαρπίας της επίδικης οικίας. (ΣΤ) Απόφαση για το ποσό των £20.000 (€34.200) ετησίως από 14 Ιουνίου 2003, πλέον Νόμιμον Τόκο. (Ζ) Έξοδα. Ο Εναγόμενος, αρνούμενος την Απαίτηση, καταχώρισε Ανταπαίτηση με την οποία εξαιτείται: (Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το δικαίωμα οίκησης των Εναγόντων περιορίζεται μόνο στο Δωμάτιο αρ. 5, το οποίο βρίσκεται στο πρώτο επίπεδο της τριώροφης κατοικίας (χαμηλότερο -1) και το οποίο, στα Αρχιτεκτονικά Σχέδια ονομάζεται 2ος όροφος, και στους κοινόχρηστους χώρους του ίδιου ορόφου, ήτοι τους κοινόχρηστους κουζίνας και καθιστικού. (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να εισέρχονται και να χρησιμοποιούν τους χώρους του δεύτερου επιπέδου της τριώροφης κατοικίας (-2) και του 3ου ορόφου, που βρίσκεται στο επίπεδο του δρόμου. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Ενάγοντες προσωπικώς και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου κατόπιν εντολής αυτών να εισέρχονται και/ή να χρησιμοποιούν τους χώρους του δεύτερου επιπέδου της τριώροφης κατοικίας (-2) και του 3ου ορόφου, που βρίσκεται στο επίπεδο του δρόμου. (Δ) £75.440 (€129.002,40σ) - Δυνάμει παράνομου πλουτισμού σε βάρος του Εναγομένου από τους Ενάγοντες. (Ε) £4.960 (€8.481,60σ.) - Ζημιά την οποία υπέστη ο Εναγόμενος από τη συμπεριφορά των Εναγόντων. (ΣΤ) £350.000 (€598.500) - Διαφυγόν κέρδος του Εναγομένου συνεπεία της απώλειας χρήσης της επιχείρησης στην επίδικη οικία λόγω της παράνομης συμπεριφοράς των Εναγόντων. (Ζ) Γενικές Αποζημιώσεις. (Η) Έξοδα. (Θ) Νόμιμον Τόκο. Για συντόμευση και απλοποίηση της διαδικασίας, οι δύο πλευρές συμφώνησαν όπως η Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικαστούν, προς δε το σκοπόν αυτό κάλεσαν από ένα Μάρτυρα η κάθε πλευρά. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα πιο κάτω γεγονότα είναι παραδεκτά από τα Δικόγραφα των διαδίκων όσο και από τις θέσεις που αυτοί προέβαλαν κατά την ακροαματική διαδικασία:
  4. Οι Ενάγοντες είναι σύζυγοι, ο δε Εναγόμενος είναι το φυσικό και νόμιμο τέκνο τους.
  5. Οι Ενάγοντες αγόρασαν το Ακίνητο το 1974 και το ίδιο έτος άρχισαν να κτίζουν σ΄ αυτό κτήριο, το οποίο συμπληρώθηκε το 1976 («το Κτήριο»)
  6. Επειδή το έδαφος στο οποίο βρίσκεται το Ακίνητο ήταν πολύ επικλινές, το Κτήριο αποτελείτο από τρία επίπεδα ως ακολούθως: (α) το τρίτο επίπεδο είναι στο ύψος του δρόμου και σ΄ αυτό λειτουργούσε ένα Καφεστιατόριο που ονομάστηκε Capuralli, (β) τα άλλα δύο επίπεδα (πρώτο και δεύτερο), είναι κάτω από το ύψος του δρόμου.
  7. Το 1990 προστέθηκαν στο πρώτο και δεύτερο επίπεδο άλλα έξι δωμάτια, τα οποία μαζί με τα ήδη υπάρχοντα, ενοικιάζονταν σε παραθεριστές για να αποδίδουν επιπρόσθετο εισόδημα στους Ενάγοντες. Συνολικά διατίθεντο προς ενοικίαση δέκα δωμάτια. Με την πάροδο του χρόνου, λόγω μειωμένης κίνησης, η επιχείρηση του Καφεστιατορίου και της ενοικίασης των δωματίων λειτουργούσε μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες (Ιούλιο και Αύγουστο).
  8. Οι Ενάγοντες από το 1976, όταν και οικοδομήθηκε το Kτήριο, μέχρι και τις 19 Φεβρουαρίου 2001, ήταν οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες και κάτοχοι του Ακινήτου.
  9. Στις 12 Ιανουαρίου, 2001, οι Ενάγοντες μεταβίβασαν και ενέγραψαν διά δωρεάς το Ακίνητο επ΄ ονόματι του Εναγομένου. Κατά τη μεταβίβαση επιφυλάχθηκε και αναγράφηκε επί του τίτλου του Εναγομένου «δικαίωμα οίκησης» των Εναγόντων «εφ΄ όρου ζωής». Το Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας εκδόθηκε στις 19 Φεβρουαρίου,
  10. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Οι βασικοί ισχυρισμοί των Εναγόντων όπως προβάλλονται στην Τροποποιημένη Ε/Α τους είναι οι ακόλουθοι:
  11. Στις 19 Φεβρουαρίου, 2001, κατά τη μεταβίβαση του Ακινήτου από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο, αυτοί διαφύλαξαν υπέρ τους την προσωπική δουλεία της Ιδιοκατοίκησης εφ΄ όρου ζωής.
  12. Πριν από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης, οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει με τον Εναγόμενο ότι κατά τη μεταβίβαση θα διατηρούσαν εφ΄ όρου ζωής το αποκλειστικό δικαίωμα επικαρπίας, κάρπωσης και κατοχής από τους ίδιους του Ακινήτου, καθώς και των Επιχειρήσεων των Εναγόντων που λειτουργούσαν εντός αυτού.
  13. Κατά την πιο πάνω ημέρα της μεταβίβασης όμως η Ενάγουσα 2, ενεργώντας εκ μέρους αμφοτέρων των Εναγόντων, αντί να επιφυλάξει δικαίωμα Επικαρπίας, εξωθήθηκε και πείστηκε από τον Εναγόμενο με αναληθείς παραστάσεις να επιφυλάξει μόνο το δικαίωμα της Ιδιοκατοίκησης.
  14. Κατά ή περί τις 14 Ιουνίου, 2003, ο Εναγόμενος παράνομα και αυθαίρετα επενέβη στο Ακίνητο με σαφή και εσκεμμένη πρόθεση όπως περιορίσει και/ή μειώσει και/ή άρει τα δικαιώματα των Εναγόντων.
  15. Στις 24 Ιουλίου, 2003, και ενώ οι Ενάγοντες κατείχαν το Ακίνητο, ο Εναγόμενος επανήλθε εκ νέου και παράνομα και αυθαίρετα εισήλθε εντός αυτού και άλλαξε τις κλειδαριές, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να παραμείνουν εκτός αυτού, αδυνατώντας να εισέλθουν εντός αυτού και να το χρησιμοποιήσουν ή εκμεταλλευθούν.
  16. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω παρανόμων πράξεων του Εναγομένου, οι Ενάγοντες απώλεσαν την κατοχή του Ακινήτου και επιπρόσθετα υπέστησαν και ζημιές τις οποίες απαιτούν. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Οι βασικοί ισχυρισμοί του Εναγομένου, είναι οι ακόλουθοι:
  17. Το δικαίωμα οίκησης και όχι Ιδιοκατοίκησης των Εναγόντων περιορίσθηκε μόνο σε ένα δωμάτιο, ήτοι το Δωμάτιο 5, το οποίο βρίσκεται στο πρώτο επίπεδο της τριώροφης κατοικίας (χαμηλότερο -1 και στα Αρχιτεκτονικά Σχέδια ονομάζεται 2ος όροφος), καθώς και στους κοινόχρηστους χώρους του ίδιου ορόφου, ήτοι της κοινόχρηστης κουζίνας και του καθιστικού. Αυτό έγινε λόγω της διαμόρφωσης και/ή μετατροπής της τριώροφης κατοικίας σε Επιχείρηση από τους Εναγομένους κατά ή περί το
  18. Οι πιο πάνω χώροι χρησιμοποιούνταν μόνο για τους δύο μήνες στις καλοκαιρινές διακοπές των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες ουδέποτε κατοίκησαν μόνιμα στο Ακίνητο αφού, από το 1982 και μετά, διέμεναν στην οικία που βρίσκεται στην οδό Χρυσόστομου Μιλτιάδους στο Καϊμακλί, την οποία μεταβίβασαν στις δύο θυγατέρες τους.
  19. Ο Εναγόμενος κατά ή περί το τέλος Ιουνίου, 2003, εν αναμονή του προγραμματισμένου γάμου του και της καλοκαιρινής περιόδου που θα λειτουργούσε το Καφεστιατόριο και θα ενοικιάζονταν τα δωμάτια, προέβηκε σε διάφορες εργασίες συντήρησης και/ή ανακαίνισης τόσο στα δωμάτια της εν λόγω κατοικίας, όσο και στο Καφεστιατόριο και τους εξωτερικούς χώρους, επιβαρυνόμενος με πολλά έξοδα, τα οποία ανταπαιτεί.
  20. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να ακυρώσει το γάμο του που είχε προγραμματίσει να τελέσει στον Πεδουλά και να μεταβεί στην Ελλάδα για την τέλεση, καθότι ο Ενάγοντες τον απείλησαν ότι θα του κατέστρεφαν το γάμο σε περίπτωση που αυτός αρνείτο να τους καταβάλει μεγάλο χρηματικό ποσό για αποπληρωμή του χρέους της Ενάγουσας 2 και/ή αρνείτο να τους παραχωρήσει την επικαρπία των ενοικίων των δωματίων και του Καφεστιατορίου, με αποτέλεσμα από την ακύρωση του γάμου του, να υποστεί ζημία την οποία ανταπαιτεί.
  21. Ενώ ο Εναγόμενος απουσίαζε στο εξωτερικό για να τελέσει το γάμο του, οι Ενάγοντες εκμεταλλευόμενοι την απουσία του και έχοντας στη κατοχή τους Πληρεξούσιο Έγγραφο του που τους καθιστούσε αντιπρόσωπους του, προέβησαν σε αυθαίρετες και/ή κακόβουλες και/ή παράνομες ενέργειες αναφορικά με το Ακίνητο, προκαλώντας ζημιές τις οποίες ο Εναγόμενος ανταπαιτεί.
  22. Οι Ενάγοντες μέχρι και σήμερα λειτουργούν παράνομα την επιχείρηση στο επίδικο Ακίνητο εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Εναγομένου και προσκομίζουν από το 2003 ετήσια έξοδα £70.000, τα οποία και ανταπαιτούνται. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Μοναδική Μάρτυρας των Εναγόντων ήταν η ίδια η Ενάγουσα 2, Χρυστάλλα Διομήδους, η οποία κατέθεσε ότι κατάγεται από τον Πεδουλά και με το σύζυγό της τέλεσαν τον γάμο τους στις 18 Ιουλίου, 1971, απέκτησαν δε τρία παιδιά: (α) το Μίμη (Εναγόμενο), ο οποίος γεννήθηκε στις 31 Ιουλίου 1972, (β) την Πολυξένη, η οποία γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου, 1973, και (γ) τη Γαβριέλλα, η οποία γεννήθηκε στις 8 Ιουνίου,
  23. Το «Capuralli» ήταν αδειούχο από τον ΚΟΤ και προς το σκοπό αυτό προσκομίστηκε Βεβαίωση του ΚΟΤ, ημερ. 29 Αυγούστου, 2003 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) με την οποία βεβαιούται ότι είναι αδειούχο από το
  24. Για την περίοδο 23.9.81-31.12.99, Επιχειρηματίας-Διευθυντής ήταν ο Ενάγων 1, ενώ από 1.1.2000 μέχρι σήμερα είναι η Ενάγουσα
  25. Αντίθετα, για τα Δωμάτια δεν εκδόθηκε η αντίστοιχη Άδεια, με αποτέλεσμα ο ΚΟΤ να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Ενάγοντα 1 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Από το 1976 που είχε κτιστεί το Κτήριο, όλη η οικογένεια διέμενε στην οικία που βρισκόταν σ΄ αυτό. Γύρω στο 1982, οι Ενάγοντες έκτισαν ένα σπίτι στο Καϊμακλί γιατί επιθυμούσαν να φέρουν τα παιδιά τους στο σχολείο στη Λευκωσία. Έγινε διευθέτηση με την οποία κατά τη σχολική περίοδο η Ενάγουσα 2 με τα παιδιά έμεναν στη Λευκωσία και πήγαιναν στον Πεδουλά τα Σαββατοκυρίακα, Χριστούγεννα, Πάσχα και τις υπόλοιπες αργίες ή σχολικές διακοπές, καθώς και όλη την περίοδο του Καλοκαιριού. Ο Ενάγων 1 έμενε στον Πεδουλά ολόχρονα όπου εργαζόταν με τον πατέρα της Ενάγουσας
  26. Το 1999 ο πατέρας της Ενάγουσας 2 σταμάτησε να εργάζεται λόγω ηλικίας γι΄ αυτό και ο Ενάγων 1 σταμάτησε και αυτός να εργάζεται στις οικοδομές και άρχισε εργασία στη Λευκωσία. Όμως οι Ενάγοντες συνέχισαν να πηγαίνουν στον Πεδουλά όλες τις διακοπές και αργίες όπως προηγουμένως, όπου και παρέμεινε η βάση τους και η βάση της οικογένειας, όπου και η Ενάγουσα 2 διατηρούσε τα περισσότερα προσωπικά της αντικείμενα και την κύρια οικοσκευή της. Εν τω μεταξύ, ο Εναγόμενος το 1995 νυμφεύθηκε, πήγε στην Αγγλία για ένα χρόνο για να τελειώσει τις σπουδές του και στη συνέχεια μετέβη στην Αυστραλία για να συνεχίσει τις σπουδές του και να εγκατασταθεί, αφού η σύζυγος του ήταν μόνιμη κάτοικος Αυστραλίας. Τα Χριστούγεννα του 1999 συναντήθηκε όλη η οικογένεια μετά από 4 χρόνια στο σπίτι στο Καϊμακλί. Ο Εναγόμενος, όταν ήρθε στην Κύπρο άρχισε να πιέζει επίμονα τους Ενάγοντες να ξεκαθαρίσουν το γεγονός ότι το Ακίνητο θα το έπαιρνε ο ίδιος. Τότε στην παρουσία όλων των μελών της οικογένειας συμφωνήθηκε ότι μετά το θάνατο των Εναγόντων, το Ακίνητο θα το έπαιρνε ο Εναγόμενος 1 και ότι όποια άλλη περιουσία υπήρχε θα την έπαιρναν οι δύο θυγατέρες. Οι Ενάγοντες κατέστησαν ξεκάθαρο ότι όσο ήταν εν ζωή, θα είχαν τη διαχείριση και κάρπωση όλης της περιουσίας τους. Τον επόμενο χρόνο, ο Εναγόμενος ήρθε ξανά στην Κύπρο στις γιορτές των Χριστουγέννων και άρχισε να πιέζει τους Ενάγοντες να του μεταβιβάσουν το Ακίνητο, απειλώντας ότι σε ενάντια περίπτωση δεν θα τον ξανάβλεπαν. Επειδή οι Ενάγοντες αντιδρούσαν αναφέροντας ότι τους απέφερε κάποιο εισόδημα και τους βοηθούσε να πληρώνουν τα χρέη τους, ο Εναγόμενος τους υποσχέθηκε ότι με τις γνώσεις που είχε ως αρχιτέκτονας θα τους βοηθούσε να κάμουν την Επιχείρηση πιο κερδοφόρα, κάτι που θα εξυπηρετούσε και τον ίδιο, αφού μετά το θάνατο τους τόσο το Κτήριο, όσο και η Επιχείρηση θα παρέμεναν στον ίδιο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι Ενάγοντες συμφώνησαν να μεταβιβάσουν το Ακίνητο στον Εναγόμενο και να διατηρήσουν εφ΄ όρου ζωής το δικαίωμα κάρπωσης του, κάτι στο οποίο συναίνεσε ο Εναγόμενος. Το Ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της Ενάγουσας 2, αλλά το δικαίωμα κάρπωσης θα το είχαν οι δύο Ενάγοντες. Στις 12 Ιανουαρίου, 2001, η Ενάγουσα 2 και ο Εναγόμενος πήγαν στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση. Η Ενάγουσα 2 θα εκπροσωπούσε και τον Ενάγοντα 1 με βάση Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο το οποίο ήταν ήδη κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Η Ενάγουσα 2 εξήγησε στην Υπάλληλο ότι θα μεταβίβαζε το Ακίνητο και θα διατηρούσε μαζί με το σύζυγο της δικαίωμα οίκησης και επικαρπίας σ΄ αυτό εφ΄ όρου ζωής. Έτσι συμπληρώθηκε η Δήλωση Μεταβίβασης Ακινήτου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4), στην οποία αναγράφηκε η επιφύλαξη του δικαιώματος «οίκησης και επικαρπίας» του Ακινήτου προς όφελος των Εναγόντων. Τότε ο Εναγόμενος αντέδρασε και ζήτησε να αφαιρεθεί η λέξη «επικαρπία». Ακολούθησε έντονη συζήτηση και ο Εναγόμενος είπε στην Ενάγουσα ότι είτε «επικαρπία» γραφτεί, είτε «οίκηση» είναι το ίδιο πράγμα και άρα δεν υπήρχε λόγος να γραφτεί η «επικαρπία» στον τίτλο γιατί αν έμπαινε ο όρος αυτός θα δυσκολευόταν να κάνει δάνεια. Επίσης για να αποδείξει ότι τη διαχείριση του Ακινήτου θα την είχαν αποκλειστικά οι Ενάγοντες, υποσχέθηκε να τους υπογράψει Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο. Με όσα της είχε αναφέρει ο Εναγόμενος, η Ενάγουσα 2 δεν είχε λόγο να τον αμφισβητεί, αφού ήταν γιος της και του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, γι΄ αυτό πείστηκε να αφαιρέσει τον όρο «επικαρπία» και να διατηρηθεί μόνο το δικαίωμα οίκησης και ήταν σίγουρη ότι με βάση τα λεγόμενα του Εναγομένου, ούτως ή άλλως θα συνέχιζαν οι Ενάγοντες να εκμεταλλεύονται την Επιχείρηση (το «Capuralli» και την ενοικίαση των δωματίων). Έτσι ζητήθηκε από την Υπάλληλο του Κτηματολογίου να διαγράψει από τη Δήλωση Μεταβίβασης, Τεκμ.4, τον όρο «επικαρπία», όπως και έγινε. Το ίδιο αναγράφεται και στο Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας, ημερ. 19.2.2001, που εκδόθηκε μετέπειτα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Μετά τη μεταβίβαση, ο Εναγόμενος παραχώρησε στους Ενάγοντες Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο, ημερ. 12 Ιανουαρίου, 2001 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Όταν πήγαν στο σπίτι, η Ενάγουσα 2 άκουσε τον Εναγόμενο να μιλά στο τηλέφωνό του από το δωμάτιο του και να λέει «επιτέλους τα κατάφερα, δεν κατάλαβαν τίποτε τι έγινε». Ανησύχησε και το ανέφερε στον Ενάγοντα
  27. Του μετέφερε και τις άλλες ανησυχίες της που αφορούσαν στα δικαιώματα των θυγατέρων τους γι΄ αυτό και έβαλαν τον Εναγόμενο να υπογράψει έγγραφο που τιτλοφορείται «Αμοιβαία Συμφωνία», ημερ. 16.1.2001 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7), με το οποίο αναγνώριζε ότι δεν θα διεκδικούσε οποιαδήποτε άλλη περιουσία. Λίγες μέρες μετά ο Εναγόμενος έφυγε από την Κύπρο για την Αυστραλία και επέστρεψε πίσω στην Κύπρο τον Ιούλιο. Γύρω στα τέλη Αυγούστου, όταν λιγόστεψε τελείως η δουλειά, ο Εναγόμενος ως αρχιτέκτονας, πρότεινε στους Ενάγοντες να κάνουν βελτιώσεις στο Ακίνητο για να το καταστήσουν πιο κερδοφόρο. Το κόστος θα το επιβαρύνονταν οι Ενάγοντες, όπως επίσης και τους κόπους που θα τους έβαζαν ο Ενάγων 1, ο πατέρας της Ενάγουσας 2, αλλά και ο Εναγόμενος, που επίσης θα έβαζε και τις ιδέες. Ο Εναγόμενος ανέλαβε πρωτοβουλία και άρχισε να προβαίνει σε μετατροπές στο Ακίνητο, τα έξοδα των οποίων θα επιβαρύνονταν οι Ενάγοντες. Οι περισσότερες μετατροπές όμως ήταν προβληματικές και κατέστησαν το Kτήριο μη λειτουργικό και βιώσιμο. Γύρω στα μέσα Ιουλίου, 2002, λίγες μέρες πριν το γάμο της μικρότερης θυγατέρας Γαβριέλλας, οι Ενάγοντες μεταβίβασαν το σπίτι στη Λευκωσία στις δύο θυγατέρες τους, με σκοπό αυτό να κατεδαφιστεί για να κτίσουν εκεί το σπίτι τους και οι Ενάγοντες να εγκατασταθούν και πάλι ολόχρονα στον Πεδουλά, όπου ήταν και η βάση τους Η μεταβίβαση έγινε στις 2.8.2002, όπως εμφαίνεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). Στο μεταξύ ο Εναγόμενος εγκαταστάθηκε στην Κύπρο και διέμενε μαζί με τους Ενάγοντες είτε στο σπίτι στο Καϊμακλί, είτε στον Πεδουλά, οι οποίοι του κάλυπταν τα έξοδα διατροφής και διαμονής του, αφού ο ίδιος δεν εργαζόταν. Επίσης, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, 2002, οι Ενάγοντες λειτούργησαν και πάλι την Επιχείρηση (Εστιατόριο και ενοικίαση δωματίων), όπως κάθε χρόνο. Ο Εναγόμενος δεν επεδίωξε να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στη διαχείριση της επιχείρησης, ούτε και έδειξε πρόθεση να τους εκδιώξει από αυτήν. Γύρω στα μέσα Αυγούστου, 2002, ήρθε στην Κύπρο η αρραβωνιαστικιά του και εγκαταστάθηκε μαζί τους, αφού εν τω μεταξύ ο Εναγόμενος είχε χωρίσει από τον πρώτο του γάμο. Στο μεταξύ ο Εναγόμενος στην προσπάθεια του να γίνει Developer, αγόρασε το Δεκέμβριο, 2002, ένα οικόπεδο με δάνειο με σκοπό να ανεγείρει σε αυτό πολυκατοικία και να πωλήσει τα διαμερίσματα. Για να εξασφαλίσει το δάνειο, ζήτησε από τους Ενάγοντες να αφαιρέσουν τον όρο της ιδιοκατοίκησης από τον τίτλο του Ακινήτου, αλλά αυτοί αρνήθηκαν και αντ΄ αυτού συμφώνησαν να δώσουν την συγκατάθεση τους στη λήψη του δανείου και να υπογράψουν ως εγγυητές. Έτσι το Δάνειο έγινε με υποθήκη του Ακινήτου και εγγύηση των Εναγόντων. (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 9-12). Εν τω μεταξύ ο Εναγόμενος είχε ορίσει το δεύτερο του γάμο για τις 5 Ιουλίου, 2003 και άρχισε προετοιμασίες, αλλά την ίδια περίοδο είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται παράξενα και να πιέζει τους Ενάγοντες να αφαιρέσουν τον όρο της ιδιοκατοίκησης από το Ακίνητο. Γύρω στο Μάιο με αρχές Ιουνίου, 2003, είπε στην Ενάγουσα 2 ότι είχε αποφασίσει να λειτουργήσει ο ίδιος το Εστιατόριο. Αυτό προσέκρουσε στην αντίδραση των Εναγόντων και μετά από τα πιο πάνω γεγονότα, οι σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν. Με τα πιο πάνω δεδομένα, οι Ενάγοντες στις 11.6.03 ζήτησαν όπως απαλλαγούν από την Εγγύηση προς τη ΣΠΕ Λατσιών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13) και η ΣΠΕ Λατσιών ειδοποίησε τον Εναγόμενο ότι δεν μπορούσε πλέον να του δώσει το υπόλοιπο ποσό του Δανείου. Μέχρι τότε είχαν δοθεί τα μισά χρήματα. Γύρω στις 14 Ιουνίου, 2003, οι Ενάγοντες πήγαν με φίλους στο Ακίνητο για να περάσουν το τριήμερο και η Ενάγουσα 2 προσπάθησε να εισέλθει στην κυρίως κατοικία του πρώτου ορόφου αλλά δεν μπορούσε να ανοίξει γιατί υπήρχε κλειδί στη μέσα πλευρά της κλειδαριάς. Ο Εναγόμενος ήταν μέσα μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, αλλά όταν η Ενάγουσα του τηλεφώνησε, αυτός δεν απάντησε. Τελικά απάντησε στο τηλεφώνημα ενός από την παρέα των Εναγόντων, ξεκλείδωσε την πόρτα ώστε να μπορέσουν να πάρουν σεντόνια και πετσέτες και στη συνέχεια με βίαιο τρόπο έκλεισε την πόρτα, περιορίζοντας τους Ενάγοντες στα εξωτερικά δωμάτια που βρίσκονταν έξω από την είσοδο της κυρίως κατοικίας, παρά το ότι σ΄ αυτήν βρισκόταν ο εξοπλισμός της Ενάγουσας 2 και τα αντικείμενα όπου διέμενε όταν βρισκόταν στον Πεδουλά. Το συμβάν αυτό στεναχώρησε πολύ την Ενάγουσα 2 και εξ ανάγκης διανυκτέρευσε στην οικία της μητέρας της. Από τη στεναχώρια της, υπέστη εγκεφαλικό, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί με Ασθενοφόρο από το Νοσοκομείο Πεδουλά, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου παρέμεινε μέχρι τις 20 Ιουνίου, 2003 (Ιατρικό Πιστοποιητικό, ημερ. 20 Ιουνίου, 2003, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15). Μετά την έξοδο της από το Νοσοκομείο, επέστρεψε με το σύζυγο της στην κατοικία στον Πεδουλά και αυτή τη φορά ο Εναγόμενος δεν τους εμπόδισε, παρόλο ότι συνέχισε και αυτός να διαμένει στην κατοικία. Η Ενάγουσα 2 έκανε προσπάθειες εξομάλυνσης των σχέσεων των διαδίκων, αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση από πλευράς Εναγομένου. Μάλιστα την 1η Ιουλίου, 2001, ο Εναγόμενος δημοσίευσε Ανακοίνωση στην εφημερίδα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16), ότι «λόγω κληρονομικών προβλημάτων», ο γάμος θα γινόταν στην Ελλάδα, από όπου καταγόταν η αρραβωνιαστικιά του. Ο Ενάγων 1 έκαμε προσπάθειες να επικοινωνήσει μαζί του για να μάθει πού θα γινόταν ο γάμος για να παρευρεθούν, αλλά ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Μετά το γάμο του, ο Εναγόμενος επέστρεψε στη Κύπρο στις 24 Ιουλίου, 2003 και αφαίρεσε την ταμπέλα του Ακινήτου που έγραφε ότι ενοικιάζονται δωμάτια και άρχισε να επεμβαίνει στις κλειδαριές του Ακινήτου. Προηγουμένως είχε διακόψει τη σύνδεση του τηλεφώνου που οι Ενάγοντες είχαν μεταφέρει στο όνομα του επειδή τους είχε πει ότι θα έκανε διευθετήσεις για να βάλει γραμμή διαδικτύου. Οι Ενάγοντες από φόβο, εγκατέλειψαν το Ακίνητο. Εκείνη ήταν και η τελευταία φορά που η Ενάγουσα 2 συνάντησε τον Εναγόμενο αφού, όπως πληροφορήθηκε, έφυγε από την Κύπρο και διαμένει μόνιμα στην Αυστραλία. Λόγω όλων των πιο πάνω προβλημάτων, κατά το έτος 2003 το Εστιατόριο δεν λειτούργησε καθόλου, ενώ η ενοικίαση δωματίων πολύ λίγο. Αντίθετα, κατά το έτος 2002, ήταν οι Ενάγοντες που διεύθυναν την όλη επιχείρηση σύμφωνα με τη Δέσμη Αποδείξεων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 17). ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ο Εναγόμενος, Ανδρομήδης Διομήδους, Αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, ήταν ο μοναδικός Μάρτυρας προς υποστήριξη των θέσεων του. Κατέθεσε ότι κατά ή περί το έτος 2000, οι Ενάγοντες συγκέντρωσαν τον ίδιο και τις δύο αδελφές του και τους ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να μεταβιβάσουν την περιουσία τους επ΄ ονόματι των παιδιών τους. Στον Εναγόμενο θα μεταβίβαζαν το Ακίνητο, ενώ την υπόλοιπη περιουσία, κινητή και ακίνητη, θα την έπαιρναν οι δύο αδελφές του. Ζήτησαν επίσης όπως εξασφαλιστούν μέσω του Κτηματολογίου ότι θα έχουν το δικαίωμα οίκησης μέχρι το θάνατο τους. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε τη διευθέτηση αυτή. Στις 19.2.1001, ο ίδιος και η μητέρα του πήγαν στο Κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση του Ακινήτου. Στην εμφάνιση της στο Κτηματολόγιο, η Ενάγουσα 2 ανέφερε στην αρμόδια υπάλληλο ότι επιθυμούσε να κρατήσει το δικαίωμα οίκησης και τότε η υπάλληλος της εξήγησε ότι πέραν της οίκησης υπάρχει και η επικαρπία και ζήτησε την τοποθέτηση της επί τούτου. Τότε η Ενάγουσα 2 εξήγησε στην υπάλληλο ότι επιθυμούσε να κρατήσει και το δικαίωμα της επικαρπίας. Στη θέση αυτή ο Εναγόμενος αντέδρασε εξηγώντας στη μητέρα του ότι εάν η πρόθεση τους είναι να κρατήσουν και το δικαίωμα οίκησης και το δικαίωμα επικαρπίας, τότε είναι καλύτερα να μην του μεταβιβάσουν το Ακίνητο. Στην πιο πάνω θέση κατέληξε επειδή η πρόθεση του ήταν να ανακαινίσει πλήρως το κτήριο και να συνεχίσει με καλύτερους όρους και προδιαγραφές την επιχείρηση του Ξενοδοχείου και Εστιατορίου, ξοδεύοντας αρκετά χρήματα. Όταν εξήγησε τα πιο πάνω στη μητέρα του, αυτή συμφώνησε αμέσως με τη λογική του και κράτησε μόνο το δικαίωμα οίκησης, μη κρατώντας το δικαίωμα της επικαρπίας. Επιστρέφοντας στο σπίτι, ευχαρίστησε και τους δύο γονείς του και μετά από λίγες μέρες πήγε πίσω στην Αυστραλία. Το Καλοκαίρι του 2001, επέστρεψε στην Κύπρο και για δύο σχεδόν χρόνια προχωρούσε σε βελτιωτικά έργα του Ακινήτου με τη βοήθεια του παππού του, ήτοι του πατέρα της Ενάγουσας 2, που ήταν Εργολάβος και με τη συνδρομή ενίοτε πελεκάνων και άλλων τεχνικών. Όλα τα έξοδα που απαιτήθηκαν τα κατέβαλε ο ίδιος, οι δε γονείς του δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό αφού και η οικονομική τους κατάσταση δεν τους το επέτρεπε, όπως οι ίδιοι έλεγαν. Τα Καλοκαίρια του 2001 και 2002, όταν ενοικίαζε τα δωμάτια, σταματούσε τα βελτιωτικά έργα και όλη η επιχείρηση λειτουργούσε κανονικά, με τη βοήθεια και των γονιών του. Μέχρι και την έγερση σχεδόν της παρούσας Αγωγής, οι γονείς του ουδέποτε έθεσαν θέμα επικαρπίας του Ακινήτου. Από το 2003, οι Ενάγοντες παράνομα εκμεταλλεύονταν το Ακίνητο τόσο με την ενοικίαση των δωματίων και την είσπραξη των ενοικίων, όσο και με την εκμετάλλευση του Καφεστιατορίου. Από τις πιο πάνω παράνομες ενέργειες τους οι Ενάγοντες εισέπραξαν και κατέστησαν πλουσιότεροι σε βάρος του και ο ίδιος υπέστη ζημιές και οικονομικές απώλειες €130.000 περίπου ως ακολούθως: (α) Ενοικίαση 55 κλινών σε 15 δωμάτια Λ.Κ.20 ανά πρόσωπο για 60 ημέρες μεταξύ Ιουλίου-Αυγούστου 2003 ΛΚ63.440,00, ήτοι ...................... €108.393,67σ. (β) Εκμετάλλευση Καφεστιατορίου ΛΚ£12.000,00, ήτοι ............................. € 20.503,22σ. Οι Ενάγοντες από το έτος 2003 παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση του συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται το Ακίνητο και να καρπούνται το ποσό των €130.000 ετησίως και να καθίστανται πλουσιότεροι σε βάρος του Εναγομένου. Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι η θέση του ήταν ότι οι Ενάγοντες θα του έδιδαν την εκμετάλλευση όλης της Επιχείρησης. Επειδή είχε έρθει από την Αυστραλία, δεν γνώριζε τις διαδικασίες αναφορικά με τις άδειες από τον ΚΟΤ, οινοπνευματωδών ποτών και το ΦΠΑ. Όλες οι άδειες που ήταν στο όνομα της Ενάγουσας 2 θα μεταβιβάζονταν στο όνομα του. Κατέθεσε δε ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 19 & 20 τις Αποδείξεις των Λογαριασμών Γενικών Φόρων του Κοινοτικού Συμβουλίου Πεδουλά για τα έτη 2002 και 2003 που είναι στο δικό του όνομα. Παραδέχθηκε ότι κατά την περίοδο 2001-2002 τον βοήθησε η οικογένεια του στο Καφεστιατόριο, αλλά η επιχείρηση ήταν δική του. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα 2 μαγείρευε τα φαγητά, ενώ ο ίδιος έψηνε τα σουβλάκια, ενώ βοήθεια προσέφερε και η υπόλοιπη οικογένεια, δηλαδή οι δύο αδελφές του και ο παππούς και γιαγιά του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Οι δύο Μάρτυρες έδωσαν διαφορετικές εκδοχές πάνω σε ουσιώδη για την υπόθεση ζητήματα. Συγκεκριμένα, στο κατά πόσο υπήρχε πρόθεση οι Ενάγοντες να διατηρήσουν την επικαρπία του Ακινήτου και τη διεύθυνση της όλης Επιχείρησης, στο ποίος πραγματικά είχε τη διεύθυνση μετά τη μεταβίβαση του Ακινήτου, στο ποίος είχε κάμει τα έξοδα ανακαίνισης, ποίος καρπούτο τα έσοδα της Επιχείρησης και σε άλλα σημαντικά ζητήματα. Δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ότι την αλήθεια στο Δικαστήριο την κατέθεσε η Ενάγουσα 2, η οποία κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστη, ενώ στα σημεία που η εκδοχή της είναι διαφορετική από αυτήν του Εναγομένου, απορρίπτω τη δική του εκδοχή ως αναξιόπιστη. Η Ενάγουσα 2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως Μάρτυρας τόσο για τους λόγους που αναλύω πιο κάτω, όσο για την ειλικρίνεια και γενική εικόνα που εξέπεμπε στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντίθετα, ο Εναγόμενος σε πολλά σημεία δεν απαντούσε ευθέως, έδιδε ασαφείς απαντήσεις, ενώ πολλές φορές αναμασούσε τα ίδια λόγια, όπως για παράδειγμα τον ισχυρισμό του ότι οι Ενάγοντες είχαν προβεί σε ψευδορκία στην προηγηθείσα διαδικασία για έκδοση Ενδιάμεσου Διατάγματος και στην Ε/Δ που είχαν κάμει στην εν λόγω διαδικασία. Αναφέρω κάποια συγκεκριμένα σημεία που υποβοήθησαν το Δικαστήριο στα ευρήματα του για την αξιοπιστία της Ενάγουσας 2 και τα αντιπαραβάλλω με την αντίστοιχη εκδοχή του Εναγομένου: (α) Τα γεγονότα που επεσυνέβησαν κατά τη στιγμή της μεταβίβασης στις 12 Ιανουαρίου, 2001: η Ενάγουσα 2 ανέφερε ότι, εφαρμόζοντας τα συμφωνηθέντα, θα παραχωρείτο στους Ενάγοντες κατά τη μεταβίβαση δικαίωμα τόσο οίκησης όσο και επικαρπίας. Είναι για το λόγο αυτό που στη Δήλωση Μεταβίβασης (Τεκμ. 4) είχε αρχικά αναγραφεί και μετά διαγράφηκε το δικαίωμα επικαρπίας. Η Δήλωση αυτή είναι χειρόγραφη και φαίνονταν καθαρά κάτω από τη διαγραφή οι λέξεις «και επικαρπίας», οι οποίες διαγράφησαν μετά με δύο οριζόντιες γραμμές τραβηγμένες με μελάνι. Αυτό ενισχύει την εκδοχή της Ενάγουσας 2 ότι ο Εναγόμενος αντέδρασε και έγινε επί τόπου συζήτηση με βάση την οποία η Ενάγουσα 2 πείσθηκε από το γιο της για τους λόγους που επεξήγησε. Την εκδοχή του Εναγομένου ότι η υπάλληλος του Κτηματολογίου στις 12 Ιανουαρίου και όχι στις 19 Φεβρουαρίου 2001, όπως ο ίδιος ανέφερε, από μόνη της ήγειρε το θέμα της επκαρπίας, δημιουργώντας έτσι τη διαφωνία μεταξύ μητέρας και γιου, τη θεωρώ εξωπραγματική. Αφού, κατά τη δική του άποψη, γνώριζαν ακριβώς τι δικαίωμα θα επιφυλάσσετο, γιατί μια υπάλληλος, με δική της πρωτοβουλία και χωρίς λόγο, να δημιουργήσει τόση αναστάτωση μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας; Και μάλιστα, να προχωρήσει να αναγράψει τον όρο επικαρπία με δικά της γράμματα, χωρίς προηγουμένως να λάβει έγκριση από τους ενδιαφερόμενους; (β) Η εκδοχή της Ενάγουσας 2 ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι την ίδια μέρα της μεταβίβασης ο Εναγόμενος υπέγραψε προς όφελος των γονέων του το Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο (Τεκμ.6) στην προσπάθεια του να τους καθησυχάσει ότι θα τηρούνταν τα συμφωνηθέντα. (γ) Η Βεβαίωση του ΚΟΤ, ημερ. 29 Αυγούστου, 2003 (Τεκμ.2), ότι Επιχειρηματίες-Διευθυντές του Capuralli καθόλα τα χρονικά διαστήματα ήταν οι Ενάγοντες, ενισχύει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας 2 ότι ήταν οι Ενάγοντες που είχαν τη διεύθυνση της όλης επιχείρησης. Σημειώνεται ότι η Βεβαίωση καλύπτει σχεδόν όλη την Καλοκαιρινή περίοδο του έτους
  28. Οι εν λόγω ισχυρισμοί ενισχύονται περαιτέρω και από το Τεκμ. 17, που είναι δέσμη δεκάδων εγγράφων που δεικνύουν ότι οι Ενάγοντες κατέβαλλαν και μετά τη μεταβίβαση τους Φόρους προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Πεδουλά, τα τέλη προς τον ΚΟΤ για την Άδεια Λειτουργίας του Capuralli και υπέβαλλαν ως υπεύθυνοι της Επιχείρησης αιτήματα προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Πεδουλά. Σ΄ αυτά προστίθενται σωρεία Αποδείξεων για παραλαβή εμπορευμάτων για την Επιχείρηση και οι πληρωμές που γίνονταν από τους Ενάγοντες και άλλοι Λογαριασμοί (CYTA & AHK). Ο Εναγόμενος αντί να σχολιάσει την ουσία και το τι φαίνεται να προκύπτει από το πιο πάνω Τεκμ.17 αρκέστηκε στο να αναφέρει ότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Όμως το εν λόγω θέμα καλύφθηκε και από την προφορική μαρτυρία και προσωπική γνώση της Ενάγουσας
  29. Αντιπαρέβαλε δε ο Εναγόμενος δύο ισχυρισμούς: τα Τεκμ. 19 & 20, στα οποία εμφαίνεται ότι ήταν ο ίδιος που κατέβαλε τους Γενικούς Φόρους προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Πεδουλά για τα έτη 2002 και 2003 και το ότι ο ίδιος λόγω άγνοιας των διαδικασιών και του ότι ήταν πολυάσχολος, δεν είχε προβεί στην εγγραφή του δικού του ονόματος ως ιδιοκτήτη-επιχειρηματία. Αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός διότι με δεδομένες κάποιες διαφορές μεταξύ των διαδίκων δεν θα άφηνε να περάσει περίοδος απραξίας του για 2 ½ έτη χωρίς να προσπαθήσει να πληροφορηθεί τις διαδικασίες και να προβεί σε ενέργειες που να δείκνυαν ότι η Επιχείρηση είχε πλέον περάσει στα δικά του χέρια. Ο Εναγόμενος επιπρόσθετα προέβαλε ακόμα ένα ισχυρισμό: ότι είχε Αποδείξεις στο δικό του όνομα, τις οποίες είτε δεν έβρισκε, είτε δεν τις είχε προσκομίσει στο Δικαστήριο, επειδή ήταν απασχολημένος. Για ένα θέμα τόσο κεφαλαιώδους σημασίας για τον ίδιο, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη μια τέτοια δήλωση. Το λογικό και αναμενόμενο είναι ότι θα έκανε το παν προς το σκοπόν αυτό. Το ίδιο αναξιόπιστος κρίνεται για τους λόγους που ισχυρίστηκε για την παράλειψη του να υποβάλει Φορολογικές Δηλώσεις για τα έτη 2001-
  30. Σε σχετικές ερωτήσεις για τις Δηλώσεις αυτές στις οποίες θα εμφαίνετο η κατ΄ ισχυρισμόν κάρπωση από τον ίδιο της Επιχείρησης για τα εν λόγω έτη, είπε ότι δεν υπέβαλε Φορολογικές Δηλώσεις γιατί με βάση το τι ίσχυε στην Αυστραλία, δεν θα καταβαλλόταν φόρος. (δ) Η ειλικρίνεια της Ενάγουσας 2 αποδεικνύεται από το ότι δήλωσε αδυναμία να θυμηθεί ποίος είχε κάμει τα έξοδα ανακαίνισης της Επιχείρησης, παραδεχόμενη ότι είχαν πληρώσει και οι δύο πλευρές, καθώς και το γεγονός ότι πιθανό κάποιους λογαριασμούς (όπως για παράδειγμα, τηλεφώνου) να τους είχε καταβάλει ο Εναγόμενος. (ε) Τέλος, ένα ακόμη σημείο που δεικνύει την αναξιοπιστία του Εναγομένου, είναι το ακόλουθο: κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όλα τα έξοδα ανακαίνισης τα είχε υποστεί ο ίδιος, τα δε ποσά είχαν προέλθει από τα έσοδα της επιχείρησης και από κάποια χρήματα που είχε φέρει μαζί του από την Αυστραλία. Όταν του υπεδείχθη ότι στην παρ. 17 της Ε/Δ του ημερ. 11.8.2003, που είχε κάμει προς υποστήριξη Ένστασής του στη διαδικασία για Ενδιάμεσο Διάταγμα, είχε αναφέρει ότι τα χρήματα τα είχε εξασφαλίσει δυνάμει δανείου, είπε ότι και αυτό είναι ορθό. Πιστεύω ότι οι εξηγήσεις που έδωσε δεν είναι ικανοποιητικές γι΄ αυτό και η δήλωση του ότι ο ίδιος είχε υποστεί όλα τα έξοδα ανακαίνισης δεν είναι αξιόπιστη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Θεωρώ ορθό όπως τα τρία αυτά θέματα εξεταστούν μαζί αφού είναι αλληλένδετα. Το Δικαίωμα που κατέχουν οι Ενάγοντες στο Ακίνητο και η έκταση του Έχω ήδη αποδεχθεί ότι πριν από τη μεταβίβαση του Ακινήτου στο όνομα του Εναγομένου, είχε προηγηθεί προφορική Συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι οι Ενάγοντες θα διατηρούσαν τόσο το δικαίωμα οίκησης όσο και το δικαίωμα επικαρπίας. Το δικαίωμα οίκησης διατηρήθηκε γραπτώς και αναγράφηκε στο Πιστοποιητικό Εγγραφής, κάτι που δεν επεσυνέβη με το δικαίωμα επικαρπίας. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο η ύπαρξη της πιο πάνω προφορικής Συμφωνίας επιτρέπει στους Ενάγοντες να διατηρήσουν το δικαίωμα επικαρπίας, έστω και εάν αυτό δεν αναγράφηκε στον τίτλο. Η απάντηση είναι αρνητική και αυτή μπορεί να ανευρεθεί στις πρόνοιες του Άρθρου 11, του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ. 224, που απαγορεύει την απόκτηση οποιουδήποτε δικαιώματος εκτός αν αυτό δοθεί με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου αυτού. Το Άρθρο 11 προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 11.-

(1)Κανένα δικαίωμα διόδου ή οποιοδήποτε προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ή πλεονέκτημα δεν αποκτάται επί της ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου εκτός - (α) δυνάμει παραχώρησης από τον κύριο αυτής δεόντως καταχωρισμένης στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου· ή (β) όπου αυτό έχει ασκηθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο ή από εκείνους από τους οποίους αυτός λαμβάνει την αξίωση για πλήρη περίοδο τριάντα ετών αδιάλειπτα: Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι ιδιοκτησία της Δημοκρατίας ή ιδιοκτησία που περιήλθε στη Δημοκρατία, ή (γ) όπου αυτό αναγνωρίστηκε με απόφαση αρμόδιου Δικαστηρίου· ή (δ) όπου αυτό απονεμήθηκε με φιρμάνι ή άλλο έγκυρο έγγραφο που καταρτίστηκε πριν από την 4η Ιουνίου, 1878, το οποίο έτυχε εφαρμογής από το χρόνο της κατάρτισής του· ή (ε) όπου αυτό έχει αποκτηθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Α· ή (στ) όπου αυτό δημιουργήθηκε και αποκτήθηκε δυνάμει των διατάξεων του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου του 1962 ή κάθε νόμου που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν· ή (ζ) όπου αυτό επιφυλάχθηκε εγγράφως από τον κύριο οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας με τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας αυτής: Νοείται ότι η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και στην περίπτωση που περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια που σχετίζεται με τη χρήση ή ανάπτυξη οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας ή με περιορισμό ως προς τη χρήση ή ανάπτυξη αυτής.
(2)Κανένα πρόσωπο δεν ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα διόδου ή οποιοδήποτε προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ή πλεονέκτημα επί της ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου εκτός όταν αυτό - (α) αποκτήθηκε όπως προνοείται στο εδάφιο
(1)· ή (β) ασκείται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου· (γ) ασκείται δυνάμει έγγραφης άδειας από τον κύριο αυτής.» H διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα περίπτωση είναι αυτή που προνοείται από το Άρθρο 11
(1)(ζ). Κατά συνέπεια, το δικαίωμα των Εναγόντων περιορίζεται σε δικαίωμα οίκησης εφόσον το Άρθρο 11
(2)καθορίζει με ποιο τρόπο αποκτούνται δικαιώματα επί ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου και η παρούσα περίπτωση δεν καλύπτεται από τις περιπτώσεις αυτές. Τι ακριβώς όμως σημαίνει δικαίωμα οίκησης; Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, κάτω από το λήμμα «οίκηση» αναγράφονται τα ακόλουθα: «
  1. Η χρήση στεγασμένου χώρου ως κατοικίας ΣΥΝ. Κατοίκηση.
  2. ΝΟΜ. προσωπική δουλεία (βλ. λ.) η οποία παρέχει στον δικαιούχο το αποκλειστικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί ως κατοικία ξένη οικοδομή ή διαμέρισμα της.» Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι δικαίωμα οίκησης δεν καλύπτει και δικαίωμα επικαρπίας. Αναφορικά με την έκταση του δικαιώματος, ο Δικηγόρος των Εναγόντων επικαλέστηκε την υπόθεση Σιάτη ν. Σιάτη
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1349 για να ισχυριστεί ότι το δικαίωμα των Εναγόντων επεκτείνεται επί ολόκληρου του Ακινήτου. Στην Απόφαση αυτή αποφασίστηκε ότι το δικαίωμα οίκησης που αποκτάται από το δικαιούχο δυνάμει του Άρθρου 11
(1)(ζ), πιο πάνω, είναι δικαίωμα πάνω σε ολόκληρο το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στο σχετικό τίτλο/πιστοποιητικό ιδιοκτησίας. Ανέφερε ο Καλλής, Δ., στις σελ. 1353-1354: «Κρίνουμε πως το δικαίωμα που αποκτάται από το δικαιούχο δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου 11
(1)(ζ) του Κεφ. 224 είναι δικαίωμα πάνω σε ολόκληρο το μεταβιβαζόμενο ακίνητο όπως αυτό περιγράφεται στο σχετικό τίτλο/πιστοποιητικό ιδιοκτησίας. Αυτή είναι η μόνη ερμηνεία την οποία επιδέχεται το επίμαχο άρθρο το οποίο σαφώς ομιλεί για δικαιώματα κλπ. «επί της ακινήτου ιδιοκτησίας Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου και του κειμένου της επίδικης επιφύλαξης δεν είναι εφικτός ο περιορισμός του δικαιώματος πάνω σε μέρος μόνο - εδώ πάνω στην κατοικία - της ιδιοκτησίας εκτός σε περίπτωση ρητής πρόβλεψης στο κείμενο της επιφύλαξης. Ένας τέτοιος περιορισμός όχι μόνο θα αντιστρατεύετο την ρητή πρόνοια του νόμυ αλλά και θα οδηγούσε σε παράλογα και άτομα αποτελέσματα. Αν γινόταν δεκτή η θέση του εφεσείοντα, σε σχέση με την αυλή, με την ίδια λογική θα μπορούσε να στερήσει τον εφεσίβλητο του δικαιώματος χρήσης της βεράντας και του γκαράζ και να τον περιορίσει στα τέσσερα δωμάτια της κατοικίας.» Στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος με την Α/Α του ζητά όπως το δικαίωμα οίκησης των Εναγόντων περιοριστεί σε μέρος του Ακινήτου όπως το περιγράφει πιο πάνω. Διαφωνώ με την εισήγηση αυτή και εφαρμόζοντας τις αρχές της Σιάτη
(1996), θεωρώ ότι το δικαίωμα των Εναγόντων καλύπτει όλο το Ακίνητο. Στην κατάληξη μου αυτή έχω λάβει υπόψη και το ενδεχόμενο πρόκλησης αδικίας στον Εναγόμενο αφού είναι υπόχρεος να παραχωρήσει ένα Εστιατόριο και ένα μικρό Ξενοδοχείο για τη διαμονή των γονιών του. Όμως έλαβα υπόψη και τις ιδιομορφίες της υπόθεσης ως ακολούθως: (α) κατά τη μεταβίβαση, οι διάδικοι ήταν ήδη γνώστες του διαχωρισμού του Ακινήτου σε Εστιατόριο και Ξενοδοχείο και δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια περιορισμού του δικαιώματος σε μέρος του, (β) αντίθετα, με τον τρόπο που το δικαίωμα αναγράφεται στον τίτλο, δεν υπάρχει περιορισμός και φαίνεται να καλύπτει όλο το Ακίνητο, (γ) η μαρτυρία δεικνύει ότι ο διαχωρισμός του Ακινήτου και η μετατροπή του από Οικία σε Επιχείρηση ήταν παράνομος. Για το μεν Εστιατόριο εξασφαλίστηκε Άδεια, για το Ξενοδοχείο, όχι. Στο Τεκμ. 3 που είναι Κατηγορητήριο από τον ΚΟΤ, για λειτουργία του Ξενοδοχείου χωρίς άδεια, δεν φαίνεται ο αριθμός της υπόθεσης, ούτε δόθηκε μαρτυρία για το αποτέλεσμα της, ενώ η περίοδος που αυτό καλύπτει (12.8.94-25.10.94) ήταν πολύ πριν από τη μεταβίβαση. Υπάρχει όμως και η προφορική αξιόπιστη μαρτυρία της Ενάγουσας 2 ότι για το Ξενοδοχείο ουδέποτε εξασφαλίστηκε άδεια. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, το Δικαστήριο δεν μπορεί έχοντας ως αφετηρία του παράνομο διαχωρισμό και μετατροπή του Κτηρίου, να δώσει συνέχεια σ΄ αυτόν και αυθαίρετα να περιορίσει το εγγεγραμμένο δικαίωμα των Εναγόντων σε ένα από τα παράνομα διαχωρισθέντα δωμάτια. Ούτε υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να οδηγούσε σε τέτοιο αποτέλεσμα, αφού δεν υπάρχει λεπτομερής μαρτυρία του τρόπου που έγινε ο διαχωρισμός. Το μόνο που υπάρχει είναι η θέση του Εναγομένου ότι το δικαίωμα των Εναγόντων θα μπορούσε να περιορισθεί στο Δωμάτιο Αρ. 5, καθώς και της κοινόχρηστης κουζίνας και καθιστικού. Μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν εντελώς αυθαίρετη. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε αποκλειστική κατοχή και χρήση του Ακινήτου για σκοπούς οίκησης, δεν έχουν όμως το δικαίωμα επικαρπίας αφού αυτό δεν ενεγράφη στον τίτλο. Αντιλαμβάνομαι ότι η κατάληξη αυτή αφήνει κάποια θέματα ανεπίλυτα, εφόσον τα ίδια τα γεγονότα δεικνύουν ότι στο Ακίνητο λειτουργεί μία Επιχείρηση (Καφεστιατόριο και Ξενοδοχείο) που δημιουργεί έξοδα και έχει έσοδα για τα οποία το Δικαστήριο δεν θα κάνει ευρήματα όσον αφορά στο δικαιούχο της. Όμως αφ΄ ης στιγμής δεν επιζητήθηκε θεραπεία στη βάση αυτή, οποιαδήποτε παρέμβαση του Δικαστηρίου θα ήταν αυθαίρετη και ανεπίτρεπτη. Το τι εννοείται ότι δεν επιζητήθηκε θεραπεία σ΄ αυτή τη βάση είναι ότι ο Εναγόμενος δεν ζητά θεραπεία για παράβαση εκ μέρους των Εναγόντων του δικαιώματος της επικαρπίας, αλλά ως απόλυτος δικαιούχος και κάτοχος του Ακινήτου, πλην ενός μικρού μέρους του για να κατοικούν οι Ενάγοντες. Αυτή του η θέση έχει ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο και κατά συνέπεια, ούτε αποζημιώσεις μπορούν να του αποδοθούν στη βάση αυτή. Ακύρωση της Μεταβίβασης στο όνομα του Εναγομένου: Οι Ενάγοντες επιζητούν ακύρωση της μεταβίβασης στο όνομα του Εναγομένου λόγω του ότι πείσθηκαν να προβούν σε αυτή λόγω της απάτης και των ψευδών παραστάσεων του Εναγομένου ότι θα διατηρούσαν και το δικαίωμα επικαρπίας. Από ανάγνωση της Ε/Α, δεν φαίνεται να τηρήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται οι πρόνοιες της Δ.19, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που επιβάλλουν υποχρέωση παράθεσης πλήρων λεπτομερειών σε τέτοιες περιπτώσεις, έστω και εάν έγινε προς τούτο σχετική Τροποποίηση της Ε/Α, αλλά ούτε η πλευρά του Εναγομένου ζήτησε πληρέστερες λεπτομέρειες. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται «αναληθείς» παραστάσεις από πλευράς Εναγομένου (Παράγραφοι 4Α-4Ε Ε/Α) στο ότι: (α) το δικαίωμα οίκησης ισοδυναμούσε με δικαίωμα επικαρπίας, (β) θα άφηνε τους Ενάγοντες ανενόχλητους να απολαμβάνουν το δικαίωμα επικαρπίας. Το αίτημα των Εναγόντων στηρίζεται στο Άρθρο 19
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «19.-
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ΄ εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.» Οι αντίστοιχοι ορισμοί της «απάτης» και «ψευδών παραστάσεων» περιγράφονται στα Άρθρα 17 & 18 του ίδιου Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση μπορεί να αποδείχθηκε ότι ο Εναγόμενος προέβη σε κάποιες υποσχέσεις τις οποίες δεν τήρησε, ούτε και είχε σκοπό να τηρήσει, αλλά είναι ο ίδιος ο Νόμος και συγκεκριμένα το Άρθρο 11, του Κεφ. 224, που αποτελεί εμπόδιο στο να αποδοθεί θεραπεία. Τη στιγμή που προβάλλονταν οι αναληθείς ισχυρισμοί, κανένας από τους διάδικους γνώριζε ότι αυτό που υποσχόταν ο Εναγόμενος ήταν νομικά ανέφικτο, αφού δικαίωμα επικαρπίας δεν μπορούσε να δοθεί προφορικά. Εκείνο που αποτελεί τροχοπέδη στην απόδοση θεραπείας στους Ενάγοντες είναι ο Νόμος και όχι οι αναληθείς παραστάσεις. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι οι ιδιάζουσες περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι τέτοιες που να οδηγούν το Δικαστήριο σε ακύρωση της μεταβίβασης για τους λόγους που επικαλούνται οι Ενάγοντες. Αποζημιώσεις: Αμφότερες οι πλευρές με τα Δικόγραφα τους επιζητούν αποζημιώσεις. Έχω ήδη αποφανθεί για την αντίστοιχη απαίτηση του Εναγομένου, όπως αυτή εμφαίνεται στην Υπεράσπιση και Α/Α,ότι θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με τους Ενάγοντες, αυτοί εξαιτούνται Γενικές Αποζημιώσεις, καθώς και ποσό £20.000 (€34.210) ετησίως από 14 Ιουνίου, 2003. Η εν λόγω ημερομηνία είναι η ημερομηνία που επενέβη ο Εναγόμενος στο δικαίωμα των Εναγόντων. Θεωρώ ότι ο τρόπος που προωθήθηκε η απαίτηση αυτή των Εναγόντων είναι ανεπαρκής και δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο την απόδοση τέτοιας θεραπείας. Ούτε στην Ε/Α εξειδικεύονται οι ειδικές ζημιές, αλλά ούτε δόθηκε σχετική μαρτυρία κατά την ακρόαση. Στην υπόθεση Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1083, επαναλήφθηκε η αρχή της Νομολογίας ότι οι Ειδικές Ζημιές, όχι μόνο πρέπει να καταγράφονται με ακρίβεια στο Δικόγραφο, αλλά και να αποδεικνύονται με σαφήνεια με την αναγκαία μαρτυρία. Επομένως, και το αίτημα αυτό των διαδίκων θα πρέπει να απορριφθεί. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ Με βάση όλα τα πιο πάνω, οι μόνες θεραπείες που μπορεί να αποδοθούν υπέρ των Εναγόντων είναι ως το (Α) και (Β) πιο πάνω. Όλες οι υπόλοιπες θεραπείες αμφοτέρων των πλευρών θα πρέπει να απορριφθούν. Εκδίδεται Διάταγμα ως οι Παράγραφοι (Α) και (Β), όπως αυτές περιγράφονται στην αρχή της Απόφασης. Τα υπόλοιπα αιτητικά των Εναγόντων απορρίπτονται. Η Α/Α του Εναγομένου απορρίπτεται στο σύνολο της. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου τα Έξοδα της διαδικασίας (ένα σετ Εξόδων), όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.