RAGHAVA RAO GUNDALA ν. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτης της περιουσίας του Νίκου Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4777/06, 26 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A329 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 2.7.2009 Αρ. Αγωγής: 4777/06 Μεταξύ: RAGHAVA RAO GUNDALA Ενάγοντα και
- Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτης της περιουσίας του Νίκου Αντωνίου
- Blue Elephant Crafts Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Ιουλίου,
- Για τον Ενάγοντα: κα Κλεόπα Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2: κ. Λοϊζου μαζί με τον κ. Ησαϊα ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων διάταγμα όπως το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης αρ. 2 εγγραφεί επ' ονόματι του, ποσό Λ.Κ.10.799,00, και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον Ιούνιο 2004 συμφώνησε με τον Εναγόμενο αρ. 1 όπως συστήσουν άτυπο συνεταιρισμό ή συνεργαστούν για την εισαγωγή προϊόντων από την Ινδία. Η εισαγωγή άρχισε και τα προϊοντα πωλούντο από κατάστημα στην Παλλουριώτισσα, και οι συνέταιροι αποφάσισαν να μετατρέψουν τον άτυπο συνεταιρισμό σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Προχώρησαν ακολούθως στην ίδρυση της Εναγόμενης αρ. 2 εταιρείας στην οποία συμφώνησαν ότι ο Ενάγοντας θα κατείχε το 50% των μετοχών, αλλά λόγω του ότι αυτός ήταν αλλοδαπός συμφωνήθηκε όπως αυτό εγγραφεί επ' ονόματι του Εναγομένου αρ. 1 μέχρι να ληφθεί η σχετική άδεια από την Κεντρική Τράπεζα. Μεταξύ Ιουλίου 2004 και Ιουνίου 2005 ο Ενάγοντας έδωσε στον Εναγόμενο αρ. 1 Λ.Κ.10.799,00 για σκοπούς της επιχείρησης. Κατά τον Δεκέμβριο 2005 ο Εναγόμενος αρ. 1 άρχισε να αγνοεί τον Ενάγοντα, και τον Ιανουάριο 2006 εκδίωξε αυτόν εντελώς από την εταιρεία. Δεδομένου ότι δεν καταχωρίστηκε τροποποιημένη Υπεράσπιση μετά την έκδοση του Διατάγματος τροποποίησης, θεωρώ ότι συνεχίζει να ισχύει η αρχική Υπεράσπιση των Εναγομένων. Με αυτήν οι Εναγόμενοι αρνούνται την απαίτηση του Ενάγοντα. Είναι η δικογραφημένη τους θέση ότι ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος αρ. 1 ήσαν φίλοι, και στα πλαίσια αυτά ο Εναγόμενος αρ. 1 βοηθούσε τον Ενάγοντα με προσωπικά θέματα. Ουδέποτε, όμως, ενδιαφέρτηκε ο Εναγόμενος αρ. 1 να ιδρύσει συνεταιρισμό μαζί του και ουδέποτε συμφώνησε να εγγράψει παράνομα την εταιρεία που αναφέρει ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαιτήσεως. Η κατοχή και ιδιοκτησία μετοχών από τον Εναγόμενο αρ. 1 στην Εναγόμενη αρ. 2 δεν τελούσε υπό οποιαδήποτε αίρεση. Απλά ο Ενάγοντας προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Εναγόμενο αρ. 1 αφιλοκερδώς σχετικά με ζητήματα που είχαν να κάνουν με αξιολόγηση προσφορών και προμηθευτών που προέρχονταν από την χώρα καταγωγής του. Αφού ο ίδιος ίδρυσε την Εναγόμενη αρ. 2 με μετόχους τον Εναγόμενο αρ. 1 και την σύζυγο του, προέβη σε παραγγελία επίπλων από τις Ινδίες, τα οποία και άρχισε να διαθέτει στην Κυπριακή αγορά, και ο Ενάγοντας καμία ανάμειξη είχε. Την 22.10.2010 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία ιδρύθηκε στις 28.6.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, μαρτυρία έδωσε ο ίδιος και η κα Γεωργία Ροτσάκη, ενώ εκ μέρους των Εναγομένων μαρτυρία έδωσε μόνο ο Εναγόμενος αρ.
- Ο κ. Raghava Rao Gundala ανέφερε ότι κατάγεται από την Ινδία, και σήμερα εργάζεται στις Η.Π.Α. Τον Εναγόμενο αρ. 1 γνώρισε το 2003 ενώ δούλευαν και οι δύο ως καθηγητές στο Americanos College στην Λευκωσία. Ο Ενάγοντας εισηγήθηκε στον Εναγόμενο αρ. 1 όπως κάνουν επιχείρηση πώλησης επίπλων από την Ινδία. Συμφώνησαν ότι θα είχαν ανεπίσημο συνεταιρισμό. Προτού μεταβεί ο Ενάγοντας στην Ινδία ο Εναγόμενος αρ. 1 εισηγήθηκε ότι για φορολογικούς σκοπούς θα ήταν καλύτερα να δημιουργούσαν εταιρεία, και επισκέφτηκαν δικηγόρο προς τούτο. Επίσης του εισηγήθηκε ότι ήταν καλύτερα να ανήκει σε Κύπριο η εταιρεία, ώστε να τους δίνουν δάνεια οι τράπεζες. Ακολούθως συμφωνήθηκε όπως το 50% των μετοχών της εταιρείας κρατείτο σε εμπίστευμα από τον Εναγόμενο αρ. 1 για τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας μετέβη στην Ινδία όπου προέβη σε συμφωνίες με κατασκευαστές επίπλων και αγόρασε 2 εμπορευματοκιβώτια έπιπλα, τα οποία και φορτώθηκαν σε πλοίο για την Κύπρο τον Σεπτέμβριο 2004, και για την αγορά των ενός εκ των οποίων εξεδόθη τιμολόγιο στο όνομα της Εναγομένης αρ. 2, ενώ το δεύτερο πληρώθηκε απ' ευθείας από την Λαϊκή Τράπεζα. Για την διαμονή του στην Ινδία ο Εναγόμενος αρ. 1 του έδωσε Λ.Κ.1.000,00, και ο ίδιος πλήρωσε ακόμη Λ.Κ. 2.649,
- Μεταξύ των μηνών Ιουλίου 2004 και Ιουνίου 2005 ο Ενάγοντας έδωσε στον Εναγόμενο αρ. 1 για σκοπούς διεξαγωγής εργασιών από την Εναγόμενη αρ. 2 ποσό Λ.Κ.10.799,00, εκ των οποίων μέρος χρησιμοποιήθηκε για την αγορά των εμπορευμάτων από την Ινδία και μέρος για την ανακαίνιση του καταστήματος. Το κατάστημα άνοιξε και πήγαινε πολύ καλά, αλλά ο ίδιος δεν πήρε το 50% ποσοστό από τα κέρδη που είχαν συμφωνήσει. Τον Νοέμβριο, ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος αρ. 1 του είπε ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει να τον έχει συνέταιρο. Ήταν η θέση του ότι προ της διακοπής της συνεργασίας η Εναγόμενη αρ. 2 είχε κύκλο εργασιών Λ.Κ.100.000,
- Η κα Γεωργία Ροτσάκη ανέφερε ότι εργάζεται στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και κατέθεσε τα πιστοποιητικά σύστασης, μετόχων και διευθυντών της Εναγόμενης αρ. 2 εταιρείας, καθώς και ειδικό ψήφισμα για αύξηση κεφαλαίου της 15.1.
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 ανέφερε ότι γνώρισε τον Ενάγοντα το 2004 όταν αυτός ήταν καθηγητής στο Americanos College. Ο Ενάγοντας τον πλησίασε και τον ρώτησε αν μπορούσε να βρει εργασία σε κάποιο συγγενή του από την Ινδία. Ουδέποτε συμφώνησαν, όμως, να κάνουν συνεταιρισμό, και ουδέποτε συμφώνησε να πληρώσει προμήθεια ή μέρος των κερδών στον Ενάγοντα, αλλά εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη αρ. 2 ουδέποτε είχε και κέρδος. Ούτε και πήγε ποτέ σε οποιονδήποτε δικηγόρο μαζί με τον Ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι απλά είχε αναφέρει ο ίδιος στον Ενάγοντα κάποιες σκέψεις που είχε, μεταξύ άλλων να αρχίσει επιχείρηση εισαγωγής επίπλων από την Ινδία. Ο Ενάγοντας του πρότεινε όπως, εάν ο Εναγόμενος αρ. 1 τον βοηθούσε με τον προαναφερόμενο συγγενή του, να πήγαινε και αυτός να δει κάποια εργοστάσια στην Ινδία. Ο Εναγόμενος αρ.1 τότε συμφώνησε να του καλύψει κάποια έξοδα διακίνησης. Ο Εναγόμενος αρ. 1 βρήκε εταιρεία στο Νέο Δελχί, και έβαλε και παραγγελίες. Τα μόνα χρήματα που πήρε ποτέ από τον Ενάγοντα, ισχυρίστηκε, αφορούσαν κάποιο κινητό τηλέφωνο, το οποίο είχε βάλει στο όνομα του ο Εναγόμενος αρ. 1 αλλά χρησιμοποιείτο από τον Ενάγοντα, για τον λόγο ότι ο Ενάγοντας ως αλλοδαπός θα έπρεπε να καταθέσει εγγύηση. Σε σχέση με τους λογαριασμούς αυτού, είπε, παραμένει ακόμη κάποιο υπόλοιπο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Ενάγοντας δεν έπεισε περί της εκδοχής της οποίας προέβαλε. Η μαρτυρία του δεν ήταν σαφής ως προς το τι ισχυρίζετο ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ενώ περιέπεσε και σε αντιφάσεις. Σε σχέση με τα όσα αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο παραθέτω ενδεικτικά τα πιο κάτω: - Κατά την κυρίως εξέταση του ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που συμφώνησε να εγγραφούν οι μετοχές επ' ονόματι του Εναγομένου αρ. 1 ήταν επειδή, εάν η εταιρεία άνηκε εξ' ολοκλήρου σε Κύπριο, θα τους έδιναν δάνεια οι τράπεζες. Η θέση αυτή είναι σε αντίφαση με την Έκθεση Απαιτήσεως όπου αναφέρεται ότι ο λόγος που δεν ενεγράφησαν οι μετοχές απ' ευθείας επ' ονόματι του Ενάγοντα ήταν η έλλειψη άδειας από την Κεντρική Τράπεζα προς τούτο. - Ενώ με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιοί την εγγραφή του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης αρ. 2 επ' ονόματι του, όταν ερωτήθηκε ποία είχε συμφωνηθεί με τον Εναγόμενο αρ. 1 ότι θα ήταν η αμοιβή του Ενάγοντα, απάντησε ότι: «η υπόσχεση που μου δόθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 1 ήταν ότι θα μου εξασφάλιζε business visa για να είμαι συνέταιρος στην εταιρεία» ώστε να μην χρειάζεται να δουλεύει στο κολλέγιο με work visa, καθώς και ότι θα μοιράζονταν τα κέρδη. Σε άλλο στάδιο, ερωτηθείς βάσει της συμφωνίας που είχε με τον Εναγόμενο αρ. 1 τι θα έπαιρνε ο ίδιος, απάντησε: «50% από τα κέρδη της επιχείρησης» και όχι 50% εκ των μετοχών. Μάλιστα σε άλλο μέρος της αντεξέτασης ο Ενάγοντας ανέφερε ότι ο λόγος που ήθελε να μπει στην Εναγόμενη αρ. 2 ήταν γιατί ο Εναγόμενος αρ. 1 του είχε υποσχεθεί ότι όταν θα επεκτείνετο η εργασία θα του άλλαζε την βίζα του από το Americanos College στην Εναγόμενη αρ.
- Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η υπόσχεση που του έκανε ο Εναγόμενος αρ. 1 ήταν ότι θα του εξασφάλιζε βίζα ώστε να μετατρέψει το employment visa που κατείχε σε business visa και ότι «μόνο γι' αυτήν την υπόσχεση εργάστηκα για να βρω πελάτες στην Ινδία και στην Κύπρο προσδοκώντας ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 θα κρατούσε την υπόσχεση του. - Επισημαίνω ότι κατά την αντεξέταση του Εναγομένου αρ. 1 από την ευπαίδευτο συνήγορο για τον Ενάγοντα, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο αρ. 1 ότι η θέση του Ενάγοντα ήταν ότι όρος της συμφωνίας με τον Ενάγοντα ήταν να του δώσει 50% από τα κέρδη της Εναγόμενης αρ.
- Η υποβολή αυτή είναι αντίθετη από την δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα. Επίσης η ευπαίδευτος συνήγορος υπέβαλε στον Εναγόμενο αρ. 1 ότι είχαν επισκεφτεί μαζί με τον Ενάγοντα τον δικηγόρο κ. Πέτρο Λάμνησο, ενώ ο Ενάγοντας είχε υποδείξει ως τον δικηγόρο που επισκέφτηκαν τον κ. Σ. Ησαϊα. - Εν πάση περιπτώσει, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι όντως η συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένου αρ. 1 ήταν όπως καταβληθούν στον Ενάγοντα το 50% από τα κέρδη, ο Ενάγοντας θα έφερε το βάρος να αποδείξει πόσα ήταν τα κέρδη αυτά. Ο Ενάγοντας, όμως, αρκέστηκε απλά στο να αναφέρει ότι ο κύκλος εργασιών της Εναγομένης αρ. 2 από τον Σεπτέμβριο 2004 μέχρι και τον Δεκέμβριο 2005 ανήλθε σε Λ.Κ.100.000,
- Αφού παρατηρήσω ότι ο κύκλος εργασιών δεν ισοδυναμεί με κέρδη, επισημαίνω ότι ακόμη και σε σχέση με το ποσό αυτό η μαρτυρία ήταν ανεπαρκής. Ερωτηθείς ο Ενάγοντας που το γνωρίζει ότι ο κύκλος εργασιών ανήλθε για την προαναφερόμενη περίοδο στο ποσό των Λ.Κ.100.000,00, απάντησε ότι το γνωρίζει επειδή καθόταν στο κατάστημα κάθε βράδυ και ήξερε τι πωλείτο και τι έφτανε. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ουδέποτε του έδειξε τους οικονομικούς λογαριασμούς, απλά ο ίδιος υπολόγισε ότι αυτό ήταν το ποσό. Δεδομένου του ότι και ο ίδιος ανέφερε ότι είναι καθηγητής στο τομέα της διοίκησης επιχειρήσεων, η θέση αυτή δεν πείθει, αφού στηρίζεται απλά σε εικασίες του Ενάγοντα χωρίς υπόβαθρο κάποιο στοιχείο. - Το Τεκμήριο 2 δεν είναι καν αντίγραφο αυτού που ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας ότι έδωσε στην τράπεζα, αλλά απλά ένα πρώτο draft αυτού, το οποίο ετοίμασε ο ίδιος ο Ενάγοντας, και άρα είναι πολύ περιορισμένης βαρύτητας. - Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 δείχνουν ότι ο ίδιος πλήρωσε τα χρήματα στην Ινδία. Στα έγγραφα αυτά, όμως, πουθενά δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στον Ενάγοντα, αλλά αντίθετα αναφέρονται σε κάποια εταιρεία Venkata Chandra Internationals. - Επίσης ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι από το e-mail Τεκμήριο 8 προκύπτει ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει ότι θα του πληρώσει αυτά που του οφείλει. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου αυτού είναι αόριστο, και επισημαίνεται ότι ομιλεί για κάποιον Dr. Lathos. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι αυτό το μήνυμα είναι απάντηση σε κάποιο προηγούμενο μήνυμα που απέστειλε ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο αρ. 1, ο Ενάγοντας θα έπρεπε να είχε προσκομίσει και το αρχικό αυτό μήνυμα, ώστε να μπορεί να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Συνεπώς, και στο Τεκμήριο 8 μόνο περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να δοθεί. - Η θέση του Ενάγοντα ήταν ότι πριν μεταβεί στην Ινδία ο Εναγόμενος αρ. 1 μετέφερε το ποσό των $1.000,00 στον λογαριασμό του, ενώ το άλλο εμπορευματοκιβώτιο πληρώθηκε απ' ευθείας από την Λαϊκή Τράπεζα. Εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός αυτός θα έπρεπε το Τεκμήριο 9 να είναι προγενέστερο του Τεκμηρίου 10, αφού η κατάθεση του ποσού των $ 1.000,00 έγινε πριν παραγγελθούν τα έπιπλα. Όμως το Τεκμήριο 9 για ποσό $ 1.000,00 είναι 8.9.2004 και το Τεκμήριο 10 για την πληρωμή του κοντέινερ ποσού $.3.000,00 είναι 20.8.
- Επίσης το Τεκμήριο 10 είναι πληρωμή μέσω της Λαϊκής Τράπεζας από την Εναγόμενη αρ. 2 προς τον Ενάγοντα, και όχι προς τον κατασκευαστή επίπλων. - Όταν ζητήθηκε από τον Ενάγοντα να αναλύσει το ποσό των Λ.Κ.10.799,00 που αξιοί, απάντησε: «Δεν θυμάμαι, ήταν πριν πολύ καιρό, αλλά τα έγραψα σε ένα κομμάτι χαρτί και τα έδωσα στον δικηγόρο μου το 2006 όταν έφυγα». Η μαρτυρία αυτή δεν αρκεί για να αποδείξει την αξίωση για το ποσό αυτό. - Ερωτηθείς πότε διακόπηκε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, ο Ενάγοντας απάντησε ότι η βίζα του εξέπνευσε τον Ιούνιο 2006 και έφυγε από την Κύπρο, όπου επέστρεψε για πρώτη φορά για σκοπούς της δίκης, ενώ δεν είχε καμία επαφή με τον Εναγόμενο αρ. 1 έκτοτε. Κατ' επέκταση προκύπτει ότι η απόφαση για αναχώρηση ήταν δική του, και όχι η εκδίωξη του από τους Εναγόμενους. - Ο ίδιος ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι η άδεια εργασίας του στην Κυπριακή Δημοκρατία ήταν μόνο για καθηγητής και ουδέποτε είχε άδεια να ασκεί οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα, και ουδέποτε υπέβαλε αίτηση στην Κεντρική Τράπεζα για να γίνει μέτοχος στην Εναγόμενη αρ.
- Ισχυρίστηκε, όμως, ότι αν έκανε οτιδήποτε το παράνομο θα απαιτούσε όπως το όνομα του μπει στην εταιρεία από την αρχή. Η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. - Από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, ο Ενάγοντας με έπεισε ότι όντως βοήθησε τον Εναγόμενο αρ, 1 με διάφορα θέματα γραφειοκρατικά κατά την επίσκεψη του στην Ινδία, αλλά όχι ως προς το τι θα ήταν το αντάλλαγμα για την βοήθεια αυτή, το οποίο και δεν αποδείχθηκε. Η κα Ροτσάκη υπήρξε μια αντικειμενική μάρτυρας η οποία δεν αντεξετάστηκε, και άρα τα όσα αυτή ανέφερε αποδέχομαι εξ' ολοκλήρου. Ούτε και ο Εναγόμενος αρ. 1, όμως, θεωρώ ότι υπήρξε απόλυτα ειλικρινής κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Δεν με έπεισε στον ισχυρισμό που προέβαλε ερωτηθείς περί του πως περιήλθαν στην κατοχή του Ενάγοντα τα Τεκμήρια 1, 3, 5, 6 και 7, ότι αυτά κλάπηκαν από κάποιο συγγενή του Ενάγοντα από το γραφείο του Εναγομένου αρ.
- Επισημαίνω όμως ότι ο Ενάγοντας δεν αντεξετάστηκε επί του θέματος της κατοχής των εγγράφων ώστε να μπορεί και αυτός να τοποθετηθεί. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση του Ενάγοντα, θεωρώ ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν υπήρξε ειλικρινής ως προς το ότι ο Ενάγοντας όντως του παρείχε κάποια βοήθεια εν' όσο βρισκόταν στην Ινδία. Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι ο Ενάγοντας κατάγεται από την Ινδία και κατά το 2003 εργάζετο ως καθηγητής στο Americanos College. Εκεί γνωρίστηκαν με τον Εναγόμενο αρ. 1, ο οποίος σκεφτόταν να κάνει επιχείρηση εισαγωγής επίπλων από την Ινδία. Ενάγοντας και Εναγόμενος αρ. 1 ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις και αλληλοβοηθούντο. Ο Ενάγοντας σκόπευε τον Σεπτέμβριο 2004 να μεταβεί στην Ινδία όπως και κάθε χρόνο, και προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Εναγόμενο αρ. 1 με τα γραφειοκρατικά της φόρτωσης και αποστολής των εμπορευμάτων στην Κύπρο, προσδοκώντας ότι και ο Εναγόμενος αρ. 1 θα τον βοηθούσε να λάβει βίζα στην Κύπρο. Όντως τα εμπορεύματα στάλησαν στην Κύπρο και ο Εναγόμενος αρ. 1 του κατέβαλε ένα ποσό για τα έξοδα διακίνησης του στην Ινδία. Ο Ενάγοντας εγκατέλειψε την Κύπρο τον Ιούνιο 2006 όταν εξέπνευσε η βίζα του. Η Εναγόμενη αρ. 2 συστάθηκε την 28.6.2004, με μέτοχους των Εναγόμενο αρ. 1 και την κα Lioubov Kirakozova, και διευθυντή τον Εναγόμενο αρ.
- Την 15.1.2005 με ειδικό ψήφισμα η Εναγόμενη αρ. 2 αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου. Σε αστικές υποθέσεις, όπως και η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για την αξίωση του. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Όπως αναφέρθηκε και στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση 7/08, ημερ. 18.5.2010: «Το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η εκδ.
(2003), όπου αναφέρονται στις σελ. 80 - 83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: "If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the Court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e. the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability". Η στην πράξη εφαρμογή του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δόθηκε από την Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds
(1985)1 W.L.R. 948, όπου λέχθηκε ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν και δεν ήταν υποχρεωμένο να επιλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι προωθήθηκε κάποια εξήγηση ως προς την πιθανή αιτία της βλάβης που είχε εκεί παρουσιαστεί στο πλοίο. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: "The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side." (Δέστε και την απόφαση στην Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275, όπου τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν με επιδοκιμασία). Τα ίδια κατ' ουσίαν λέχθηκαν όσον αφορά το τι συνιστά απόδειξη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στην απόφαση Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου εξηγήθηκε στη σελ. 1868, ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει την θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th edition, para. 4 - 38 και Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.).» Η αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρατίθενται πιο πάνω στην παρούσα. Από αυτά προκύπτει πως ο Ενάγοντας δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, και ειδικότερα δεν έχει αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ αυτού και του Εναγομένου αρ. 1 για εγγραφή επ' ονόματι του Ενάγοντα του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης αρ. 2, αλλά ούτε και αποδείχθηκε ή στοιχειοθετήθηκε από πού προκύπτει το ποσό των Λ.Κ.10.799,00 που αξιώνεται. Έπεται πως η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί, και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, και άρα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο