← Κύπρος

Γεώργιου Κολοκασίδη ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, Αγωγή αρ: 4844/2011, 26 Ιουλίου, 2011

Γεώργιου Κολοκασίδη ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, Αγωγή αρ: 4844/2011, 26 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A330 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ: 4844/2011 Γεώργιου Κολοκασίδη Ενάγοντα και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ Εναγομένων -------------- Διάταγμα ημερομηνίας 11.7.2011 26 Ιουλίου,

  1. Για τον αιτητή: κ. Π. Πολυβίου με κ. Π. Σπανό, κ. Ξ. Ξενοφώντος και κ. Μίτλετον. Για τους καθ΄ ων η αίτηση: κ. Μ. Κυπριανού με κ. Α. Δημητριάδη κ. Ν. Γεωργιάδη και κ. Χαραλάμπους. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ιστορικό Ο αιτητής, Γεώργιος Κολοκασίδης είναι μέλος του ΔΗ.ΚΟ και κατέχει τη θέση του Αναπληρωτή Προέδρου σ΄ αυτό, στην οποία έχει εκλεγεί σε εκλογική συνέλευση του κόμματος. Στις 27.5.2011 το εκτελεστικό γραφείο του ΔΗ.ΚΟ αποφάσισε ομόφωνα σε συνεδρία στην οποία δεν μετείχε ο αιτητής παρά το ότι εκλήθη ως αναπληρωτής πρόεδρος του ΔΗ.ΚΟ, ότι ο πρόεδρος του κόμματος κ. Μ. Κάρογιαν θα ήταν υποψήφιος για την προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αιτητής ήταν υποψήφιος για βουλευτική έδρα εκ μέρους του ΔΗ.ΚΟ στις εκλογές της 22ας Μαΐου 2011 στη Λευκωσία και συγκέντρωσε αριθμό ψήφων (7.631) που δεν του έδιδαν μεν βουλευτική έδρα αλλά ήταν ο πρώτος επιλαχών του κόμματός του σε περίπτωση κένωσης έδρας για να την καταλάβει. Στις 30.5.2011 ο αιτητής σε διάσκεψη τύπου την οποία συγκάλεσε προέβη σε δηλώσεις οι οποίες θεωρήθηκαν ότι εστρέφοντο κατά της υποψηφιότητας του κ. Κάρογιαν (προέδρου του ΔΗ.ΚΟ) στην ανάληψη της προεδρίας της βουλής. Μια εβδομάδα αργότερα και συγκεκριμένα στις 7.6.2011 το εκτελεστικό γραφείο και η κοινοβουλευτική ομάδα του ΔΗ.ΚΟ συνήλθαν υπό την προεδρία του προέδρου του κόμματος κ. Κάρογιαν και αποφάσισαν τη διαγραφή του κ. Κολοκασίδη από το κόμμα «στο όνομα της κομματικής πολιτικής και ηθικής τάξης που αποτελεί τη βάση της ενότητάς μας και τη δύναμη της ιδεολογίας μας, των αρχών και των αξιών μας». Σύμφωνα με ανακοίνωση του ΚΥΠΕ (Επισύναψη Β στην Αίτηση) ο κ. Κάρογιαν ανέφερε ότι τόσο ο κ. Κολοκασίδης όσο και ο βουλευτής κ. Ζαχαρίας Κουλίας που επίσης διεγράφη «σε πείσμα του προστάγματος της εκλογικής μας βάσης, επέλεξαν με τη στάση, τις δηλώσεις και τις συμπεριφορές τους να επαναφέρουν το κόμμα στην εσωστρέφεια, τη μιζέρια και τη διγλωσσία που υπονομεύει την ενότητά του, απογοητεύει τους οπαδούς του και καταρρακώνει το κύρος του και τις σχέσεις εμπιστοσύνης με τη βάση του και ολόκληρο τον κυπριακό λαό». Ειδικά για τον κ. Κολοκασίδη ο κ. Κάρογιαν ανέφερε ότι ο ίδιος ο κ. Κολοκασίδης «έθεσεν εαυτόν εκτός κόμματος, αφού περιφρόνησε τα συλλογικά του όργανα και εναντιώθηκε στις αποφάσεις τους». Από τα 27 παρόντα μέλη του εκτελεστικού γραφείου και της κοινοβουλευτικής ομάδας, 20 μέλη ψήφισαν υπέρ της διαγραφής του κ. Κολοκασίδη, 7 εναντίον, ενώ δεν υπήρχε καμία αποχή. Της ψηφοφορίας προηγήθηκε πρόταση για παραπομπή του κ. Κολοκασίδη στην πειθαρχική επιτροπή του κόμματος η οποία καταψηφίστηκε με 19 ψήφους κατά, 7 ψήφους υπέρ και 1 αποχής. Στις 24.6.2011 ο κ. Πολυβίου που εκπροσωπεί τον κ. Κολοκοσίδη απέστειλε επιστολή στον πρόεδρο του ΔΗ.ΚΟ κ. Μάριο Κάρογιαν ζητώντας όπως γραπτώς και το αργότερο μέχρι τις 28.6.2011 τον ενημερώσουν: «(α) που βασίζονται οι ανακοινωθήσες αποφάσεις σας σε σχέση με τον πελάτη μας, και/ή (β) μας βεβαιώσετε ότι ο κ. Κολοκασίδης παραμένει μέλος του ΔΗ.ΚΟ καθώς και αναπληρωτής πρόεδρός του». Στη συνέχεια της επιστολής του ο κ. Πολυβίου ανέφερε ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει ανταπόκριση εντός του ανωτέρω αναφερόμενου χρονικού διαστήματος ο πελάτης του επιφυλασσόταν να προσφύγει στη δικαιοσύνη προς διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων του. Η επιστολή του κ. Πολυβίου απαντήθηκε από τον κ. Μενέλαο Κυπριανού στις 28.6.2011, ο οποίος ενεργώντας εκ μέρους του προέδρου του ΔΗ.ΚΟ, ανέφερε απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του κ. Πολυβίου περί δήθεν παράνομης, αντικαταστατικής ή αδικαιολόγητης διαγραφής, ότι αυτή λήφθηκε με συντριπτική πλειοψηφία σε κοινή συνεδρία του εκτελεστικού γραφείου και της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΚΟ γιατί ο κ. Κολοκασίδης «ανάμεσα σε άλλα αρνήθηκε να σεβαστεί ομόφωνη απόφαση του εκτελεστικού γραφείου ημερ. 27.6.2011» (προφανώς εκ λάθους αντί του ορθού 27.5.2011). Στην επιστολή του ο κ. Κυπριανού καταλήγει: «Με την παρούσα δηλώνουμε την πρόθεση μας να υπερασπίσουμε τον πρόεδρο του κόμματος σε τυχόν νομικά μέτρα που ο πελάτης σας αποφασίσει να λάβει και παρακαλούμε να κρατάτε εμάς απευθείας ενήμερους. Προσδοκία του προέδρου είναι ότι ο πελάτης σας, για ένα θέμα αμιγώς πολιτικό όπως αυτό, δεν θα επιχειρήσει μονομερώς να εξασφαλίσει οποιοδήποτε διάταγμα που μόνο αποτέλεσμα μπορεί να έχει τον εντυπωσιασμό και την πρόκληση περαιτέρω ζημιάς στο Δημοκρατικό Κόμμα». Δώδεκα μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 11.7.2011 ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αγωγή και παράλληλα την ίδια μέρα μονομερή αίτηση με σκοπό την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της ισχύος της απόφασης διαγραφής του Αιτητή από μέλος του ΔΗ.ΚΟ ημερ. 7.6.
  2. Η αίτηση εδράζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 όπως τροποποιήθηκε, ειδικότερα στο άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 6, στον περί Πολιτικών Κομμάτων Νόμο του 2011 (Νόμος 20(Ι)/2011) (ιδιαίτερα στα άρθρα 2, 3 και 9 αυτού), στους Πολιτικούς Θεσμούς Δ.48 θ.1, 2, 3, στα άρθρα 19, 21, 25, 26, 28 και 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατία, στις Γενικές Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, και στη νομολογία των Δικαστηρίων. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Κολοκασίδη ο οποίος αναφέρεται λεπτομερώς στα γεγονότα και ισχυρίζεται ότι η απόφαση για τη διαγραφή του είναι αντικαταστατική, παράνομη, παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης αφού ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε οποιαδήποτε επιλήψιμη ή αντικαταστατική συμπεριφορά του, ούτε και η απόφαση της διαγραφής του την οποία έμαθε από τον τύπο και ως εκ τούτου ζητά την έκδοση διατάγματος μη ισχύος της αφού αυτή σκοπόν έχει να του στερήσει το δικαίωμα κατάληψης βουλευτικής έδρας σε περίπτωση κένωσης βουλευτικής έδρας στη Λευκωσία. Διαμαρτύρεται επίσης ο κ. Κολοκασίδης ότι η απόφαση της διαγραφής του πλήττει την προσωπική του αξιοπρέπεια, ευθιξία καθώς παρουσιάζεται ως υπονομευτής του ΔΗ.ΚΟ, των θέσεων και της ενότητάς του και ότι αυτή η απόφαση πλήττει καίρια τη δημοκρατική λειτουργία του κόμματος καθώς ανατρέπει ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί από το εκλογικό σώμα των μελών του ΔΗ.ΚΟ. Η αίτηση επίσης συνοδεύεται από τις επίδικες δηλώσεις του κ. Κολοκασίδη ημερ. 30.5.2011 (Επισύναψη Α), την ανακοίνωση του Κυπριακού Πρακτορείο Ειδήσεων για την «δήλωση Κάρογιαν - διαγραφή Κουλία - Κολοκασίδη» (Επισύναψη Β), το Καταστατικό του κόμματος (Επισύναψη Γ), τις ανταλλαγείσες επιστολές μεταξύ κ. Π. Πολυβίου και κ. Μενέλαου Κυπριανού (Επισύναψη Δ και Ε αντίστοιχα) και ανακοίνωση του ΔΗ.ΚΟ ημερ. 27.6.2011 μετά τη λήψη της επιστολής του κ. Πολυβίου (Επισύναψη Στ1) με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Μόνο παράδοξες και στρεβλές αντιλήψεις για το πολιτικό σύστημα, τη δημοκρατία και τις λειτουργίες της προδίδει η εκδηλωθείσα πρόθεση του κ. Κολοκασίδη να προσφύγει στη δικαιοσύνη για να κρίνει πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνουν τα Συλλογικά Όργανα ενός Κόμματος». Το Δικαστήριο αφού μελέτησε την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει μαζί με τα τεκμήρια που επισυνάπονται σε αυτήν και αφού άκουσε τον κ. Πολυβίου εξέδωσε δύο από τα πέντε διατάγματα που ο κ. Κολοκασίδης αιτείτο, συγκεκριμένα, το (Α) και το (Ε) τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Α. Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η περαιτέρω υλοποίηση της επίδικης απόφασης του ΔΗ.ΚΟ ημερ. 7.6.2011, με την οποία διεγράφη ο ενάγων από το ΔΗ.ΚΟ. Ε. Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια και/ή απόφαση του ΔΗ.ΚΟ και/ή οποιουδήποτε οργάνου αυτού, που να βασίζεται και/ή να εδράζεται στην κατ΄ ισχυρισμό διαγραφή του αιτητή και τη μη κατοχή από μέρους του της θέσης του Αναπληρωτή Προέρου του ΔΗ.ΚΟ, συμπεριλαμβανομένης της πλήρωσης της θέσης του Αναπληρωτή Προέδρου του ΔΗ.ΚΟ». Τα δύο πιο πάνω διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα (returnable) στις 19.7.2011 και αφού στις 15.7.2011 καταχωρήθηκε η ένσταση των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γενικού Διευθυντή του ΔΗ.ΚΟ κ. Ανδρέα Κωνσταντίνου, το Δικαστήριο προχώρησε στην ακρόαση για να αποφασίσει την εξακολούθηση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων ή μη. Νομική Πτυχή Τα γεγονότα που οδήγησαν στην έγερση της αγωγής ουσιαστικά δεν αμφισβητούνται. Αυτό που αμφισβητείται έντονα είναι η δυνατότητα ελέγχου μέσω των Δικαστηρίων των αποφάσεων συλλογικών οργάνων των κομμάτων που αφορούν την εσωτερική δομή και τη λειτουργία τους. Στην ένσταση εγείρονται συνολικά δώδεκα λόγοι ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «
  3. Ο αιτητής δεν έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή που καταχώρησε αφού αυτή λανθασμένα στρέφεται κατά του Δημοκρατικού Κόμματος («ΔΗΚΟ»). Η ορθή διαδικασία για προώθηση παραπόνου για παράνομη αποβολή μέλους πολιτικού κόμματος κατά παράβαση των συμβατικά δεσμευτικών προνοιών του καταστατικού είναι αγωγή εναντίον των μελών της επιτροπή που έλαβε την υπό εξέταση απόφαση (Κιττής ν. Μιχαηλίδης κ.α.

(2000)1 ΑΑΔ 59 και Halsbury's Laws of England fourth edition 2003 Reissue para. 136). Ο Νόμος 20(Ι)/2011 τον οποίο επικαλέστηκε ο αιτητής δεν είχε σκοπό να αλλάξει την πάγια αυτή νομική αρχή και δεν ρυθμίζει τις σχέσεις που έχουν τα μέλη ενός πολιτικού κόμματος μεταξύ τους ή εν πάση περιπτώσει διαφορές της παρούσας φύσης αλλά μόνο τις σχέσεις του κόμματος με τρίτα μέρη.
  1. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά των όσων αναφέρονται στον πιο πάνω λόγο ένσταση η απόφαση για διαγραφή του αιτητή λήφθηκε από το εκτελεστικό γραφείο του κόμματος. Οπόταν λανθασμένα η αγωγή στρέφεται εναντίον του Δημοκρατικού Κόμματος το οποίος ως πολιτικό κόμμα εξ΄ ορισμού του στο Νόμο 20(Ι)/2011 δεν δύναται να εναχθεί το ίδιο για την επίδικη απόφαση διαγραφής του αιτητή.
  2. Η αγωγή αφορά την εσωτερική λειτουργία πολιτικού κόμματος που δεν συνιστά θέμα εκδικάσιμο από το Δικαστήριο.
  3. Η επίκληση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να επιληφθεί των εγειρόμενων θεμάτων παραβιάζει την αρχή της διάκρισης εξουσιών, δεδομένου ότι η λειτουργία ενός πολιτικού κόμματος και ειδικότερα κοινοβουλευτικού κόμματος συναρτάται με τη νομοθετική εξουσία.
  4. Στην ουσία το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε προστακτικό διάταγμα κάτι που επιτρέπεται μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην παρούσα υπόθεση δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιου διατάγματος και λανθασμένα το Δικαστήριο το εξέδωσε, ιδίως πάνω σε μονομερή βάση και σε σχέση με ένα ζήτημα που είναι πολιτικό.
  5. Δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και λανθασμένα το Δικαστήριο αποδέχθηκε να εκδώσει το διάταγμα σε μονομερή βάση. Ο αιτητής ουδεμία εξήγηση έδωσε για την πέραν του ενός μηνός καθυστέρηση στην καταχώρηση της μονομερούς αίτησης και δεν εξήγησε το λόγο για τον οποίο ήταν απαραίτητο να εκδοθεί το διάταγμα χωρίς πρώτα να ακουστεί και η άλλη πλευρά.
  6. Ο αιτητής δεν εκπλήρωσε το καθήκον που είχε προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όταν αποτάθηκε σε αυτό μονομερώς αφού δεν παρέπεμψε το Δικαστήριο στην προαναφερόμενη απόφαση στην υπόθεση Κιττής ν. Μιχαηλίδης κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 59 και το παρέπεμψε στο Νόμο 20(Ι)/2011και μάλιστα με τρόπο παραπλανητικό.
  1. Ο αιτητής δεν εκπλήρωσε το καθήκον που είχε προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη και αληθινά αποκάλυψη για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένες αναφορές που έκανε στη διάσκεψη τύπου που συγκάλεσε την 305.
  2. Ούτε μετέφερε προς το Δικαστήριο την ουσία των λεχθέντων του κατά την εν λόγω διάσκεψη. Η ουσία ήταν ότι ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του ΔΗΚΟ αρνείτο να συμμορφωθεί με ομόφωνη απόφαση του εκτελεστικού γραφείου του ΔΗΚΟ ημερομηνίας 27.5.2011 και επιχειρηματολόγησε υπέρ της μη ανάληψης της προεδρίας της Βουλής από τον Πρόεδρο του Κόμματος. Κατά την εν λόγω διάσκεψη τύπου ο αιτητής: Α) Άφησε το σαφέστατο υπονοούμενο ότι αυτό που ενδιέφερε τον Πρόεδρο ήταν η «καρέκλα» και όχι το συμφέρον του τόπου. Β) Ρητά αμφισβήτησε τις προθέσεις του Προέδρου του ΔΗΚΟ. Γ) Ρητά ανέφερε ότι δεν θα στηρίξει την προσπάθεια ανάληψης της προεδρίας της Βουλής από τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ. Δ) Υποκίνησε και/ή ενθάρρυνε βουλευτή του ΔΗΚΟ να μην ψηφίσει τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ στη διαδικασία που επίκειτο για εκλογή Προέδρου της Βουλής.
  3. Ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν νομιμοποιείται να ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου και να παραπονιέται για παράβαση του καταστατικού του ΔΗΚΟ όταν ο ίδιος πρώτος με κραυγαλέο τρόπο παραβίασε το εν λόγω καταστατικό. Σχετικό εδώ είναι και το άρθρο 64.2(β) του καταστατικού που αναφέρεται σε συμπεριφορά μέλους που μειώνει το ηθικό κύρος και θίγει την αξιοπρέπεια του κόμματος καθώς και το άρθρο 64.2(γ) που αναφέρεται σε συμπεριφορά μέλους αντίθετη με τις αποφάσεις του κόμματος. Ο αιτητής, ως2 αναπληρωτής πρόεδρος του κόμματος είχε αυξημένη υποχρέωση σεβασμού προς το καταστατικό του κόμματος.
  4. Ο αιτητής χρησιμοποίησε το Δικαστήριο καταχρηστικά και για σκοπούς εντυπωσιασμού όταν αποτάθηκε σε αυτό μονομερώς για την εξασφάλιση του επίδικου διατάγματος. Τις ημέρες που ακολούθησαν την έκδοση του διατάγματος το γεγονός της έκδοσης του διατάγματος δημοσιεύθηκε με παραπλανητικό τρόπο από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας.
  5. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της μη διατήρησης σε ισχύ του διατάγματος αφού σε αντίθετη περίπτωση θα δημιουργηθεί τεράστιο πρόβλημα στην εύρυθμη λειτουργία του κόμματος.
  6. Με την αίτησή του ο αιτητής ζητά τις ίδιες θεραπείες που ζητά και με την αγωγή του, πράγμα που είναι κατά κανόνα ανεπίτρεπτο». Η ένσταση επίσης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γενικού Διευθυντή του ΔΗ.ΚΟ κ. Α. Κωνσταντίνου στην οποία εξειδικεύονται οι λόγοι ένστασης που αναφέρονται στο σώμα της. Με τους τέσσερις πρώτους λόγους ένστασης αμφισβητείται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιλαμβάνεται θεμάτων που αφορούν την εσωτερική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. Σύμφωνα με τον κ. Κυπριανού λανθασμένα η αγωγή εγέρθη εναντίον του ΔΗ.ΚΟ αφού αυτή θα έπρεπε να εγερθεί εναντίον των μελών του εκτελεστικού γραφείου του κόμματος που έλαβαν την επίδικη απόφαση διαγραφής σύμφωνα με την αυθεντία Κιττής ν. Μιχαηλίδης
(2001)Α.Α.Δ. 59, και τους Halsbury's Laws of England 4η έκδοση παρ. 136, ο δε νόμος που επικαλείται ο αιτητής Ν.20(Ι)/2011«δεν είχε σκοπό να αλλάξει την πάγια αυτή νομική αρχή και δεν ρυθμίζει τις σχέσεις που έχουν τα μέλη ενός πολιτικού κόμματος μεταξύ τους ή εν πάση περιπτώσει διαφορές της παρούσης φύσης αλλά μόνο τις σχέσεις του κόμματος με τρίτα μέρη». Η θέση αυτή των καθ΄ ων η αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο Ν.20(Ι)/2011ο οποίος τιτλοφορείται «ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ, ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ» και δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.2.2011 είχε σκοπό όπως άλλωστε αναφέρει στον τίτλο του, την εγγραφή των πολιτικών κομμάτων, κοινοβουλευτικών και μη σε μητρώο το οποίο τηρεί ο Έφορος Μητρώου Πολιτικών Κομμάτων (Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών) όχι μόνο για σκοπούς χρηματοδότησης αλλά και για σκοπούς νομικής εκπροσώπησης των κομμάτων ενώπιον των Δικαστηρίων όπως διαλαμβάνεται στο άρθρο 9 του Νόμου αλλά και για να επιβάλει στα εγγραφέντα κόμματα όπως έχουν εσωτερική δομή και λειτουργία που «να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» όπως διαλαμβάνεται στο άρθρο 3. Ουσιαστικά τα άρθρα 3
(1)και 9 του νόμου *[1] επιβάλλουν στα ήδη εγγραφέντα και επιχορηγούμενα κόμματα να λειτουργούν όσον αφορά την εσωτερική τους δομή με δημοκρατικές διαδικασίες εξυπηρετώντας με τον τρόπο αυτό την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Κατά συνέπεια δεν συμφωνώ με τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Ν.20(Ι)/2011είχε σκοπό να ρυθμίσει σχέσεις των κομμάτων με τρίτα πρόσωπα. Ο Ν.20(Ι)/2011μεταξύ άλλων καθορίζει ρητά την ενώπιον του Δικαστηρίου εκπροσώπηση των κομμάτων τα οποία μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται στο όνομά τους και αντιμετωπίζει το νομικό κενό που αντιμετωπίσθηκε από τον Δ. Χατζηχαμπή στην Κιττής (ανωτέρω), ελλείψει Νόμου τότε, ο οποίος είχε αποφασίσει ότι ένα αποβληθέν μέλος του κόμματος θα έπρεπε να εγείρει αγωγή εναντίον των μελών του συλλογικού οργάνου του κόμματος που τον απέβαλε προσωπικά, ως αντιπροσωπευόντων το κόμμα. Η απόφαση στην Κιττής (ανωτέρω) δεν διαφοροποιείται ως προς τις διαπιστώσεις του κ. Χατζηχαμπή ότι η εσωτερική δομή και λειτουργία ενός κόμματος θα πρέπει να γίνεται με βάσει το καταστατικό του κόμματος το οποίο δημιουργεί σύμβαση της οποίας οι πρόνοιες είναι δεσμευτικές μεταξύ των μελών και μεταξύ των μελών και του κόμματος. Παραβίαση δε δικαιώματος μέλους που απορρέει από το καταστατικό δίδει το δικαίωμα σε αυτό επικαλούμενο το καταστατικό να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να απαιτεί την αποκατάστασή του, αποζημιώσεις όπως επίσης και διατάγματα. Παραπέμπω στη σελ. 72 της απόφασης Κιττής (ανωτέρω) όπου ο κ. Χατζηχαμπής αναφέρει: «Τέτοια θέματα όμως δεν εγείρονται στην παρούσα υπόθεση, που αφορά μάλλον την ορθότητα ενεργειών οργάνου μη συγκροτημένου σώματος σε σχέση με την αποβολή μελών του. Η παρούσα υπόθεση αφορά λοιπόν τα δικαιώματα των μελών μη συγκροτημένου σώματος μεταξύ τους, που ανάγονται πάντοτε στη βάση σύμβασης υπό τη μορφή του καταστατικού. Αν και το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ερμηνεύσει, ως τέτοιες, τις πρόνοιες του καταστατικού, αυτό δεν είναι θέμα αγωγής εναντίον του μη συγκροτημένου σώματος ή του γραμματέα του ως αξιωματούχου, αφού η βασική αρχή παραμένει ότι μη συγκροτημένο σώμα δεν μπορεί να ενάγει, ή να ενάγεται, ούτε το ίδιο ούτε μέσω του γραμματέα ή άλλου αξιωματούχου του. Η ορθή διαδικασία για προώθηση παραπόνου για παράνομη αποβολή μέλους κατά παράβαση των συμβατικά δεσμευτικών προνοιών του καταστατικού είναι αγωγή εναντίον των μελών της επιτροπής για δήλωση (declaration) και απαγορευτικό διάταγμα (injunction) ή αποζημιώσεις (ίδε: Halbury's Law of England, 4th ed., vol. 6, para. 242), είναι δε στα πλαίσια εκείνα που μπορεί να εγερθεί θέμα αντιπροσωπευτικής υπεράσπισης των μελών της επιτροπής. Αυτό δεν έγινε στην προκειμένη υπόθεση στην οποία ενάγονται τα μέλη της επιτροπή αλλά το ίδιο το μη συγκροτημένο σώμα και ο γραμματέας του». Κατά συνέπεια το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου θεμάτων που άπτονται της λειτουργίας και της εσωτερικής δομής των πολιτικών κομμάτων και που κατ΄ ισχυρισμό παραβιάζουν τις δημοκρατικές διαδικασίες ή είναι αντικαταστατικές, το δε κόμμα σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου ενάγεται με το όνομά του και όχι με τα ονόματα των μελών του συλλογικού οργάνου του κόμματος που έλαβαν την επίδικη απόφαση προσωπικά. Τόσο ο Ν.20
(1)/2011όσο και η απόφαση του κ. Χατζηχαμπή στην Κιττής ετέθησαν ενώπιόν μου από τον κ. Πολυβίου και δεν ευσταθεί κατά συνέπεια ο ισχυρισμός των καθ΄ ων η αίτηση στην παράγραφο 7 της ένστασης ότι ο Νόμος ετέθη μεν ενώπιόν μου κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου για έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς στις 11.7.2011, αλλά δήθεν με παραπλανητικό τρόπο, ενώ η Κιττής (που έπαυσε να αποτελεί μετά τη ψήφιση του Νόμου δεσμευτικό δίκαιο ως προς τη νομική εκπροσώπηση των κομμάτων) δήθεν, δεν ετέθη ενώπιόν μου καθόλου. Περαιτέρω οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων, δεν υπήρχε κατεπείγον όπως προβλέπει το άρθρο 9
(1)* [2]του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για να εκδώσει δραστικής φύσεως προστακτικά διατάγματα το Δικαστήριο με μονομερή αίτηση και χωρίς να ακούσει την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση. Επιπλέον ο αιτητής εκ του λόγου και μόνο ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με όχι καθαρά χέρια τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να παύσουν να εξακολουθούν να ισχύουν. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να διασαφηνίσω ότι τα εκδοθέντα διατάγματα δεν είναι προστακτικά, διαφωνώ με την ένσταση (παράγραφος 5) των καθ΄ ων η αίτηση ότι προστακτικά διατάγματα εκδίδονται μόνο με αιτήσεις διά κλήσεως, όπως εισηγείται ο κ. Μ. Κυπριανού στην αγόρευσή του (συμφωνώ μόνο ότι οποιασδήποτε φύσεως διατάγματα εκδίδονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις). Επίσης διαφωνώ με τη θέση (παράγραφος 10 της ένστασης) των καθ΄ ων η αίτηση ότι ο αιτητής χρησιμοποίησε το Δικαστήριο «καταχρηστικά και για σκοπούς εντυπωσιασμού». Το δικαίωμα του κάθε πολίτη να προσφεύγει στο Δικαστήριο είναι αναπαλλοτρίωτο και αδιαπραγμάτευτο. Πραγματικά ο αιτητής κράτησε πολύ χαμηλούς τόνους στην επί πολιτικών θεμάτων διαφωνία που προέκυψε και δεν προέβηκε σε ενέργειες εντυπωσιασμού όπως του καταλογίζεται. Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων έχουν επανειλημμένα τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχής γενομένης από την υπόθεση Οδυσσέως ν. Πιερής
(1982)1 CLR 557 και είναι: (α) ο αιτητής να έχει αιτία αγωγής με την έννοια της συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, (β) ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) να είναι αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον με την έννοια ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη ο αιτητής σε περίπτωση μη ικανοποίησης του αιτήματός του (βλέπε επίσης ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 225 και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1 ΑΑΔ). Αφού το Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 προτού αποφασίσει την εξακολούθηση ή μη της ισχύος ενός εκδοθέντος διατάγματος θα πρέπει να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Ουσιαστικά να εξετάσει το όφελος που θα προσπορισθεί ο αιτητής σε αντιδιαστολή με τη ζημιά που θα υποστεί ο καθ΄ ου η αίτηση από την έκδοσή του ή τη διατήρηση της ισχύος του (βλ. ΚΟΤ και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου (ανωτέρω)). (α) Συζητήσιμο θέμα (arguable case) - πιθανότητα επιτυχίας Με την αποδοχή της αλλαγής της νομικής εκπροσώπησης των κομμάτων που επέφερε ο νέος Ν.20(Ι)/2011όπως επίσης και τη δημοκρατική εσωτερική δομή και λειτουργία των κομμάτων και την απόφαση στην Κιττής (ανωτέρω) η οποία καθιέρωσε ότι όλα τα μέλη του κόμματος οφείλουν σεβασμό στις καταστατικές πρόνοιες που είναι δεσμευτικές και σε περίπτωση παρέκκλισης έχουν δικαίωμα να ενάγουν το κόμμα ζητώντας αποκατάσταση, διατάγματα και αποζημιώσεις, θεωρώ ότι ο αιτητής στην παρούσα υπόθεση έχει αποσείσει το βάρος της απόδειξης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Η απόφαση διαγραφής του αιτητή με τον τρόπο που αυτή ελήφθη χωρίς δηλαδή αυτός να παραπεμφθεί ενώπιον της πειθαρχικής επιτροπής δυνάμει των προνοιών του άρθρου 62 του καταστατικού του κόμματος δημιουργεί δικαιώματα έγερσης αγωγής εναντίον του κόμματος τα οποία εδράζονται στις δεσμευτικές συμβατικές υποχρεώσεις των μελών έναντι αλλήλων και του κόμματος έναντι των μελών του που δημιουργεί το καταστατικό του κόμματος αλλά και οι πρόνοιες του άρθρου 3 του Ν.21(Ι)/2011 που επιβάλλουν την τήρηση δημοκρατικών διαδικασιών στην εσωτερική δομή και λειτουργία των κομμάτων, και που επίσης επιβάλλουν συμμόρφωση με τους νόμους και το Σύνταγμα όσον αφορά τις δραστηριότητες των κομμάτων, που κατά τα άλλα είναι ελεύθερες. Στην προκειμένη περίπτωση στον αιτητή δεν κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε απόφαση οποιουδήποτε συλλογικού οργάνου του κόμματος ότι παρέβη οποιοδήποτε άρθρο του καταστατικού για να κληθεί αυτός σε απολογία σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Καμιά απόφαση για διαγραφή του αιτητή δεν κοινοποιήθηκε σε αυτόν. Η γνώση της διαγραφής του προήλθε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η πάγια θέση των καθ΄ ων η αίτηση και πριν και μετά την έγερση της αγωγής, στην ένσταση είναι ουσιαστικά ότι τα Δικαστήρια είναι αναρμόδια να επιλαμβάνονται θεμάτων που άπτονται της εσωτερικής δομής και λειτουργίας των κομμάτων αγνοώντας τις ρητές πρόνοιες του πρόσφατα ψηφισθέντος και δημοσιευθέντος Ν.20(Ι)/
  2. (β) Ανεπανόρθωτη βλάβη - ισοζύγιο της ευχέρειας - επείγον Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960 είναι απόλυτα συνυφασμένη και συνδεδεμένη με την εξέταση από το Δικαστήριο παράλληλα και του ισοζυγίου της ευχέρειας με την έννοια της εξέτασης της ζημιάς που θα υποστεί το ένα μέρος σε αντιδιαστολή με το όφελος που θα προκύψει στο άλλο μέρος από την εξακολούθηση ή μη της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων. Η θέση του αιτητή είναι ότι θα πρέπει να διατηρηθεί το status quo, ουσιαστικά να παραμείνουν τα πράγματα ως είχαν προ της διαγραφής του με τη διατήρηση της ισχύος των δύο εκδοθέντων διαταγμάτων γιατί σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να απωλέσει τυχόν κενωθείσα βουλευτική έδρα στην επαρχία Λευκωσίας και/ή να προκύψουν δικαιώματα και αχρείαστη αντιπαράθεση με το πρόσωπο που θα καταλάβει τη θέση του αναπληρωτή προέδρου του ΔΗ.ΚΟ το οποίο επίσης κινδυνεύει να μείνει ακέφαλο σε περίπτωση απουσίας του προέδρου εφόσον έχει διαγραφεί ο αναπληρωτής πρόεδρος του κόμματος. Η θέση των καθ΄ ων η αίτηση όπως εκφράζεται στην ένσταση είναι ότι σε περίπτωση διατήρησης της ισχύος του διατάγματος «θα δημιουργηθεί τεράστιο πρόβλημα στην εύρυθμη λειτουργία του κόμματος» (βλ. παράγραφος 11 της ένστασης και 12(α) της ένορκης δήλωσης του κ. Κωνσταντίνου). Η θέση αυτή των καθ΄ ων η αίτηση είναι γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη. Δεν επεξηγείται στο Δικαστήριο γιατί η διατήρηση του διατάγματος θα επηρεάσει την «εύρυθμη λειτουργία του κόμματος». Από την κορυφή της ηγετικής πυραμίδας του κόμματος αποπέμφθηκε με συνοπτικές αντικαταταστατικές διαδικασίες ο δεύτερος τη τάξη αξιωματούχος, αναπληρωτής πρόεδρός του, στον οποίο στερήθηκε το δικαίωμα να είναι μέλος του κόμματος και αυτοδικαίως απώλεσε τη θέση του αναπληρωτή προέδρου, θέση στην οποίαν εξελέγη σε εκλογική συνέλευση των μελών του κόμματος και σύμφωνα με τις καταστατικές πρόνοιες. Ο αιτητής διεγράφη από μέλος του ΔΗ.ΚΟ. Η διαγραφή αυτή είχε αλυσιδωτές συνέπειες την απώλεια της θέσης του αναπληρωτή προέδρου και θα μπορούσε να έχει περισσότερες προεκτάσεις εάν γίνει αποδεκτή η θέση των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση ότι τέτοιου είδους αποφάσεις εσωτερικής δομής και λειτουργίας των κομμάτων δεν ελέγχονται από τα Δικαστήρια. Κατά την ταπεινή μου άποψη ακριβώς αυτό εσκοπούσε η ψήφιση του νέου Νόμου (Ν.20(Ι)/2011)να επιβάλει στα κόμματα. Να τηρούν τις δημοκρατικές διαδικασίες όσον αφορά την εσωτερική δομή και λειτουργία τους εφόσον αυτά θα επιχορηγούνται από το κράτος. Ουσιαστικά από τα μέλη τους. Η καθιέρωση δημοκρατικών διαδικασιών στην εσωτερική δομή της λειτουργίας των κομμάτων και ο δικαστικός έλεγχος με τη νομική εκπροσώπηση των κομμάτων σκοπούσε στο να νοικοκυρέψει τα ίδια τα κόμματα. Η απόφαση στην Κιττής (ανωτέρω) επιβάλλει σεβασμό των κομμάτων και των μελών τους στις δεσμευτικές πρόνοιες του καταταστατικού τους. Είναι αδιανόητο ένα δημοκρατικό κόμμα να μην τηρεί δημοκρατικές διαδικασίες, στη λειτουργία του και στην εσωτερική δομή του. Η βλάβη την οποία θα υποστεί ο αιτητής σε περίπτωση μη διατήρησης της ισχύος των διαταγμάτων είναι ή μπορεί να είναι ανεπανόρθωτη με την έννοια ότι μπορεί όπως ανέφερα πιο πάνω να απολέσει κενωθείσα βουλευτική έδρα ή να απολέσει τη θέση του αναπληρωτή προέδρου η οποία θα μπορούσε να πληρωθεί από το κόμμα δημιουργώντας έτσι νέα κατάσταση πραγμάτων και δικαιώματα στο διάδοχό του στη θέση αυτή. Η ύπαρξη του νόμου από μόνη της δημιουργεί πιθανή ορατότητα επιτυχίας της αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση αν εξακολουθήσει να ισχύει η αντικαταστατική διαγραφή του αιτητή η βλάβη που μπορεί να προκληθεί στον ίδιο μπορεί να είναι όντως ανεπανόρθωτη. Ακόμη μπορούν να προκύψουν εξελίξεις (π.χ. υπουργοποίηση εκλεγέντος βουλευτή του ΔΗ.ΚΟ ή κένωση για οποιονδήποτε λόγο καταληφθείσας βουλευτικής έδρας του ΔΗ.ΚΟ στη Λευκωσία) οι οποίες μπορεί να μην τροχιοδρομούνται και/ή να μην ελέγχονται από τους καθ΄ ων η αίτηση με σοβαρές όμως προεκτάσεις για τον αιτητή. Δεν είναι ούτε και εξειδικεύεται στην καταχωρηθείσα ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση η βλάβη που αυτοί θα υποστούν εάν εξακολουθήσουν να ισχύουν τα διατάγματα του Δικαστηρίου. Η απλή αναφορά ότι αυτά θα επηρεάσουν την εύρυθμη λειτουργία του κόμματος, επαναλαμβάνω ότι αποτελεί μια γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη θέση. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της αποδοχής της θέσης του αιτητή όσον αφορά την εξακολούθηση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων. Έχω συμπεριλάβει στην ενότητα αυτή το θέμα του κατεπείγοντος της έκδοσης των διαταγμάτων με μονομερή αίτηση και χωρίς η άλλη πλευρά να έχει το δικαίωμα να ακουστεί, γιατί θεωρώ ότι είναι συνυφασμένο με την ανεπανόρθωτη βλάβη και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Αντιπαρέρχομαι την εισήγηση του κ. Κυπριανού προς το Δικαστήριο η οποία βεβαίως δεν αναφέρεται και δεν εξειδικεύεται στους λόγους ένστασης, ότι δηλαδή ο κ. Πολυβίου παραπλάνησε το Δικαστήριο και εξασφάλισε με μονομερή αίτηση το διάταγμα αφού δεν υπέδειξε προς το Δικαστήριο ότι στην επιστολή (Επισύναψη Ε στην αίτηση) ο κ. Μενέλαος Κυπριανού τον παρακάλεσε να τον κρατά ενήμερο και του ανέφερε την προσδοκία του προέδρου του κόμματος ότι ο αιτητής «για ένα θέμα αμιγώς πολιτικό όπως αυτό δεν θα επιχειρήσει μονομερώς να εξασφαλίσει οποιοδήποτε διάταγμα που μόνο αποτέλεσμα μπορεί να έχει τον εντυπωσιασμό και την πρόκληση περαιτέρω ζημιάς στο ΔΗ.ΚΟ». Θα συμφωνήσω απλά με τον κ. Πολυβίου ότι το αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε πολίτη να προσφεύγει στη δικαιοσύνη δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους αντιδίκους δικηγόρους, όπως επίσης δεν είναι διαπραγματεύσιμο και το δικαίωμα του κάθε πολίτη να αιτείται με μονομερή αίτηση και εφόσον ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 6 (όσον αφορά το κατεπείγον) να εξασφαλίζει διατάγματα χωρίς η άλλη πλευρά να ακουσθεί. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ελέχθησαν πολλά όσον αφορά το κατεπείγον. Ο κ. Πολυβίου ισχυρίστηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 6 γιατί ο χρόνος που διέρρευσε από τις 28.6.2011 που απαντήθηκε η δική του επιστολή από τον κ. Μενέλαο Κυπριανού και η οποία ουσιαστικά επαναλάμβανε ότι το κόμμα εμμένει στη διαγραφή, δεν παρήλθαν παρά δώδεκα μέρες για την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης για την εξασφάλιση των μονομερώς εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Αντίθετα ο κ. Κυπριανού ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής ήταν γνώστης της διαγραφής από τις 7.6.2011 «ή ακόμη από τις 30.5.2011 μετά τις δηλώσεις του οι οποίες τον έθεσαν εκτός κόμματος» και κατά συνέπεια παρήλθαν περισσότερο από ένας μήνας από την γνωστοποίηση της προς αυτόν διαγραφής για τη λήψη μέτρων κάτι που στερούσε το Δικαστήριο του δικαιώματος να επιληφθεί του αιτήματος χωρίς να ακούσει και την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση και χωρίς να υπάρχει δικαιολόγηση της καθυστέρησης εκ μέρους του αιτητή. Στην υπόθεση Γεώργιος Χριστοδούλου ν. ANTONIOUS M.F.M. VRAETS
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1475, στις σελ. 1480 - 1481 αναφέρεται: «Ο τρίτος λόγος έφεσης ισχυρίζεται ότι κακώς εξεδόθη αρχικά το διάταγμα ex parte καθ΄ ότι δεν καταδεικνύετο το κατεπείγον της ανάγκης έκδοση του. Αναλύεται δε και αιτιολογείται κατά το ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία και η παράβαση της έγιναν το 1989 ενώ η αγωγή και η αίτηση για προσωρινό διάταγμα κατεχωρήθησαν το 1997, ώστε να υπήρχε υπέρμετρη καθυστέρηση λήψης δικαστικών μέτρων που καταδείκνυε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το κατεπείγον στην έκδοση του διατάγματος. Συναφής είναι και ο τέταρτος λόγος έφεσης ότι κακώς θεωρήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο εφεσίβλητος ενήργησε άμεσα μόλις πληροφορήθηκε για τους εν λόγω λογαριασμούς του εφεσείοντα αφού ο κρίσιμος χρόνος ήταν το 1989. Δεν διαπιστώνουμε έρεισμα στις εισηγήσεις αυτές. Το άρθρο 9
(1)του Κεφαλαίου 6 όντως έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επείγοντος ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte (ίδε: Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ, ανωτέρω, RESOLA (CYPRUS) LTD ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598). Όπως παρετηρήθη δε από τον Πική, Π., στην υπόθεση RESOLA, ανωτέρω, στη σελ. 7: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του. (In Re Stavros Hotel Appartments Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 836. In Re B.P. CYPRUS LTD.
(1996)1 A.A.Δ. 861), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του ΚΕφ. 6. Στην Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί»». Κατά συνέπεια ο χρόνος του κατεπείγοντος σύμφωνα με την πιο πάνω αυθεντία (Χριστοδούλου) προσμετρά από τη λήψη γνώσης εκ μέρους του αιτητή για την απόφαση την οποία προσβάλλει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρώ ότι η γνώση του αιτητή προήλθε από την επιστολή ημερ. 28.6.2011 ο δε χρόνος που διέρρευσε μέχρι τη λήψη μέτρων για την έκδοση διαταγμάτων δεν συνιστά κατά την ταπεινή μου γνώμη υπέρμετρη καθυστέρηση που θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να διατάξει την επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά, γιατί αυτή - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση - δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ικανοποιούσε το κριτήριο του κατεπείγοντος. Η παρούσα αγωγή είναι η πρώτη του είδους της. Γίνεται δυνάμει ενός νόμου πολύ πρόσφατα ψηφισθέντος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Έχει αλλάξει τη νομική εκπροσώπηση και επέβαλε δημοκρατικές διαδικασίες στην εσωτερική λειτουργία των κομμάτων. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι ο χρόνος των δώδεκα ημερών για τη μελέτη, την ετοιμασία και την καταχώρησή της δεν είναι υπερβολικός. Ακόμη όμως ένας λόγος συνηγορεί κατά την άποψή μου στην αποδοχή της αίτησης χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αφού αυτή ήταν όντως κατεπειγούσης φύσεως. Στο άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 αναφέρεται ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς όφελος του αιτητή ο οποίος επιδιώκει την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος ασκείται όπου καταδεικνύεται το επείγον «ή συντρέχουν ειδικές περιστάσεις». Στην προκειμένη περίπτωση κατά την άποψή μου υπήρχαν «ειδικές περιστάσεις». Ήταν δυνατό σε περίπτωση διαταγής επίδοσης της αίτησης για να ακουστεί η άλλη πλευρά και του χρόνου που εχρειάζετο για να καταστεί δυνατή μια τέτοια επίδοση όπως επίσης και του χρόνου καταχώρησης ένστασης και τελικά ακρόασης της αίτησης να προέκυπταν γεγονότα (και μάλιστα γεγονότα ανεξάρτητα της βούλησης των καθ΄ ων η αίτηση) τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτητή την οποία επεδίωκε να αποφύγει με τη μονομερή αίτησή του. Ο αιτητής ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι υπήρχε κατεπείγον και θα έπρεπε το Δικαστήριο να επιληφθεί άμεσα του αιτήματός του χωρίς να ακούσει την άλλη πλευρά. Παραμένει να σχολιάσω τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι ο αιτητής δεν προέβη ως όφειλε ενώπιον του Δικαστηρίου σε πλήρη αποκάλυψη όλων των στοιχείων που ήταν στη γνώση του ή με εύλογη έρευνα θα μπορούσε να γνωρίζει και ως εκ τούτου εφόσον δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο δεν δικαιούται σε οποιανδήποτε θεραπεία (σχετικές είναι οι παράγραφοι 8 και 9 της ένστασης όπως επίσης και οι παράγραφοι 5 κα 9 της ένορκης δήλωσης του κ. Α. Κωνσταντίνου). Οι καθ΄ ων η αίτηση ουσιαστικά ισχυρίζονται ερμηνεύοντας τις δηλώσεις που ο αιτητής έκανε στις 30.5.2011 ότι αυτές εστρέφοντο εναντίον του προέδρου του κόμματος, ότι δεν στήριζε την προσπάθεια ανάληψης της προεδρίας της Βουλής από τον ίδιο και ότι υποκινούσε ή ενθάρρυνε βουλευτή του ΔΗ.ΚΟ (τον κ. Ζ. Κουλία) να μη ψηφίσει τον πρόεδρο του κόμματος στη διαδικασία που επέκειτο για εκλογή προέδρου της Βουλής. Του αποδίδεται επίσης ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται να ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου παραπονούμενος για παράβαση του καταστατικού του ΔΗ.ΚΟ αφού ο ίδιος πρώτος και με κραυγαλέο τρόπο παραβίασε τα άρθρα 62
(4)(β) και 62
(4)(γ) του καταστατικού που αναφέρονται σε συμπεριφορά μέλους που μειώνει το ηθικό κύρος και θίγει την αξιοπρέπεια του κόμματος καθώς και συμπεριφορά μέλους αντίθετη με τις αποφάσεις του κόμματος. Κατά την ακροαματική διαδικασία μάλιστα και χωρίς να συμπεριλαμβάνεται στην ένσταση, του αποδόθηκε ότι παρέβη επίσης το άρθρο 58
(6)του καταστατικού του κόμματος που διαλαμβάνει τις υποχρεώσεις των μελών όπως επίσης και το άρθρο 63
(2)του καταστατικού που ρητά αναφέρει «σε περίπτωση που ο πρόεδρος του κόμματος είναι μέλος της Βουλής τότε είναι ο υποψήφιος του κόμματος στην εκλογή ανάδειξης προέδρου της Βουλής». Αρκεί να πω ότι ο αιτητής έθεσε ενώπιόν μου τις δηλώσεις του τις οποίες βεβαίως στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν θα σχολιάσω, το καταστατικό του κόμματος, την ανταλλαγείσα αλληλογραφία όπως επίσης και δημοσιεύματα του κόμματος και του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων τα οποία περιήλθαν εις την αντίληψή ή τη γνώση του. Διερωτούμαι τι άλλο θα μπορούσε να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου το οποίο ήταν ουσιώδες και το οποίο παρέλειψε εσκεμμένα, το οποίο εγνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει με εύλογη έρευνα, και το οποίο θα άλλαζε την κρίση του Δικαστηρίου για έκδοση των διαταγμάτων σε περίπτωση που ετίθετο υπόψη μου. Το Δικαστήριο δεν ενδιαφέρεται και ούτε θα εξετάσει τους λόγους διαγραφής που πιθανόν να υπήρχαν, και δικαιολογούν την απόφαση διαγραφής. Θα εξετάσει όμως τον τρόπο διαγραφής που άπτεται των αντιδημοκρατικών και αντικαταστατικών διαδικασιών που ακολουθήθηκαν κατά παράβαση του Ν.20(Ι)/
  1. Όλα όσα ελέχθησαν από τους δικηγόρους των καθ΄ ων η αίτηση και τα οποία κατά τους ίδιους αφήνουν έκθετο τον αιτητή ότι δήθεν δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αποτελούν δικές τους εκ των υστέρων επινοήσεις παραβάσεων συγκεκριμένων άρθρων του καταστατικού του κόμματος κατόπιν ερμηνείας των δηλώσεών του ημερ. 30.5.2011 ενώ είναι παραδεκτό ότι η απόφαση διαγραφής ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 62 του καταστατικού του κόμματος που επιβάλλει την παραπομπή οποιουδήποτε μέλους του κόμματος, ενώπιον πρωτοβάθμιας και στη συνέχεια δευτεροβάθμιας πειθαρχικής επιτροπής για επικύρωση της οποιασδήποτε απόφασής της, που επιβάλλει οποιανδήποτε από πολλές προβλεπόμενες ποινές ανάλογα με τη σοβαρότητα του παραπτώματος. Η απόφαση διαγραφής ελήφθη από αναρμόδιο συλλογικό όργανο (εκτελεστικό γραφείο και μέλη κοινοβουλευτικής ομάδας) χωρίς να τηρηθούν οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και χωρίς ο αιτητής να ακουστεί. Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει πλήρης έλλειψη σεβασμού στις πρόνοιες του καταστατικού του κόμματος το οποίο παραβιάστηκε βάναυσα όπως επίσης παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Ο αιτητής δεν ενημερώθηκε, δεν δικάστηκε, δεν απολογήθηκε αλλά με συνοπτικές διαδικασίες διεγράφη τυγχάνοντας μιας εξευτελιστικής μεταχείρισης από το ίδιο του το κόμμα για ότι κατ΄ ισχυρισμόν ερμηνεύεται ότι εσήμαιναν αυτά που ανέφερε στη δήλωσή του ημερ. 30.5.
  2. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, στη σελ. 266 ο (τότε) Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο κ. Στυλιανίδης αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα αλλά και εκείνα που μπορούσε με εύλογη έρευνα να ανακαλύψει ο αιτητής . Όλα όσα οι καθ΄ ων η αίτηση διατείνονται ότι ο αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο εκτός του ότι δεν αποτελούν ουσιώδη γεγονότα που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου συνιστούν δική τους ερμηνεία των δηλώσεων του αιτητή για να αποδώσουν άλλου είδους ευθύνες σ΄ αυτόν. Η ουσία όμως μένει. Η διαγραφή του αιτητή είναι αντικαταστατική και κατά συνέπεια παράνομη. Το Δικαστήριο δεν ενδιαφέρει γιατί ο αιτητής διεγράφη. Το Δικαστήριο ενδιαφέρει πως ο αιτητής διεγράφη. Θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία που αναφέρεται στο καταστατικό γιατί αυτό επιβάλλουν οι δημοκρατικές διαδικασίες εσωτερικής δομής και λειτουργίες ενός πολιτικού κόμματος όπως προνοεί το άρθρο 3 του Ν.20(Ι)/2011. Προτού ολοκληρώσω θα πρέπει να σχολιάσω την προσπάθεια που έγινε από τους δικηγόρους των καθ΄ ων η αίτηση (κ. Α. Δημητριάδη και κ. Ν. Γεωργιάδη) να ισχυρισθούν ενώπιόν μου ότι το ΔΗ.ΚΟ δεν είναι κόμμα με την έννοια ότι ο Νόμος (Ν.20(Ι)/2011)δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας μόλις στις 25.2.2011 και έδιδε προθεσμία τριών μηνών για εγγραφή των κομμάτων στο Μητρώο. Χρειάζονταν σύμφωνα με τους συνηγόρους που εμφανίστηκαν για το ΔΗ.ΚΟ κάποιες έστω τυπικές προϋποθέσεις που δεν τηρήθηκαν για να θεωρούνται οι καθ΄ ων η αίτηση «κόμμα», εν τη έννοια του νόμου. Κατά συνέπεια οι οποιεσδήποτε αποφάσεις των συλλογικών οργάνων του κόμματος (που ελήφθησαν τέλος Μαΐου αρχές Ιουνίου 2011) εφόσον ελήφθησαν από «μη συγκροτημένο σώμα» (unincorporated body) δεν υπόκεινται στις πρόνοιες του νέου Νόμου (Ν.20(Ι)/2011), και δη σε δικαστικό έλεγχο, εφόσον δεν ενάγονται τα μέλη του εκτελεστικού γραφείου του κόμματος προσωπικά. Η θέση αυτή εκτός του ότι είναι εκτός των λόγων ένστασης είναι μια θέση εντελώς αυθαίρετη εκτός αν οι νόμοι που τα ίδια τα κοινοβουλευτικά κόμματα ψηφίζουν, θεωρούν ότι δεν πρέπει να εφαρμόζονται για τα ίδια και/ή το κάθε κόμμα μπορεί να επικαλείται την νομική προσωπικότητά του οπότε αποκομίζει όφελος (π.χ. για κρατική χορηγία - χρηματοδότηση) και να την αποποιείται οπότε καλείται να συμμορφώνεται στους δικούς του εσωτερικούς κανονισμούς, που αποτελούν δεσμευτική σύμβαση, ή στους νόμους που επιβάλλουν σεβασμό στις δημοκρατικές διαδικασίες όσον αφορά την εσωτερική δομή και λειτουργία τους. Αγνοούν επίσης οι συνήγοροι των καθ΄ ων η αίτηση τις πρόνοιες του άρθρου 3
(3)*[3] του Ν.20(Ι)/2011 ο οποίος αναφέρει ότι τα κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα εγγράφονται στο μητρώο αυτοδικαίως χωρίς την υποβολή αίτησης εγγραφής. Το ΔΗ.ΚΟ ήταν κοινοβουλευτικό κόμμα και προς λήψη της χρηματοδότησης - χορηγίας απαιτείτο μόνο να υποβάλει στον Έφορο (Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών) το καταστατικό του πράγμα που προφανώς έπραξε για να συμπεριληφθεί ως «κόμμα» στα ψηφοδέλτια για τις βουλευτικές εκλογές της 22ας Μαΐου 2011. Θα πρέπει επίσης να πω ότι δεν ισχύουν στην Κύπρο όσα ισχύουν στην Ελλάδα ή στην Αγγλία (clubs) και αφορούν την εσωτερική δομή και λειτουργία των κομμάτων μετά τη ψήφιση του νέου νόμου (Ν.20(Ι)/2011)στα οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του ΔΗ.ΚΟ κ.κ. Μ. Κυπριανού και Γεωργιάδης. Ως εκ των ανωτέρω τα διατάγματα οριστικοποιούνται. Θα παραμένουν σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας είναι εις βάρος των καθ΄ ων η αίτηση και προς όφελος του αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)........................................ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ *3
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου
(3), κάθε πολιτικό κόμμα εγγράφεται στο Μητρώο, ύστερα από υποβολή στον Έφορο του καταστατικού του και σχετικής αίτησης εγγραφής του. Η δημιουργία και η άσκηση της δραστηριότητας πολιτικού κόμματος είναι ελεύθερη, αλλά αυτή πρέπει να ασκείται μέσα στα πλαίσια του σεβασμού του Συντάγματος και της νομοθεσίας, η δε εσωτερική δομή και λειτουργία του οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
(9)Κάθε πολιτικό κόμμα, κατά τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου, έχει δικαίωμα να ενάγει, όπως επίσης και να ενάγεται στο όνομά του, ως ξεχωριστή νομική προσωπικότητα που εκπροσωπεί όλα τα μέλη του. [2] 9
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. [3] *3
(3)Πολιτικά κόμματα τα οποία κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι κοινοβουλευτικά κόμματα, εγγράφονται στο Μητρώο αυτοδικαίως χωρίς την υποβολή της δυνάμει του εδαφίου
(1)αίτησης εγγραφής, με την υποβολή στον Έφορο του καταστατικού τους, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.