← Κύπρος

MARIOS ADAMIDES INVESTMENTS LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4652/11, 29 Ιουλίου, 2011

MARIOS ADAMIDES INVESTMENTS LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4652/11, 29 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A334 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4652/11 Μεταξύ: MARIOS ADAMIDES INVESTMENTS LTD Ενάγουσα και

  1. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ 2.ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ (ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ) Εναγόμενοι --------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 1.7.2011 για έκδοση προσωρινού διατάγματος 29 Ιουλίου,
  2. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Μ. Αδαμίδης (αποκλειστικά υπό την ιδιότητα του εξουσιοδοτημένου αξιωματούχου). Για Εναγόμενο 1- Καθ' ου η αίτηση 1: κ. Κ. Βελάρης. Για Εναγόμενο 2- Καθ΄ ου η αίτηση 2: Καμία εμφάνιση. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Έχοντας ως αιτίες αγωγής τον δόλο, τη συμπαιγνία, τη συνωμοσία, την παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων και "σχετικών νόμων και κανονισμών του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224", οι οποίες συγκεκριμενοποιούνται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η ενάγουσα (εφεξής η αιτήτρια) καταχώρησε την παρούσα Αίτηση και πέτυχε μονομερώς την έκδοση του εξής διατάγματος: «Διάταγμα που απαγορεύει στον εναγόμενο 1 από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και καθοιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το ακίνητο με Αρ. Εγγραφής 01/11597 φ/Σχ. 21 1012V02, Τμ. 1, Τεμάχιο 825, Μερ. 1/27 που βρίσκεται στην Οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στον Στρόβολο, Χρυσελεούσα που είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής». Η Αίτηση θεμελιώνεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, και 9 και 32, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, Θ 1 και στα άρθρα 28, 61 και 75 του Κεφ.
  3. Τα γεγονότα που αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Αδαμίδη. Κατά τους εκτεθέντες ισχυρισμούς του κ. Αδαμίδη, ο καθ΄ ου η αίτηση 1 με δόλιο και συνωμοτικό τρόπο και κατά παράβαση του νόμου, προχώρησε σε διαδικασία πώλησης και πλειστηριασμού μεριδίου γης της αιτήτριας εταιρείας χωρίς να της δοθεί η αναγκαία προειδοποίηση. Τούτο το πέτυχε ο καθ΄ ου η αίτηση 1 παραπλανώντας εσκεμμένα και δόλια και με συμπαιγνία τους υπαλλήλους του καθ΄ ου η αίτηση 2, καταφέρνοντας έτσι να προωθήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού εν αγνοία της αιτήτριας. Με βάση αυτές τις ενέργειες διενεργήθηκε πράγματι πλειστηριασμός στις 8.3.2011 και ο καθ΄ ου η αίτηση 1 ως συνιδιοκτήτης, αγόρασε το μερίδιο της αιτήτριας στην επιφυλαχθείσα τιμή. Στις 3.6.2011 με την έγκριση του καθ΄ ου η αίτηση 2, το μερίδιο ενεγράφη επ΄ ονόματι του καθ΄ ου η αίτηση
  4. Το όλο ακίνητο, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος, προτίθεται να το πωλήσει και ή εκποιήσει και ή μεταβιβάσει σε τρίτους ο καθ΄ ου η αίτηση 1, με αποτέλεσμα αν συμβεί κάτι τέτοιο, η αιτήτρια να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Ευθύς μετά την επίδοση της Αίτησης και του εκδοθέντος διατάγματος ο καθ' ου η αίτηση 1 αντέδρασε, καταχωρώντας στις 7.7.2011 Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (εφεξής η Ένσταση). Σ' αυτή προβάλλονται οι εξής 8 ειδικοί λόγοι ένστασης: «
  5. Η αίτηση δεν είναι συναρτημένη με οποιαδήποτε βάση αγωγής καθ΄ όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 ούτε και είναι συνακόλουθη με οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα (cause of action).
  6. Η αίτηση και τα γεγονότα που την υποστηρίζουν δεν ικανοποιούν τις αρχές και προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων μονομερώς. Ειδικότερα η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει: (α) Καλή βάση αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας. (γ) Ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν θα μπορούσε μεταγενέστερα να αποκατασταθεί σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος. (δ) Ότι ήταν δίκαιο ή εύλογο να εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.
  7. Η αίτηση δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων που να δικαιολογούσε την έκδοση του διατάγματος μονομερώς.
  8. Η αιτήτρια παρεπλάνησε το Δικαστήριο με αναληθείς και/ή αβάσιμους ισχυρισμούς και/ή με συγκάλυψη της ουσίας.
  9. Η αιτήτρια απέκρυψε και/ή δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση και θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του.
  10. Η αιτήτρια δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  11. Η αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη και εμφορείται από αλλότρια κίνητρα στοχεύουσα σε εξασφάλιση οφέλους ή κέρδους στα οποία η Αιτήτρια δεν δικαιούται νόμιμα.
  12. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας». Η Ένσταση εδράζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρα 2, 29, 31 και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, και 9, στις αρχές της επιείκειας όπως τυγχάνουν εφαρμογής σύμφωνα με τον Περί Δικαστηρίων Νόμο και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ΄ ου η αίτηση 1 Ανδρέα Αντωνιάδη. Ο κ. Αντωνιάδης, αφού απορρίπτει τους κύριους ισχυρισμούς της αιτήτριας, προβαίνει σε ιστορική αναδρομή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του όλου ακινήτου για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι από μέρους του, όλα έγιναν νομότυπα και κανονικά. Συγκεκριμένα, ανέθεσε σε αρμόδιο πρόσωπο (πρώην ανώτερο υπάλληλο του κτηματολογίου) να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες με βάση το Νόμο για να πωληθεί το μερίδιο της αιτήτριας με δημόσιο πλειστηριασμό, έτσι και έγινε. Αν στην πορεία των πραγμάτων, έγινε κάποιο λάθος και η αιτήτρια δεν έλαβε την ειδοποίηση του κτηματολογίου για τον πλειστηριασμό, αυτό δεν οφείλεται σε εσκεμμένη ενέργεια του ιδίου, αλλά σε σφάλμα του ταχυδρομείου ή στο γεγονός ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε για παραλαβή της ειδοποίησης. Εν πάση περιπτώσει και να μην έλαβε την ειδοποίηση, ο καθορισθείς πλειστηριασμός, κατόπιν οδηγιών του κτηματολογίου, δημοσιεύθηκε και σε εφημερίδες και συνάγεται ως εκ τούτου ότι η αιτήτρια έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού. Με βάση τη διαδικασία έλαβε χώρα κανονικά ο πλειστηριασμός και ως ο μοναδικός πλειοδότης αγόρασε το μερίδιο της αιτήτριας στην επιφυλαχθείσα τιμή. Κατέβαλε κανονικά το τίμημα και εκδόθηκε επ΄ ονόματι του ο σχετικός τίτλος. Ως εκ των ανωτέρω και ειδικά για τους λόγους που αναφέρονται στο σώμα της Ένστασης, το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Κατά την ακροαματική διαδικασία κλήθηκαν για αντεξέταση αμφότεροι οι ενόρκως δηλούντες. Ο κ. Αδαμίδης κατά τη δική του αντεξέταση, διευκρίνισε μεταξύ άλλων, ότι, ο καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι πρώτος του εξάδελφος και μαζί μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά όπου βρίσκεται και το επίμαχο ακίνητο. Παλαιότερα οι σχέσεις τους ήταν καλές αλλά περί το 2000 διασαλεύτηκαν. Το όλο ακίνητο αρχικά κληρονομήθηκε από τη μητέρα του, τη μητέρα του καθ΄ ου η αίτηση 1 καθώς και από μερικούς άλλους. Ο καθ΄ ου η αίτηση 1 στην πορεία του χρόνου κατάφερε να αποκτήσει τα 26/27 του ακινήτου και ο ίδιος το 1/27 (που όταν αγοράστηκε ήταν το 1/30). Το μερίδιο που ο ίδιος αγόρασε το απέκτησε το 2000 από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη κάποιο κ. Παπάμιχαηλ. Το μερίδιο αυτό το μεταβίβασε ο κ. Παπάμιχαηλ σε εταιρεία και στη συνέχεια η αιτήτρια αγόρασε τις μετοχές αυτής της εταιρείας. Με τον τρόπο αυτό δεν χρειάστηκε να δοθεί ειδοποίηση για την αγορά προς τους άλλους συνιδιοκτήτες του ακινήτου. Η τότε τιμή αγοράς του μεριδίου ήταν ΛΚ8.
  13. Σε σχέση με την επίμαχη πώληση με πλειστηριασμό, επανέλαβε ότι ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση ή γνώση ενώ απ΄ ότι έμαθε η επιφυλαχθείσα τιμή του όλου ακινήτου καθορίστηκε σε €745.000,
  14. Η πραγματική αξία είναι υψηλότερη, αλλά ο ίδιος δεν είναι εκτιμητής για να μπορεί να την προσδιορίσει με ακρίβεια, ούτε και την αξία του δικού του μεριδίου είναι σε θέση να προσδιορίσει. Ερωτηθείς για την κλίμακα της αγωγής (€2000-€10000), ανέφερε ότι αυτή η κλίμακα επελέγη "διότι θέλει να ακυρωθεί η πράξη". Ο κ. Αντωνιάδης στη δική του αντεξέταση επανέλαβε ότι προ του πλειστηριασμού ήταν ιδιοκτήτης των 26/27 του ακινήτου και η αιτήτρια του 1/
  15. Πιστεύει ακράδαντα ότι από μέρους του ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία. Αρχικά το ταχυδρομείο τους επιβεβαίωσε ότι η ειδοποίηση είχε παραληφθεί από την αιτήτρια. Μετά από ενάμιση χρόνο ανακάλεσε αυτή την επιβεβαίωση, αλλά τούτο δεν αποτελεί ευθύνη του ιδίου. Μετά το πέρας της αντεξέτασης του κ. Αντωνιάδη δόθηκε ο λόγος στις δύο πλευρές, οι οποίες με διαμετρικά αντίθετη θεώρηση των γεγονότων και των εφαρμοστέων νομικών αρχών επιχειρηματολόγησαν υπέρ της διατήρησης σε ισχύ και ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος αντίστοιχα. Από πλευράς Δικαστηρίου, η πρώτη μου επισήμανση η οποία είναι και καθοριστική ως προς την έκβαση της Αίτησης, είναι πως απουσιάζει από τη νομική πτυχή της Αίτησης το κύριο και ουσιαστικό δικαιοδοτικό πλαίσιο έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων που δεν είναι άλλο από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και όχι του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 ως εσφαλμένα αναφέρεται στην Αίτηση. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ορθή αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί απαράβατο όρο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Στην υπόθεση Kouppa and Another v. Vassiliades

(1981)1 J.S.C. 120 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to may comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.
  1. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: «Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
  2. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος δια την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς.» Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Μαχλουζαρίδη ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 (απ' όπου και η μετάφραση), Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998), 1 Α.Α.Δ.736, Κουλέρμος ν. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743. Στην υπόθεση Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, 1151 υποδείχθηκαν τα εξής: «Ενδιάμεσες αιτήσεις που εδράζονται στις πρόνοιες της Δ.48 πρέπει απαρέγκλιτα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις στις οποίες βασίζονται (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης, Πολιτική Έφεση αρ. 7684, ημερ. 21.11.90). Η υποχρέωση αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στη Δ.48 θ.2, ισχύει, εκτός όπου γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, στους δικονομικούς θεσμούς.» Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται πως δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε εκδοθεί το διάταγμα αφού η υπό συζήτηση Αίτηση στερείται εγκυρότητας. Για αυτό και μόνο το λόγο, το διάταγμα θα πρέπει έστω και σ' αυτό το αργοπορημένο στάδιο, απαρέγκλιτα να ακυρωθεί. Αν και η κατάληξη αυτή σφραγίζει την τύχη της Αίτησης, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να την εξετάσω επί της ουσίας, ωσάν να μη υπήρχε η πιο πάνω παράλειψη. Ως προανέφερα το κύριο και ουσιαστικό δικαιοδοτικό πλαίσιο έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Κεφ.6. Η ερμηνεία του εν λόγω άρθρου αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Μακρυγιώργου κ.α
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 605, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Inter Depol Ltd v. Papavasiliou Ltd
(1984)1 Α.Α.Δ. 769, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ' Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152 Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Πουργουρίδη κ.α ν. Μεζού κ.α
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225 και Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M Vraets.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475). Από την πιο πάνω νομολογία προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 είναι οι ακόλουθες:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτό απαιτεί απλώς την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία.
  2. Πιθανότητα επιτυχίας. Βάσει αυτής της προϋπόθεσης ο αιτητής δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στη δίκη. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα (in substance and reality). Σ' αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς βέβαια να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ Ενάγοντος.
  3. Αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Τούτο όμως δεν είναι απόλυτα ακριβές αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας αποφασίζει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως, Θεωρή (ανωτέρω) και Κουνουνά v. C & A SIMONS LTD
(2002)1 Α.Α.Δ 1361). Στη Χ'Βασίλη (ανωτέρω) τονίστηκε χαρακτηριστικά ότι "τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ". Από την άλλη βέβαια η ευρύτητα της διατύπωσης του άρθρου 32, επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α, Κυπριανού κ.α v. Lasala κ.α, King Mazax Lines Ltd κ.α v. Lasala κ.α
(2007)1 Α.Α.Δ. 162 (Ολ.). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του. Δεν καταλήγει σε τελικά, πραγματικά ή νομικά συμπεράσματα (Jonitexo Ltd και Χριστοφόρου κ.α ανωτέρω) και γενικά αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Για να αποδειχθούν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειαστεί με σκοπό να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Τα θέματα που άπτονται της αγωγής θα πρέπει να παραμένουν ανοικτά μέχρι τέλους (βλ. Beogradska B.D. ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω την άποψη ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να υπερπηδήσει τον πήχη της πρώτης προϋπόθεσης, πόσο μάλλον της δεύτερης που είναι κατά πολύ υψηλότερος. Ως προκύπτει γενικά από το κλητήριο ένταλμα και ειδικά από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, βασική θέση της αιτήτριας που αποτελεί και την κύρια αιτία αγωγής της είναι ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 ενήργησε με δόλιο και συνωμοτικό τρόπο και/ή σε συμπαιγνία με υπαλλήλους του καθ' ου η αίτηση 2 και κατάφερε έτσι να πετύχει την πώληση του μεριδίου της αιτήτριας χωρίς προηγουμένως να της δοθεί ειδοποίηση. Δεν θα καταπιαστώ με τα επιμέρους συστατικά αυτών των αδικημάτων, παρά μόνο θα επισημάνω, ότι, εξ αυτών το πλέον αναγνωρισμένο στο πλαίσιο του αστικού δικαίου της Κύπρου είναι η αδικοπραξία της απάτης (ή του δόλου). Η απάτη διέπεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 το οποίο στον βαθμό που ενδιαφέρει προβλέπει τα εξής: "Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, η χωρίς πίστη για το αληθές αυτής η απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθές η ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του Ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενήργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά." Χρήσιμες επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Pyrgas v. Stavridou
(1969)1 C.L.R. 332, Loizou and another v. Iosif and another
(1975)9 J.S.C. 1387 και Kyprianou & Apeyitos Travel Agency Co. Ltd v. ARACYP Ltd
(1984)2 J.S.C.
  1. Το αστικό αυτό αδίκημα αποδεικνύεται πολύ δύσκολα. Για να πετύχει αγωγή έχοντας μια τέτοια βάση, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος προέβη στη ψευδή παράσταση με συγκεκριμένο σκοπό και στόχο να εξαπατήσει τον ενάγοντα και με πρόθεση όπως ο ενάγοντας ενεργήσει βάσει της παράστασης. Επιπλέον ο ενάγοντας θα πρέπει όντως να εξαπατήθηκε. Να ενήργησε δηλαδή στηριζόμενος στην απάτη και εξαιτίας αυτής να υπέστη ζημιά. Υπάρχει δηλαδή μια αλυσίδα συστατικών στοιχείων που θα πρέπει να συνυπάρχουν για να γίνει επιτυχής επίκληση της απάτης. Δεν είναι αρκετό ο εναγόμενος, γενικά στις δοσοληψίες του, να ενεργούσε με απατηλό τρόπο. Θα πρέπει η απάτη να απευθυνόταν προς τον ενάγοντα. Ομοίως δεν είναι αρκετό, αντικειμενικά ερμηνευμένες, οι ενέργειες του εναγόμενου να συνιστούν απάτη, θα πρέπει κιόλας να εξαπατήθηκε έμπρακτα και ο ενάγοντας από την απάτη. Εδώ σε καμία περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει έστω και το ενδεχόμενο να συντελέστηκαν τα πιο πάνω. Στην καλύτερη περίπτωση για την αιτήτρια η μαρτυρία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν έλαβε την αρχική ειδοποίηση του κτηματολογίου για τον δρομολογούμενο πλειστηριασμό. Τούτο όμως δεν οφείλεται σε κάποια εσκεμμένη πράξη ή παράλειψη του καθ' ου η αίτηση
  2. Αντίθετα ο καθ' ου η αίτηση 1 εξ αρχής ακολούθησε τη νενομισμένη διαδικασία. Πέραν τούτου όμως, προτού προχωρήσει ο πλειστηριασμός, πήρε και διαβεβαίωση από το ταχυδρομείο ότι η ειδοποίηση είχε όντως επιδοθεί στην αιτήτρια (τεκμήριο 8 στην Ένσταση). Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η ειδοποίηση αυτή είναι το προϊόν δόλου, συνωμοσίας ή συμπαιγνίας με εμπλοκή κιόλας του καθ' ου η αίτηση
  3. Στην πορεία προέκυψε ότι το ταχυδρομείο έκαμε λάθος σε σχέση με την επίδοση και επιχείρησε να αποκαταστήσει τα πράγματα με την επιστολή (τεκμήριο 9 στην Ένσταση). Τούτο όμως έγινε μετά από ενάμιση χρόνο και αφού ο πλειστηριασμός είχε προ πολλού πραγματοποιηθεί και το επίμαχο μερίδιο εγγραφεί επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση
  4. Με άλλα λόγια το λάθος φαίνεται να ήταν αποκλειστικά του ταχυδρομείου. Δεν δικαιολογείται με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα, έστω και προκαταρκτικό ή εκ πρώτης όψεως. Πέραν των πιο πάνω η αιτήτρια συνεχώς επικαλείτο τις πρόνοιες του άρθρου 28 του Κεφ.
  5. Το άρθρο αυτό στον βαθμό που ενδιαφέρει προβλέπει τα εξής: «28-
(1)Όταν ακίνητη ιδιοκτησία κατέχεται κατ΄ εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες αλλά δεν δύναται να γίνει κανένας διαχωρισμός χωρίς παράβαση των διατάξεων του άρθρου 27, οποιοσδήποτε συγκύριος δύναται να ζητήσει από το Διευθυντή πιστοποιητικό ότι ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας είναι αδύνατος λόγω των προαναφερόμενων διατάξεων, και αφού ο συγκύριος αυτός εφοδιαστεί με το πιστοποιητικό αυτό, δύναται να επιδώσει ειδοποίηση στους άλλους συγκύριους στην Κύπρο μαζί με αντίγραφο του πιστοποιητικού αυτού πληροφορώντας αυτούς ότι, εκτός αν εντός τριάντα ημερών από την επίδοση δυνηθούν να συμφωνήσουν σε διευθέτηση με την οποία η ιδιοκτησία θα εκχωρηθεί σε ένα πρόσωπο, αυτός θα ζητήσει από το Διευθυντή να θέσει την ιδιοκτησία προς πώληση με πλειστηριασμό∙ και ο Διευθυντής, με την απόδειξη της επίδοσης και αφού ικανοποιηθεί ότι δεν συμφωνήθηκε καμία διευθέτηση όπως προνοείται πιο πάνω, δύναται, κατά τη διακριτική του εξουσία και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ειδοποίηση και ανεξάρτητα της απουσίας από την Κύπρο οποιουδήποτε συγκύριου να προχωρήσει στην πώληση της ιδιοκτησίας με πλειστηριασμό, και να διανέμει το προϊόν, αφού αφαιρέσει τις δαπάνες της πώλησης αυτής, μεταξύ των προσώπων που δικαιούνται σε αυτό σύμφωνα με τα αντίστοιχα δικαιώματα αυτών πάνω στην ιδιοκτησία: Νοείται ότι όταν, λόγω της αξίας της ιδιοκτησίας ή του αριθμού των συγκυριών ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, φαίνεται στο Διευθυντή ότι η επίδοση της ειδοποίησης και αντιγράφου του πιστοποιητικού όπως προαναφέρθηκε στους άλλους συγκύριους στην Κύπρο δύναται να παραλειφθεί, αντί αυτών δύναται να δημοσιευτεί με δαπάνη οποιουδήποτε από τους συγκύριους, ειδοποίηση προς τους άλλους συγκύριους σε τέτοιο τύπο και σε τέτοια εφημερίδα ή εφημερίδες ως ο Διευθυντής ήθελε απαιτήσει και η ημερομηνία της δημοσίευσης στην εφημερίδα ή στην τελευταία από τις εφημερίδες, ανάλογα με την περίπτωση, θεωρείται ότι είναι η ημερομηνία της επίδοσης της ειδοποίησης για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού». Αναλύοντας τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι η προσωπική επίδοση της ειδοποίησης δεν είναι πάντοτε απαραίτητη για να προχωρήσει η διαδικασία. Ο Διευθυντής του κτηματολογίου διατηρεί την ευχέρεια αντ' αυτής να ζητήσει όπως γίνει δημοσίευση. Εδώ, χωρίς να εξετάζω την ορθότητα ή ευρύτερη νομιμότητα των ενεργειών του κτηματολογίου, προκύπτει ότι, σε ότι αφορά τουλάχιστον το σκέλος του πλειστηριασμού, ζητήθηκε όντως η δημοσίευση σε δύο κυριακάτικες εφημερίδες (τεκμήριο 6α στην Ένσταση) και πράγματι έγιναν αυτές οι δημοσιεύσεις (τεκμήρια 6γi και 6γii στην Ένσταση). Από το γεγονός τούτο ανακύπτουν δύο σημαντικά στοιχεία, πρώτον, ότι μεγιστοποιήθηκε η προσπάθεια και η πιθανότητα να λάβει γνώση η αιτήτρια της δρομολογούμενης διαδικασίας και δεύτερον μειώθηκε δραστικά το όποιο ενδεχόμενο ο καθ' ου η αίτηση 1 να επιχειρούσε να προχωρήσει τη διαδικασία εν κρυπτώ. Εν όψει των πιο πάνω, διαφαίνεται τώρα με απόλυτη σαφήνεια ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει τις πρώτες δύο προϋποθέσεις για την διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. Παρέλκει επομένως η ενδελεχής εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης (βλ. Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Ωστόσο εφόσον έχει αναπτυχθεί επιχειρηματολογία από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση 1 επί της προϋπόθεσης αυτής, αξίζει πιστεύω να γίνουν κάποια σύντομα σχόλια. Η προϋπόθεση αυτή συναρτάται με το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης ή ακύρωσης του διατάγματος. Ως σωστά έχει επισημανθεί από τον κ. Βελάρη δεν αρκεί κανείς να διακηρύττει ανεπανόρθωτη ζημιά θα πρέπει κιόλας να τη συγκεκριμενοποιεί και στο βαθμό που είναι δυνατό να προσκομίζει και σχετική μαρτυρία (βλ. Papapetrou Brothers Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 741). Στην εδώ περίπτωση το μόνο που υπάρχει είναι μια γενικόλογη διακήρυξη ανεπανόρθωτης ζημιάς στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Απ' εκεί και πέρα δεν δόθηκε καμία επί τούτου λεπτομέρεια και δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας. Αντίθετα όλα τα στοιχεία τείνουν να καταδείξουν πως κάλλιστα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη και σε μεταγενέστερο στάδιο. Θέμα αφερεγγυότητας του καθ' ου η αίτηση 1 δεν υπάρχει. Δεν αμφισβητήθηκε πως ο καθ'ου η αίτηση 1 είναι σε θέση να καλύψει οικονομικά απαίτηση μέχρι και το μέγιστο ποσό της επιλεγείσας κλίμακας της αγωγής. Περαιτέρω δεν υπάρχουν στοιχεία για την πραγματική αξία του ακινήτου για να διαφανεί αν υπήρξε μεμπτή απόκλιση από την αξία αυτή και την επιφυλαχθείσα τιμή. Αντίθετα η θέση του καθ' ου η αίτηση 1 ότι η επιφυλαχθείσα τιμή υπερβαίνει τη σημερινή αξία του μεριδίου δεν αμφισβητήθηκε. Απ' εκεί και πέρα αναγνωρίζεται το αναφαίρετο δικαίωμα στην ιδιοκτησία το οποίο είναι και συνταγματικό. Θα αναμενόταν όμως από την αιτήτρια να καταδείξει τουλάχιστον ότι οι λόγοι που επιθυμεί να διατηρήσει την κυριότητα του μεριδίου είναι εύλογοι και γνήσιοι και όχι απλώς παρεμποδιστικοί της ανάπτυξης του όλου ακινήτου ή εκδικητικοί λόγω των διασαλευμένων σχέσεων με τον καθ' ου η αίτηση 1. Παράλληλα δεν εξηγήθηκε πως είναι δυνατό, έτσι κι αλλιώς, να αποφευχθεί η πώληση ενόψει των υπαρχουσών προνοιών του άρθρου 28 του Κεφ.224. Στη βάση όλων των πιο πάνω το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 1.7.2011 ακυρώνεται και η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας και θα εγκριθούν συνακόλουθα από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση 1 και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ) .............................. Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.