← Κύπρος

Λουκία Κωνσταντίνου ν. Χρυστάλλα Σωτηρίου Παντελή, Αρ. Αγωγής: 2194/06, 2 Αυγούστου 2011

Λουκία Κωνσταντίνου ν. Χρυστάλλα Σωτηρίου Παντελή, Αρ. Αγωγής: 2194/06, 2 Αυγούστου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A338 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2194/06 Μεταξύ: Λουκία Κωνσταντίνου Ενάγουσα και Χρυστάλλα Σωτηρίου Παντελή Εναγομένη . . . . . . Ημερομηνία: 2 Αυγούστου 2011 Εμφανίσεις Για την ενάγουσα: κ. Μ. Κιτρομιλίδης. Για την εναγομένη: κ. Μ. Χριστοφόρου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα ζητεί ειδικές και γενικές αποζημιώσεις συνέπεια τραυμάτων που υπέστη σε τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στις 5.4.2004 ως πεζή που διασταύρωνε το δρόμο επί της οδού Αγίας Ελένης στη Λευκωσία. Η υπεράσπιση παραδέχθηκε ότι η ενάγουσα πλήρωσε το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων σε ιατρούς αλλά κάλεσε την ενάγουσα να αποδείξει ότι αυτά τα έξοδα ήταν αναγκαία για την αποκατάσταση της και ότι ήταν ιατρικά έξοδα που προέκυψαν συνέπεια τραυμάτων του δυστυχήματος. Οι διάδικοι συμφώνησαν ότι στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η εναγομένη είχε πλήρη ευθύνη για το δυστύχημα το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που θα αποδοθεί στην ενάγουσα είναι το ποσό των 20,000 ευρώ. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καταγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως ισχυρισμός της ενάγουσας είναι ότι η εναγομένη οδηγούσε το όχημα ΑBF 982 αμελώς με αποτέλεσμα να κτυπήσει την πεζή ενάγουσα που εκείνη την ώρα διασταύρωνε το δρόμο. Αναλυτική κατάσταση των ειδικών ζημιών της ενάγουσας καταγράφεται λεπτομερώς στην παράγραφο 4.Γ της Έκθεσης Απαιτήσεως. Οι ειδικές ζημιές που έχουν καταγραφεί τεκμηριώνονται με αποδείξεις και ιατρικά πιστοποιητικά που έχουν καταχωρηθεί ως τεκμήρια 2-1 μέχρι 2-

  1. Η ενάγουσα έδωσε μαρτυρία και αφηγήθηκε με λεπτομέρεια πώς συνέβηκε το δυστύχημα. Εξήγησε ότι κατά μήκος του δρόμου που επρόκειτο να διασταυρώσει υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα δίπλα στο πεζοδρόμιο. Η συγκεκριμένη οδός είναι μονής κατεύθυνσης. Κατέβηκε προσεκτικά από το πεζοδρόμιο και έλεγξε προς την κατεύθυνση μονής κυκλοφορίας προτού επιχειρήσει να διασταυρώσει. Η ενάγουσα μόλις πρόβαλε το πάνω μέρος του σώματος στην άκρη σταθμευμένου οχήματος για να ελέγξει την κίνηση. Εκείνη την στιγμή είδε το όχημα που οδηγούσε η εναγομένη να έρχεται απότομα και με μεγάλη ταχύτητα ξυστά με τη σειρά σταθμευμένων οχημάτων. Η ενάγουσα προσπάθησε να αποφύγει το όχημα, έβαλε τα χέρια της στο καπό του διερχόμενου οχήματος με αποτέλεσμα να εκσφενδονιστεί στον αέρα. Η ενάγουσα εξήγησε αναλυτικά τις μετέπειτα εξελίξεις και ειδικά πώς και γιατί υποβλήθηκε σε τόσες εξετάσεις και επισκέφθηκε τόσους ιατρούς πολλών ειδικοτήτων. Εξήγησε πώς μετά από επτά έτη έχει μόνιμη ζημιά στο δεξί της πόδι. Επτά χρόνια μετά αναγκάζεται να ξαπλώνει στο κρεβάτι μόνο από την αριστερή πλευρά καθότι πίεση στο δεξί γλουτό προκαλεί πόνο και μούδιασμα στο δεξί πόδι. Εξήγησε λεπτομερώς πώς τα προσωρινά τραύματα και η μόνιμη ζημιά στο πόδι έχει επηρεάσει την ποιότητα της ζωής της ενάγουσας. Κατά την αντεξέταση μου δημιουργήθηκαν κάποια ερωτήματα σε σχέση με τον τρόπο που επισυνέβη το δυστύχημα. Η θέση της ενάγουσας ήταν ότι το όχημα αυτό πέρασε ξυστά με μεγάλη ταχύτητα δίπλα από τα σταθμευμένα οχήματα. Όμως η ενάγουσα ομολόγησε ότι ουδέποτε είδε το όχημα που οδηγούσε η εναγομένη να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα αλλά το συμπέραινε ως γεγονός λόγω του κτυπήματος που δέχθηκε. Επίσης φάνηκε από την αντεξέταση ότι το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου είχε ήδη περάσει όταν τα χέρια της ενάγουσας ήρθαν σε επαφή με το όχημα. Από τα λεγόμενα της ενάγουσας προκύπτει ότι πρέπει να ξεπρόβαλε έστω και λίγο από το ύψος του σταθμευμένου οχήματος διαφορετικά δεν θα συνέβαινε το δυστύχημα. Αφού το όχημα που οδηγούσε η εναγομένη πέρασε παράλληλα με το σταθμευμένο όχημα χωρίς να συγκρουστεί μαζί του μπορώ να συμπεραίνω ότι και η ενάγουσα αν βρισκόταν ακριβώς στο ύψος του οχήματος θα ήταν ασφαλής. Επίσης ήταν θέση της ενάγουσας όταν εάν δεν έβαζε τα χέρια της μπροστά της για να προφυλάξει τον εαυτό της το όχημα θα ερχόταν σε επαφή με το σώμα της και θα συμπαρασύρετο με το όχημα. Επομένως τα χέρια της λογικά την βοήθησαν να σπρωχθεί προς τα πίσω για να μετριασθεί η δύναμη της σύγκρουσης. Όμως με βάση αυτή την εκδοχή είναι παράξενο ότι τα χέρια της που ήρθαν σε άμεση επαφή με το όχημα που κινείτο δεν τραυματίσθηκαν καθόλου. Ο Νευρολόγος Θεόδωρος Κυριακίδης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Έχω πεισθεί ότι ενήργησε μεθοδικά και επιστημονικά για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Η μαρτυρία του είναι χρήσιμη επειδή διαπίστωσε ότι η ενάγουσα πράγματι έπασχε από το απιοειδές σύνδρομο στο γλουτό παρά το γεγονός ότι άλλες συνηθισμένες εξετάσεις, όπως το MRI, δεν ήταν ικανοποιητικές για να εξιχνιάσουν την ύπαρξη παθολογικής πάθησης. Εξήγησε ότι υπάρχουν εξειδικευμένες μαγνητικές τομογραφίες που είναι τώρα διαθέσιμες στο εξωτερικό για τη διάγνωση της συγκεκριμένης πάθησης και που πιθανόν να επιβεβαίωναν τα ευρήματα του. Όμως αυτή η μέθοδος είναι νέα, δεν υπάρχει ακόμη στην Κύπρο και η κλινική διαπίστωση της συγκεκριμένης πάθησης από νευρολόγο θεωρείται ακόμη αποδεκτή μέθοδος διάγνωσης αυτού του συγκεκριμένου και σπάνιου προβλήματος. Τα κλινικά του ευρήματα μετά από εξέταση επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα της ενάγουσας σε σχέση με τις ενοχλήσεις που του περιέγραψε. Το συγκεκριμένο σύνδρομο έχει ειδικά χαρακτηριστικά που δεν θα μπορούσε να ξέρει η ενάγουσα ως πρόσωπο μη ειδικό, εντούτοις του περιέγραψε αυτά τα ειδικά χαρακτηριστικά όταν ρωτήθηκε για τις ενοχλήσεις της. Ενόψει της μαρτυρίας του ΜΕ2 απορρίπτω το ενδεχόμενο η συγκεκριμένη πάθηση να είναι το αποκύημα της φαντασίας της ενάγουσας. Η ενάγουσα πράγματι υποφέρει και ταλαιπωρείται από το συγκεκριμένο πρόβλημα. Η μαρτυρία του ΜΕ2 όμως δεν μπορεί να συνδέσει την πάθηση της ενάγουσας με το τροχαίο δυστύχημα επειδή την εξέτασε για πρώτη φορά το
  2. Εναπόκειται στην αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας για να φανεί κατά πόσο η ενάγουσα έχει κατορθώσει να αποδείξει ότι το ιατρικό της πρόβλημα είναι αποτέλεσμα του δυστυχήματος. Λίγα είναι τα σημεία σύγκλισης των εκδοχών των διαδίκων για το πώς συνέβηκε το δυστύχημα. Το μόνο πράγμα για το οποίο συμφωνούν οι δύο γυναίκες είναι την πορεία της ενάγουσας πεζής. Οι δυο συμφωνούν ότι η ενάγουσα επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο από δεξιά μέχρι αριστερά ως η πορεία της εναγομένης και ότι η ενάγουσα εισήλθε στο δρόμο από το πεζοδρόμιο μπροστά από σταθμευμένο όχημα. Επομένως, και οι δύο είχαν ως ένα βαθμό φυσικό εμπόδιο στην ορατότητα. Η εναγομένη εξήγησε ότι η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή, το ένα αυτοκίνητο να είναι πίσω του άλλου κατά μήκος της οδού. Εξαιτίας της πυκνής κίνησης η ταχύτητα της ήταν πολύ μικρή περίπου 10 χλμ. Είπε ότι είδε την ενάγουσα να διασταυρώνει το δρόμο σε απόσταση περίπου 1½ μέτρου από την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου. Η ενάγουσα είχε προβάλει εν μέσω σταθμευμένων οχημάτων. Ο βηματισμός της ενάγουσας ήταν γρήγορος και αντιλήφθηκε ότι έβλεπε μπροστά της χωρίς να αντιληφθεί την εναγομένη ή χωρίς να αντιληφθεί ότι το όχημα της εναγομένης ήταν σε κίνηση. Είδε την ενάγουσα να την πλησιάζει και πάτησε φρένο. Πρόλαβε και σταμάτησε αλλά η ενάγουσα συνέχισε την πορεία της με αποτέλεσμα να ακουμπήσει στο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου στο αριστερό φτερό πάνω από το σημείο του μπροστινού αριστερού τροχού. Θεωρώ ότι η εναγομένη 1 είπε την αλήθεια για την ταχύτητα της. Η τελική θέση του οχήματος της είναι στο σημείο σύγκρουσης. (Βλ. τεκμήριο 8). Αυτό σημαίνει ότι η εναγομένη λέγει την αλήθεια ότι πάτησε φρένο και σταμάτησε μόλις αντιλήφθηκε την ενάγουσα. Δεν θα μπορούσε να σταματήσει τόσο εύκολα εάν η ταχύτητα της ήταν αυξημένη. Η ενάγουσα ακούμπησε το όχημα και μετά έκατσε κάτω στο δρόμο με την λεκάνη. Εκείνο το οποίο με προβλημάτισε ήταν ο τρόπος που η εναγομένη υποβάθμισε τη σοβαρότητα του δυστυχήματος. Το δυστύχημα ήταν αρκετά σοβαρό ώστε να προσελκύσει πλήθος κόσμου στην περιοχή. Κάποιος κάλεσε ασθενοφόρο προφανώς διότι η κατάσταση της ενάγουσας το απαιτούσε. Η εναγομένη αντεξετάσθηκε επί μακρώ και σε κάθε μέρος της μαρτυρίας και ήταν σε θέση σε γενικές γραμμές να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής της. Εκείνο το οποίο με προβλημάτισε είναι ο επιπόλαιος τρόπος με τον οποίο έχει αντιμετωπίσει το όλο επεισόδιο είτε επειδή θεωρεί ότι η ενάγουσα αδικαιολόγητα έχει εγείρει την αγωγή εναντίον της είτε επειδή θέλει να υποβαθμίσει το δικό της ρόλο στην πρόκληση του δυστυχήματος. Δέχομαι ότι το δυστύχημα δεν θα μπορούσε να συμβεί με τον τρόπο που εισηγείται η ενάγουσα εάν αυτή ήταν περισσότερο προσεκτική όταν διασταύρωνε το δρόμο. Όμως δύσκολα μπορώ πιστέψω και να αποδεχθώ ότι η ενάγουσα ως πεζή συγκρούστηκε από μόνη της στο σταματημένο όχημα της εναγομένης. Για λόγους που δεν είναι γνωστοί στο Δικαστήριο ο φάκελος της αστυνομίας που αφορούσε το δυστύχημα καταστράφηκε και έτσι ο ΜΥ2 παρά τις προσπάθειες του δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τα ακριβή γεγονότα που περιβάλλουν την πρόκληση του δυστυχήματος. Θεωρώ ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό να μην θυμάται πολλά γεγονότα που αφορούν το δυστύχημα. Όμως τον θεωρώ αντικειμενικό μάρτυρα. Στο βαθμό που μπορούσε προσπάθησε να θυμηθεί τα γεγονότα. Κάποια πράγματα μπορούσε να τα θυμηθεί. Ήταν σε θέση να θυμηθεί ότι όταν πήγε στο δυστύχημα μαζί με την εναγομένη ήταν και μικρό παιδί. Αυτό το γεγονός δεν έχει σημασία για τα επίδικα ζητήματα της αγωγής, είναι γεγονός ουδέτερο αφού και η εναγομένη ανέφερε ότι μαζί της είχε και κάποιο μικρό. Αποδεικνύει όμως ότι ο μάρτυρας αυτός έχει κάποια μνήμη του δυστυχήματος και ότι κατέβαλε προσπάθεια να βοηθήσει όσο μπορούσε. Επιβεβαίωσε ότι η τελική θέση του οχήματος ήταν το πολύ 30 εκατοστά από το σημείο σύγκρουσης. Την τελική θέση την διαπίστωσε ο ίδιος όταν μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος. Του υποβλήθηκε η θέση ότι το σημείο σύγκρουσης πρέπει να το υπέδειξε μόνο η εναγομένη. Ο ΜΥ2 απάντησε ότι δεν είναι δυνατόν να ετοίμασε σχέδιο με σημείο σύγκρουσης με το οποίο να διαφωνούσε ο ένας εκ των δύο οδηγών. Μόνο στην περίπτωση που μεροληπτούσε υπέρ ενός των διαδίκων θα έκανε κάτι τέτοιο. Δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Εξάλλου το τεκμήριο 8 υποδείχθηκε και στην εναγομένη για να τοποθετηθεί και ουδέποτε της υποβλήθηκε στην αντεξέταση ότι το σημείο σύγκρουσης που εμφαίνεται στο τεκμήριο 8 είναι λανθασμένο ή κατασκευασμένο. Ούτε η ενάγουσα ανέφερε στην κατάθεση της ότι ο αστυνομικός απέδωσε σημείο σύγκρουσης παρά τις αντιρρήσεις της. Επομένως αποδέχομαι ως ορθό το σημείο σύγκρουσης επί του τεκμηρίου
  3. Η τοποθεσία του σημείου σύγκρουσης επιβεβαιώνει την εκδοχή της εναγομένης ότι η ενάγουσα είχε διανύσει κάποια απόσταση εντός του δρόμου μετά την λωρίδα σταθμευμένων οχημάτων στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Επίσης δείχνει ότι η ταχύτητα της εναγομένης δεν μπορεί να ήταν μεγάλη αφού ήταν σε θέση να σταματήσει αμέσως. Επίσης από την τελική θέση του οχήματος προκύπτει ότι ήταν κανονικά επί της πορείας της και όχι ξυστά ή με κλίση προς τα σταθμευμένα οχήματα ως εισηγήθηκε η ενάγουσα. Η ύπαρξη κυρτωμάτων κατά μήκος του δρόμου κάνει λιγότερο πιθανόν ότι η εναγομένη έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ως και επίσης είναι λιγότερο πιθανόν να έτρεχε με τέτοια ταχύτητα με ανήλικο παιδί στο όχημα, όμως η αξία αυτών των αποδεικτικών στοιχείων είναι περιορισμένη διότι το λιγότερο πιθανόν δεν με βοηθά να καταλήξω σε θετικά συμπεράσματα σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα. Προτιμώ να βασισθώ σε γεγονότα που οδηγούν με περισσότερη ακρίβεια σε συμπεράσματα για την οδική συμπεριφορά της εναγομένης, όπως επί παραδείγματι την τελική θέση του οχήματος όπως αυτό απεικονίζεται στο σχέδιο της αστυνομίας. Η εκδοχή της ενάγουσας δεν μπορεί να ευσταθεί για αρκετούς λόγους.
  4. Ήταν θέση της ότι δεν είχε προβάλει από τα σταθμευμένα οχήματα και την κτύπησε το όχημα της εναγομένης διότι αυτό ήρθε ξυστά και με κλίση. Το όχημα της εναγομένης το βρήκε ο αστυνομικός στην τελική του θέση και αυτός ανέφερε ότι βρισκόταν κανονικά επί του δρόμου ως η πορεία του. Επομένως, αυτός ο ισχυρισμός απορρίπτεται.
  5. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενη έτρεχε δεν στοιχειοθετείται από κάποια μαρτυρία. Η ενάγουσα παραδέχθηκε ότι ουδέποτε είδε το όχημα της εναγομένης. Ούτε υπάρχει άλλη πραγματική μαρτυρία που να υποστηρίζει τέτοιο εύρημα. Αντιθέτως, η πραγματική μαρτυρία, ήτοι η τελική θέση του οχήματος φαίνεται να τεκμηριώνει την εκδοχή της εναγομένης ότι δεν έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα. Επίσης επιβεβαιώνει την εκδοχή της εναγομένης ότι μόλις αντιλήφθηκε την ενάγουσα πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου και σταμάτησε το αυτοκίνητο της.
  6. Η ενάγουσα ουδέποτε είδε το όχημα της εναγομένης να έρχεται ενώ η εναγομένη είδε την ενάγουσα σε απόσταση 1½ μέτρου και πάτησε τα φρένα της. Αυτό σημαίνει ότι η ενάγουσα θα έπρεπε να είχε δει την εναγομένη εάν επεδείκνυε την δέουσα προσοχή στο δρόμο. Η εναγομένη βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το σημείο σύγκρουσης όταν η ενάγουσα επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο. Δεν είναι δυνατόν να μην ήταν ορατό το διερχόμενο όχημα της εναγομένης.
  7. Δεν είναι δυνατόν η σύγκρουση να έγινε εν μέσω των σταθμευμένων οχημάτων διαφορετικά η εναγομένη θα είχε συγκρουστεί και με αυτά. Η ενάγουσα κατέθεσε δικό της σχέδιο του δυστυχήματος. Το δικό της σχέδιο δείχνει το σημείο σύγκρουσης να είναι στην μπροστινή αριστερή γωνία του οχήματος. Το αυτοκίνητο, όπως έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω, βρισκόταν κανονικά στην πορεία του επομένως, δεν είναι δυνατόν η ενάγουσα να βρισκόταν εν μέσω των αυτοκινήτων όταν επισυνέβη το δυστύχημα . Είχε ήδη διανύσει κάποια απόσταση στο δρόμο.
  8. Η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι με την σύγκρουση πετάχτηκε σε ύψος 1.50 μέτρα στον αέρα. Όμως η θέση της ήταν ότι μόνο τα χέρια της ήλθαν σε επαφή με το διερχόμενο αυτοκίνητο. Δεν είναι κατανοητό πώς θα μπορούσε ολόκληρο της το σώμα να τιναχθεί στον αέρα αφού μόνο τα χέρια της ήλθαν σε επαφή με το όχημα. Είναι φανερό ότι το δυστύχημα δεν θα συνέβαινε εάν η ενάγουσα είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα υπό τις περιστάσεις. Άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο χωρίς να ελέγξει ότι μπορούσε να το κάνει με ασφάλεια. Εάν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα υπό τις περιστάσεις θα αντιλαμβανόταν ότι υπήρχε διερχόμενο όχημα σε πολύ κοντινή απόσταση. Η μαρτυρία της εναγομένης είναι λογική και συνάδει με τη μόνη πραγματική μαρτυρία στην υπόθεση, ήτοι την τελική θέση του οχήματος. Αποδέχομαι την μαρτυρία της εναγόμενης αν και όπως ανέφερα και πριν αντιμετωπίζω με κάποια επιφύλαξη τον ισχυρισμό της ότι η ενάγουσα κτύπησε πάνω στο όχημα ενώ αυτό ήταν σταματημένο. Θεωρώ ότι η συγκεκριμένη έκφραση είναι ατυχής υπό την έννοια ότι ήθελε να τονίσει ότι έκανε ότι μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση και δεν σημαίνει κατ΄ανάγκη ότι η ενάγουσα ήλθε και συγκρούστηκε με το όχημα. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν είναι καθοριστικός για την αξιοπιστία της εναγόμενης διότι πρόσεξα τον αυθόρμητο τρόπο με τον οποίο εκφράζεται με αποτέλεσμα κάποτε να υπερβάλλει στους χαρακτηρισμούς της στην προσπάθεια της να τονίσει συγκεκριμένο γεγονός. Αποδέχομαι την εκδοχή της εναγομένης ότι η ταχύτητα της ήταν χαμηλή και ότι βρισκόταν σε πυκνή κίνηση. Επίσης, αποδέχομαι την μαρτυρία της ότι αντιλήφθηκε την ενάγουσα σε κοντινή απόσταση περίπου 1½ μέτρο. Δέχομαι επίσης ότι πάτησε φρένα και προσπάθησε να αποφύγει το δυστύχημα. Η ενάγουσα μόλις είχε προλάβει να εισέλθει εντός του δρόμου. Η απόσταση που είχε διανύσει μέσα στο δρόμο ήταν αμελητέα το πολύ 1.50 μέτρο. Τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης είναι παρόμοια με τα γεγονότα στην υπόθεση Νικολάου ν Λούκα 1 ΑΑΔ 91

(1985). Σε εκείνη την υπόθεση η πεζή είχε βρεθεί κατά 70% συνυπεύθυνη για τα τραύματα που υπέστη όταν εισήλθε εντός του δρόμου εν μέσω σταθμευμένων οχημάτων χωρίς να ελέγξει το δρόμο ικανοποιητικά. Σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο με βάση την ολότητα της μαρτυρίας που είχε τεθεί ενώπιον του ήταν σε θέση να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η πεζή δεν ήταν δυνατόν να μην είχε αντιληφθεί το διερχόμενο όχημα εάν είχε ελέγξει το δρόμο ικανοποιητικά. Εξήγησε ότι δεν επρόκειτο να προβεί σε μαθηματικούς υπολογισμούς για να διαπιστώσει ακριβώς πού ήταν η πεζή όταν την αντιλήφθηκε ο εναγόμενος για πρώτη φορά. Μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους της πεζής διότι με βάση την ολότητα της μαρτυρίας προέκυπτε ότι η πεζή θα πρέπει να είχε δει το διερχόμενο πολύ πιο πριν από το σημείο σύγκρουσης. Ο λόγος που βρέθηκε ο εναγόμενος 30% υπόλογος για το δυστύχημα είναι η παράλειψη του να πάρει αποτρεπτικά μέτρα για να αποφύγει την πεζή. Με δεδομένο ότι το δυστύχημα δεν θα μπορούσε να γίνει ενώ βρισκόταν η ενάγουσα εν μέσω σταθμευμένων οχημάτων, και με δεδομένο ότι η ενάγουσα θα πρέπει να εισήλθε εντός του δρόμου έστω και μικρή απόσταση δεν είναι δυνατόν να μην είχε αντιληφθεί το όχημα της εναγομένης έγκαιρα. Το γεγονός ότι δεν την είδε καθόλου αποδεικνύει ότι δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα υπό της περιστάσεις και έτσι είναι φανερό ότι δεν μεριμνούσε για τη δική της ασφάλεια προτού εισέλθει στο δρόμο. Η εναγομένη ανέφερε ότι είδε την ενάγουσα σε πολύ μικρή απόσταση. Η εναγομένη βρισκόταν κανονικά ως η πορεία της επομένως, αμέλεια μπορεί να διαπιστωθεί μόνο εάν η εναγομένη δεν έβλεπε την πεζή όταν αυτή είχε προβάλει εν μέσω των σταθμευμένων οχημάτων ή εάν η ενάγουσα φανέρωνε την πρόθεση να διασταυρώσει το δρόμο παρά την ύπαρξη διερχομένων οχημάτων. Με βάση την ολότητα της μαρτυρίας δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι η εναγομένη παρέλειψε να δει την ενάγουσα έγκαιρα. Από την αξιόπιστη μαρτυρία της εναγομένης προκύπτει ότι είδε την ενάγουσα σε μικρή απόσταση από το όχημα της και αμέσως έλαβε αποτρεπτικά μέτρα. Η μαρτυρία της εναγομένης επιβεβαιώνεται από την τελική θέση του οχήματος. Η τελική θέση του οχήματος αποδεικνύει ότι η εναγομένη σταμάτησε το αυτοκίνητο της μόλις μπήκε ή επρόκειτο να μπει η ενάγουσα στην πορεία της. Η ενάγουσα μόλις είχε μπει στο δρόμο επομένως, η εναγομένη δεν είχε μεγάλο περιθώριο να αντιληφθεί την ενάγουσα και να πάρει αποτρεπτικά μέτρα προηγουμένως. Η εκδοχή της ενάγουσας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, δεν γίνεται πιστευτή και επαναλαμβάνω ότι το δυστύχημα δεν θα μπορούσε να γίνει με τον τρόπο που εισηγείται η ενάγουσα. Συνεπώς, είναι αδύνατον με βάση τα πραγματικά δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι η εναγομένη υπήρξε αμελής. ΕΙΔΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ Το ζήτημα της ευθύνης συμπαρασύρει και το αποτέλεσμα της αγωγής. Όμως θεωρώ ορθό να ασχοληθώ και με το ζήτημα των ειδικών ζημιών ώστε να αποφευχθεί επί μέρους επίλυση ζητημάτων στην περίπτωση που το πιο πάνω αποτέλεσμα ανατραπεί κατ'έφεση. Οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η ενάγουσα πράγματι έκανε όλα τα ιατρικά έξοδα των αποδείξεων που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Επίδικο ζήτημα που παρέμεινε προς επίλυση είναι κατά πόσο τα εν λόγω έξοδα ήταν απαραίτητα και κατά πόσο προέκυψαν ως συνέπεια των τραυμάτων που υπέστη από το δυστύχημα. Η ενάγουσα δεν προσκόμισε καμία ιατρική μαρτυρία για να αποδείξει ότι τα ιατρικά έξοδα που έκανε οφείλονται στα τραύματα του δυστυχήματος. Παρουσίασε μόνο τον ΜΕ2 ο οποίος την εξέτασε το 2008, και ο οποίος δεν μπορούσε να συνδέσει το δυστύχημα με το σύνδρομο που περιέγραψε πέραν της γενικής διαπίστωσης ότι το σύνδρομο μπορεί να προκληθεί από πτώση στο γλουτό. Η ενάγουσα ανέφερε ότι έπασχε από τις ενοχλήσεις ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος και μετά από το δυστύχημα. Ανέφερε ότι ήταν δραστήριο άτομο πριν από το δυστύχημα. Το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Σιάμισιη (τεκμήριο 2-29) έγινε μόνο λίγους μήνες μετά το δυστύχημα. Η διάγνωση του αφορούσε ριζιτική βλάβη νευρών κάτω άκρου και υποψιάσθηκε ρωγμώδες κάταγμα πτερύγων ιερού οστού. Το δεύτερο συμπέρασμα καταρρίφθηκε αργότερα από περαιτέρω ιατρικές εξετάσεις και/ή δεν διαπιστώθηκε από οποιαδήποτε ενδεδειγμένη ιατρική εξέταση. Η θεραπεία που συνέστησε ο ιατρός ήταν φυσιοθεραπεία, ανάπαυση και αντιφλεγμονώδη αγωγή. Ανέφερε ότι δυνατόν να χρειαζόταν επανεξετάσεις κατά τη διάρκεια φυσιοθεραπείας. Όμως δεν έχω μαρτυρία ότι οι υπόλοιπες εξετάσεις έγιναν εξαιτίας φυσιοθεραπείας ή κατά την διάρκεια φυσιοθεραπείας. Η ενάγουσα παρουσίασε πέραν από 75 ιατρικά πιστοποιητικά από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, δεν είναι δυνατόν να προβώ σε θετικό συμπέρασμα ότι αυτά τα ιατρικά έξοδα ήταν αναγκαία χωρίς να τεθεί υπόψη μου το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο και ενόψει της αρχής ότι ο ενάγοντας καλείται σε αυστηρή απόδειξη των ειδικών ζημιών. Πέραν από τα αρχικά έξοδα του 2004 τα οποία αφορούν ιατρούς που εξέτασαν την ενάγουσα για τραύματα του δυστυχήματος δεν έχω μαρτυρία ή παραπεμπτικό των ιατρών του δημοσίου ή του .Δρ. Σιάμασιη που να δικαιολογούν την επίσκεψη σε άλλους ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, άλλων διαγνωστικών εξετάσεων και άλλων θεραπειών. Επομένως, η ενάγουσα έχει αποδείξει ότι μόνο αυτά τα έξοδα ήταν αναγκαία για τη διάγνωση και αποθεραπεία της σε σχέση με τραύματα που πιθανόν να έχουν προκληθεί από το δυστύχημα. Αυτά τα έξοδα αφορούν τα τεκμήρια 2.5, 2.4, 2.30, 2.24, 2.26, 2.25, 2.18, 2.17, 2.14, 2.15, 2.13, 2.29, 2.31, 2.32, 2.2, 2.1, 2.3, 2.6, 2.7, 2.8, 2.10, 2.1. Μόνο αυτά κρίνω ότι δικαιολογούνται από την υπάρχουσα μαρτυρία. Τα υπόλοιπα είναι χρονικά απομακρυσμένα από το χρόνο του δυστυχήματος και/ή ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο που να τα συνδέει με το δυστύχημα. Για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω δεν έχει αποδειχθεί η αγωγή της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.