ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΤΔ ν. C S American Heart Institute Ltd, Αγωγή Αρ. 182/05, 5.8.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A343 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 182/05 Μεταξύ: ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΤΔ Ενάγουσας - και -
- C & S American Heart Institute Ltd
- C.S.O. Heart Medical Centre Ltd
- Μαρίνου Σωτηρίου
- Χρίστου Χρίστου Εναγομένων Ημερομηνία: 5.8.2011 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Κορφιώτης Για εναγόμενους: κα Κακουλλή Α Π Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.11.1998 (στο εξής η Συμφωνία) η ενάγουσα, ως διαχειρίστρια του Απολλώνειου Ιδιωτικού Νοσοκομείου (στο εξής το Νοσοκομείο), συμφώνησε με την εναγόμενη 1 να δημιουργήσουν και λειτουργήσουν στο χώρο του Νοσοκομείου κλινική καρδιοχειρουργικών, θωρακοχειρουργικών και καρδιολογικών περιστατικών (στο εξής η Κλινική) στη βάση των όρων και των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που καταγράφτηκαν στη Συμφωνία, αναφορά στις οποίες θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια μεταξύ των διαδίκων προέκυψε διαφορά οικονομικής φύσεως, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αποστολή στις 13.12.01 επιστολής τερματισμού της Συμφωνίας εκ μέρους των δικηγόρων της ενάγουσας και τέσσερα
(4)χρόνια μετά η καταχώριση αγωγής - της παρούσας - με την οποία η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων:- Α. Διάταγμα απόδοσης λογαριασμών και στοιχείων για τους καθετηριασμούς που πραγματοποίησαν και τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά που αντιμετώπισαν για την περίοδο από 1.1.2001 μέχρι 31.1.2004, ως και τα ποσά που σχετικά είσπραξαν. Β. Απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.432.814, το οποίο όπως διατείνεται της οφείλουν οι εναγόμενοι βάσει των όρων της Συμφωνίας για ποσά που εισέπραξαν από καρδιοχειρουργικά περιστατικά και καθετηριασμούς κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου, Γ. Απόφαση για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας Δ. Δηλωτική απόφαση ότι η δοθείσα άδεια χρήσης που δόθηκε από τη Συμφωνία έχει λήξει ή τερματισθεί. Ε. Απόφαση για οποιοδήποτε ποσό προκύψει ότι οφείλουν στην ενάγουσα μετά την απόδοση λογαριασμών ως το απαιτητικό Α. ΣΤ. Νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι αντέδρασαν στην αγωγή με καταχώριση έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ό,τι επί του παρόντος ενδιαφέρει είναι ότι με την μεν υπεράσπιση ήγειραν και προδικαστική ένσταση για έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει την υπόθεση στη βάση ότι μετά τον τερματισμό ή λήξη της Συμφωνίας κατέστησαν θέσμιοι ενοικιαστές, ενώ με την ανταπαίτηση τους αξίωναν Λ.Κ.72.672,57 ως ειδικές ζημιές που υπέστησαν από μια σειρά παραβάσεων της Συμφωνίας που καταλόγισαν στην ενάγουσα. Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε στις 19.6.07 και ολοκληρώθηκε με αγορεύσεις στις 14.12.07. Σχετικά κατέθεσαν από πλευράς ενάγουσας έξι
(6)μάρτυρες και από πλευράς εναγομένων τρεις, σημαντικό μέρος της μαρτυρίας των οποίων αναλώθηκε στην περιγραφή των χώρων του Νοσοκομείου της Κλινικής. Κι αυτό γιατί κρίθηκε από τους διάδικους ότι η περιγραφή, σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της Συμφωνίας, ήταν αναγκαία για τη διακρίβωση της φύσης της Συμφωνίας. Αν δηλαδή επρόκειτο για άδεια χρήσεως ή για ενοικίαση, θέμα που θα καθόριζε και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου και κατά συνέπεια την τύχη της αναφερθείσας προδικαστικής ένστασης. Το δικαστήριο αφού εξέτασε ό,τι τέθηκε ενώπιον του έκρινε ότι προηγείτο η εξέταση του εγερθέντος ζητήματος αρμοδιότητας και αφού το εξέτασε κατέληξε ότι η Συμφωνία ήταν ενοικίαση και όχι άδεια χρήσεως, με αποτέλεσμα να εκδώσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας χωρίς να προχωρήσει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς απόφασης επί της ουσίας. Η ενάγουσα όπως είχε δικαίωμα εφεσίβαλε την απόφαση και πέτυχε την ανατροπή της. Όπως σχετικά κρίθηκε από το Εφετείο (βλ. Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. C & S American Heart Institute Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 104/08 ημερ. 28.2.11), το «σύντομο σκεπτικό» του δικαστηρίου στη βάση του οποίου κατέληξε ότι η Συμφωνία ήταν ενοικίαση ήταν λανθασμένο καθότι:- « Η συμφωνία στο σύνολο της κάθε άλλο παρά σε συμφωνία ενοικίασης παραπέμπει. Πρόκειται για μια ιδιότυπη συμφωνία. Η αποκλειστική χρήση της Κλινικής από τους εφεσίβλητους στην οποία δόθηκε μεγάλη έμφαση δεν είναι εδώ το καθοριστικό στοιχείο. Δοθέντος ότι τα όσα πρωτοδίκως θεωρήθηκαν ως αδιαμφισβήτητα παραμένουν τελικώς επουσιώδη για την κρίση επί της δικαιοδοσίας, αναδύεται ως ιδιαίτερης σημασίας η διάγνωση της πραγματικής πρόθεσης των μερών, μέσα από την ολότητα της συμφωνίας όπως άλλωστε ήταν και η συγκλίνουσα θέση των διαδίκων. (Shell-Mex and B.P. Ltd v. Manchester Garages Ltd
(1971)1 All E.R.841, 844). Το ότι η υπόθεση συζητήθηκε στη βάση των εννοιών της ενοικίασης και της άδειας χρήσης, ανάγεται στο γεγονός ότι η συμφωνία κατηγοριοποιήθηκε από το ίδιο το Απολλώνειο στην έκθεση απαίτησης του ως άδεια χρήσης. Στην ουσία η όλη διαφορά των διαδίκων είναι καθαρά οικονομική όπως άλλωστε αποκαλύπτεται από την όλη αλληλογραφία του Τεκμ.
- Ενόψει όλων των ανωτέρω η πρωτόδικη κρίση ανατρέπεται. Λανθασμένα, όπως λέχθηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προχώρησε να αποφασίσει και την ουσία της αγωγής παρά το ότι η μαρτυρία ήταν ενώπιον του, αναλώθηκε δε πολύς χρόνος γι΄ αυτή, έτσι ώστε το Εφετείο να ήταν δυνατό να εξετάσει την ουσιαστική πτυχή, η δε διαφορά των διαδίκων να αχθεί σε ένα τέλος. Μοιραίως, ελλείψει πρωτογενούς αξιολόγησης και καταγραφής ευρημάτων, η υπόθεση θα πρέπει να αποσταλεί πίσω στο πρωτόδικο Δικαστήριο για τα περαιτέρω. Η έφεση επιτρέπεται με έξοδα υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον των εφεσιβλήτων τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ΄ έφεση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Εφετείο. Η αντέφεση απορρίπτεται. Με λυμένο το θέμα της δικαιοδοσίας η υπόθεση αποστέλλεται στον εκδικάσαντα την αγωγή Πρόεδρο, ώστε να προχωρήσει στην κατάλληλη αξιολόγηση, την εξαγωγή ευρημάτων και την έκδοση ανάλογης απόφασης.» Με λυμένο λοιπόν το θέμα της δικαιοδοσίας θα προχωρήσω σε υλοποίηση της απόφασης του Εφετείου και όπως γίνεται αντιληπτό προέχει η σκιαγράφηση των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών στη βάση των οποίων θεμελιώνονται και οι αντίστοιχες απαιτήσεις. Είναι δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι ενώ η ίδια εκτέλεσε τις υποχρεώσεις που της αναλογούσαν βάσει της Συμφωνίας, οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν αφενός μεν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις και αφετέρου στη συμβατική τους υποχρέωση να δώσουν πλήρη στοιχεία και λογαριασμούς για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και καθετηριασμούς που διενήργησαν κατά την περίοδο 1.1.2002 μέχρι 31.1.04 και τα οποία στοιχεία ήταν απαραίτητα για τον καθορισμό μέρους του ανταλλάγματος για το οποίο τους παραχωρήθηκε η Κλινική. Και αυτό παρά τις κατ΄ επανάληψη γραπτές και προφορικές της οχλήσεις, οι οποίες δεν της άφησαν άλλη επιλογή από του να τερματίσει τη Συμφωνία στις 13.12.2001 η οποία εν πάση περιπτώσει εξέπνευσε την 31.1.
- Αναλυτικά:- Με βάση τους όρους της Συμφωνίας, προβάλλει στο δικόγραφο της, το αντάλλαγμα για την παραχώρηση της Κλινικής συνίστατο στην καταβολή εκ μέρους των εναγομένων (α) ποσού Λ.Κ.2.900 μηνιαίως και ποσοστών επί των τιμών του εκάστοτε τιμοκαταλόγου της Κλινικής για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και καθετηριασμούς που θα διενεργούσαν στην Κλινική (6% για καρδιοχειρουργικά περιστατικά σε αριθμό 51-100 και 7% άνω των 100 και 5% για όλους τους καθετηριασμούς άνω των 125), (β) των εξόδων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και τοποθέτησης συστημάτων παροχής και απορρόφησης οξυγόνου, τηλεφώνων και τηλεομοιότυπου και (γ) εύλογης ή συμφωνηθείσας αμοιβής για τις υπηρεσίες που θα τους πρόσφερε η ενάγουσα, όπως υπηρεσίες ακτινολογικού, χημείου, παροχής νερού, φαγητών, ασθενοφόρου, νοσηλείας και φαρμάκων. Όμως οι εναγόμενοι κατά παράβαση των συμφωνηθέντων της κατέβαλαν μέχρι 31.11.04 μόνο Λ.Κ.421.714,15, ενώ με βάση τους όρους της Συμφωνίας και τις γραπτές τους βεβαιώσεις σε σχέση με τα ποσά που είσπραξαν για τα έτη 2000, 2001 και 2002, όφειλαν να της καταβάλουν τουλάχιστον Λ.Κ.854.
- Της οφείλουν επομένως για την εν λόγω περίοδο Λ.Κ.432.814, αλλά στα αριθμητικά στοιχεία που δίδει στο δικόγραφο της για τεκμηρίωση του ποσού αυτού δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά αφού στις 16.2.07 δηλώθηκε από το συνήγορο της ότι δεν θα προωθούσε την αξίωση της υπό Β ανωτέρω, με την επιφύλαξη να διεκδικήσει οτιδήποτε της οφείλουν οι εναγόμενοι μετά την απόδοση λογαριασμών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Συμφωνία. Δήλωση που κατά την άποψή μου παρέσυρε και την αξίωση του απαιτητικού Ε ανωτέρω. Παρέμειναν επομένως τα απαιτητικά υπό Α, Γ, Δ και ΣΤ και σ΄ ότι αφορά το απαιτητικό Α το βασίζει στο ότι χωρίς την απόδοση λογαριασμών δεν μπορούν να καθοριστούν τα ποσοστά που δικαιούνται βάσει της Συμφωνίας, ενώ τα απαιτητικά Γ και Δ τα βασίζει στο ότι οι εναγόμενοι είναι ένοχοι παράβασης της Συμφωνίας η οποία τερματίσθηκε με υπαιτιότητα τους στις 13.12.01 ή εν πάση περιπτώσει έληξε στις 31.1.
- Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι το αντάλλαγμα για το οποίο τους παραχωρήθηκε η κλινική είναι όπως καθορίζεται στο δικόγραφο της ενάγουσας, αλλά απορρίπτουν ως λανθασμένη τη βάση που χρησιμοποιεί για υπολογισμό των ποσοστών που δικαιούται βάσει της Συμφωνίας και αντιτείνουν ότι τα ποσοστά πρέπει να υπολογίζονται μόνο στην αμοιβή της Κλινικής. Δηλαδή από την χρέωση του κάθε περιστατικού θα πρέπει να αφαιρούνται τα πραγματικά έξοδα και οι αμοιβές των ιατρών που αναμείχθηκαν στην διενέργεια των καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων και καθετηριασμών. Σ΄ ότι δε αφορά την αξίωση για έκδοση Διατάγματος απόδοσης λογαριασμών προβάλλουν τον τερματισμό της Συμφωνίας που έγινε στις 13.12.01 και περαιτέρω τονίζουν ότι εν πάση περιπτώσει η Συμφωνία έληξε στις 31.1.
- Αξιώνοντας δε απόρριψη της αγωγής καταλογίζουν στην ενάγουσα δέκα
(10)παραβιάσεις των υποχρεώσεων που ανέλαβε - οι οποίες αυτούσιες προωθήθηκαν με μαρτυρία και ενόψει τούτου αναφορά σ΄ αυτές θα γίνει κατά τη σύνοψη της μαρτυρίας - στη βάση των οποίων όπως ισχυρίζονται υπέστησαν ειδικές ζημίες ή δαπάνες ύψους €72.672,57, τις οποίες αφού συγκεκριμενοποιούν στο δικόγραφο τους τις αξιώνουν με ανταπαίτηση πλέον γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Η ενάγουσα αντέκρουσε τους ισχυρισμούς και αξιώσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι με απάντηση που καταχώρισε στην έκθεση υπεράσπισης και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, εμμένοντας στη θέση ότι τήρησε στο ακέραιο τις αναληφθείσες από τη Συμφωνία υποχρεώσεις της και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εναγόμενοι τόσο στην έκθεση υπεράσπισης όσο και στην ανταπαίτηση τους δεν ευσταθούν. Όπως γίνεται αντιληπτό από τη σκιαγράφηση των εκατέρωθεν δικογραφημένων θέσεων, αλλά και από την επιλογή της ενάγουσας να μη προωθήσει τα απαιτητικά Β και Ε, τα επίδικα θέματα που καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει είναι τέσσερα
(4). Το πρώτο, κατά πόσο οι εναγόμενοι παραβίασαν τη Συμφωνία με αποτέλεσμα να τερματισθεί υπαιτιότητα τους στις 13.12.01. Το δεύτερο, αν στη βάση των όρων της Συμφωνίας οι εναγόμενοι υποχρεούνται σε απόδοση λογαριασμών ως το απαιτητικό Α και αν ναι για ποια περίοδο και τι είδους λογαριασμούς υποχρεούνται να αποδώσουν. Το τρίτο, κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, ως και το ύψος τους και το τέταρτο, κατά πόσο οι παραβιάσεις της Συμφωνίας που καταλογίζουν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα ευσταθούν και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα των παραβιάσεων αυτών υπέστησαν τις ζημίες που ισχυρίζονται και, περαιτέρω, αν δικαιούνται σε επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων. Για προώθηση των επίδικων θεμάτων κατέθεσαν για την ενάγουσα έξι
(6)μάρτυρες - οι Ν. Σατραζάμης, προϊστάμενος των διοικητικών υπηρεσιών της ενάγουσας (ΜΕ.1), Κ. Στίγκας, διοικητικός λειτουργός στο Υπουργείο Υγείας (ΜΕ.2), Π. Μυριανθέας, ιατρός και πρόεδρος του Δ.Σ. της ενάγουσας (ΜΕ.3), Δ. Κυριακίδης, αρχιτέκτονας (ΜΕ.4), Χρ. Χρίστου, οικονομικός διευθυντής της ενάγουσας (ΜΕ.5) και ο εκτιμητής ακινήτων Χ. Πετρίδης (ΜΕ.6) - και για τους εναγόμενους τρεις, οι Μ. Σωτηρίου, καρδιοχειρούργος (ΜΥ.1), Α. Λοΐζου, εκτιμητής ακινήτων (ΜΥ.2) και Κ. Νικολαϊδου, υπάλληλος της εναγόμενης 1 (ΜΥ.3). Προτού όμως συνοψισθεί η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων θα΄ ταν χρήσιμο να προταχθεί το κοινώς αποδεκτό πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει μέσα από τα δικόγραφα και την προσαχθείσα μαρτυρία. Έχει ως ακολούθως:- Η πρωτοβουλία για δημιουργία της Κλινικής ανήκε στην ενάγουσα, η οποία για υλοποίηση του στόχου να αναβαθμίσει την εικόνα του Νοσοκομείου με τη δημιουργία καρδιοχειρουργικής Κλινικής ήλθε σε επαφή με τους εναγόμενους 3 και 4 οι οποίοι διέπρεπαν ως καρδιοχειρουργοί στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με τελική κατάληξη την υπογραφή της Συμφωνίας (τεκμ. 1), η οποία επιπρόσθετα με τις εκατέρωθεν αναληφθείσες υποχρεώσεις που είναι παραδεκτές διαλάμβανε ότι (α) η εναγόμενη 1 θα εξόπλιζε την Κλινική με δικά της έξοδα και υπό την εγγύηση των εναγομένων 3 και 4 θα κατέβαλλε στην ενάγουσα £2.900 τον μήνα πλέον τα αναφερθέντα ποσοστά, τα οποία θα υπολογίζονταν «. επί των τιμών του εκάστοτε τιμοκαταλόγου της Κλινικής όχι όμως των τιμών για επιπλοκές» και θα πληρώνονταν «. επί των εισπραχθέντων ποσοστών και όχι επί των τιμολογηθέντων αμέσως με την είσπραξη τους» (Όρος 6), (β) η ισχύς της Συμφωνίας θα ήταν διάρκειας πέντε
(5)χρόνων με ημερ. έναρξης την 1.2.1999 και με δικαίωμα της εναγόμενης 1 να την τερματίσει μετά την πάροδο δύο χρόνων και ότι (γ) όλοι οι όροι της Συμφωνίας ήταν ουσιώδεις και παράβαση οποιουδήποτε όρου έδιδε «. το δικαίωμα στο άλλο αναίτιο μέρος να αξιώσει αποζημιώσεις και/ή να ακυρώσει» τη Συμφωνία. Παρά το ότι ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος της Συμφωνίας συμφωνήθηκε η 1.2.1999 εντούτοις η παράδοση των χώρων όπου θα λειτουργούσε η Κλινική έγινε τον Ιούλιο του 1999 και η Κλινική ξεκίνησε τη λειτουργία της αρχές Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Όχι όμως χωρίς προβλήματα. Και αυτό γιατί προέκυψε διαφορά μεταξύ των διαδίκων με επακόλουθο να ανταλλαγούν μεταξύ τους - κυρίως μέσω των δικηγόρων τους - 26 επιστολές από τις οποίες:- 1. Οι έξι
(6)ημερ. 22.3, 24.4, 30.7, 4.9, 20.9 και 9.10.01 αποτελούσαν προειδοποιήσεις της ενάγουσας προς την εναγόμενη 1 ότι θα προχωρούσε σε τερματισμό της Συμφωνίας - την οποία χαρακτήριζε ως συμφωνία ενοικίασης - στην περίπτωση που δεν θα πλήρωνε μέσα σε τακτή προθεσμία οφειλόμενο ποσό ύψους £66.744 που στις 31.8 ανήλθε στις £85.350, ενώ άλλες δύο ημερ. 12.4 και 18.7.01 αποτελούσαν απαντήσεις της εναγόμενης 1 στις επιστολές 22.3 και 18.7.01 με τις οποίες ναι μεν αναγνώριζε ότι όφειλε κάποιο ποσό - όχι όμως ακριβώς αυτό που αξίωνε η ενάγουσα - αλλά γνωστοποιούσε ότι συνειδητά κατακράτησε το οφειλόμενο ποσό «. ώστε να λυθεί το από μακρού υφιστάμενο πρόβλημα της δυσοσμίας που τελευταία έχει διευρυνθεί με πλημμύρισμα χώρων της Κλινικής». Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι αρχικά η ενάγουσα με την επιστολή της ημερ. 24.4 απέρριπτε ως αναληθή τον ισχυρισμό της εναγόμενης 1 για δυσοσμία, αλλά με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 20.9.01 αναγνώρισε το βάσιμο του παραπόνου και γνωστοποιούσε ότι είχαν «. τροχιοδρομηθεί όλα τα αναγκαία έργα για επίλυση του προβλήματος της δυσοσμίας».
- Η ένατη ημερ. 13.12.01 αποτελούσε τερματισμό της Συμφωνίας με το αιτιολογικό της αδικαιολόγητης, όπως προβαλλόταν, παράλειψης της εναγόμενης 1 να καταβάλει ποσό ύψους £78.175 που όφειλε δυνάμει της Συμφωνίας και σχετικά της γνωστοποιούσε ότι ανέμενε να της παραδοθεί η κατοχή των χώρων της Κλινικής μέχρι 31.1.02, διαφορετικά «. τα μεσάνυκτα της 31.1.02 θα διακοπεί η παροχή κάθε υπηρεσίας περιλαμβανομένου του ρεύματος, νερού, οξυγόνου, κ.λ.π.» και,
- Οι επόμενες 17 είχαν ως αντικείμενο ουσιαστικά τρία θέματα. Το πρώτο, την απόρριψη από την εναγόμενη 1 της θέσης της ενάγουσας ότι η Συμφωνία είχε ακυρωθεί υπαιτιότητι της, αντιτείνοντας ότι η «. καθυστέρηση καταβολής των ενοικίων αποτέλεσε το μοναδικό τρόπο άσκησης πίεσης .» για να εκπληρώσει η ενάγουσα τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Το δεύτερο, τη συνέχιση από πλευράς ενάγουσας να ζητεί στοιχεία και λογαριασμούς για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και καθετηριασμούς και, το τρίτο, συναντήσεις που έγιναν μεταξύ των διαδίκων και των δικηγόρων τους για φιλική διευθέτηση της διαφοράς. Τέλος, σημειώνεται ότι οι προσπάθειες των διαδίκων να καταλήξουν σε φιλική διευθέτηση της διαφοράς συνεχίσθηκαν και μετά την καταχώριση της αγωγής, χωρίς όμως επιτυχία. Έχοντας οριοθετήσει το κοινώς αποδεκτό πλαίσιο της υπόθεσης είναι το κατάλληλο στάδιο να συνοψισθεί η εκατέρωθεν προσαχθείσα μαρτυρία. Με την επισήμανση όμως ότι δεν θα γίνει αναφορά σε εκείνο το μέρος της μαρτυρίας - που είναι αρκετά εκτεταμένο - το οποίο δεν είναι χρήσιμο για επίλυση των τεσσάρων επιδίκων θεμάτων που προσδιορίσθηκαν πιο πάνω. Με αυτή λοιπόν την επισήμανση η μαρτυρία του ΜΕ.1 συνοψίζεται ως ακολούθως:- Κατά το χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας οι εργασίες αποπεράτωσης της πτέρυγας του Νοσοκομείου στην οποία θα στεγαζόταν η Κλινική ήταν σε προχωρημένο στάδιο, αλλά δεν έγινε κατορθωτό να αποπερατωθούν μέχρι 1.2.99 λόγω των μετατροπών που έγιναν καθ΄ υπόδειξη του εναγόμενου
- Αυτός, ισχυρίσθηκε, ήταν ο λόγος που η Κλινική παρεδόθηκε στους εναγομένους τον Ιούλιο και τελικά λειτούργησε αρχές Σεπτεμβρίου και μέχρι την έγερση της αγωγής οι εναγόμενοι κανένα σχετικό παράπονο δεν υπόβαλαν. Η ισχυριζόμενη καθυστέρηση επομένως δεν αποτέλεσε μέρος της διαφοράς, η οποία δημιουργήθηκε αποκλειστικά λόγω της αρνητικής στάσης των εναγομένων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Ισχυρίσθηκε συναφώς ότι μόλις μετά το 2001 οι εναγόμενοι απέστειλαν στην ενάγουσα μια κατάσταση για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά για τα έτη 2000 και 2001 (τεκμ.2) με την οποία της γνωστοποιούσαν ότι για κάθε καρδιοχειρουργικό περιστατικό χρέωναν £5.500, αλλά για τους καθετηριασμούς εκτός από το 2000 κανένα άλλο στοιχείο δεν έδωσαν. Παρόλ΄ αυτά στις 30.1.04 ο εναγόμενος 3 του απέστειλε επιστολή (τεκμ. 3) με την οποία τον πληροφορούσε ότι κατά το έτος 2002 διενεργήθηκαν στην Κλινική 212 χειρουργικές επεμβάσεις καρδιάς και συνέχισε:- Επιπλέον του ποσού των £2.900 που θα έπρεπε να καταβάλλουν οι εναγόμενοι κάθε μήνα, όφειλαν να καταβάλλουν στην ενάγουσα και τα συμφωνηθέντα ποσοστά για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και καθετηριασμούς όπως προέβλεπε η Συμφωνία, καθώς επίσης και το αντίτιμο για τις παρεχόμενες υπηρεσίες για τις οποίες η ενάγουσα τους έκδιδε κάθε μήνα τιμολόγιο. Σε σχέση δε με τα τιμολόγια αυτά αρχικά ναι μεν οι εναγόμενοι τα αμφισβήτησαν, αλλά τελικά τα αποδέχτηκαν γιατί οι διαφορές που προέκυψαν ως αποτέλεσμα του διαφορετικού τρόπου που οι ίδιοι υπολόγισαν το αντίτιμο ήταν ασήμαντες. Ουσιαστικά, τόνισε, η διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων ήταν η μη τήρηση των οικονομικών υποχρεώσεων που ανάλαβαν οι εναγόμενοι βάσει της Συμφωνίας, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί η ενάγουσα να την τερματίσει στις 13.12.
- Και κατέληξε:- Παρά τον τερματισμό της Συμφωνίας οι εναγόμενοι συνέχισαν να λειτουργούν την Κλινική, χωρίς όμως να εκπληρώνουν και τις οικονομικές τους υποχρεώσεις οι οποίες θα αποκρυσταλλωθούν πλήρως αν διαταχθούν να δώσουν τους λογαριασμούς που ζητεί η ενάγουσα. Σ΄ ότι δε αφορά την (μονομερή) απόφαση της ενάγουσας να χρεώνει μηνιαίως τους εναγόμενους με το ποσό των £20.000 από 1.2.04, εξήγησε ότι το ποσό καθορίσθηκε από το Δ.Σ. της ενάγουσας στη βάση τεσσάρων κριτηρίων. Το πρώτο, τη ζήτηση από ιατρούς χώρων στέγασης στο Νοσοκομείο, το δεύτερο, τα ενοίκια που πληρώνουν οι ιατροί που στεγάζονται στο Νοσοκομείο, το τρίτο, τους χώρους που καταλαμβάνει η Κλινική και, το τέταρτο, την αδυναμία της ενάγουσας για προγραμματισμό αξιοποίησης των χώρων της Κλινικής λόγω της σιγής που τηρούν οι εναγόμενοι αν θα την παραδώσουν όταν θα αποπερατωθούν τα δικά τους υποστατικά που ανεγείρουν. Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι κατά την υπογραφή της Συμφωνίας τον εναγόμενο 4 αντιπροσώπευσε κάποιος συγγενής του ονόματι Προκόπης Πέτρου - ο οποίος υπόγραψε εκ μέρους του ως εγγυητής - και ότι στη Συμφωνία χρησιμοποιήθηκε το όνομα της εταιρείας C & S American Heart Institute Ltd καθ΄ υπόδειξη του εναγόμενου 3 και του αντιπροσώπου του εναγόμενου
- Η αντεξέταση του μάρτυρα περιστράφηκε ουσιαστικά γύρω από πέντε
(5)θέματα. Τους λόγους για τους οποίους η ενάγουσα καθυστέρησε να παραδώσει στους εναγόμενους την Κλινική, τον τρόπο υπολογισμού των ποσοστών που δικαιούται βάσει της Συμφωνίας ως και ποια ποσοστά πληρώθηκαν, τον τρόπο υπολογισμού των χρεώσεων για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους εναγόμενους, το όφελος που είχε από τη λειτουργία της Κλινικής σε πτέρυγα του Νοσοκομείου και, τέλος, την μονομερή απόφαση της να χρεώνει τους εναγόμενους με το ποσό των £20.000 από 1.2.
- Αναλυτικά:- Σε σχέση με το πρώτο θέμα προωθήθηκε η θέση ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν στην ικανοποίηση υποδείξεων του εναγόμενου 3 για μετατροπές, αλλά στην κατεδάφιση τοίχων που κτίσθηκαν κατά παράβαση των όρων της άδειας οικοδομής και σε επανειλημμένες απαιτήσεις των ιατρών που στεγάζονταν στο Νοσοκομείο να σταματήσουν οι εργασίες λόγω του θορύβου που προξενούσαν, θέση που ο μάρτυρας απέρριψε. Όσον αφορά το δεύτερο θέμα έχω την άποψη ότι αυτό ως αποτέλεσμα της δήλωσης του κ. Κορφιώτη ημερ. 16.2.07 έπαυσε να είναι επίδικο, αλλά δεν θα΄ ταν χωρίς σημασία να καταγραφεί ότι ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι τα ποσά του τεκμ. 2 - της κατάστασης δηλαδή που του κοινοποίησε η εναγόμενη 1 για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά του 2000 και 2001 - πληρώθηκαν. Αναφορικά με το τρίτο θέμα, στο επίκεντρο των σχετικών ερωτήσεων ήταν οι χρεώσεις για ηλεκτρικό ρεύμα και νερό. Η κατανάλωση ρεύματος και νερού από την Κλινική, ανέφερε ο μάρτυρας, καταγράφονταν σε υπομετρητές που τοποθέτησε η ενάγουσα και είναι στη βάση των μετρήσεων τους που γινόταν η χρέωση επισημαίνοντας ότι η χρέωση για νερό άρχισε αρχές του 2002 όταν η Κλινική λειτούργησε πλυντήριο και η κατανάλωση νερού αυξήθηκε κατακόρυφα. Σε σχέση με το τέταρτο θέμα ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι με τη λειτουργία της Κλινικής ναι μεν αναβαθμίστηκε η εικόνα του Νοσοκομείου, αλλά τόνισε ότι η μη τήρηση από τους εναγόμενους των οικονομικών τους υποχρεώσεων λειτούργησε τελικά αρνητικά για την ενάγουσα και ήταν λάθος των δικηγόρων της που με την αγωγή δεν ζητούν και έξωση. Τέλος, σ΄ ότι αφορά τη χρέωση των £20.000 από 1.2.04, ισχυρίσθηκε ότι οι ιατροί που ενοικιάζουν στο Νοσοκομείο ιατρεία 21 τ.μ. το ένα πληρώνουν ως ενοίκιο £750 το μήνα, πλέον τα άλλα ποσά που τους χρεώνει η ενάγουσα για υπηρεσίες και η χρέωση που έγινε είναι δικαιολογημένη αφού η Κλινική έχει δεκαπλάσιο εμβαδόν του χώρου που καταλαμβάνει ένα ιατρείο. Ο ΜΕ.2 παρουσίασε στοιχεία για τα περιστατικά που το Υπουργείο Υγείας παρέπεμψε στην Κλινική. Την περίοδο 1.11.00 μέχρι 31.12.03, ανέφερε, παραπέμφθηκαν στην Κλινική 312 καρδιοεπεμβατικά περιστατικά (τεκμ.5α) και ακολούθως στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερ. 22.3.04 (τεκμ.6) 400 καρδιοχειρουργικά (τεκμ. 5β). Η συμφωνία, επεσήμανε, προέβλεπε ως τιμή πακέτου για κάθε καρδιοχειρουργικό περιστατικό που θα παραπεμπόταν στην Κλινική £8.000 (παράρτημα Α της συμφωνίας) και με την λήψη των τιμολογίων της Κλινικής αναλάμβανε το λογιστήριο να τα πληρώσει. Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία των στοιχείων που περιέχονται στα τεκμ. 5α και 5β, αλλά ο μάρτυρας επέμενε ότι τα εν λόγω στοιχεία ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα. Δεν ήταν όμως σε θέση να επιβεβαιώσει αν εκκρεμούν ακόμη απλήρωτα τιμολόγια του 2003, όπως δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι ενώ το 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία όφειλε στην ενάγουσα ένα ποσό της τάξης του μισού εκατομμυρίου λιρών τελικά πλήρωσε κατόπιν διαπραγματεύσεων μόνο £300.000 προς πλήρη διευθέτηση. Τέλος, δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει τι ακριβώς περιελάμβανε η τιμή πακέτου των £8.000 για καρδιοχειρουργικά περιστατικά και αν η τιμή αυτή περιελάμβανε αμοιβή ιατρών και πραγματικών εξόδων. Η υπογραφή της Συμφωνίας, ανάφερε ο ΜΕ.3, ήταν αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων μεταξύ του ίδιου και του εναγόμενου 3, ο οποίος στις συναντήσεις που είχαν συνοδευόταν και από κάποιο άλλο πρόσωπο που δεν θυμάται καθόλου. Επί του προκειμένου αναφέρθηκε στη σημασία που είχε για το Νοσοκομείο η λειτουργία της Κλινικής και ισχυρίσθηκε ότι τα ποσά που «κουβέντιασε» με τον εναγόμενο 3 ως βάση για τον καθορισμό των ποσοστών που θα δικαιούταν η ενάγουσα ήταν ένα πακέτο πέριξ των £5.000 για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και πέριξ των £800 για τους καθετηριασμούς. Κατά τα άλλα η μαρτυρία του κινήθηκε στα ίδια μ΄ αυτή του ΜΕ.1 πλαίσια και κατά την άποψή μου η καταγραφή της δεν θα εξυπηρετούσε κάποιο χρήσιμο σκοπό. Δεν θα΄ταν όμως εντελώς χωρίς σημασία να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας χρειάστηκε να υποβληθεί από τον εναγόμενο 4 σε αγγειοπλαστική για την οποία, όπως ισχυρίσθηκε, η ασφάλεια του πλήρωσε £5.
- Η αντεξέταση του μάρτυρα απέβλεπε στην προώθηση της δικογραφημένης θέσης των εναγομένων ότι η ενάγουσα δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που ανάλαβε βάσει της Συμφωνίας. Σχετικά του υποβλήθηκε ότι η ενάγουσα (α) ουδέποτε εγκατέστησε το σύστημα UBS που προέβλεπε η Συμφωνία, (β) παρέλειψε να κρατεί το σύστημα παροχής οξυγόνου σε λειτουργήσιμη κατάσταση, (γ) δεν φρόντιζε να λειτουργούν ικανοποιητικά το σύστημα κλιματισμού και αποχέτευσης και ότι (δ) δεν συντηρούσε το κλιμακοστάσιο και τον ανελκυστήρα, παραβιάσεις για τις οποίες οι εναγόμενοι υποβλήθηκαν σε έξοδα και δαπάνες. Όλες αυτές τις υποβολές ο μάρτυρας τις απέρριψε, τονίζοντας ότι τα όποια αναπόφευκτα προβλήματα παρουσιάζονταν σε σχέση με τη λειτουργία των συστημάτων αντιμετωπίζονταν από τεχνικούς και σχετικά παρατήρησε ότι σε σχέση με αυτά η ενάγουσα δεν μπορούσε να τηρήσει αδιαφορία γιατί επηρέαζαν και την ίδια. Ο ΜΕ.4 ήταν ο μελετητής ανέγερσης του Νοσοκομείου και της Κλινικής, οι κατόψεις των οποίων αποτυπώνονται σε σχέδια που παρουσίασε και επεξήγησε (τεκμ. 7α και 7β). Το Νοσοκομείο, ανέφερε, λειτούργησε το 1991 και πέντε χρόνια μετά άρχισαν εργασίες επέκτασης με σκοπό να προστεθούν νέα ιατρεία και νέοι θάλαμοι. Πριν την ολοκλήρωση όμως των εργασιών έγινε η Συμφωνία με το American Heart Institute, το οποίο μέσω του εναγόμενου 3 εισηγήθηκε αλλαγές κυρίως σε σχέση με τα τελειώματα, δάπεδα, ξυλουργικά και ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις οι οποίες ανέβασαν το κόστος και το χρόνο αποπεράτωσης τους. Κατά τα άλλα το Νοσοκομείο και η Κλινική αποτελούν μέρη ενιαίου κτηρίου, με κοινά όλα τα συστήματα, όπως του νερού, ηλεκτρισμού, θέρμανσης, κλιματισμού και αποχετεύσεων. Η αντεξέταση του μάρτυρα περιορίσθηκε μόνο στο θέμα πυρασφάλειας. Επί του προκειμένου εξήγησε ότι για σκοπούς πυρασφάλειας οι χώροι του Νοσοκομείου και της Κλινικής είναι ενιαίοι ώστε να ικανοποιούνται οι κανονισμοί πυρασφάλειας, παρόλο που μεταξύ των χώρων του Νοσοκομείου και της Κλινικής υπάρχει πόρτα πυρασφάλειας. Ο οικονομικός διευθυντής της ενάγουσας (ΜΕ.5) παρέθεσε στοιχεία (τεκμ. 9) βάσει των οποίων και τα 31 ιατρεία του Νοσοκομείου ήταν ενοικιασμένα σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, ως και στοιχεία (τεκμ. 8) για 36 αιτήσεις που υποβλήθηκαν μετά το 2003 από ιατρούς για στέγαση τους στο Νοσοκομείο και οι οποίες δεν ικανοποιήθηκαν λόγω έλλειψης ιατρείων. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανάφερε ότι εκτός από ενοίκιο οι ιατροί που στεγάζονται στο Νοσοκομείο πληρώνουν επιπλέον και τις υπηρεσίες που τους παρέχει το Νοσοκομείο και αν το Νοσοκομείο είχε στη διάθεση του και τις οκτώ
(8)κλίνες που κατέχονται από την Κλινική τα εισοδήματα του θα αυξάνονταν κατά 20%. Ως τελευταίος μάρτυρας για την ενάγουσα κατέθεσε ο ΜΕ.6, προσοντούχος εκτιμητής ακινήτων με πείρα από το 1999 (τεκμ.10), ο οποίος παρουσίασε και επεξήγησε έκθεση εκτίμησης (τεκμ. 11) με αντικείμενο την εκτίμηση του χαμένου εισοδήματος της ενάγουσας κατά το 2005 λόγω της μη εκμετάλλευσης των χώρων της Κλινικής. Με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια και την επιτόπια επιθεώρηση, αναφέρει στην έκθεση του, οι χώροι του ισογείου της Κλινικής προσφέρονται για πέντε
(5)ιατρεία συνολικού εμβαδού 121 τ.μ. και αυτοί του ορόφου για 4 δίκλινα δωμάτια νοσηλείας ασθενών, 1 τετράκλινο εντατικής παρακολούθησης και 1 για χειρουργείο. Έχοντας δε διαπιστώσει ότι η ενάγουσα ενοικίαζε σε ιατρούς και τα 31 ιατρεία του Νοσοκομείου με μέσο όρο ενοικίασης £30 το τ.μ. μηνιαίως, εφοδιάσθηκε από την ενάγουσα με διάφορα στοιχεία - τα οποία επισυνάπτει στην έκθεση του - και χρησιμοποιώντας την συγκριτική μέθοδο σε συνδυασμό με τη μέθοδο υπολογισμού του εισοδήματος κατέληξε ότι το χαμένο (καθαρό) εισόδημα της ενάγουσας για το 2005 ήταν της τάξης των £120.000. Προς τούτο συνεκτίμησε (α) τη ζήτηση για ιατρεία του Νοσοκομείου που ήταν μεγάλη και την επακόλουθη δυνατότητα της ενάγουσας να ενοικιάσει και τα πέντε ιατρεία του ισογείου της Κλινικής με μέσο όρο ενοικίασης £30 το τ.μ. μηνιαίως, (β) την πληρότητα του Νοσοκομείου που ήταν της τάξης του 75% ετησίως και κατά συνέπεια το εισόδημα που θα είχε από τις 12 κλίνες του ορόφου, £80-£100 ημερησίως για κάθε μία από τις 8 κλίνες νοσηλείας και £250 ημερησίως και για τις 4 κλίνες εντατικής παρακολούθησης, (γ) το εισόδημα που θα απέφερε στην ενάγουσα το χειρουργείο του ορόφου της Κλινικής, £80 ανά εργάσιμη ώρα για 40 ώρες την εβδομάδα με πληρότητα 75% και, (δ) το καθημερινό επιπρόσθετο εισόδημα που θα είχε η ενάγουσα από την προσφορά διαφόρων υπηρεσιών προς τους ιατρούς που θα ενοικίαζαν τα πέντε
(5)ιατρεία της Κλινικής. Στη βάση των πιο πάνω κατέληξε ότι αν η ενάγουσα είχε στη διάθεση της τους χώρους της Κλινικής θα είχε κατά το 2005 (ακάθαρτο) εισόδημα £859.000 - £43.000 από ενοίκια των πέντε ιατρείων, £349.000 από τις 12 κλίνες, £125.000 από το χειρουργείο και £342.000 από προσφορά υπηρεσιών - και βάσει των εξελεγμένων λογαριασμών για τα έτη 2004 και 2005 καθαρό της τάξης των £120.000 (£859.000 χ 14%). Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε η ορθότητα της εκτίμησης, τόσο όσον αφορά τη μέθοδο που χρησιμοποίησε ο μάρτυρας όσο και τη βάση στην οποία στηρίχθηκε. Ό,τι όμως εδώ χρειάζεται να καταγραφεί είναι ότι ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση που του υποβλήθηκε ότι οι χώροι της Κλινικής δεν προσφέρονται για 5 ιατρεία, 5 δωμάτια νοσηλείας και 1 χειρουργείο, όπως απέρριψε και τη θέση ότι θα έπρεπε να περιορισθεί σε εκτίμηση της ενοικιαστικής αξίας της Κλινικής. Δεν ήταν όμως σε θέση να απαντήσει κατά πόσο η ενάγουσα είχε οφέλη από τη λειτουργία της Κλινικής, τα οποία θα έχανε αν η Κλινική έπαυε να λειτουργεί. Αναγνώρισε όμως ότι η ανάληψη των χώρων της Κλινικής από την ενάγουσα θα συνοδευόταν και με ανάληψη εξόδων, τα οποία όπως ισχυρίσθηκε έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο 14% ως το (καθαρό) κέρδος της ενάγουσας για το
- Ακολουθεί η παράθεση της μαρτυρίας των τριών μαρτύρων που κατέθεσαν για τους εναγόμενους. Πρώτος κατέθεσε ο εναγόμενος 3, ο οποίος επέλεξε να προβεί σε γραπτή κατάθεση (έγγραφο Α) το περιεχόμενο της οποίας συνοψίζεται ως ακολούθως:- Η Κλινική λειτουργεί ως ανεξάρτητο Νοσοκομείο από τις 23.9.99 (τεκμ. 12 και 13) και η μόνη υπηρεσία που της προσφέρει η ενάγουσα είναι σίτιση για την οποία πληρώνει αντίτιμο, όπως πληρώνει και το συμφωνηθέν ενοίκιο των £2.900 μηνιαίως. Σ΄ ότι όμως αφορά τα ποσοστά που δικαιούται η ενάγουσα βάσει της Συμφωνίας, οι εναγόμενοι θεωρούν ως τιμές τιμοκαταλόγου τις τιμές που προνοούνται στη συμφωνία ημερ. 21.3.00 μεταξύ εναγόμενης 1 και Υπουργείου Υγείας (τεκμ.20) και για τον υπολογισμό τους πρέπει να αφαιρούνται από τις εν λόγω τιμές τόσο οι αμοιβές των ιατρών όσο και τα πραγματικά έξοδα. Πέραν τούτου, η Συμφωνία τερματίσθηκε με την επιστολή ημερ. 13.12.01 (έγγραφο 9, τεκμ. 4) και η αξίωση της ενάγουσας για ποσοστά ή για απόδοση λογαριασμών μετά την εν λόγω ημερομηνία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Όσο δε αφορά τον υπολογισμό των εσόδων που έγινε από τον ΜΕ.6 για το 2005, αυτός στηρίζεται σε λανθασμένη βάση και εν πάση περιπτώσει ο εκτιμητής της ενάγουσας θα έπρεπε να συνεκτιμήσει και την απώλεια της εμπορικής εύνοιας που προσδίδει στην ενάγουσα η λειτουργία της Κλινικής ως και τα έσοδα που θα έχανε από την Κλινική στην περίπτωση που οι εναγόμενοι θα της παρέδιδαν τους χώρους της. Εκτός από την πιο πάνω μαρτυρία, ο μάρτυρας έδωσε μαρτυρία και για προώθηση της ανταπαίτησης. Συναφώς, επαναλαμβάνοντας τη δικογραφημένη θέση των εναγομένων, ισχυρίσθηκε ότι κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας η ενάγουσα:-
- Αντί να παραδώσει την Κλινική το Φεβρουάριο του 1999 την παρέδωσε το Σεπτέμβριο, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να υποστούν ζημία ύψους £47.742 για μισθούς υπαλλήλων που είχαν προσλάβει χωρίς οι υπάλληλοι να προσφέρουν υπηρεσίες. Παρέπεμψε σχετικά σε κατάσταση, η οποία κατατέθηκε ως τεκμ.
- Δεν εγκατέστησε σύστημα U.P.S. στην αίθουσα καθετηριασμού το κόστος του οποίου ανέρχεται στις £40.000 (τεκμ. 15 ημερ. 19.7.07), ενώ για τους υπόλοιπους χώρους το σύστημα U.P.S. το εγκατέστησε σε χώρο εναποθέτησης άχρηστων αντικειμένων με αποτέλεσμα τα μηχανήματα, πέραν του ότι δεν λειτουργούν κανονικά, να μην είναι προσιτά.
- Παρέλειψε να διατηρεί σε λειτουργήσιμη κατάσταση το σύστημα παροχής οξυγόνου πεπιεσμένου αέρα, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να υποχρεωθούν να εγκαταστήσουν νέο σύστημα με δαπάνη ύψους £9.730,
- Σχετικά παρουσίασε κατάσταση στην οποία καταγράφονται οι αριθμοί τιμολογίων περιόδου 1.1.03 - 27.5.05 στη βάση των οποίων δικαιολόγησε το ποσό αυτό και η οποία κατατέθηκε ως τεκμ.
- Δεν διατηρούσε το σύστημα κλιματισμού της Κλινικής σε καλή κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην λειτουργεί ικανοποιητικά και για συντήρηση και επιδιόρθωση του οι εναγόμενοι κατέβαλαν συνολικά £18.
- Δεν μερίμνησε ώστε το αποχετευτικό σύστημα να λειτουργεί χωρίς προβλήματα, με αποτέλεσμα τη δυσοσμία και με αποκορύφωση το πλημμύρισμα με λύματα του χώρου όπου ήταν ο αγγειογράφος, ο οποίος για δύο εβδομάδες δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για αποκατάσταση του οι εναγόμενοι δαπάνησαν £700 (τεκμ.18) και υπέστησαν απώλεια εισοδήματος ύψους £3.
- Περαιτέρω, ως αποτέλεσα των προβλημάτων του αποχετευτικού τερματίσθηκε από τη Λαϊκή Ασφαλιστική το ασφαλιστικό συμβόλαιο της εναγόμενης 1 (τεκμ. 17α και 17β) και έκτοτε η Κλινική δεν έχει ασφαλιστική κάλυψη.
- Δεν συντηρούσε ικανοποιητικά τον ανελκυστήρα με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να καταβάλουν κατά την περίοδο 30.11.00 - 21.12.05 ποσό ύψους £5.419,85 για επιδιορθώσεις και συντήρηση και προς τούτο παρουσίασε σχετική κατάσταση (τεκμ. 19) και
- Για μεγάλο χρονικό διάστημα τοποθετήθηκαν έξω από την κουζίνα της Κλινικής κύλινδροι υγραερίου με αποτέλεσα να μην μπορεί να εκδοθεί πιστοποιητικό πυρασφάλειας, ενώ επανειλημμένα γίνονταν διακοπές και διαρροές νερού υπαιτιότητα της ενάγουσας και κατέληξε:- Για όλα τα πιο πάνω προβλήματα οι εναγόμενοι όχλησαν την ενάγουσα επανειλημμένα χωρίς όμως αποτέλεσμα και είναι γι αυτό το λόγο που οι εναγόμενοι αναγκάσθηκαν να υποβληθούν στα προαναφερθέντα έξοδα, τα οποία και ανταξιούν. Ο μάρτυρας υποβλήθηκε σε υπέρμετρα μακράν αντεξέταση, αλλά όπως γίνεται αντιληπτό ενδιαφέρουν όσα σχετίζονται με την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Αρχίζοντας με το παράπονο των εναγομένων σε σχέση με τον χρόνο παράδοσης της Κλινικής, o μάρτυρας συμφώνησε ότι μετά την υπογραφή της Συμφωνίας έγιναν καθ΄ υπόδειξη του τροποποιήσεις - τις οποίες δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει - στα υφιστάμενα σχέδια των εργασιών, αλλά τόνισε ότι οι τροποποιήσεις που έγιναν δεν ήταν σημαντικές. Συμφώνησε επίσης ότι η Κλινική παραδόθηκε στους εναγομένους τον Ιούλιο, αλλά ισχυρίσθηκε ότι υπολείπονταν να γίνουν ακόμη κάποιες εργασίες. Του υποβλήθηκε ότι όλες οι εργασίες για παράδοση της Κλινικής είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τον Ιούλιο και η καθυστέρηση οφειλόταν στην ικανοποίηση των εισηγήσεων του για μετατροπές, υποβολή που απόρριψε προσθέτοντας ότι για την καθυστέρηση ναι μεν οι εναγόμενοι δεν υπόβαλαν γραπτώς παράπονο αλλά παραπονέθηκαν προφορικώς. Αντεξέταση έτυχαν και οι ισχυρισμοί του σε σχέση με τις υπόλοιπες παραβάσεις που καταλόγισε στην ενάγουσα. Απαντώντας συναφώς σε σχετικές ερωτήσεις και απορρίπτοντας υποβολές ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ισχυρίσθηκε (α) ότι ναι μεν στην αίθουσα καθετηριασμού υπήρχε U.P.S. (Uninterruptible Power Supply) αλλά αντέταξε ότι ήταν των 10 KVA ενώ θα έπρεπε να ήταν των 70 KVA, (β) ότι ο χώρος που ήταν εγκατεστημένο το άλλο U.P.S. ήταν ακατάλληλος, αλλά δεν ήταν σε γνώση του κατά πόσο σε κάποιο στάδιο ο χώρος διαμορφώθηκε από την ενάγουσα όπως της υπέδειξε η εταιρεία που το είχε εγκαταστήσει και (γ) δεν αναμείχθηκε στην εγκατάσταση των συστημάτων οξυγόνου και αυτό που ξέρει είναι ότι τον Αύγουστο του πρώτου χρόνου λειτουργίας της Κλινικής οι κομπρεσόροι εξερράγησαν, με αποτέλεσμα να αναγκασθούν οι εναγόμενοι να εγκαταστήσουν επιπρόσθετο ανεξάρτητο σύστημα όπως είναι τα τιμολόγια του τεκμ. 16 και αυτό πιθανό να έγινε τον Ιανουάριο του 2003 η ακόμη και πιο πριν. Κατά τα άλλα επέμενε στους ισχυρισμούς που διατύπωσε κατά την κυρίως εξέταση του σε σχέση με τις υπόλοιπες παραβιάσεις. Σημειώνεται ωστόσο ότι ο μάρτυρας συμφώνησε ότι την κατάσταση τεκμ.2 την κοινοποίησε στην ενάγουσα μετά το τέλος του 2001 και ως βάση για υπολογισμό των ποσοστών που δικαιούταν η ενάγουσα χρησιμοποίησε το ποσό των £5.500 για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και το ποσό των £780 για τους καθετηριασμούς, αλλά πρόσθεσε ότι η βάση που χρησιμοποίησε ήταν λανθασμένη και προϊόν άγνοιας. Τέλος σημειώνονται ακόμα δύο σημεία. Το πρώτο, αφορά την απόπειρα του κ. Κορφιώτη να αποστασιοποιηθεί μέσω της αντεξέτασης του μάρτυρα από τη δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι η επιστολή ημερ. 13.12.01 δεν συνιστούσε τερματισμό της Συμφωνίας αλλά απειλή τερματισμού, και, το δεύτερο, αφορά τη δήλωση της κας Κακουλλή ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι ως αποτέλεσμα του τερματισμού οι εναγόμενοι δεν έγιναν θέσμιοι ενοικιαστές τότε η ενάγουσα δικαιούται σε διάταγμα ως τα απαιτητικά Α
(1)και Α
(2)της αγωγής. Για απόδοση δηλαδή λογαριασμών, στοιχείων και πληροφοριών σχετικά με τον αριθμό, την περιγραφή και την ημερομηνία πραγματοποίησης των καρδιοχειρουργικών περιστατικών και καθετηριασμών για τα έτη 2001, 2002, 2003 και Ιανουάριο του
- Όπως ήδη έχει σημειωθεί μαρτυρία για τους εναγόμενους έδωσε και ο εκτιμητής ακινήτων Α. Λοϊζου, ο οποίος παρουσίασε και επεξήγησε έκθεση εκτίμησης (τεκμ. 20) με αντικείμενο το αγοραίο ενοίκιο της Κλινικής. Η Κλινική, αναφέρει στην εκτίμηση του, είναι συνολικού εμβαδού 600 τ.μ. (ισόγειο 280 τ.μ. και όροφος 320 τ.μ.) και ναι μεν υπάρχουν συγκριτικά ενοίκια κλινικών στο κέντρο της Λευκωσίας - όπως η Κλινική Βασιλείου η οποία ενοικιάζεται προς £4 το τ.μ. μηνιαίως - αλλά σε σχέση με την Κλινική το ορθό θα ήταν «. να υιοθετηθεί το ελεύθερο εκείνο ενοίκιο ψηλής τεχνολογίας γραφείων». Με αυτό το σκεπτικό χρησιμοποίησε συγκριτικά ενοίκια γραφείων που κατονομάζει στην εκτίμηση του, τα ενοίκια των οποίων κυμαίνονται μεταξύ £6-6.8 το τ.μ. μηνιαίως και σε σχέση με την Κλινική υιοθέτησε τις £6.50 το τ.μ. ή σύνολο £3.900 το μήνα (600 τ.μ. Χ 6.50 το τ.μ.) πλέον κοινόχρηστα και τυχόν άλλες χρεώσεις για παροχή άλλων υπηρεσιών. Πέραν τούτου σχολίασε και την εκτίμηση του Μ.Ε.6, με την οποία διαφώνησε για τρεις βασικά λόγους. Ο πρώτος, γιατί ο υπολογισμός της απώλειας του εισοδήματος μιας επιχείρησης γίνεται από εξειδικευμένους οίκους όπως είναι οι ελεγκτικοί οίκοι και όχι από εκτιμητές ακινήτων. Το δεύτερο, ναι μεν δεν διαφωνεί ότι οι ιατροί που ενοικιάζουν ιατρεία στο Νοσοκομείο πληρώνουν £30 το τ.μ. μηνιαίως, αλλά η βάση αυτή δεν προσφέρεται για τους υπολογισμούς του τεκμ. 11 λόγω του ότι στους γιατρούς αυτούς προσφέρονται και άλλες υπηρεσίες και, το τρίτο, το 14% που υιοθέτησε ο συνάδελφος του αφενός μεν συμπεριλαμβάνει και Φ.Π.Α. και, αφετέρου, δεν λήφθηκε υπόψη ότι βάσει των λογαριασμών του 2006 το κέρδος μειώθηκε στο 8.7%. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε ότι τα συγκριτικά μεγέθη που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στις £6.50 το τ.μ. δεν ήταν κατάλληλα λόγω του ότι η Κλινική έχει διαφορετικές παραμέτρους απ΄ ότι τα γραφεία, υποβολή με την οποία ο μάρτυρας δεν διαφώνησε εντελώς. Με την προσθήκη όμως ότι έλαβε υπόψη ως συγκριτικό και την Κλινική Βασιλείου. Ως τελευταίος μάρτυρας για τους εναγόμενους κατάθεσε η Κ. Νικολαϊδου, η οποία επέλεξε να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης της (Έγγραφο Β), όπου διατυπώνει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: Από το Μάρτιο του 2000 βοηθά τον εναγόμενο 3 στη διοίκηση και διεύθυνση της εναγόμενης 1 και λόγω των καθηκόντων της γνωρίζει ότι την περίοδο από 19.
- - 19.7.99 η εναγόμενη 1 κατέβαλε σε υπαλλήλους της £30.331 ως η σχετική κατάσταση που παρουσίασε (τεκμ. 22). Περαιτέρω γνωρίζει ότι στις 19.7.07 η ετιαρεία Digicom υπόβαλε προσφορά για εγκατάσταση U.P.S. στην Κλινική αντί του ποσού των £40.000 (τεκμ. 15) και ότι την περίοδο 2003 - 2005 η Κλινική πλήρωσε στην εταιρεία Anaxagoras Pneumatic Ltd £9.730,17 για εγκατάσταση συστήματος πεπιεσμένου αέρα ως το τεκμ.
- Σχετικά παρουσίασε την ίδια κατάσταση που συνοδεύεται και από τιμολόγια - πλην ενός τιμολογίου που δεν βρήκε όπως είπε για το ποσό των £1.921 - η οποία κατατέθηκε ως τεκμ.
- Τέλος, παρουσίασε κατάσταση με τιμολόγια της εταιρείας Airmec Ltd περιόδου 28.7.99 - 3.8.99 βάσει των οποίων η Κλινική πλήρωσε για συντήρηση του συστήματος κλιματισμού £6.494,38 (τεκμ. 24), κατάσταση με τιμολόγια της εταιρείας ASL Electrohome Chemical Services Ltd περιόδου 13.1.00 - 18.11.05 για συντήρηση μηχανολογικών εγκαταστάσεων της Κλινικής συνολικού ποσού £10.463,20 (τεκμ. 25) και κατάσταση με τιμολόγια της εταιρείας ΟΤΙS περιόδου 7.3.01 - 16.12.06 για συντήρηση και επιδιορθώσεις του ανελκυστήρα ύψους £5.160 (τεκμ. 26). Η αντεξέταση της μάρτυρος απέβλεπε ουσιαστικά αφενός μεν στην ανίχνευση των λόγων πρόσληψης προσωπικού από τους εναγόμενους πριν τους παραδοθεί η Κλινική και αφετέρου στην προώθηση της θέσης ότι πριν οι εναγόμενοι προβούν στις ισχυριζόμενες δαπάνες όφειλαν να ειδοποιήσουν σχετικά την ενάγουσα, κάτι που δεν έπραξαν. Η μάρτυρας όμως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στα δύο αυτά θέματα και το μόνο που ήξερε, όπως είπε, ήταν ότι τα ποσά που καταγράφονται στα τεκμήρια που παρουσίασε δαπανήθηκαν από την εναγόμενη 1 για τους λόγους που ανέφερε. Την ανταπαίτηση των εναγομένων ανέλαβε να αντικρούσει ο Μ.Ε.1 (Μ.Υ.1 στην ανταπαίτηση), η σχετική μαρτυρία του οποίου συνοψίζεται ως ακολούθως: Ο εναγόμενος 3 άρχισε να επιβλέπει τις εργασίες που αφορούσαν την Κλινική πριν ακόμη υπογραφεί η Συμφωνία και σε πολλές περιπτώσεις έγιναν μετατροπές κατόπιν δικών του υποδείξεων. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που οι εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν πλήρως πριν την 1.2.09 και όταν τελικά παραδόθηκε η Κλινική, Μάρτιο ή Απρίλη του 1999, οι εναγόμενοι άρχισαν να την εξοπλίζουν και γενικά να την οργανώνουν με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να λειτουργήσει το Σεπτέμβριο. Απορρίπτοντας τις υπόλοιπες ισχυριζόμενες από τους εναγόμενους παραβιάσεις αντέτεινε τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το τεκμ. 23 πράγματι οι εναγόμενοι αντικατέστησαν το σύστημα πεπιεσμένου αέρα μέσα στο 2003, αλλά το έπραξαν εν αγνοία της ενάγουσας και χωρίς προηγουμένως να της υποβάλουν παράπονο ότι το σύστημα που αυτή είχε εγκαταστήσει δεν λειτουργούσε κανονικά. Σ΄ ότι δε αφορά τα τιμολόγια των τεκμ. 24 και 25 ήλθε σε επαφή με τις εταιρείες που τα έκδοσαν, από τις οποίες πληροφορήθηκε αφενός μεν ότι κάποια από τα τιμολόγια του τεκμ. 24 - όπως τα τιμολόγια 2073 και 2588 - αφορούσαν εγκατάσταση συσκευών κλιματισμού σε σπίτι νοσοκόμου της Κλινικής και σε αποθήκη της Κλινικής εκτός του Νοσοκομείου και, αφετέρου, τα τιμολόγια του τεκμ. 25 αφορούσαν συντήρηση συσκευών και αλλαγής φίλτρων του χειρουργείου που ήταν εκτός των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας. Όπως εκτός των συμβατικών της υποχρεώσεων ήταν και η συντήρηση του ανελκυστήρα της Κλινικής για την οποία εκδόθηκαν τα τιμολόγια του τεκμ.
- Κι αυτό γιατί ενώ αρχικά τον ανελκυστήρα τον χρησιμοποιούσαν από κοινού, σε κάποιο στάδιο ο εναγόμενος 3 εγκατέστησε σ΄ αυτόν μονομερώς κάποιο σύστημα με αποτέλεσμα να μπορεί να τον χρησιμοποιεί αποκλειστικά η Κλινική. Εν πάση περιπτώσει, πριν την έγερση της αγωγής το μόνο θέμα για το οποίο παραπονέθηκαν οι εναγόμενοι ήταν το αποχετευτικό και σχετικά παραδέχθηκε ότι πράγματι μετά τη λειτουργία της Κλινικής υπήρξε διαρροή αποβλήτων στο χώρο καθετηριασμού, αλλά αντέτεινε ότι αμέσως η ενάγουσα προχώρησε στη δημιουργία βιολογικού σταθμού και το πρόβλημα διορθώθηκε οριστικά. Όμως, ισχυρίσθηκε, είναι υπερβολικός ο ισχυρισμός του εναγόμενου 2 ότι ο χώρος καθετηριασμών δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για δύο εβδομάδες αφού η ενάγουσα βοήθησε στον καθαρισμό του και σε 3-4 ημέρες ο χώρος αυτός ήταν έτοιμος προς χρήση. Κατά την αντεξέταση επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η μαρτυρία του μάρτυρα και να προωθηθούν οι αντίστοιχες θέσεις των εναγομένων, αλλά ο μάρτυρας επέμενε στους ισχυρισμούς του και απέρριψε όλες τις περί του αντιθέτου υποβολές. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φύση της Συμφωνίας. Αν δηλαδή επρόκειτο για ενοικίαση ή άδεια χρήσης, θέμα το οποίο αποφασίσθηκε από το Εφετείο το οποίο εύστοχα χαρακτήρισε τη Συμφωνία «ιδιότυπη». Δεν ήταν όμως και η μόνη «ιδιοτυπία». «Ιδιοτυπία» κατά την άποψη μου συνιστά και η προώθηση από πλευράς του συνηγόρου της ενάγουσας της θέσης ότι ουσιαστικά η Συμφωνία δεν τερματίσθηκε στις 13.12.01, αλλά έληξε στις 30.1.
- Κι αυτό με αντίστοιχη αποστασιοποίηση από δικογραφημένη της θέση, ενώ οι εναγόμενοι μέσω της συνηγόρου τους αντέτειναν ότι από τι στιγμή που η ενάγουσα επέλεξε τον τερματισμό δεν μπορεί να επικαλείται ανάκληση του. Όπως «ιδιοτυπία» είναι και η επιλογή της ενάγουσας να επιφυλάσσεται να κινήσει νέα αγωγή τόσο για έξωση όσο και για τις οικονομικές της απαιτήσεις, ενώ το αναμενόμενο θα ήταν να καταστήσει τα δύο αυτά θέματα επίδικα ώστε «.η διαφορά των διαδίκων να αχθεί σε ένα τέλος». Δεν το έπραξε όμως και με την αγωγή της περιορίσθηκε, χρόνια μετά τον ισχυριζόμενο τερματισμό της Συμφωνίας, σε προώθηση μόνο των απαιτητικών Α, Γ και Δ τα οποία όπως εισηγήθηκε ο κ. Κορφιώτης δικαιούται, ενώ η κα Κακουλλή αντέτεινε ότι από τη στιγμή που η ενάγουσα δεν προσδιορίζει στο δικόγραφο της ζημιές ή απώλειες δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις. Τέλος, διαμετρικά αντίθετες είναι και οι εισηγήσεις σ΄ ότι αφορά την ανταπαίτηση. Με τον κ. Κορφιώτη να εισηγείται ότι οι εναγόμενοι αφενός δεν τεκμηρίωσαν παράβαση υποχρεώσεων εκ μέρους της ενάγουσας και αφετέρου δεν απέδειξαν τα σχετικά κονδύλια που αξιώνουν και με την κα Κακουλλή να υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Και κάτι τελευταίο, ενώ η κα Κακουλλή στο στάδιο της αντεξέτασης του εναγομένου 3 δήλωσε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ως αποτέλεσμα του τερματισμού οι εναγόμενοι δεν έγιναν θέσμιοι ενοικιαστές τότε η ενάγουσα δικαιούται σε διάταγμα ως τα απαιτητικά Α
(1)και Α
(2), με την αγόρευση της εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει απόδοση λογαριασμών. Αφενός μεν γιατί οι εναγόμενοι δεν διατηρούν τιμοκατάλογο και αφετέρου από την χρέωση των καρδιοχειρουργικών περιστατικών και καθετηριασμών πρέπει να αφαιρούνται οι αμοιβές των ιατρών και τα πραγματικά έξοδα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν με τις αγορεύσεις τους. Αρχίζοντας από το πρώτο επίδικο ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή οι εναγόμενοι παραβίασαν τη Συμφωνία με αποτέλεσμα τον τερματισμό της από την ενάγουσα στις 13.12.01, έχω την άποψη ότι η επίλυση του δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε πρόβλημα. Όπως προκύπτει από τις οχτώ
(8)πρώτες επιστολές του τεκμ. 4 - δηλαδή τις έξι
(6)επιστολές ημερ. 22.3, 24.4, 30.7, 4.9, 20.9 και 9.10.01 που απέστειλε η ενάγουσα στην εναγόμενη 1 και τις δύο
(2)απαντητικές επιστολές της εναγόμενης 1 ημερ. 12.4 και 18.7.01 - για αρκετούς μήνες οι εναγόμενοι αρνούνταν συνειδητά να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις οι οποίες, εκτός από τα συμφωνηθέντα ποσοστά που δικαιούταν η ενάγουσα, ανέρχονταν σε μερικές δεκάδες χιλιάδες λίρες, προβάλλοντας ως λόγο το πρόβλημα που παρουσίασε το αποχετευτικό σύστημα. Και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν το πρόβλημα στο αποχετευτικό δικαιολογούσε την παύση πληρωμών, τη στιγμή μάλιστα που συνέχισαν να λειτουργούν την Κλινική και να απολαμβάνουν των διαφόρων υπηρεσιών που τους παράσχε η ενάγουσα. Η απάντηση κατά την άποψη μου είναι σαφώς αρνητική. Τέτοιο δικαίωμα δεν είχαν και δεν θα ήταν χωρίς σημασία να επισημανθεί ότι το πρόβλημα με το αποχετευτικό αφορούσε και το Νοσοκομείο, μέρος του οποίου ήταν και η Κλινική, το οποίο με επιστολή του προς τους δικηγόρους των εναγομένων ημερ. 30.7.01 γνωστοποιούσε ότι ήδη προχωρούσε στην κατασκευή βιολογικού συστήματος αποχέτευσης προς οριστική λύση του προβλήματος, κάτι που επαναλάμβανε και με την επιστολή ημερ. 20.9.
- Παρόλ΄ αυτά οι εναγόμενοι όχι μόνο συνέχισαν να μην εκπληρώνουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, αλλά αποφεύγοντας μετά τις 18.7.01 να απαντήσουν στις επιστολές ημερ. 30.7, 4.9, 20.9 και 9.10.01 επέδειξαν πλήρη αδιαφορία στις προειδοποιήσεις της ενάγουσας ότι θα προχωρούσε για τερματισμό της Συμφωνίας. Κάτω από αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι νόμιμα η ενάγουσα τερμάτισε τη Συμφωνία υπαιτιότητα των εναγομένων στις 13.12.01 και κατά την άποψη μου είναι οξύμωρο η μεν ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της να εισηγείται - σε αντίθεση με τη δικογραφημένη της θέση - ότι η Συμφωνία δεν τερματίσθηκε στις 13.12.01 αλλά έληξε στις 30.1.04, οι δε εναγόμενοι να εισηγούνται ότι από τη στιγμή που η ενάγουσα επέλεξε να τερματίσει τη Συμφωνία δεν μπορεί να επικαλείται ανάκληση της, εισήγηση με την οποία συμφωνώ. Αφενός μεν γιατί με τις επιστολές των δικηγόρων της ενάγουσας ημερ. 2.1.02 και 14.1.02 επαναλαμβανόταν ότι η Συμφωνία είχε ήδη ακυρωθεί και αφετέρου ουδείς από τους μάρτυρες των διαδίκων ισχυρίσθηκε ότι μετά τον τερματισμό η Συμφωνία επανήλθε σε ισχύ στη βάση νέας συμφωνίας. Παραθέτω σχετικά το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Contract Law by Ewan McKendrick, 5η έκδοση, σελ.400, το οποίο επικαλέστηκε η κα Κακουλλή για να συνηγορήσει (!) στη δικογραφημένη θέση της ενάγουσας - επενδύοντας προφανώς στην ελπίδα ότι οι εναγόμενοι με τον τερματισμό έγιναν θέσμιοι ενοικιαστές - ότι η Συμφωνία τερματίσθηκε στις 13.12.01 και από τη στιγμή που αυτή ήταν η επιλογή της θέμα (σιωπηρής) ανάκλησης δεν εγείρεται: «Once the innocent party has exercised his right of election and chosen either to terminate or to affirm, that decision cannot be revoked. Thus, an innocent party who has exercised his right to terminate performance of the contract cannot subsequently affirm the contract because the effect of the termination of performance is to release both parties from their obligations to perform in the future and, once released from these obligations, they cannot subsequently be resurrected (Johnson v. Agnew (above)).» Η Συμφωνία λοιπόν τερματίσθηκε στις 13.12.01 με υπαιτιότητα των εναγομένων και κατ΄ ακολουθία τούτου η ενάγουσα δικαιούται σε ανάλογη Δηλωτική Απόφαση. Όπως δικαιούται και σε απόδοση λογαριασμών σε σχέση με τα χειρουργικά περιστατικά και καθετηριασμούς για την περίοδο 2001 μέχρι 31.1.2004 ως η δήλωση της κας Κακουλλή στο στάδιο της αντεξέτασης του εναγομένου
- Με μόνο ερώτημα τι είδους λογαριασμούς υποχρεούνται οι εναγόμενοι να αποδώσουν, θέμα για το οποίο δεν υπάρχει πρόβλεψη στη Συμφωνία. Ό,τι επί του προκειμένου προβλέπει είναι ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να πληρώνουν στην ενάγουσα τα συμφωνηθέντα ποσοστά «. επί των εισπραχθέντων ποσοστών και όχι επί των τιμολογηθέντων αμέσως με την είσπραξη τους.» Στη βάση της πρόνοιας αυτής έχω την άποψη ότι η μόνη υποχρέωση που ανέλαβαν οι εναγόμενοι ήταν να κοινοποιούν στην ενάγουσα τον αριθμό των καρδιοχειρουργικών περιστατικών και καθετηριασμών που διεκπεραιώθηκαν στην Κλινική, πόσα απ΄ αυτά πληρώθηκαν και πόσα εξακολουθούσαν να παραμένουν απλήρωτα. Αυτά κατά την άποψη μου είναι τα στοιχεία που δικαιούται η ενάγουσα να πληροφορηθεί από τους εναγόμενους και ανάλογη θα είναι και η διαταγή του Δικαστηρίου σε σχέση με την πιο πάνω περίοδο. Σ΄ ότι δε αφορά τη χρηματική βάση υπολογισμού των ποσοστών έχω την άποψη ότι ως αποτέλεσμα της δήλωσης του κ. Κορφιώτη ημερ. 16.2.07 το θέμα αυτό θα μπορούσε το δικαστήριο να μην το εξετάσει. Όμως επειδή δόθηκε σχετική μαρτυρία κρίνω ότι θα πρέπει να αποφασισθεί ώστε να εκλείψει η σχετική διαφωνία, η οποία κατά την άποψη μου δεν θάπρεπε να υπάρχει. Και αυτό - έστω κι αν η Κλινική δεν έχει τιμοκατάλογο όπως είναι η μαρτυρία του εναγόμενου 3 - στη βάση της μαρτυρίας τόσο του Μ.Ε.3 όσο και του εναγόμενου
- Υπενθυμίζεται σχετικά ότι ο μεν Μ.Ε.3 ανάφερε ότι «. τα ποσά που κουβέντιασε με τον εναγόμενο 3 ως βάση για τον καθορισμό των ποσοστών που θα δικαιούταν η ενάγουσα ήταν ένα πακέτο πέριξ των £5.000 για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και £800 για τους καθετηριασμούς», ο δε εναγόμενος 3 παραδέχθηκε ότι στο τεκμ. 2 χρησιμοποίησε ως βάση για υπολογισμό των υπό αναφορά ποσοστών το ποσό των £5.500 για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και το ποσό των £780 για τους καθετηριασμούς. Εντοπίζεται επομένως κοινή βάση υπολογισμού των ποσοστών - £5.500 για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και £780 για τους καθετηριασμούς - και εν όψει τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του εναγόμενου 3 ότι ήταν από άγνοια που ο ίδιος καθόρισε την εν λόγω βάση. Καταλήγω επομένως ότι η αριθμητική βάση για υπολογισμό των ποσοστών που δικαιούταν η ενάγουσα ήταν £5.500 για τα καρδιοχειρουργικά περιστατικά και £780 για τους καθετηριασμούς και ό,τι παρέμεινε σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας είναι εξέταση του θέματος των αποζημιώσεων. Αποτελεί κοινό τόπο του δικαίου των συμβάσεων ότι στην περίπτωση διάρρηξης μιας συμφωνίας το αναίτιο μέρος έχει διάφορες επιλογές, μεταξύ των οποίων και τον τερματισμό της συμφωνίας και της αξίωσης αποζημιώσεων. Αυτό εξ άλλου ορίζεται και στη Συμφωνία (όρος 12) και όπως γίνεται αντιληπτό η ενάγουσα υλοποίησε και τις δύο επιλογές. Και το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι αν δικαιούται σε ειδικές αποζημιώσεις όταν στην αγωγή της δεν προσδιορίζει τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της Συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων. Η απάντηση κατά την άποψη μου είναι σαφώς αρνητική. Όπως ορίζεται από το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την παράβαση έχει έναντι του υπαίτιου της παράβασης δικαίωμα αποζημίωσης για τη ζημία ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, αλλά στην υπό κρίση περίπτωση η ενάγουσα απλώς αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις χωρίς να εξειδικεύει στο δικόγραφο της τη ζημία ή απώλεια που πιθανόν να έχει υποστεί ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της Συμφωνίας. Υπενθυμίζεται σχετικά η πάγια νομολογιακή αρχή ότι ο διάδικος που επιδιώκει να ανακτήσει ζημιά ή απώλεια όχι μόνο πρέπει να την εξειδικεύσει στο δικόγραφο του αλλά και να την αποδεικνύει με αυστηρότητα (βλ. Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Κούνουνα ν. Κ. Κυπριανού & Υιοι Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126). Η ενάγουσα επομένως δεν δικαιούται σε επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν δικαιούται σε γενικές αποζημιώσεις ή έστω ονομαστικές. Κατά την άποψη μου η απάντηση είναι και πάλι αρνητική καθότι παρά τον τερματισμό της Συμφωνίας όχι μόνο επέτρεψε στους εναγόμενους να διατηρήσουν την κατοχή της Κλινικής, αλλά συνέχισε να τους προσφέρει υπηρεσίες και να εισπράττει γι΄ αυτές το αντίστοιχο αντίτιμο καθώς επίσης και άλλα ποσά που μέχρι την 31.11.04 ανήλθαν - όπως η ίδια αναφέρει στο δικόγραφο της - στις £421.715 και απ΄ ότι προκύπτει από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας η οικονομική της απαίτηση για την περίοδο που αφορά την αγωγή - δηλαδή μέχρι 31.1.04 - περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τα ποσοστά που προβλέπονται από τη Συμφωνία. Ούτε σε σχέση με το θέμα των γενικών αποζημιώσεων είναι χρήσιμη η μαρτυρία του Μ.Ε.6 αφού αυτή αφορά ισχυριζόμενη απώλεια εισοδήματος κατά το 2005 που αφενός εμπίπτει στον τομέα των ειδικών αποζημιώσεων και αφετέρου είναι εκτός της χρονικής περιόδου της αγωγής. Πέραν τούτου, ακόμη κι αν η εκτίμηση του Μ.Ε.6 κρινόταν χρήσιμη και πάλι το Δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σ΄ αυτή γιατί ουσιαστικά πρόκειται για οικονομική μελέτη που όπως ορθά επεσήμανε ο Μ.Υ.2 δεν εμπίπτει στον τομέα των εκτιμητών ακινήτων. Έπεται ότι η εκτίμηση του Μ.Ε.6 δεν είναι χρήσιμη για το θέμα που εδώ εξετάζεται, όπως δεν είναι χρήσιμη και η εκτίμηση του Μ.Υ.2 η οποία παραβλέπει ότι το ζητούμενο δεν είναι ο καθορισμός της ενοικιαστικής αξίας της Κλινικής, αλλά η απώλεια εισοδήματος εκ μέρους της ενάγουσας από τη μη χρησιμοποίηση των χώρων της. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα δικαιούται στις δύο θεραπείες για τι οποίες ήδη έγινε λόγος χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αφού το θέμα των εξόδων αποφασίσθηκε κατ΄ έφεση. Εκδίδεται λοιπόν προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων: Α. Δηλωτική απόφαση ότι η Συμφωνία τερματίσθηκε με υπαιτιότητα των εναγομένων στις 13.12.2001 και Β. Διάταγμα όπως εντός δύο μηνών από σήμερα κοινοποιήσουν στην ενάγουσα τον αριθμό των καρδιοχειρουργικών περιστατικών και καθετηριασμών που διενήργησαν στην Κλινική κατά την περίοδο από 1.1.2001 μέχρι 31.1.2004, ως και τον αριθμό των εν λόγω περιστατικών που ναι μεν έχουν τιμολογηθεί αλλά δεν έχουν ακόμα πληρωθεί. Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Όπως έκδηλα προκύπτει από τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και 2 πλείστα από τα κονδύλια της ανταπαίτησης αφορούν ισχυριζόμενες δαπάνες μεταγενέστερες του τερματισμού της Συμφωνίας και θάταν κατά την άποψη μου παράλογο και αντινομικό να εξετασθεί θέμα επιδίκασης τέτοιων κονδυλίων προς όφελος τους. Είναι επομένως αρκετό επί του προκειμένου να σημειωθεί ότι όσα κονδύλια δαπάνησαν οι εναγόμενοι μετά τον τερματισμό δεν νομιμοποιούνται να τα απαιτούν στη βάση Συμφωνίας που τερματίσθηκε υπαιτιότητα τους. Τέτοια είναι τα κονδύλια σε σχέση με τα παράπονα τους (α) για το σύστημα U.P.S., για το οποίο εν πάση περιπτώσει μόνο προσφορά έχουν πάρει και αυτό οκτώ χρόνια μετά τη λειτουργία της Κλινικής, (β) για το σύστημα πεπιεσμένου αέρα, τα τιμολόγια του οποίου καλύπτουν την περίοδο 1.1.03-27.5.03 και (γ) για τις δαπάνες των τεκμ. 25 και 26 που χρονικά καλύπτουν την περίοδο μέχρι το Δεκέμβριο του 2006. Παρέμειναν επομένως προς εξέταση οι απαιτήσεις τους σε σχέση με την καθυστέρηση στην παράδοση της Κλινικής, τη διατήρηση του συστήματος κλιματισμού της Κλινικής σε καλή κατάσταση και για το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στο αποχετευτικό. Αρχίζοντας από το πρώτο, από την καθυστέρηση δηλαδή στην παράδοση της Κλινικής, κρίνω ότι το παράπονο τους δεν ευσταθεί γιατί η όποια καθυστέρηση - η οποία σημειωτέο δεν αποτέλεσε αντικείμενο γραπτού παραπόνου - ήταν αποτέλεσμα των τροποποιήσεων που υπέδειξε ο εναγόμενος 3, κάτι που και ο ίδιος παραδέχθηκε αλλά δεν ήταν σε θέση να τις προσδιορίσει. Σ΄ ότι δε αφορά τη δαπάνη του τεκμ. 24 και αυτό το κονδύλι απορρίπτεται για τους λόγους που υπέδειξε ο Μ.Ε.1, ότι δηλαδή κάποια από τα τιμολόγια του τεκμ. 24 αφορούν αλλαγή φίλτρων που δεν ήταν μέσα στις συμβατικές υποχρεώσεις της ενάγουσας και άλλα, όπως τα τιμολόγια 2073 και 2588, αφορούν συσκευές κλιματισμού που εγκατέστησαν οι εναγόμενοι εκτός Κλινικής. Εν πάση όμως περιπτώσει, ακόμη και να τις είχαν εγκαταστήσει στην Κλινική και πάλι δεν θα τους επιδίκαζα το σχετικό κονδύλι αφού δεν ζήτησαν από την ενάγουσα να τις εγκαταστήσει για να εξετασθεί αν ήταν μέσα στις συμβατικές της υποχρεώσεις η εγκατάσταση τους. Παρέμεινε επομένως μόνο το παράπονο τους σε σχέση με το πρόβλημα που παρουσίασε το αποχετευτικό. Σημειώνεται σχετικά ότι ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε την ύπαρξη του προβλήματος, το οποίο ήταν και πρόβλημα του Νοσοκομείου. Κατά συνέπεια το σχετικό παράπονο των εναγομένων ήταν βάσιμο και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με τη μαρτυρία του εναγόμενου 3 αποδείχθηκε η ζημία που αξιώνουν. Σχετικά ο εναγόμενος 3 επικαλέστηκε δύο κονδύλια, £700 για καθαρισμό του χώρου καθετηριασμού και £3.975 για απώλεια εισοδήματος. Σε σχέση με το πρώτο κατατέθηκε το τεκμ. 18 ημερ. 20.4.01, με το οποίο χρεώνεται η Κλινική με το ποσό των £700 για «cleaning services provided to the American Heart Institute as per our original quotation», αλλά ποιο ήταν το «original quotation» και για ποιους χώρους αναφερόταν δεν προσδιορίζεται και εν όψει τούτου δεν έχω πεισθεί ότι το ποσό αυτό δαπανήθηκε αποκλειστικά για το χώρο του καθετηριασμού. Κατά συνέπεια κρίνω ότι οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν το σχετικό κονδύλι, ενώ για το δεύτερο κονδύλι των £3.975 δεν δόθηκε καμιά απολύτως τεκμηρίωση και εν όψει τούτου κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε ούτε και αυτό. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η ανταπαίτηση των εναγομένων απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα, αφού ήδη το Εφετείο επιδίκασε στην ενάγουσα όλα τα έξοδα που δημιουργήθηκαν πρωτόδικα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κβπ/ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο