← Κύπρος

Σέργιϊ Σπακ ν. MARIUPOL INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3563/2011, 5 Αυγούστου, 2011

Σέργιϊ Σπακ ν. MARIUPOL INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3563/2011, 5 Αυγούστου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A344 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3563/2011 Μεταξύ: Σέργιϊ Σπακ Ενάγοντα και

  1. MARIUPOL INVESTMENTS LIMITED
  2. OLEKSANDR V. SAVCHUK
  3. ORMORAN ENTERPRISES LIMITED
  4. STOCKWAVE INVESTMENTS LIMITED
  5. UITC LIMITED
  6. ARAKEL CONSULTANTS LIMITED
  7. ARAKEL SERVICES LIMITED
  8. DERISON HOLDINGS LTD
  9. ZECORE LIMITED
  10. LUXINVEST LIMITED
  11. CIVIRAMA LIMITED
  12. ΙΩΑΝΝΑ ΚΩΣΤΗ
  13. WESSANEN TRADING LIMITED
  14. TOTALSERVE CONSULTANTS LTD
  15. ALICOM INVESTMENT COMPANY LIMITED
  16. AMPEZZA LIMITED
  17. ESTONA INVESTMENTS LIMITED
  18. SVITLANA SAVCHUK
  19. THE ARLINGTON SETTLEMENT
  20. TAISIA SAVCHUK-POLISHCHUK Εναγομένων ------------------ Mονομερής Αίτηση ημερ. 20.5.2011 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων 5 Αυγούστου,
  21. Για τον Αιτητή-ενάγοντα: κ. Κ. Σκορδής μαζί με κα Π. Παπαπέτρου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 1, 3-12: κ. Δ. Παπαδόπουλος μαζί με κα Ν. Merheje και κ. Χριστοφόρου, ασκούμενο δικηγόρο Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 2, 18-20: κ.κ. Δ. Παπαδόπουλος μαζί με κ. Δ. Αραούζο, κα Ν. Merheje και κ. Χριστοφόρου, ασκούμενο δικηγόρο Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 13-14 και 17: κ. Δ. Αραούζος Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 15, 16: κ. Α. Σαβεριάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το Δικαστήριο θα επιχειρήσει λιτή παράθεση του υπόβαθρου των γεγονότων που συνιστούν την επίδικη διαφορά και των βασικών θέσεων των δύο πλευρών. Εγχείρημα ιδιαίτερα δύσκολο, λαμβανομένων υπόψη, τόσο του όγκου των τεκμηρίων που τέθηκαν ενώπιόν του αλλά και των εκτεταμένων και πολυεπίπεδων εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνήγορων. Ο Αιτητής είναι Ουκρανός υπήκοος. Η συνεργασία του με τον εναγόμενο 2, επίσης πολίτη της Ουκρανίας, άρχισε το Δεκέμβριο του 1999, όταν διορίστηκε ως ο υποδιευθυντής οικονομικών υποθέσεων σε Ουκρανική εταιρεία της οποίας ο εναγόμενος 2 ήταν ο Γενικός Διευθυντής. Η μεταξύ τους επαγγελματική σχέση τερματίστηκε το Σεπτέμβριο του 2010 υπό συνθήκες που αμφισβητούνται, αλλά και δεν έχουν ουσιαστική σημασία για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Επικαλείται ο Αιτητής ως πραγματικό υπόβαθρο της αγωγής του και της παρούσας Αίτησης δικαίωμά του σε ποσοστό 10%, μέρους εταιρειών που ελέγχονται από τον εναγόμενο
  22. Τις καθορίζει ως Όμιλο Εταιρειών που αποτελούν μέρος ευρύτερου συγκροτήματος εταιρειών συμφερόντων του εν λόγω εναγόμενου, γνωστού ως ο Όμιλος Azovmash. Προεκτείνοντας, είναι η ουσία των θέσεών του ότι το μερίδιο αυτό συνιστά ανταμοιβή των προσπαθειών και προσφοράς του για περισσότερο από μια δεκαετία στον όμιλο και, κατ΄ επέκταση, στον εναγόμενο 2, τον οποίο χαρακτηρίζει ως το βασικό μέτοχο του συγκεκριμένου ομίλου. Θέτει ότι σε αναγνώριση της προσφοράς του αυτής ο εναγόμενος 2 συμφώνησε προφορικά το έτος 2007 στην παραχώρηση του υπό αναφορά μεριδίου. Είναι δε περαιτέρω ισχυρισμός του ότι η συμφωνία προνοούσε και την παραχώρηση ιδίου ποσοστού σε κάθε καινούργια επιχείρηση που τα δύο μέρη θα ίδρυαν ή θα αγόραζαν. Πάντα σύμφωνα με τον Αιτητή, περί τα τέλη του 2008 άρχισαν να αναφύονται προβλήματα στις σχέσεις του με τον εναγόμενο 2, ο οποίος όχι μόνο απέφευγε να του μεταβιβάσει το συμφωνηθέν μερίδιο αλλά και τον απέλυσε από διευθυντική θέση που κατείχε και του απαγόρευσε κάθε σχέση με τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες του ομίλου. Οι σχέσεις τους επιδεινώθηκαν περαιτέρω κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2009 - Ιανουάριο 2010, όταν ο εναγόμενος 2 αρνήθηκε να του αποδώσει το 10% από εισπραχθέν ποσό πώλησης μετοχών άλλης εταιρείας του ομίλου. Ακολούθησαν, μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2010, αλλεπάλληλες συναντήσεις των δύο μερών, προκειμένου να διευθετήσουν τις μεταξύ τους διαφορές και την περαιτέρω συνεργασία τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ, από το Μάρτιο του 2010, ο Αιτητής ξεκίνησε δική του ξεχωριστή επιχείρηση σχετική με εμπορεία και ενοικίαση βαγονιών. Μετά το Σεπτέμβριο του 2010 δεν έλαβε χώρα άλλη μεταξύ τους συνάντηση. Μάλιστα, κατά ή περί την 27.9.2010, σύμφωνα πάντα με τις θέσεις του Αιτητή, εκδιώχθηκε από τον όμιλο, αναγκαζόμενος να υπογράψει παραίτησή του. Κατά ή περί το τέλος Ιανουαρίου 2011 πληροφορήθηκε σχετικά με μεταβιβάσεις μετοχών της εναγόμενης 13, οπόταν και άρχισε να προβαίνει σε έρευνες που αφορούσαν τις αλλαγές στο καθεστώς διαφόρων εταιρειών του ομίλου. Διαπιστώνοντας παρανομίες στην αποξένωση μετοχών συγκεκριμένων εταιρειών, προσπάθησε, και πάλι χωρίς επιτυχία, να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο
  23. Θέτοντας δε ως σημερινή αξία του 10% του ισχυριζόμενου μεριδίου του το ποσό των USD70.000.000 και με υπόβαθρο ισχυρισμούς του περί πρόσφατης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων εταιρειών που ελέγχονται από τον εναγόμενο 2, την οποία, αποξένωση, χαρακτηρίζει ως απροκάλυπτη προσπάθειά του τελευταίου να σφετεριστεί τα δικαιώματα και να οικειοποιηθεί το μερίδιό του, προσέφυγε στο Δικαστήριο με κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο αξιώνοντας ως ακολούθως: «Α. Δήλωση ή και Διακήρυξη (Declaration) του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας είναι ο δικαιούχος (beneficiary) ή/και δικαιούται ουσιαστικά (beneficially interested) του/στο δέκα τοις εκατόν (10%) των περιουσιακών στοιχείων ή/και δικαιωμάτων των εταιρειών που ελέγχονται από τους Εναγόμενους ή/και τον Εναγόμενο 2 (ως αυτός περιγράφεται στον Επισυνημμένο Πίνακα B) (ο «Όμιλος»), συμπεριλαμβανομένων μετοχών, χρεωγράφων, ομολόγων, πνευματικών ή άλλων δικαιωμάτων, μεριδίων, ακίνητης ή κινητής περιουσίας, που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι μίας έκαστης των Εναγομένων (ως είναι η περίπτωση) ή/ και κατέχονται ή/και βρίσκονται υπό τον έλεγχο ή/και φύλαξη ενός έκαστου εξ αυτών, άμεσα ή έμμεσα, είτε σαν εμπιστευματοδόχος / επίτροπος (trustee) ή/και θεματοφύλακας (fiduciary) ή/και εξ επαγωγής / τεκμαιρόμενος εμπιστευματοδόχος / επίτροπος (constructive trustee) ή/και εντολοδόχος (nominee) είτε διαφορετικά. Β. Διαζευκτικά στο υπό Α ανωτέρω, Δήλωση ή και Διακήρυξη (Declaration) του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι ή/και έκαστος αυτών ενεργεί(ουν) ως εμπιστευματοδόχος / επίτροπος (trustee) ή/και θεματοφύλακας (fiduciary) ή/και εξ επαγωγής / τεκμαιρόμενος εμπιστευματοδόχος / επίτροπος (constructive trustee) προς οφελος του Ενάγοντα ως προς το δέκα τοις εκατόν (10%) των περιουσιακών στοιχείων ή/και δικαιωμάτων του Ομίλου συμπεριλαμβανομένων μετοχών, χρεωγράφων, ομολόγων, πνευματικών ή άλλων δικαιωμάτων, μεριδίων, ακίνητης ή κινητής περιουσίας, τα οποία είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι ενός εκάστου των Εναγομένων (ως είναι η περίπτωση) ή/ και κατέχονται ή/και βρίσκονται υπό τον έλεγχο ή/και φύλαξη ενός έκαστου εξ αυτών, άμεσα ή έμμεσα, είτε ως εμπιστευματοδόχων / επίτροπων (trustee) ή/και θεματοφυλάκων (fiduciary) ή/και εξ επαγωγής / τεκμαιρόμενων εμπιστευματοδόχων / επίτροπων (constructive trustee) ή/και εντολοδόχων (nominee) ή/και διαφορετικά. Γ. Δήλωση ή και Διακήρυξη (Declaration) του Δικαστηρίου ότι, χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι ή/και έκαστος αυτών δεν δύναται(νται) ή/και δικαιούται(νται) ή/και νομιμοποιείται(νται) να ενεργεί(ουν) ή/και λαμβάνει(ουν) ή/και προκαλεί(ούν) αποφάσεις ή/και να εξουσιοδοτεί(ούν) ή/και δίδει(ουν) οδηγίες σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή/και με οποιονδήποτε τρόπο σε σχέση με τον Όμιλο ή/και τα περιουσιακά στοιχεία αυτού ή/και μέρους αυτών αν ήθελε περιέλθει στην κατοχή ή φύλαξη της ή εγγραφεί επ' ονόματι της(των) (ή οποιουδήποτε συνδεόμενου με αυτό(ούς) προσώπου) ως εμπιστευματοδόχου, ή άλλως πως, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του Ομίλου συμπεριλαμβανομένων μετοχών, χρεωγράφων, ομολόγων, πνευματικών ή άλλων δικαιωμάτων, μεριδίων, ακίνητης ή κινητής περιουσίας ή/και αν ήθελε αποκτήσει τον έλεγχο ή/και εξουσία να επηρεάσει ή προκαλέσει τις αποφάσεις οργάνων, μελών ή στελεχών του Ομίλου, άμεσα ή έμμεσα. Δ. Δήλωση ή και Διακήρυξη (Declaration) του Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι ή/και έκαστος αυτών λάβει(ουν) ή/και κατέχει(ουν) ή/και περιέλθει στην κατοχή ή/και φύλαξη της(ους) ή/και εγγραφεί επ' ονόματι της(ους) ή/και οποιουδήποτε συνδεόμενου με αυτό(ούς) προσώπου ως εμπιστευματοδόχος (trustee) ή/και εντολοδόχος ή/και διαφορετικά οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του Ομίλου ή/και οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ή/και δικαίωμα που σχετίζεται με τον Όμιλο (συμπεριλαμβανομένων μετοχών, χρεωγράφων, ομολόγων, πνευματικών ή άλλων δικαιωμάτων, μεριδίων, ακίνητη ή κινητή περιουσία) ή/και αποκτήσει τον έλεγχο ή/και δύναται να επηρεάσει τις αποφάσεις οργάνων, μελών ή στελεχών του Ομίλου άμεσα ή έμμεσα, θα έχει(ουν) λάβει ή/και κατέχει(ουν) ή/και εξασκεί(ούν) δέκα τοις εκατόν (10%) προς όφελος ή/και για λογαριασμό του Ενάγοντα δυνάμει εξ επαγωγής ή/και τεκμαιρόμενου εμπιστεύματος (as a constructive trustee). Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους ή/και έκαστο αυτών να μεταβιβάσει(ουν) και να εγγράψει(ουν) ή/και να προκαλέσει(ουν) την μεταβίβαση ή/και και εγγραφή επ'ονόματι του Ενάγοντα του δέκα τοις εκατόν (10%) του Ομίλου ή/και οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του Ομίλου ή/και οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή/και δικαιώματος που σχετίζεται με τον Όμιλο (συμπεριλαμβανομένων μετοχών, χρεωγράφων, ομολόγων, πνευματικών ή άλλων δικαιωμάτων, μεριδίων, ακίνητη ή κινητή περιουσία) που οι Εναγόμενοι ή/και έκαστος αυτών έλαβε(αν) ή/και έχει(ουν) στη κατοχή της(ους) ή/και φύλαξη της(ους) ή/και εγγραφεί επ' ονόματι του(ους) ή/και οποιουδήποτε συνδεόμενου με αυτό(ούς) προσώπου. ΣΤ. Δήλωση ή και Διακήρυξη (Declaration) του Δικαστηρίου σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι ή/και έκαστος αυτών λάβει(ουν) ή/και κατέχει(ουν) ή/και περιέλθει στην κατοχή ή/και φύλαξη του(ους) ή/και εγγραφεί επ' ονόματι του(ους) ή/και οποιουδήποτε συνδεόμενου με αυτό(ούς) προσώπου ως εμπιστευματοδόχος (trustee) ή/και εντολοδόχος ή/και διαφορετικά οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του Ομίλου ή/και οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ή/και δικαίωμα που σχετίζεται με τα Ισχυριζόμενα Εμπιστεύματα ή/και τον Όμιλο (συμπεριλαμβανομένων μετοχών, χρεωγράφων, ομολόγων, πνευματικών ή άλλων δικαιωμάτων, μεριδίων, ακίνητη ή κινητή περιουσία) ή/και αποκτήσει(ουν) τον έλεγχο ή/και δύναται(νται) να επηρεάσει(ουν) τις αποφάσεις οργάνων, μελών ή στελεχών του Ομίλου άμεσα ή έμμεσα το δέκα τοις εκατόν (10%) των μερισμάτων ή/και οποιονδήποτε άλλων ποσών και/ή εισοδημάτων ή/και ανταλλαγμάτων ή/και ωφελημάτων που οι Εναγόμενοι ή/και έκαστος αυτών έχει(ουν) λάβει ή/και εισπράξει ή/και που θα λάβει(ουν) ή/και θα εισπράξει(ουν) από τον Όμιλο ή/και οποιοδήποτε μέλος αυτού ή/και τον Εναγόμενο 2 ή/και για λογαριασμό του ή/και για λογαριασμό οποιουδήποτε συνδεόμενου με αυτόν προσώπου ανήκουν ή/και πρέπει να αποδοθούν στον Ενάγοντα. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους ή/και έκαστο αυτών να αποδώσουν στον Ενάγοντα λογαριασμό (an account) για όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου ή/και του Εναγόμενου 2 που βρίσκονται ή/και βρίσκονταν στη κατοχή ή/και φύλαξη του(τους) και όλες τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα που αφορούν ή/και σχετίζονται με αυτά. Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους ή/και έκαστο αυτών να αποδώσουν στον Ενάγοντα λογαριασμό (an account) για τα ποσά ή/και εισοδήματα ή/και ανταλλάγματα ή/και ωφελήματα που αναφέρονται στην θεραπεία υπό Ζ πιο πάνω. Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους ή/και έκαστο αυτών να καταβάλει(ουν) στον Ενάγοντα όλα τα ποσά που θα προκύψουν όταν αποδοθεί ο ως άνω λογαριασμός. Ι. Περαιτέρω ή διαζευκτικά προς έκαστο των υπό Γ- Θ ανωτέρω αποζημιώσεις ίσες με τα κέρδη και/ή εισοδήματα και/ή άλλα ανταλλάγματα που οι Εναγόμενοι ή/και έκαστος αυτών απεκόμισε ως αποτέλεσμα των ως άνω παραβάσεων ή/και άλλων παράνομων ενεργειών ή/και με τα ποσά που θα προκύψουν όταν αποδοθούν λογαριασμοί ως ανωτέρω (restitutionary damages). Κ. Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό. Λ. Νόμιμο τόκο. Μ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Ταυτόχρονα, καταχωρήθηκε μονομερής Αίτηση στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα: «Α. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους ή/και έκαστο αυτών ή/και τους αξιωματούχους ή/και υπαλλήλους ή/και αντιπροσώπους ή/και πληρεξούσιους αυτών να υποθηκεύσει(ουν) ή/και επιβαρύνει(ουν) ή/και δεσμεύσει(ουν) ή/και αποξενώσει(ουν) ή/και μεταβιβάσει(ουν) ή/και διαθέσει(ουν) ή/και να προκαλέσει(ουν) ή/και να επιτρέψει(ουν) την υποθήκευση ή/και επιβάρυνση ή/και αποξένωση ή/και μεταβίβαση ή/και διάθεση σε οποιοδήποτε πρόσωπο άλλο από τον Ενάγοντα είτε άμεσα είτε έμμεσα οποιοδήποτε μερίδιο ή ποσοστό οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ττου ομίλου εταιρειών που ελέγχονται από τον Εναγόμενο 2 (Oleksandr Savchuk) και που εμφαίνονται στον πίνακα της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης του Σεργίι Σπακ προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης) (ο «Όμιλος») ή/και οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή/και δικαιώματος που σχετίζεται με τον Όμιλο (συμπεριλαμβανομένων μετοχών, χρεωγράφων, ομολόγων, πνευματικών ή άλλων δικαιωμάτων, μεριδίων, ακίνητη ή κινητή περιουσία) που οι Εναγόμενοι ή/και έκαστος εξ αυτών έλαβε(αν) ή/και έχει(ουν) στη κατοχή του(ους) ή/και φύλαξη του(ους) ή/και που έχει εγγραφεί επ' ονόματι του(ους) ή/και επ' ονόματι οποιουδήποτε συνδεόμενου με αυτό(ούς) προσώπου μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και την εκτέλεση της απόφασης του δικαστηρίου σε αυτή ή/και μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου ή/και για περίοδο που το δικαστήριο κρίνει δίκαιη εκτός εάν παραμένουν στην ιδιοκτησία ή/και επ' ονόματι εταιρείας ή/και εταιρειών του Ομίλου ελεύθερα οποιωνδήποτε επιβαρύνσεων καθαρά (μετά την αφαίρεση κάθε οφειλής) περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αξία υπερβαίνει τα $700 εκατομμυρίων και οι Εναγόμενοι κατέχουν τέτοια μερίδια στις εν λόγω εταιρείες που αν πολλαπλασιασθούν με την καθαρή (μετά την αφαίρεση κάθε οφειλής) αξία των περιουσιακών στοιχείων έκαστης εξ' αυτών το άθροισμα τους υπερβαίνει το ποσό των $700 εκατομμυρίων. Β. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παγοποιοί ή και δεσμεύει όλους τους λογαριασμούς ή και καταθέσεις του κάθε ενός από τους Εναγομένους 1, 2, 10 και 17 στη τράπεζα Marfin Laiki ή/και στη INVIK Banque Luxembourg SA μέχρι ποσού $70 εκατομμυρίων είτε οι εν λόγω λογαριασμοί ή και καταθέσεις βρίσκονται στην Κύπρο είτε βρίσκονται εκτός Κύπρου μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή και μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Παρεμβάλλω ότι σε σχέση με Αιτητικό (Γ) της Αίτησης είχαν δοθεί αρχικά οδηγίες για επίδοσή του, σε τελικό όμως στάδιο, κατά την αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων για τον Αιτητή, το μέρος αυτό των αξιούμενων διαταγμάτων απεσύρθη. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, μέσω της ενιαίας ένστασής τους, προβάλλουν σειρά λόγων ένστασης. Θέτουν, συνοπτικά, μη συνδρομή σωρευτικά των προϋποθέσεων έκδοσης και παραμονής σε ισχύ των επίδικων διαταγμάτων, έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ανυπαρξία του στοιχείου του κατεπείγοντος, απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και μη παροχή ικανοποιητικής εγγύησης. Τις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις της ένστασης ορκίζεται ο εναγόμενος 2 εκ μέρους όλων των εναγομένων και η δικηγόρος Μαρία Σαβεριάδου εκ μέρους των εναγομένων 15 και
  24. Σε πολύ γενικές γραμμές, και με την επιφύλαξη, εάν αυτό κριθεί σκόπιμο, περαιτέρω ισχυρισμοί των ενόρκως δηλούντων να τεθούν σε επόμενα, κατάλληλα, στάδια της απόφασης, οι βασικές τους θέσεις έχουν ως ακολούθως: Η κα Σαβεριάδου, εκ των διευθυντών των εναγομένων 15 και 16, είχε ενεργήσει υπό την επαγγελματική της ιδιότητα, για την εξαγορά από τις εταιρείες αυτές των μετοχών που κατέχουν στην εναγόμενη
  25. Πέραν των νομικών της προσεγγίσεων και της έκφρασης γνώμης σε διάφορα θέματα που αφορούν την υπόθεση, στοιχεία ανεπίτρεπτα στα πλαίσια ενόρκου δηλώσεως, είναι η βασική της θέση ότι οι εναγόμενες 15 και 16, οι οποίες είναι επενδυτικές εταιρείες, «δεν έχουν καμία σχέση ιδιοκτησιακά με τον εναγόμενο 2 και ανήκουν σε εντελώς διαφορετικά συμφέροντα». Ο εναγόμενος 2, στη δική του ένορκη δήλωση, θέτει ως βασικό ισχυρισμό την άρνησή του περί ύπαρξης οποιασδήποτε τελικής συμφωνίας μεταξύ του και του ενάγοντα στη βάση της παραχώρησης του ποσοστού 10% σε αριθμό εταιρειών ως ανταμοιβή για υπηρεσίες που πρόσφερε ο τελευταίος. Είναι η θέση του ότι ποτέ δεν είχε συνομολογηθεί μια τέτοια συμφωνία «παρόλο που για κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι τον Αύγουστο του 2008 είχαμε διάφορες συζητήσεις διερευνητικού χαρακτήρα ως προς τις επιλογές και τον τρόπο και τα μέσα που θα έκαναν το εισόδημά του να εξαρτάται περισσότερο από τις επιδόσεις των εταιρειών, τις οποίες διαχειριζόταν ο ίδιος». Προσθέτει ότι οι μεταξύ τους συζητήσεις τελικά δεν είχαν οριστικοποιηθεί για σειρά από λόγους τους οποίους προβάλλει. Αρνείται περαιτέρω ότι ο ίδιος είναι ο μόνος πραγματικός δικαιούχος του ομίλου, θέτοντας, και επεξηγώντας με λεπτομέρεια, πως σχεδόν όλες οι κύριες επιχειρήσεις του συγκεκριμένου ομίλου ανήκουν σε διαφορετικό αριθμό μετόχων, οι οποίοι ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων ολοκληρώνεται με τα όσα καταγράφονται σε δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν μετά από άδεια του Δικαστηρίου εκ μέρους του Αιτητή και σε μία εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση. Σε ό,τι είναι απαραίτητο και μόνο, σε αναφορά με τις προβαλλόμενες σε αυτές θέσεις, θα αναφερθεί το Δικαστήριο στα ανάλογα μέρη της ενδιάμεσης απόφασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις ενδελεχείς, αλλά και, σε πολλά σημεία, αχρείαστα μακροσκελείς αγορεύσεις τους, κάλυψαν κατά τρόπο σφαιρικό, τόσο τα γεγονότα όσο και τη νομική διάσταση των θέσεων που προέβαλαν. Με σεβασμό στις εισηγήσεις τους, αναγνωρίζοντας μεν το δύσκολο έργο που είχαν, χάριν οικονομίας του λόγου και μόνο, θα αποφευχθεί η καταγραφή των προσεγγίσεών τους στο παρόν μέρος της απόφασης. Στα εξεταζόμενα στη συνέχεια κεφάλαια και στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο, θα παρατίθενται οι ανάλογες προσεγγίσεις τους. Το στοιχείο του κατεπείγοντος για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Συνακόλουθα, η κατάδειξή του είναι απαραίτητη προκειμένου να δικαιολογηθεί η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Συνεπώς, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η συνδρομή του κατεπείγοντος του αιτήματος χρήζει εξέτασης προτού λάβει χώρα η διερεύνηση της σωρευτικής ύπαρξης των τριών κριτηρίων του άρθρου
  26. Κατά ταυτόσημο τρόπο, η επίκληση της ύπαρξης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων επίσης θα προηγηθεί της ανάλυσης της ουσίας των προσωρινών διαταγμάτων, αφού τυχόν εντοπισμός τέτοιας απόκρυψης παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του. Η εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 9

(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Η κατάδειξη του κατεπείγοντος για την παροχή θεραπείας παρέχει τη θεμελίωση της άσκησης δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Τότε και μόνο είναι επιτρεπτή η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει δηλαδή το Δικαστήριο και τα δύο μέρη προτού εκφέρει κρίση. Συνεπώς το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο [Resola (Cyprus) Ltd ν. Χάρη Χρίστου
(1998)1(B) AAΔ, 598, 604]. To υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σε τελική ανάλυση η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά, ούτως ή άλλως, εξαιρετικό μέτρο. Ακριβώς επειδή παρέχεται θεραπεία χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί [Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ., κά
(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1462]. Η καθυστέρηση στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός αν επεξηγηθεί, είναι μοιραία. Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά [Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) AAΔ, 203]. Ο νομικός ορισμός του όρου «κατεπείγον» τίθεται στην πιο πάνω απόφαση, στη σελ. 207. Έχει ως εξής: «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουσθεί». Είναι επίσης νομολογημένο πως κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Περαιτέρω δε, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας, καθιστά την προστασία των δικαιωμάτων αιτητή επείγον ζήτημα. Τέτοιας δηλαδή μορφής που να επιτρέπει την χορήγηση μονομερούς διατάγματος (Τσιαντής v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2029). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 211/2010, ημερ. 14.7.2011, γίνεται σύνοψη της σχετικής νομολογίας σχετικά με το ζήτημα του επείγοντος στην αναζήτηση διατάγματος. Αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ"Βασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: "... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά". Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186).» Η υπό κρίση μονομερής Αίτηση εισήχθηκε στις 20.5.2011 με την καταχώρηση της αγωγής. Τα γεγονότα παραπέμπουν σε, κατ΄ ισχυρισμό, προφορική συμφωνία η οποία έλαβε χώρα προ μερικών ετών. Προβάλλουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση ότι παραμένει αδιαμφισβήτητο πως από το τέλος του 2008 κατέστη φανερό ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να υλοποιήσει την, πάντα κατ΄ ισχυρισμό του ενάγοντα, επίδικη συμφωνία. Κατά το χρονικό αυτό σημείο, ο εναγόμενος 2 απέλυσε από τη θέση του Γενικού Διευθυντή συγκεκριμένης εταιρείας τον ενάγοντα και ταυτόχρονα απέφευγε να προβεί σε μεταβίβαση σε αυτόν του 10%. Οι μεταξύ τους σχέσεις επιδεινώθηκαν περαιτέρω κατά το Δεκέμβριο του 2009, όταν και πάλι ο εναγόμενος 2 αρνήθηκε να αποδώσει στον ενάγοντα ποσό USD200.000 από την πώληση μετοχών άλλης εταιρείας. Ακολούθησε η παραίτηση του εναγόμενου 2, το Σεπτέμβριο του 2010, από τον όμιλο εταιρειών και η διαπίστωσή του, τον Ιανουάριο του 2011, αλλαγών στο καθεστώς διαφόρων εταιρειών του ομίλου οι οποίες, κατ΄ ισχυρισμό του, επηρέαζαν τα δικαιώματά του. Από τα πιο πάνω γεγονότα, είναι η θέση των ευπαίδευτων συνήγορων των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι διαφαίνεται μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του ενάγοντα στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων για προστασία των συμφερόντων του. Είναι η αντίστοιχη θέση των ευπαίδευτων δικηγόρων για τον Αιτητή ότι η αδιαμφισβήτητη θέση που παρουσίασε σχετικά με την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων, την οποία και πληροφορήθηκε το Μάιο του 2011, καθώς επίσης και η μεταβίβαση μετοχών συγκεκριμένης εταιρείας λίγους μήνες προηγουμένως, καταδεικνύουν το κατεπείγον του ζητήματος και εκθεμελιώνουν τις ανάλογες θέσεις της αντίδικης πλευράς. Η πιο πάνω θέση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Τα όσα προέβαλαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση σε σχέση με τη γνώση του ενάγοντα ως προς την πρόθεση του εναγόμενου 2 να μην υλοποιήσει την υπό αμφισβήτηση προφορική συμφωνία, συνιστούν, στο ουσιαστικό τους μέρος, και θέσεις του ίδιου του Αιτητή. Μέσα στην ένορκο δήλωση που καταχώρησε προς στήριξη του αιτήματός του, επιβεβαιώνει τόσο τα προβλήματα στις σχέσεις του με τον εναγόμενο 2, όσο και την άρνηση του τελευταίου να υλοποιήσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε κατ΄ ακολουθία της κατ΄ ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας. Οι σχετικές αναφορές, παράγραφοι 44-47 της συγκεκριμένης ενόρκου δηλώσεως, θέτουν ως χρονικό σημείο έναρξης των προβλημάτων τα τέλη του έτους
  1. Γίνεται μάλιστα σαφής αναφορά, στην παράγρ. 44, ότι από τότε ο εναγόμενος 2 απέφευγε να μεταβιβάσει μερίδιο 10% που προέβλεπε η επίδικη συμφωνία. Την ίδια στάση τήρησε, παράγρ. 45, και μετά από πώληση μετοχών άλλης εταιρείας το Δεκέμβριο του
  2. Επαναλήφθηκε μάλιστα στην πορεία του χρόνου, μέχρι και το Σεπτέμβριο του έτους 2010, οπόταν έλαβε χώρα η τελευταία μεταξύ τους συνάντηση, παράγρ. 47 της υπό αναφορά ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Το κοινό αυτό έδαφος γεγονότων επιμαρτυρεί ότι τα κατ΄ ισχυρισμό δικαιώματα του ενάγοντα είχαν ήδη πληγεί, σε τέτοιο βαθμό που προέβαλλε επιτακτική η ανάγκη προστασίας τους και αναζήτησης δικαστικής θεραπείας. Αντί αυτού, ο Αιτητής ουδέν έπραξε για σειρά ετών. Ούτε ακόμη και όταν πληροφορήθηκε, τον Ιανουάριο του 2011, παράγρ. 48 της αρχικής του ένορκης δήλωσης, περί της μεταβίβασης μετοχών της εναγόμενης
  3. Μόνο όταν παρήλθε διάστημα τεσσάρων ακόμη μηνών, το οποίο δικαιολόγησε ως χρόνο ερευνών του για τις αλλαγές στο καθεστώς διαφόρων εταιρειών του ομίλου, αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο, καταχωρώντας την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση Αίτηση. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες λοιπόν, η θέση ότι η προβαλλόμενη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων θεμελιώνει το κατεπείγον του ζητήματος, είναι, με όλο το σεβασμό, λανθασμένη και έκθετη σε απόρριψη. Σε σημαντικό βαθμό τα γεγονότα που καλύπτουν το ζήτημα του κατεπείγοντος στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω), είναι σχετικά με την παρούσα περίπτωση. Τα συνοψίζω: Η μονομερής αίτηση για έκδοση διατάγματος καταχωρήθηκε στις 19.3.2010, ενώ τα γεγονότα παρέπεμπαν σε συμφωνία ημερ. 17.10.2006, η οποία αφορούσε απόκτηση ακίνητης περιουσίας. Η εφεσείουσα δεν συμμορφώθηκε με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και οι εφεσίβλητοι, ως ενάγοντες, απαίτησαν συγκεκριμένο ποσό αποζημιώσεων. Ταυτόχρονα, καταχώρησαν και αίτηση σε μονομερή βάση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ο τότε ενόρκως δηλών επικαλέστηκε το επείγον της έκδοσης διατάγματος, στηριζόμενος, αφενός σε πίεση που θα ασκείτο στην εφεσείουσα να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, και αφετέρου, σε, τεκμηριωμένη, οικονομική αδυναμία της εφεσείουσας. Υπήρχε επίσης μαρτυρία για αποξένωση τεμαχίων γης από πλευράς της εφεσείουσας, των οποίων η προστασία θα έπρεπε να εξασφαλιστεί προκειμένου να είναι δυνατή η τελική ικανοποίηση των εφεσιβλήτων. Ό,τι έχει σημασία για σκοπούς της υπό κρίση περίπτωσης είναι το γεγονός ότι στην πιο πάνω υπόθεση, και παρά την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, κρίθηκε ότι η ανοχή που επέδειξαν οι εφεσίβλητοι για αρκετό χρονικό διάστημα, αναμένοντας την τελεσφόρηση εξώδικης διευθέτησης, με δεδομένη την επανειλημμένη αναγνώριση και παραδοχή της οφειλής εκ μέρους της εφεσείουσας, δεν ήταν μοιραία. Το γεγονός δε ότι η εφεσείουσα είχε προχωρήσει σε συνεργασία με εταιρεία ανάπτυξης γης και είχαν ήδη πωλήσει διάφορα τεμάχια γης, εισπράττοντας το τίμημα και χωρίς να καταβάλλει την αδιαμφισβήτητη οφειλή της στους εφεσίβλητους, επαρκούσε για να καταδειχθεί το επείγον της έκδοσης του διατάγματος, εφόσον τα τεμάχια γης έπρεπε να παραμείνουν στην κατοχή και ιδιοκτησία της εφεσείουσας, ώστε να διασφαλιστεί η εναντίον της απαίτησης των εφεσιβλήτων, δεδομένης και της κακής οικονομικής κατάστασης της εφεσείουσας. Αντίθετα, στην υπό κρίση περίπτωση, η προφορική συμφωνία τελεί υπό αμφισβήτηση, η δε, πάντα κατ΄ ισχυρισμό, παραβίασή της, έλαβε χώρα κατ΄ επανάλειψη προ ετών και τίποτε δεν δικαιολογούσε την καθυστέρηση του Αιτητή να προσφύγει στο Δικαστήριο προς διασφάλιση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του. Συνεπώς, το στοιχείο του κατεπείγοντος ελλείπει. Πολύ περισσότερο αφού, όπως θα διαφανεί σε κατοπινό στάδιο, κατά την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32, η θεραπεία του ενάγοντα-Αιτητή, στην καλύτερη γι΄ αυτόν περίπτωση, εξαντλείται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων εναντίον του εναγόμενου 2 και όχι στην αξιούμενη ουσιαστικά ειδική εκτέλεση της επικαλούμενης προφορικής συμφωνίας. Παράμετρος που έχει άμεση σχέση με τη θεμελίωση του κατεπείγοντος υπό το πρίσμα της αναζήτησης διαταγμάτων της υφής των εκδοθέντων. Του περιορισμού δηλαδή περιουσιακών στοιχείων και παγοποίησης λογαριασμών, με προοπτική την επιτυχία δικαστικής συνδρομής στην υλοποίηση της επίδικης συμφωνίας. Υπό την επιφύλαξη της πιο πάνω κατάληξης, θα εξετάσει το Δικαστήριο τόσο το ζήτημα της προβαλλόμενης απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων, όσο και της σωρευτικής συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  4. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο, καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση ενός από τους βασικούς κανόνες φυσικής δικαιοσύνης: του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλη πλευράς, στερώντας της έτσι την ευκαιρία να ακουστεί. Κανόνας προαιώνιος και αξία διαχρονική, η οποία βρήκε τον απόλυτο ορισμό της τον 6ο π.Χ. αιώνα στην αναφορά του γνωμικού ποιητή Φωκυλίδη «Μήδε δίκην δικάσης πριν αν αμφοίν μύθος ακούσης» και αποτυπώθηκε λακωνικά στο λατινικό αξίωμα «Audi alteram partem», ήτοι, «άκου και την άλλη πλευρά - άκου και τις δύο πλευρές». Η ύψιστη πίστη που καλύπτει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το όλο φάσμα των γεγονότων. Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. σε επτά αριθμημένες παραγράφους στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make "a full and fair disclousure of all the material facts:" see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514 per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne-Wilkinson J. In Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
  2. b)the order for which application is made and the probable effect of the order of the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; And (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquires: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be "astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:" see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it "is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:" per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed:" per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. V. Britannia Arrow Holdings Plc., ante, pp. 1343H -1344 A.» Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 ΑΑΔ, 248, 265-266, τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου [1998] 1 ΑΑΔ, 598). Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στις αποφάσεις Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801 και Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω), κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην τελευταία: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση ουσιώδης απόκρυψη μεγάλου αριθμού στοιχείων από πλευράς του Αιτητή, ότι εντοπίζεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, ως όφειλε, με καθαρά χέρια. Ως τέτοια στοιχεία έθεσαν την παράλειψη του Αιτητή να επιστήσει την προσοχή του Δικαστηρίου σε σημειώσεις και εκθέσεις οι οποίες κατέρριπταν τη θέση του περί ύπαρξης της επίδικης προφορικής συμφωνίας, τη μη αποκάλυψη διαφόρων μελετών ελεγκτικού οίκου οι οποίες επίσης αμφισβητούσαν την ύπαρξη της ισχυριζόμενης συμφωνίας και την παραπλανητική του θέση ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ο μόνος πραγματικός δικαιούχος των εναγομένων εταιρειών. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τον Αιτητή εισηγούνται ότι είναι ανυπόστατοι οι εξεταζόμενοι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η Αίτηση. Θέτουν ότι ο ενάγοντας απεκάλυψε πλήρως όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία που είχε στην κατοχή του. Προσθέτουν περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει τα οποιαδήποτε έγγραφα παρουσίασαν οι αντίδικοί τους δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την υπό κρίση Αίτηση, ούτε και την τελική έκβασή της. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Χωρίς αμφιβολία, είναι καθήκον του κάθε Αιτητή, όταν προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο αποζητώντας συγκεκριμένη θεραπεία, και στα πλαίσια της υποχρέωσης που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη, να θέτει ξεκάθαρα και ρητά στο σώμα της ένορκης δήλωσης τα ουσιαστικά γεγονότα, στρέφοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα, κρίσιμα για την υπόθεση, στοιχεία. Πολύ περισσότερο επαυξάνεται αυτή η υποχρέωση κάθε αιτητή όταν επισυνάπτονται στην αίτηση ογκωδέστατα τεκμήρια. Καθότι δεν αναμένεται, υπό την πίεση του χρόνου και του επείγοντος που προκύπτει, να αναζητά το Δικαστήριο, ανατρέχοντας στον όγκο της μαρτυρίας, τα βασικά για την υπόθεση δεδομένα. Είναι επιβεβλημένη η υπόμνηση των σημαντικών περιστατικών της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο Αιτητής κάλυψε το καθήκον που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν το πλαίσιο οριοθέτησης της έκτασης του καθήκοντος αυτού. Το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από την υπό αμφισβήτηση προφορική συμφωνία περί μεταβίβασης του 10% συγκεκριμένου αριθμού υφιστάμενων και μελλοντικών εταιρειών. Τα δε διατάγματα καλύπτουν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του προαναφερθέντος ομίλου και παγοποίηση λογαριασμών συγκεκριμένων εταιρειών. Συνεπώς, ό,τι είχε σχέση με τα κυρίαρχα αυτά στοιχεία, την ύπαρξη δηλαδή συμφωνίας, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εναγομένων εταιρειών και τη συνακόλουθη δυνατότητα δέσμευσής του μέσω του εναγόμενου 2, ήταν απόλυτα σχετικό και ουσιαστικό. Και παράλειψη παράθεσης, ως ήταν καθήκον του Αιτητή (Α. Εργατίδης v. G. Georgalletos Enterprises Ltd κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 995), με την απαραίτητη διαύγεια, όλων των σχετικών γεγονότων που τα κάλυπταν, οδηγούσε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Καθότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να γνωρίζει, όταν εξέταζε μονομερώς το αίτημα, το πλήρες φάσμα των γεγονότων που κάλυπταν τόσο τη συμφωνία, όσο και τη σχέση του εναγόμενου 2 με τον όμιλο εταιρειών και την ύπαρξη άλλων συμφερόντων, τρίτων προσώπων, σε αυτές. Έτσι μόνο θα μπορούσε να αξιολογήσει τις ορθές τους διαστάσεις υπό το φως των αρχών άσκησης της εξουσίας του για έκδοση ή μη διαταγμάτων. Μέσα από την αρχική ένορκο δήλωση του Αιτητή προβάλλεται, διάχυτη, η εικόνα ότι ο εναγόμενος 2 είναι όχι μόνο ο βασικός μέτοχος του ομίλου, αλλά και ο μοναδικός δικαιούχος του και το άτομο που τον ελέγχει. Είναι πάνω σε αυτό το υπόβαθρο που στηρίζεται ουσιαστικά η αξίωση του ενάγοντα για μεταβίβαση του 10% των εν λόγω εταιρειών. Ο εναγόμενος 2, στη δική του ένορκο δήλωση, αρνείται τα αναφερόμενα από τον Αιτητή σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τον έλεγχο του ομίλου. Προβάλλει ότι οι εταιρείες ανήκουν σε πολλούς άλλους μετόχους και διοικούνται από συγκεκριμένα άτομα. Τις θέσεις του αυτές στηρίζει με λεπτομερείς αναφορές. Τονίζεται ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2 δεν προσβλήθηκαν μέσω αντεξέτασης, ούτε αντικρούστηκαν με άλλη, ικανοποιητική, για σκοπούς της Αίτησης, μαρτυρία από τον Αιτητή, ο οποίος έχει και το σχετικό βάρος, στην έκταση που η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία αφορά. Περαιτέρω, ενώ ο Αιτητής παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο σχεδιάγραμμα ελεγκτικού οίκου, προκειμένου να δώσει επίρρωση στη θέση του περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας - αφού σε αυτή τη μελέτη, η οποία αφορούσε αναδιοργάνωση της μετοχικής δομής των εταιρειών, περιλαμβανόταν και το όνομά του - παρέλειψε να παρουσιάσει σειρά άλλων μελετών και σχεδίων του ιδίου οίκου, στις οποίες δεν αναφερόταν το όνομά του. Τα σχέδια αυτά παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 16-18 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2. Η σημασία τους δε είναι έκδηλη, καθότι, ενώ φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας, το περιεχόμενό τους συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι η οποιαδήποτε συμφωνία δεν είχε ολοκληρωθεί, αλλά υπόκειτο σε συζήτηση μεταξύ των ενδιαφερομένων. Με τα όσα καταγράφονται δεν εξετάζεται βεβαίως σε αυτό το στάδιο η ουσία της υπόθεσης, το κατά πόσο δηλαδή υπήρξε προφορική συμφωνία, οι όροι της και επιπτώσεις της. Ούτε το Δικαστήριο υπεισέρχεται, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, στην ουσία της μεταξύ των μερών διαφοράς. Οι αναφορές έγιναν προκειμένου να καταδειχθεί το ουσιαστικό των γεγονότων, τα οποία δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα των δεδομένων της υπόθεσης. Η υποχρέωση, συνοπτικά, που είχε η πλευρά του Αιτητή να θέσει το όλο φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο προσφυγής της μονομερώς, για να αξιολογηθεί η σημασία τους και να σταθμιστεί η επίδρασή τους στην κρίση για έκδοση ή μη, στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι, ως απόρροια των ανωτέρω, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Γεγονότα τα οποία γνώριζε ή, το ελάχιστο, θα μπορούσαν να εξακριβώσει με απλή εύλογη έρευνα. Η μη αποκάλυψή τους στέρησε το Δικαστήριο από τη δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης της υπόθεσης, κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και των αρχών που διέπουν το ζήτημα έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων. Περαιτέρω, η όλη συμπεριφορά του Αιτητή δεν συνάδει, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν, με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Ως αποτέλεσμα της εκτροπής αυτής η απόρριψη της Αίτησης και η ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων είναι αναπόφευκτη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, και με δεδομένη τη στάθμιση του ζητήματος του κατεπείγοντος και της καθυστέρησης με την ύπαρξη των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32, της πιθανότητας δηλαδή του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή, το Δικαστήριο θα προχωρήσει και στη, συνοπτική υπό τις συνθήκες, εξέταση της συνύπαρξης των προϋποθέσεων αυτών. Το άρθρο 32 προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνεπώς η έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Το δε Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιβάλλεται να ικανοποιηθεί για τη συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Αντωνία Παναγίδου κ.ά. v. Μαρία Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402-3). Τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, των οποίων η σωρευτική ικανοποίηση θα πρέπει να καλυφθεί προτού εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος Α. Οδυσσέως v. Α. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ο δε εντοπισμός πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, περιστρέφεται γύρω από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 είναι η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Όπως έχει ήδη λεχθεί, το όλο πλέγμα των αξιώσεων του ενάγοντα εδράζεται σε ύπαρξη, κατ΄ ισχυρισμό του, προφορικής συμφωνίας μεταξύ του και του εναγόμενου
  2. Είναι γεγονός ότι οι αντίδικες πλευρές προβάλλουν εκ διαμέτρου αντίθετη θέση ως προς αυτό το ζήτημα. Με μια σειρά από ισχυρισμούς και γεγονότα που παρουσίασαν, επιχείρησαν, ο μεν Αιτητής να πείσει περί της ύπαρξης τέτοιας συμφωνίας, οι δε Καθ΄ ων η Αίτηση περί του αντιθέτου. Είναι ορθή η θέση που προβάλλουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τον Αιτητή ότι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε καταλήγει σε οριστικά συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που την περιβάλλει. Δεν πρέπει επίσης να αξιολογείται στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία το θέμα της αξιοπιστίας, εκτός εάν αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο. Υπό οποιεσδήποτε όμως συνθήκες - και αφήνοντας ανοικτό στο πρόωρο αυτό σημείο το ζήτημα της δικαιοδοσίας και τους νεφελώδεις ισχυρισμούς που το καλύπτουν - ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε ως βάση για στήριξη θεραπειών η υπό αμφισβήτηση προφορική συμφωνία. Τόσο δε η αγωγή, όσο και τα υπό κρίση εκδοθέντα διατάγματα, ουσιαστικά οδηγούν στην αναζήτηση και ικανοποίηση θεραπειών στη βάση ειδικής εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας. Με αυτά ως δεδομένα, και υπό την επιφύλαξη πάντα της ύπαρξης δικαιοδοσίας και εφαρμογής του Κυπριακού δικαίου, είναι ορθή η θέση των ευπαίδευτων συνήγορων των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η οποιαδήποτε τυχόν προφορική συμφωνία δεν θα ήταν δεκτική ειδικής εκτέλεσης, βάση του άρθρου 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αφού δεν ήταν γραπτή. Λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην υπόθεση Αυγή Χριστοφίδη v. Κυριακής Κοτζαναστάση
(1993)1 ΑΑΔ 718: «Το άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προβλέπει ότι μόνο στην περίπτωση γραπτής σύμβασης μπορεί να διαταχθεί ειδική εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση, και αν ακόμα γινόταν δεκτό ότι η προφορική συμφωνία του 1977 αποτελούσε τροποποίηση της γραπτής συμφωνίας του 1970, δεν θα επρόκειτο για ειδική εκτέλεση γραπτής σύμβασης, αλλά εν μέρει γραπτής και εν μέρει προφορικής σύμβασης, πράγμα που δεν προβλέπεται από το άρθρο 76 του Κεφ. 149». Συνεπώς, η αναζήτηση θεραπειών στη βάση ειδικής εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας, δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Κατά συνακόλουθο τρόπο, έκθετα σε ακύρωση είναι και τα εκδοθέντα διατάγματα, τα οποία έχουν ως ουσιαστικό λόγο ύπαρξης τη διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων εταιρειών, προκειμένου να είχε νόημα και αποτελεσματική ικανοποίηση τυχόν απόφαση ειδικής εκτέλεσης της εν λόγω συμφωνίας. Αναπόδραστη κατάληξη των πιο πάνω, είναι ότι η μόνη θεραπεία στην οποία μπορεί να ελπίζει ο ενάγοντας είναι η αναζήτηση αποζημιώσεων, ως αποτέλεσμα παραβίασης της κατ΄ ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας. Γεγονός που ιχνηλατεί το επόμενο ανυπέρβλητο πρόβλημα γι΄ αυτόν, προκειμένου να πετύχει στην υπό κρίση Αίτηση. Η διεκδίκηση τέτοιων αποζημιώσεων θα ήταν δυνατή σε ό,τι αφορούσε τον εναγόμενο 2 και μόνο. Το πρόσωπο δηλαδή με το οποίο, κατ΄ ισχυρισμό του, συμβλήθηκε ο ενάγοντας. Αβίαστα προκύπτει, ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας σε σχέση με τα οικονομικά δεδομένα του εναγομένου 2, ότι και το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32, δηλαδή η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση διατάγματος, δεν έχει πληρωθεί. Αντιθέτως, ό,τι αναβλύζει μέσα από την αρχική ένορκη δήλωση του Αιτητή, είναι η παρουσίαση του εναγόμενου 2 ως προσώπου με ισχυρό πολιτικό και οικονομικό υπόβαθρο. Προς ολοκλήρωση, σε ό,τι αφορά τις εναγόμενες 15 και 16 εταιρείες, και επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, τονίζω ότι παρέμεινε χωρίς αντίκρουση η θέση που προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση της κας Σαβεριάδου, σύμφωνα με την οποία οι πιο πάνω νομικές οντότητες ουδεμία σχέση έχουν με τον εναγόμενο 2 και τον υπό αναφορά όμιλο εταιρειών. Γεγονός βεβαίως που από μόνο του εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε αναζήτηση θεραπείας εις βάρος τους στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Προστίθεται μόνο ότι η προσπάθεια των ευπαίδευτων συνήγορων του Αιτητή να εκμηδενίσουν τη βαρύτητα των ισχυρισμών της ενόρκως δηλούσας, θέτοντας ότι οι αναφορές της εξαντλούνται στην έκφραση γνώμης και πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα που εκθέτει, είναι, με όλο το σεβασμό, αβάσιμη. Η κα Σαβεριάδου αναφέρει με σαφήνεια στην ένορκο δήλωσή της τη διευθυντική της θέση στις πιο πάνω εταιρείες, όπως επίσης και την εμπλοκή της υπό την επαγγελματική της ιδιότητα στα όσα γεγονότα αποτυπώνονται στην ένορκή της δήλωση. Υπό αυτές τις συνθήκες, και στην απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης μέσω άλλης μαρτυρίας ή αντεξέτασής της, οι εισηγήσεις των συνηγόρων του Αιτητή δεν έχουν περιθώρια επιτυχίας. Ως απόρροια των πιο πάνω, τα προσωρινά διατάγματα ημερ. 24.5.2011 ακυρώνονται στην ολότητά τους. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.