← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Ανδρέα Μηνά, Αρ. Αγ.: 8168/05, 25/8/2011

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Ανδρέα Μηνά, Αρ. Αγ.: 8168/05, 25/8/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A350 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Eνώπιον: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 8168/05 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγοντες και Ανδρέα Μηνά Εναγόμενος Και δι΄ ανταπαιτήσεως Ανδρέα Μηνά Ενάγοντος και

  1. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
  2. Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ Εναγόμενων Δι΄ Ανταπαιτήσεως ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 20.10.2009 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσα και Ανδρομάχη Μηνά, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Μηνά Εναγομένης Και δι΄ ανταπαιτήσεως Ανδρομάχη Μηνά, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Μηνά Ενάγουσας Δι΄ Ανταπαιτήσεως και
  3. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
  4. Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ Εναγόμενων Δι΄ Ανταπαιτήσεως Ημερομηνία: 25/8/2011 Για την Ενάγουσα: κ. Λ. Πασχαλίδης για κ.κ. Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιοί ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κ. Γ. Γεωργιάδης Για την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1: κ. Λ. Πασχαλίδης Για την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2: κ. Α. Κλεάνθους Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα (στη συνέχεια «ΕΤΕ») είναι Τραπεζιτικός Οργανισμός και κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανάμεσα στις άλλες τραπεζικές δραστηριότητες της, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις σε ενδιαφερόμενους πελάτες της μέσω ενός ειδικού σχεδίου το οποίο χρησιμοποιείτο αποκλειστικά για αγορά μετοχών ενταγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), με την ονομασία Εθνοεπενδυτής («το σχέδιο»). Η Εναγόμενη είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του Ανδρέα Μηνά, ο οποίος υπήρξε πελάτης της Ενάγουσας και είχε αποταθεί στη Τράπεζα για συμμετοχή στο πιο πάνω σχέδιο. Ο Ανδρέας Μηνά απεβίωσε στις 11.12.
  5. Η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με Χρηματιστηριακές εργασίες και ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος χρηματιστής του Μηνά, στα πλαίσια λειτουργίας του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού που ανοίχθηκε από την Ενάγουσα, με βάση το αναφερθέν σχέδιο. Είναι παραδεκτό ότι στις 20.7.2003, η Ενάγουσα ανέλαβε όλες τις εργασίες της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ (στη συνέχεια «η χρηματιστηριακή»). Mε την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα διεκδικεί από την Εναγόμενη το κατ΄ ισχυρισμόν υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού. Η Εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι τόσο η Ενάγουσα όσο και η χρηματιστηριακή παρέβηκαν το καθήκον επιμέλειας που όφειλαν υπό τις περιστάσεις στον αποβιώσαντα Μηνά, με αποτέλεσμα να υποστεί απώλειες, τις οποίες διεκδικεί ανταπαιτητικά. Η μαρτυρία υπήρξε σύντομη. Κατέθεσε μια μόνο μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας, η υπάλληλος της κα Τούλια Θεμιστοκλέους, η μαρτυρία της οποίας συνοψίζεται ως ακολούθως: (α) Στις 15.2.1999, ο Μηνά υπέβαλε αίτηση στην Ενάγουσα για συμμετοχή στο σχέδιο (Τεκμήριο 1) ζητώντας τη παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους £60.
  6. (β) Το αίτημα του εξετάστηκε και εγκρίθηκε από την Ενάγουσα η οποία του απέστειλε σχετική επιστολή /έγκριση ημερ. 19.2.1999 (Τεκμήριο 2). (γ) Την 7.10.1999 η Ενάγουσα συμφώνησε με τον Μηνά όπως αυξηθεί το ποσοστό εξασφάλισης από 30% σε 40% και το περιθώριο ασφάλειας από 120% σε 130% (Τεκμήριο 3). (δ) Στις 19.2.1999, ο Μηνά υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 4) με το οποίο εξουσιοδοτούσε τη Χρηματιστηριακή να ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι μετά από γραπτό αίτημα του Μηνά ημερ. 19.4.2002 (Τεκμήριο 7), διορίστηκε άλλο χρηματιστηριακό γραφείο για την εκπροσώπηση του, στο οποίο υπόγραψε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 6). (ε) Την ίδια ημέρα, 19.2.1999, υπόγραψε έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών, προς εξασφάλιση της Ενάγουσας για τη χορήγηση προς αυτόν της αναφερθείσας πιστωτικής διευκόλυνσης (Τεκμήριο 5). (στ) Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω, η Ενάγουσα άνοιξε ειδικό τρεχούμενο λογαριασμό επ΄ ονόματι του Εναγόμενου με αρ. 529/339957-9 («ο λογαριασμός») θέτοντας στη διάθεση του το όριο. (ζ) Στις 2.3.1999, ο Εναγόμενος κατέθεσε το ποσό των £18.000 προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παραχωρήθηκαν, κατά τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία Τεκμήριο
  7. (η) Ενεργοποιώντας τις πρόνοιες του σχεδίου, ο Μηνά έδινε εντολές στη Χρηματιστηριακή για αγοραπωλησίες αξιών, η οποία με τη σειρά της ενημέρωνε την Ενάγουσα, αποστέλλοντας της τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes) μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις για χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού, ανάλογα με το είδος της εκάστοτε συναλλαγής. (θ) Η Ενάγουσα, βασιζόμενη στα στοιχεία που της απέστελλε ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Μηνά - Χρηματιστηριακή - πλήρωνε τα ποσά που αφορούσαν συναλλαγές αγοράς μετοχών, χρεώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά το λογαριασμό του Εναγόμενου ή ανάλογα -εάν οι συναλλαγές αφορούσαν πωλήσεις μετοχών-, πίστωνε το λογαριασμό του με τα αντίστοιχα ποσά των εισπράξεων. Αντίγραφα όλων των εξουσιοδοτήσεων που στάληκαν στην Ενάγουσα και αφορούσαν τις αγοραπωλησίες αξιών - σύνολο 58 συναλλαγές - κατατέθηκαν από την μάρτυρα ως Τεκμήριο 91 - 58, αντίστοιχα. (ι) Αναφερόμενη στις καταχωρήσεις που περιέχονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που ανοίχθηκε και λειτουργούσε στο όνομα του Μηνά (Τεκμήρια 24α και 24β, σε λίρες και ευρώ, αντίστοιχα) η κα Θεμιστοκλέους εξήγησε πως όλες οι καταχωρίσεις αντιστοιχούν με τις πιο πάνω συναλλαγές, πλέον τα δικαιώματα της Ενάγουσας και τους τόκους που προβλέπονται στη συμφωνία. Ο πελάτης, ανέφερε η μάρτυς, ενημερωνόταν για τη κίνηση του λογαριασμού του με μηνιαίες καταστάσεις τις οποίες του απέστελλε, ανελλιπώς, η Ενάγουσα (Τεκμήριο 23). (κ) Συνεχίζοντας η μάρτυς, ανέφερε πως από τον Οκτώβριο του έτους 2000, ο λογαριασμός του Μηνά άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα και η Ενάγουσα του απέστειλε σωρεία επιστολών, καλώντας τον να φροντίσει για την ομαλοποίηση του (Τεκμήριο 25 - 36). Σε αρκετές από αυτές, πρόσθεσε, (Τεκμήρια 27 - 32) του αποστέλλονταν, μαζί με τις επιστολές, αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμού και του χαρτοφυλακίου του. (λ) Η παράλειψη του Μηνά να ανταποκριθεί θετικά στις οχλήσεις της Ενάγουσας, πρόσθεσε η κα Θεμιστοκλέους, οδήγησε σε τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού, με την επιστολή ημερ. 27.7.2005, Τεκμήριο 21, αφού αποστάληκε προηγουμένως προειδοποιητική επιστολή από τους δικηγόρους της (Τεκμήριο 37). (μ) Μετά τον τερματισμό, η Ενάγουσα, ασκώντας το δικαίωμα της με βάση τους όρους της συμφωνίας, κατέληξε η Μ.Ε.1, πώλησε τις μετοχές που βρίσκονταν ακόμη στο χαρτοφυλάκιο του Εναγομένου και ήταν ενεχυριασμένες προς όφελος της Ενάγουσας, πιστώνοντας το λογαριασμό του με το προϊόν της πώλησης τους. Το υπόλοιπο που παρουσιάζει σήμερα ο λογαριασμός του είναι €171.605,70 πλέον 11,5% τόκο από 1.1.2010 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές το χρόνο. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα από το συνήγορο του Μηνά πως η Ενάγουσα επέδειξε αδράνεια, αδιαφορία και γενικά δεν διαχειρίστηκε ορθά το χαρτοφυλάκιο του Μηνά, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει αυτό το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, της υποβλήθηκε πως εάν φρόντιζε να πωληθεί το χαρτοφυλάκιο του, όταν παρουσιάστηκε η πτωτική πορεία του ΧΑΚ, ο Μηνά θα είχε κέρδος. Αντ΄ αυτού, άφησε το λογαριασμό του σε αδράνεια για χρόνια και ενώ τα προβλήματα στο χρηματιστήριο άρχισαν να παρουσιάζονται από το έτος 1999, προέβη σε πωλήσεις των ενεχυριασμένων μετοχών μόλις τον Ιούνιο του 2006, όταν η αξία τους ήταν μηδαμινή. Η μάρτυς αρνήθηκε τις υποβολές, υποστηρίζοντας ότι η Τράπεζα, δεν ανέλαβε να συμβουλεύει τον πελάτη ούτε ενεργούσε ως χρηματιστής του. Η σχέση της περιοριζόταν σε σχέση Τράπεζας - πελάτη. Όσον αφορά τη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στο τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού, υποστήριξε πως ο πελάτης υποσχόταν ότι θα φρόντιζε να ομαλοποιηθεί ο λογαριασμός και η Ενάγουσα έδειξε κάποια ανοχή. Της υποβλήθηκε περαιτέρω, ότι επέτρεψαν επανειλημμένα την υπέρβαση του ορίου, για αγορές μετοχών ή δικαιωμάτων αγοράς μετοχών, για να αποκομίζουν αθέμιτα οφέλη. Υπόδειξε στη μάρτυρα χρεώσεις που παρουσιάζονται στο λογαριασμό Τεκμήριο 23, π.χ. για αγορά 246.200 μετοχών της εταιρείας Karamontanis, επιτρέποντας τη χρέωση του λογαριασμού με το υπέρογκο ποσό των £160.000, χωρίς να υπάρχουν οι εξασφαλίσεις στο λογαριασμό και καθ΄ υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου. Η μάρτυς απάντησε πως η Ενάγουσα ενέκρινε την υπέρβαση του ορίου, κατόπιν αιτήματος του πελάτη, υποδεικνύοντας ότι δόθηκε εν τέλει, πολύ μικρός αριθμός μετοχών και πιστώθηκε αμέσως μετά ο λογαριασμός του πελάτη με το υπόλοιπο ποσό που δεν χρησιμοποιήθηκε. Της υποβλήθηκε, τέλος, ότι ο Μηνά δεν έδωσε οδηγίες για αγορά μετοχών συγκεκριμένης δημόσιας εταιρείας - Euroinvestment-. Η μάρτυς αρνήθηκε την υποβολή, προσθέτοντας πως ο Μηνά ενημερωνόταν κάθε μήνα για τη κίνηση του λογαριασμού του και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για οποιαδήποτε χρέωση ή συναλλαγή. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ο Μιχάλης Ολύμπιος, σύμβουλος επενδύσεων. Μελέτησε, όπως ανέφερε, τα δικόγραφα και έγγραφα που σχετίζονται με τη παρούσα υπόθεση και εκτιμά ότι «πρόκειται για ακόμα μια υπόθεση κατάχρησης και εκμετάλλευσης της Εθνικής Τράπεζας και/ή θυγατρικών της σε βάρος πελάτη της». Στη γραπτή δήλωση που κατέθεσε, ως μέρος της κύριας εξέτασης του (έγγραφο Β), υποστήριξε πως η Ενάγουσα τελεί υπό σύγχυση ως προς τους όρους της συμφωνίας και τον τρόπο λειτουργίας του συγκεκριμένου λογαριασμού. Υπόδειξε, επί του προκειμένου, την ανακολουθία της Ενάγουσας Τράπεζας, να ζητά διάταγμα πώλησης των ενεχυριασθέντων μετοχών, ενώ, όπως υποστήριξε, τούτο αποτελεί δικαίωμα όσο και υποχρέωση της. Συνεχίζοντας υποστήριξε, με αναφορά σε έντυπα άλλων Τραπεζών, (Τεκμήρια Β2 και Β4 Τράπεζα Αττικής και Πειραιώς, αντίστοιχα) ότι οι επενδυτικοί λογαριασμοί προϋποθέτουν «εξοικειωμένους» επενδυτές που γνωρίζουν τη λειτουργία του συγκεκριμένου είδους λογαριασμών. Ο Μηνά, υποστήριξε, δεν ήταν «εξοικειωμένος» επενδυτής γιατί δεν δραστηριοποιείτο στο χρηματιστήριο, πριν από την ενασχόληση του με το επίδικο σχέδιο. Πρόσθεσε, επίσης, ότι το ετήσιο εισόδημα του δεν επέτρεπε αποπληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεων που του είχαν παραχωρηθεί με το σχέδιο. Η Ενάγουσα, συνέχισε, είχε υποχρέωση να κλείσει το λογαριασμό, όταν διαπίστωσε τις υπερβάσεις. Αυτό απαιτούσαν και οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που είχαν αποσταλεί τη περίοδο εκείνη σε όλες τις Εμπορικές Τράπεζες (Τεκμήριο 61). Παρέλειψε όμως να συμμορφωθεί με τις εγκυκλίους, για να συνεχίσει, όπως υποστήριξε, τη κερδοφόρα δραστηριότητα της από τους συγκεκριμένους λογαριασμούς. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως τη βασική διαχείριση του συγκεκριμένου λογαριασμού την είχε η Τράπεζα και όχι ο πελάτης. Όφειλε η Ενάγουσα να φροντίζει ώστε ο λογαριασμός να λειτουργεί ορθολογιστικά, στα πλαίσια των όρων της συμφωνίας. Ανάμεσα στις υποχρεώσεις της ήταν η ρευστοποίηση των μετοχών, όταν άρχισε η πτώση του χρηματιστηρίου. Παραλείποντας, πρόσθεσε, να προβεί σε ρευστοποίηση, μετατράπηκε σε συνεπενδυτή, αναλαμβάνοντας και τον χρηματιστηριακό κίνδυνο. Η μαρτυρία της Ενάγουσας σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση παρέμεινε αναντίλεκτη. Τα όσα κατέθεσε η Μ.Ε.1, σε σχέση με τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, υποστηρίζονται από τα έγγραφα της υπόθεσης (Τεκμήρια 1 - 58). Η προσωπική εμπλοκή του Μηνά και οι οδηγίες που έδινε στη Χρηματιστηριακή για τις αγοραπωλησίες μετοχών, καθώς και η γνώση του για ότι αφορούσε τις χρεωπιστώσεις στον επίδικο λογαριασμό, είναι αυταπόδεικτα από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια. Ο Μηνά, λάμβανε τις μηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού του, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει οποιαδήποτε χρέωση ή συναλλαγή. Είναι παραδεκτό ότι ενημερωνόταν για την κίνηση του λογαριασμού του, αφού κατατέθηκαν από κοινού επιστολές της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο με συνημμένες καταστάσεις του λογαριασμού και του χαρτοφυλακίου του (βλ. Τεκμήρια 39 - 53). Οι υποβολές, συνεπώς, προς τη μάρτυρα της Ενάγουσας, από το συνήγορο του Μηνά ότι, δήθεν, δεν έδωσε οδηγίες ο πελάτης του για αγορά μετοχών της εταιρείας "Euroinvestment", καταρρίπτονται από τα Τεκμήρια 39, 40 και 41, αφού στις καταστάσεις του χαρτοφυλακίου που απεστάληκαν στον Μηνά, παρουσιάζονται μετοχές της συγκεκριμένης εταιρείας. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι ο Μηνά απεβίωσε τον Δεκέμβριο του έτους 2006, γεγονός που δημιουργούσε αντικειμενική δυσκολία στην αντίκρουση των ισχυρισμών της Ενάγουσας από την υπεράσπιση. Είναι, όμως, παραδεκτό ότι κατά την περίοδο που διεκπεραιώθηκαν οι επίδικες συναλλαγές, ο υιος του Μηνά - Μιχάλης Μηνά -, ήταν διευθυντής της Χρηματιστηριακής. Θα μπορούσε, εκτιμώ, ο υιός του Μηνά να αντικρούσει τα γεγονότα και τα στοιχεία που κατατέθηκαν από τη Μ.Ε.1, εάν, όντως, υπήρχε διαφωνία. Το γεγονός ότι ο Μηνά ήταν ενήμερος για τη κίνηση του λογαριασμού του, τεκμαίρεται και από τη μεταγενέστερη απόφαση του να αλλάξει χρηματιστή, χωρίς να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο για τις συναλλαγές που είχαν διεκπεραιωθεί με τις οδηγίες του προηγούμενου πληρεξουσίου του. Η επιστολή του ημερομηνίας 19.4.2002 προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 7) είναι σχετική. Αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Δια της παρούσης παρακαλώ όπως εξετάσετε το αίτημα μου για αντικατάσταση του υφιστάμενου πληρεξουσίου και ετοιμάσετε καινούριο προς την Εταιρεία Spider Trade Ltd». Εάν αμφισβητούσε την εγκυρότητα οποιασδήποτε συναλλαγής είτε γιατί αγοράστηκαν μετοχές χωρίς τις οδηγίες του, όπως υποβλήθηκε στη Μ.Ε.1, ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, θα αναμενόταν να το έθετε γραπτώς στην Ενάγουσα, πράγμα που ουδέποτε έπραξε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 η οποία φάνηκε ειλικρινής, καταθέτοντας κάθε σχετικό γεγονός που σχετίζεται με την υπόθεση. Δεν δίστασε εξαρχής, να αποδεχθεί τη σχέση της Ενάγουσας με την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 - Χρηματιστηριακή - και το γεγονός ότι κάποια διευθυντικά στελέχη της Ενάγουσας είχαν ρόλο στη διοίκηση της Χρηματιστηριακής. Το γεγονός αυτό, δηλώθηκε ακολούθως ως παραδεκτό. Για τον Μ.Υ.1 δεν έχω σχηματίσει θετική εικόνα. Ήταν φανερή η πρόθεση του να βοηθήσει με τη μαρτυρία του την υπόθεση της Εναγόμενης. Παρουσιάστηκε ως ειδικός σε Χρηματιστηριακά θέματα και για επενδυτικούς λογαριασμούς. Δεν κατόρθωσε όμως να παρουσιάσει ανεξάρτητα και αμερόληπτα τις επιστημονικές του θέσεις και απόψεις, όπως όφειλε να πράξει ως εμπειρογνώμονας. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι ο εμπειρογνώμονας έχει καθήκον να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο, αφενός να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και, αφετέρου, να καταλήξει σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα (βλ. Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους

(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 298). Έχει επίσης νομολογηθεί, ότι οι εμπειρογνώμονες αξιολογούνται όπως όλοι οι άλλοι μάρτυρες (βλ. Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enter. Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528 κ.α.). Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν διακρίνεται από αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Αρχίζοντας τη μαρτυρία του, το πρώτο πράγμα που τόνισε είναι ότι «πρόκειται για ακόμα μια υπόθεση κατάχρησης και εκμετάλλευσης της Εθνικής Τράπεζας και/ή θυγατρικών της σε βάρος πελάτη της». Η πιο πάνω αναφορά, υποδηλώνει την προκατάληψη του και την αρνητική στάση του για τις ενέργειες της Ενάγουσας και των θυγατρικών της εταιρειών. Συνεχίζοντας, υποστήριξε ότι ο Μηνά δεν ήταν «εξοικειωμένος» επενδυτής χωρίς, όπως διαφάνηκε στη συνέχεια, να τον γνωρίζει. Υποστήριξε, ακόμα, πως δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει το όριο των £60.000 που συμφωνήθηκε να του παραχωρηθεί με το σχέδιο, χωρίς να γνωρίζει την εν γένει οικονομική του κατάσταση. Σημειωτέον ότι ο Μηνά, όπως προέκυψε από την αντεξέταση, ήταν μέλος της αστυνομικής δύναμης και κατά την επίδικη περίοδο είχε τη θέση Αστυνομικού Διευθυντή. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε πως η Ενάγουσα ανέλαβε επενδυτικούς κινδύνους επειδή δεν συμμορφώθηκε με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας καθιστάμενη, έτσι, συνεπενδυτής με τον πελάτη, θέση που δεν συνάδει με τους όρους της συμφωνίας. Τα ζητήματα μάλιστα αυτά εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων και ο Μ.Υ.1, εφόσον παρουσιάζεται ως ειδικός και εμπειρογνώμονας για τα ζητήματα αυτά, έπρεπε να γνωρίζει πως οι θέσεις που υποστήριξε δεν έγιναν αποδεκτές από τα Δικαστήρια (βλ. Μαρία Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Π.Ε. 315/07 ημερομηνίας 12.7.2010 και Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Π.Ε. 21/08, ημερομηνίας 14.7.2010). Για να στηρίξει τις απόψεις του, επικαλέστηκε έντυπα που εξέδωσαν άλλες Τράπεζες του εξωτερικού, χωρίς να γνωρίζει το θεσμικό πλαίσιο που υφίσταται στη χώρα (Ελλάδα) που λειτουργούν οι Τράπεζες αυτές (Attica Bank και Τράπεζα Πειραιώς). Όταν του υποδείχθηκε ότι η υποχρέωση των Τραπεζών στην Ελλάδα για ρευστοποίηση των μετοχών, εκπηγάζει από σχετική νομοθετική ρύθμιση (Τεκμήριο 63) απάντησε πως δεν είχε υπόψη του την Ελληνική νομοθεσία, προσθέτοντας ότι «η Κύπρος είναι ένα κράτος καθυστερημένο πολιτικά και οικονομικά». Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί από τη γενική εικόνα του Μ.Υ.1, θα εξετάσει, εντούτοις, τα ζητήματα που ανέπτυξε, όπως είναι, εξάλλου, καθήκον του να πράξει, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, το περιεχόμενο των τεκμηρίων και των νομικών αρχών που εγείρονται, όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία. Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, αποδεχόμενος την εκδοχή της Ενάγουσας, βρίσκω ότι όλες οι συναλλαγές που αναφέρονται στη συγκεντρωτική κατάσταση του λογαριασμού του Μηνά, διεκπεραιώθηκαν κατόπιν σχετικών εξουσιοδοτήσεων της Χρηματιστηριακής, με οδηγίες του Μηνά. Βρίσκω επίσης ότι όλες οι χρεωπιστώσεις που περιέχονται στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού, αντιπαραβάλλονται και αντιστοιχούν με τις ανωτέρω συναλλαγές. Οι χρεώσεις που αφορούν τόκους και δικαιώματα, δικαιολογούνται από τους όρους 4, 5 και 13 της συμφωνίας Τεκμήριο 1. Δικαιολογημένα, συνεπώς, η Ενάγουσα χρέωνε το λογαριασμό με τόκους 8%, αρχικά, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο και ακολούθως - μετά τον τερματισμό - 11,5%, με βάση τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160
(1)/99). Με την επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 21, η Ενάγουσα γνωστοποίησε την αύξηση του επιτοκίου σε 11,5%. Με βάση τον όρο 5 της επίδικης συμφωνίας, η Ενάγουσα διατηρούσε το δικαίωμα να αυξήσει το επιτόκιο στη περίπτωση τερματισμού σε «..9% ετησίως ή με το ανώτατο επιτρεπόμενο υπό του Νόμου ή άλλως πως καθοριζόμενο ανώτατο επιτόκιο». (βλ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 194). Με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Ο συνήγορος του αποβιώσαντα Μηνά, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία, υποστήριξε ότι η αξίωση της Ενάγουσας πρέπει να αποτύχει και να εκδοθεί απόφαση στην ανταπαίτηση της Εναγομένης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η Ενάγουσα και η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, επέδειξαν αμέλεια. Η διασύνδεση της Ενάγουσας με την Χρηματιστηριακή, δημιουργούσε καθήκον επιμέλειας και των δύο προς τον αποβιώσαντα, εισηγήθηκε, αφού η σχέση τους εκφεύγει από την στενή σχέση πιστωτή - οφειλέτη. Η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, εστιάζεται, σύμφωνα με το συνήγορο, στη παράβαση ρητών όρων της συμφωνίας της και ειδικότερα της υποχρέωσης της για πώληση των μετοχών, όταν το περιθώριο ασφάλειας περιορίστηκε κάτω από το συμφωνηθέν και στη παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Οι Εναγόμενες δι΄ ανταπαιτήσεως, καταλήγει η εισήγηση, ενήργησαν κακόπιστα, κακόβουλα και καταχρηστικά, στοχεύοντας αποκλειστικά στο δικό τους όφελος και αδιαφορώντας πλήρως για τα συμφέροντα του αποβιώσαντα. (β) Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα υπήρξε αμελής κατά το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού γιατί δεν ερεύνησε κατά πόσο ο αποβιώσας ήταν εξοικειωμένος επενδυτής. (γ) Επέδειξε, επίσης, αμέλεια, παραλείποντας να κλείσει το λογαριασμό του αποβιώσαντα, όταν παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο, κατά παράβαση της σχετικής εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 12/10/99 (Τεκμήριο 61). (δ) Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ο συνήγορος του Μηνά, η Ενάγουσα παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που όφειλε προς αυτόν, παραλείποντας να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές, όταν το περιθώριο ασφάλειας περιορίστηκε κάτω από το όριο που είχε συμφωνηθεί. (ε) Οι Εναγόμενες Δι΄ Ανταπαιτήσεως, συνέχισε ο συνήγορος, είχαν υποχρέωση να περιορίσουν τη ζημιά τους, πράγμα που απότυχαν να πράξουν, με τη παράλειψη τους να ρευστοποιήσουν έγκαιρα το χαρτοφυλάκιο του Μηνά. (στ) Ακόμα και στη περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί τις πιο πάνω θέσεις του αποβιώσαντα, δικαιούται, κατέληξε, σε απόφαση επί της ανταπαίτησης του για το ποσό των £18.000 που κατέθεσε σε μετρητά καθώς και στο ποσό των £21.465 πλέον τόκους από 29.10.1999, που ήταν η αξία του χαρτοφυλακίου του τον Οκτώβριο του έτους 1999. Ο συνήγορος της Ενάγουσας, υποστήριξε ότι με τη μαρτυρία που παρουσίασε, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό η αξίωση στο σύνολο της. Δόθηκαν, υπόδειξε, σαφείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις από τη Μ.Ε.1 για όλες τις χρεώσεις που περιέχονται στον επίδικο λογαριασμό και αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Αναφορικά με τις θέσεις που ανέπτυξε ο συνήγορος της Εναγόμενης για παραβίαση των όρων της συμφωνίας και για αμέλεια της Ενάγουσας, επικαλέστηκε τη πρόσφατη νομολογία (Καλλικάς και Συρίμη - ανωτέρω -) υποδεικνύοντας πως οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δεν ήταν επιτακτικές αλλά κατευθυντήριες και καθοδηγητικές προς τις εμπορικές Τράπεζες και δεν διαμόρφωσαν, ως εκ τούτου, δημόσια πολιτική. Υπόδειξε, περαιτέρω, επικαλούμενος και τις πρόνοιες του άρθρου 134
(1)του Κεφ. 149, ότι η Ενάγουσα διατηρούσε το δικαίωμα χωρίς να έχει υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές. Η όποια διασύνδεση της Ενάγουσας με τη Χρηματιστηριακή, κατέληξε ο συνήγορος της Ενάγουσας, δεν θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τους ξεχωριστούς ρόλους που είχε η κάθε μια. Ο ρόλος της Τράπεζας, υπόδειξε, περιοριζόταν στη παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων και ουδέποτε ανέλαβε χρέη συμβούλου ή ενήργησε ως Χρηματιστής του αποβιώσαντα. Ο συνήγορος της Χρηματιστηριακής υποστήριξε πως το μόνο που έπραξαν οι πελάτες του ήταν η εκτέλεση όλων των εντολών που έδωσε ο αποβιώσας Μηνά για αγοραπωλησίες μετοχών. Πέραν του πληρεξουσίου εγγράφου, υπόδειξε, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία του Μηνά με την Χρηματιστηριακή για παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ή για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Όσον αφορά το παράπονο για παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, παραπέμποντας στην αναφερθείσα απόφαση Συρίμη, υπόδειξε πως η Χρηματιστηριακή δεν είναι Εμπορική Τράπεζα και δεν απευθύνθηκαν σ΄ αυτή οποιεσδήποτε εγκύκλιοι του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Η Ενάγουσα Δι΄ Ανταπαίτησης, κατέληξε, δεν προσκόμισε μαρτυρία με βάση την οποία θα μπορούσε να τεκμηριωθεί οποιαδήποτε ζημιά και ως εκ τούτου η ανταπαίτηση της είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Με βάση την αναφερθείσα αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέδειξε την αξίωση στο σύνολο της. Από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και τα Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι:
  1. Η Ενάγουσα άνοιξε τον επίδικο λογαριασμό στα πλαίσια της συμφωνίας της με τον αποβιώσαντα Μηνά (Τεκμήριο 1).
  2. Όλες οι χρεωπιστώσεις που περιέχονται στο λογαριασμό έγιναν με βάση τις εξουσιοδοτήσεις και τις οδηγίες που δόθηκαν στην Ενάγουσα από την Χρηματιστηριακή, η οποία ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Μηνά, με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο Τεκμήριο
  3. Απλή αντιπαραβολή των Τεκμηρίων 9, 23, 24 και 53, καταδεικνύει ότι στον επίδικο λογαριασμό περιλαμβάνονται όλες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές που διεκπεραιώθηκαν στο όνομα του αποβιώσαντα. Περιλαμβάνονται, περαιτέρω, οι χρεώσεις τόκων και δικαιωμάτων για τα οποία έγινε αναφορά νωρίτερα.
  4. Ο αποβιώσας ήταν ενήμερος για τη κίνηση του λογαριασμού του, λάμβανε μηνιαίες καταστάσεις και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή αμφισβήτησε οποιαδήποτε χρέωση ή συναλλαγή.
  5. Από τον Οκτώβριο του 2000, λόγω προφανώς της μείωσης των τιμών των μετοχών, από την πτώση που παρουσίασε το ΧΑΚ, άρχισε να παρουσιάζει υπερβάσεις ο λογαριασμός του αποβιώσαντα. Η Ενάγουσα ζήτησε, επανειλημμένα, από τον Εναγόμενο, όπως προβεί σε ενέργειες για την ομαλοποίηση του λογαριασμού του (βλ. Τεκμήρια 25 - 36).
  6. Ο αποβιώσας δεν προέβη σε οποιαδήποτε διορθωτική κίνηση και η Ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού, με την επιστολή της ημερομηνίας 27.7.2005, Τεκμήριο
  7. Το σημερινό υπόλοιπο του λογαριασμού είναι όπως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 23, ήτοι €171.605,70, πλέον 11,5% τόκο ετησίως από 1.1.
  8. Προηγήθηκε η ρευστοποίηση των ενεχυριασθέντων μετοχών που εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο χαρτοφυλάκιο του αποβιώσαντα (όπως φαίνονται στο Τεκμήριο 38), οι οποίες πωλήθηκαν από την Ενάγουσα το έτος 2006 και πιστώθηκε ο λογαριασμός με το προϊόν που εισπράχθηκε από τη πώληση τους. Το Δικαστήριο συμμερίζεται τις εισηγήσεις των συνηγόρων της Ενάγουσας και της Χρηματιστηριακής ότι τα νομικά ζητήματα που εγείρει η Εναγόμενη με την υπεράσπιση της, αποφασίστηκαν από τη πρόσφατη νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Ειδικότερα: (Α) Ισχυρισμός για αμέλεια της Τράπεζας και της Χρηματιστηριακής. Ούτε η Ενάγουσα, ούτε η Χρηματιστηριακή ανέλαβαν ρόλο συμβούλου ή διαχειριστή του χαρτοφυλακίου του αποβιώσαντα. Η Τράπεζα, ανέλαβε με βάση το Τεκμήριο 1 να παράσχει πιστωτικές διευκολύνσεις στο Μηνά στα πλαίσια λειτουργίας του συγκεκριμένου σχεδίου. Ουδείς από τους όρους της συμφωνίας προβλέπει τα όσα εισηγήθηκε ο συνήγορος της Εναγομένης. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν άσκησε το δικαίωμα που είχε για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών (με βάση τους όρους 5 και 7 του Τεκμηρίου 1), δεν ισοδυναμεί με αμέλεια γιατί απλούστατα δεν ανέλαβε υποχρέωση να παρακολουθεί τις τιμές στο χρηματιστήριο και να πωλεί μετοχές, όταν παρουσιάζουν πτώση ή όταν ο λογαριασμός δεν έχει τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις. Είναι, πιστεύω, αρκετό να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Συρίμη πιο πάνω, το οποίο υιοθετείται και στην υπόθεση Καλλικάς. Έχει ως ακολούθως: «Δεν συμμεριζόμαστε τις θέσεις και επιχειρήματα του δικηγόρου της Εφεσείουσας. Το λεκτικό του όρου 7 είναι σαφές. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα και όχι υποχρέωση που διατηρούσαν οι Εφεσίβλητοι ως ενεχυροδανειστές, δυνάμει του άρθρου 134 του Κεφ.
  9. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά κατά την άποψή μας παραλλήλισε την περίπτωση με το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει την περιουσία, το οποίο όμως δεν ισοδυναμεί με υποχρέωση (βλ. Cuckmere Brick Co. Ltd. v. Mutual Finance Ltd.
(1971)2 All ER 633, AIB Finance Ltd. v. Debtors
(1997)4 All ER 677 και Silven Properties Ltd and Another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All ER 484). Ούτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 All ER 839, οι Εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της Εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυριοδανειστή, όπως ήταν οι Εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή». Ο συνήγορος υποστήριξε, περαιτέρω, πως τη διαχείριση την είχε η Χρηματιστηριακή, όπως αναφέρεται και στον όρο 9, του Τεκμηρίου
  1. Η εισήγηση δεν είναι βάσιμη. Ο επενδυτής (Μηνά) διατηρούσε το δικαίωμα για ρευστοποίηση των αξιών. Τούτο αναφέρεται ρητά στον όρο 3 της συμφωνίας. Όπως, εξάλλου, προέκυψε από τη μαρτυρία, όλες οι συναλλαγές διεκπεραιώθηκαν κατόπιν οδηγιών του αποβιώσαντα. Είναι γεγονός ότι στον όρο 9 της συμφωνίας - στην οποία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος η Χρηματιστηριακή - αναφέρεται ότι: «Η διαχείριση και διεκπεραίωση των ΑΞΙΩΝ θα γίνεται από το Χρηματιστηριακό Γραφείο το οποίο θα έχει την ευθύνη της παρακολούθησης των ΑΞΙΩΝ....». Στη πράξη όμως, οι συναλλαγές διεκπεραιώνονταν από τη Χρηματιστηριακή, κατόπιν των εντολών που λάμβανε από τον αποβιώσαντα. Όπως αναφέρθηκε, διευθυντής της Χρηματιστηριακής κατά τη χρονική εκείνη περίοδο ήταν ο υιός του αποβιώσαντα, Μιχάλης Μηνά. (Β) Ισχυρισμός για αμέλεια λόγω παράβασης των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Και αυτό το ζήτημα αποφασίστηκε στις υποθέσεις που αναφέρονται πιο πάνω. Όπως υποδεικνύεται, η παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής από τις Εμπορικές Τράπεζες, αποτελεί εσωτερικό ζήτημα και δεν επιδρά στην εγκυρότητα των όποιων δανειοδοτήσεων ή χρηματοδοτικών διευκολύνσεων παραχωρήθηκαν από τις Τράπεζες στους επενδυτές. Κατά ανάλογο τρόπο στην υπόθεση Νίκος Χατζημάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd, Π.Ε. 226/07 ημερομηνίας 29.1.2010, υποδείχθηκε ότι οι πράξεις που διενεργούνται κατά παρέκκλιση των οδηγιών του ΧΑΚ προς τους Χρηματιστές, δεν χάνουν την εγκυρότητα ή τη νομική δεσμευτικότητα τους. Ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε πως η αμέλεια της ενάγουσας συναρτάται και με την παραβίαση του καθήκοντος της να ερευνήσει κατά πόσο ο αποβιώσας ήταν εξοικειωμένος επενδυτής. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Δεν προέκυψε από τη μαρτυρία ότι ο Μηνά δεν ήταν «εξοικειωμένος επενδυτής». Όπως διαφάνηκε, είχε συναλλαγές στο χρηματιστήριο και με άλλο χρηματιστηριακό γραφείο. Επρόκειτο για άτομο που μπορούσε να έχει πρόσβαση και ενημέρωση για τα χρηματιστηριακά δρώμενα, αφού ο υιός του είχε διευθυντική θέση στην Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 - Χρηματιστηριακή -. Συνέδεσε, περαιτέρω, την αμέλεια της Τράπεζας με την παράλειψη της να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο του Μηνά, όταν ο λογαριασμός του παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο. Ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί. Όπως επεξηγήθηκε, η Τράπεζα δεν ανέλαβε ούτε είχε τέτοια υποχρέωση, είτε με βάση τους όρους της συμφωνίας είτε με την ιδιότητα του ενεχυριοδανειστή. (Γ) Εισήγηση ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να λάβει μέτρα για να περιορίσει τη ζημιά της. Το θέμα καλύπτεται από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, εξετάζοντας τη θέση της Εναγομένης ότι η Τράπεζα είχε υποχρέωση να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο του πελάτη. Όπως υποδείχθηκε, με αναφορά στην υπόθεση Συρίμη, η μόνη υποχρέωση του ενεχυριοδανειστή είναι να επιδείξει εύλογη επιμέλεια, ώστε να εξασφαλίσει τη τιμή αγοράς, τη δεδομένη στιγμή που αποφασίζει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης. Δεν υποστηρίχθηκε ότι δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε κατά το χρόνο που αποφάσισε να πωλήσει τις μετοχές. Σε κάθε περίπτωση, όπως υποδεικνύεται και στις αναφερθείσες υποθέσεις, ο ίδιος ο αποβιώσας διατηρούσε πάντοτε το δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές που ήταν ενεχυριασμένες προς όφελος της Ενάγουσας, για να εξοφλήσει το χρέος του ή για να μειώσει τη ζημιά του. Δεν το έπραξε όμως, γιατί, προφανώς, «πρυτάνευσε στο μυαλό του η λογική της τότε εποχής και η ελπίδα για ανάκαμψη του Χρηματιστηρίου» (βλ. Καλλικάς - ανωτέρω -). Ο συνήγορος του Ενάγοντα εισηγήθηκε, τέλος, πως η διασύνδεση της Ενάγουσας με τη Χρηματιστηριακή και η ιδιαίτερη σχέση που υπήρχε μεταξύ τους, επέβαλλαν καθήκον επιμέλειας προς τον αποβιώσαντα. Η στενή σχέση, όπως ανέφερε, των δύο εταιρειών, συνάγεται: (α) Από το γεγονός ότι η Χρηματιστηριακή απορροφήθηκε από την Ενάγουσα το έτος
  2. (β) Το γεγονός ότι οι δύο εταιρείες είχαν κοινά μέλη στα Διοικητικά τους Συμβούλια. (γ) Στη κοινή απόφαση τους, το έτος 1998, για τη δημιουργία του σχεδίου Εθνοεπενδυτής (Τεκμήριο 59). (δ) Στο παραδεκτό γεγονός ότι ενθάρρυναν την προώθηση του σχεδίου σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. (ε) Στους όρους της συμφωνίας Τεκμήριο 1, με βάση τους οποίους η Τράπεζα συνέστηνε ως χρηματιστηριακό γραφείο για τη λειτουργία του σχεδίου την Χρηματιστηριακή, η οποία θα αναλάμβανε τη διαχείριση και διεκπεραίωση των Αξιών και θα είχε την ευθύνη της παρακολούθησης του χαρτοφυλακίου του επενδυτή (όροι 1, 9 και 11). Επικαλούμενος Αμερικάνικη νομολογία (Evelyn A. Scott and Leon Scott v. The Dime Savings Bank of New York, FSB, 1995, US Dist. Lexis 4009, March 28 1995), υποστήριξε ότι οι δι' ανταπαιτήσεως Εναγόμενες είχαν υποχρέωση να διαχειρίζονται το λογαριασμό του αποβιώσαντα με επιμέλεια και με γνώμονα το συμφέρον του. Αντ' αυτού, κατέληξε, το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να αποκομίσουν τα μέγιστα δυνατά οφέλη, αδιαφορώντας πλήρως για τα συμφέροντα του πελάτη τους. Ούτε οι πιο πάνω εισηγήσεις βοηθούν την υπόθεση της Εναγομένης. Παρά τη θυγατρική σχέση της Ενάγουσας με την Χρηματιστηριακή, οι δύο Εταιρείες είναι ξεχωριστά νομικά πρόσωπα και διατηρούσαν την αυτοτέλεια τους. Ο αποβιώσας διατηρούσε το δικαίωμα να υποδείξει άλλο Χρηματιστηριακό γραφείο για την εκπροσώπηση του, όπως έπραξε τον Απρίλιο του έτους 2002 (βλ. Τεκμήρια 6 και 7). Οι Εναγόμενες δι΄ ανταπαιτήσεως, δεν ανέλαβαν χρέη συμβούλου του αποβιώσαντα, ώστε να δημιουργείται καθήκον επιμέλειας στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Όπως ορθά υποδείχθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας, στην Αμερική δυνατό να υπάρχει ιδιαίτερη νομοθετική ρύθμιση σε σχέση με τα καθήκοντα των Τραπεζών και των Χρηματιστών, ως προς τη λειτουργία επενδυτικών λογαριασμών. Οι περιστάσεις της υπόθεσης, δεν επέβαλλαν στην Ενάγουσα ιδιαίτερο καθήκον επιμέλειας, πέρα από το σύνηθες καθήκον του Τραπεζίτη προς τον πελάτη του. Ούτε, ασφαλώς, επέβαλλαν καθήκον στη Χρηματιστηριακή για παροχή επενδυτικών συμβουλών στον αποβιώσαντα. Ο Μηνά διατηρούσε το δικαίωμα να πωλεί και να αγοράζει μετοχές στο όνομα του σε τιμές και σε χρόνο που ο ίδιος θα έκρινε ότι ήταν προς το συμφέρον του. Το γεγονός ότι οι μετοχές που αγόραζε ενεχυριάζονταν προς όφελος της Ενάγουσας, δεν τον εμπόδιζε να τις πωλήσει, όποτε ο ίδιος επιθυμούσε. Ούτε η Τράπεζα, ούτε η Χρηματιστηριακή ανέλαβαν ή είχαν εκ του νόμου υποχρέωση να ρευστοποιούν το χαρτοφυλάκιο του. Για όλους τους λόγους που εξήγησα, η Εναγόμενη απέτυχε να τεκμηριώσει αμέλεια από τη πλευρά της Ενάγουσας ή της Χρηματιστηριακής. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €171.605,70 με τόκο 11,5% ετησίως, από 1.1.2010 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγομένων δι΄ ανταπαιτήσεως 1 και 2 και εις βάρος της Εναγόμενης / Ενάγουσας δι΄ ανταπαιτήσεως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ................... Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΛΚ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.