ΕΚΑΕ Α.Ε. ν. ΄Αντρου (Ανδρέα) Θεοδοσίου κ.α., Αγωγή αρ. 1414/2010, 29 Αυγούστου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A353 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ A. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ Αγωγή αρ. 1414/2010 Μεταξύ: ΕΚΑΕ Α.Ε., εξ ΕΛΛΑΔΟΣ Ενάγοντες και
- ΄Αντρου (Ανδρέα) Θεοδοσίου Α.Τ. 656649
- ΄Αννας Θεοδοσίου Εναγομένων ---------------- 29 Αυγούστου,
- Για τους ενάγοντες - αιτητές, εμφανίζεται ο κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για τους εναγομένους αρ. 1 και 2 - καθ΄ ων η αίτηση, εμφανίζεται ο κ. Ε. Χρ. Χατζηευτυχίου Απόφαση για την αίτηση ημερ. 14.7.10 (αίτημα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης) ------------------------------------------------------ Διά κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένο, οι ενάγοντες - αιτητές («οι αιτητές»), μια αλλοδαπή νομική οντότητα όπως δηλώνει η επωνυμία τους, διεκδικούν από τους εναγομένους αρ. 1 και 2 - καθ΄ ων η αίτηση («οι καθ΄ ων η αίτηση», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) το συνολικό ποσόν των €9.800, εντόκως. Η αξίωση παρουσιάζεται να πηγάζει από τέσσερεις
(4)επιταγές τις οποίες οι καθ΄ ων η αίτηση εξέδωσαν, πλην όμως, δεν ετίμησαν. Η έκθεση απαίτησης δίδει την ακόλουθη βάση αγωγής: Οι καθ΄ ων η αίτηση εξέδωσαν, επί του οργανισμού «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς» και προς όφελος των αιτητών τέσσερεις
(4)συγκεκριμένες επιταγές, η αξία των οποίων συμποσούται στις €9,800. Οι καθ΄ ων η αίτηση παρέδωσαν τις επιταγές αυτές στους αιτητές. Οι τελευταίοι παρουσίασαν τις δύο
(2)επιταγές στην τράπεζα για να εξαργυρωθούν, πλην όμως, αυτό δεν κατέστη δυνατό γιατί ο λογαριασμός των καθ΄ ων η αίτηση δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα. Εξ αιτίας τούτου, οι αιτητές δεν παρουσίασαν στην τράπεζα τις άλλες δύο
(2)επιταγές. Ζήτησαν, όμως, κατ΄ επανάλειψιν, από τους καθ΄ ων η αίτηση την εξόφληση του ποσού των €9.
- Δεν υπήρξε ανταπόκριση. Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 2.6.
- Στις 14.7.10 οι αιτητές κατεχώρισαν την υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση») διά της οποίας επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση, τη Δ.18 θ.θ.1, 2 και 9 και τη Δ.48 θ.θ. 1 εώς και 4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Μαρίας Κοιλιάρη, υπαλλήλου στο γραφείο του συνηγόρου των αιτητών Γιώργου Παπαθεοδώρου. Η Μαρία Κοιλιάρη δηλώνει, κατ΄ αρχάς, γνώστης όλων των σχετικών γεγονότων και εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στη συνέχεια, η μάρτυρας επαναλαμβάνει την αιτία και τη βάση της αγωγής καθώς και το ποσόν που αξιώνεται, ως αυτό καταγράφεται στην έκθεση απαίτησης, και εκφράζει την πεποίθηση πως δεν υπάρχει υπεράσπιση. Η Μαρία Κοιλιάρη επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή της, ως τεκμήρια, τις τέσσερεις
(4)επίδικες επιταγές. Πρόκειται για επιταγές εκδοθείσες επί του οργανισμού «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς», από κοινό λογαριασμό των καθ΄ ων η αίτηση και προς όφελος των αιτητών. Μία από τις επιταγές αυτές, η υπ΄ αριθμόν 12418376, ημερ. 15.4.09, η οποία αφορά στον ποσόν των €1700, φέρει τραπεζική σφραγίδα ημερ. 23.5.09 με την ένδειξη: «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΘΕΙ ΞΑΝΑ ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». Δεύτερη επιταγή, η υπ΄ αριθμόν 12418377, ημερ. 15.509, η οποία αφορά στο ποσόν των €1800, φέρει τραπεζική σφραγίδα ημερ. 5.6.09 με την ίδια ένδειξη. Οι άλλες δύο
(2)επιταγές, η επιταγή υπ΄ αριθμόν 12418374, ημερ. 11.7.09, η οποία αφορά στο ποσόν των €3300, καθώς και η επιταγή υπ΄ αριθμόν 12418375, ημερ. 8.8.09, η οποία αφορά στο ποσόν των €3000, δεν φέρουν τέτοιες τραπεζικές σφραγίδες. Οι καθ΄ ων η αίτηση ενίστανται. Στη γραπτή ένσταση που κατεχώρισαν στις 7.1.11 προσδιορίζουν διάφορους λόγους. ΄Ομως, διά της αγόρευσής τους, περιορίσθηκαν στους εξής:
(1)Η ενόρκως δηλούσα Μαρία Κοιλιάρη δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων και δεν νομιμοποιείται να προβαίνει σε ένορκη δήλωση.
(2)Οι ίδιοι έχουν καλή και γνήσια υπεράσπιση και δικαιούνται να ανταπαιτούν ζημίες και έξοδα. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ. 1 - καθ΄ ου η αίτηση ΄Αντρου (Ανδρέα) Θεοδοσίου. Αυτός παραδέχεται το κρίσιμο γεγονός πως ο ίδιος και η σύζυγός του εναγομένη αρ. 2 - καθ΄ης η αίτηση εξέδωσαν τις τέσσερεις
(4)επίδικες επιταγές από προσωπικό λογαριασμό τους και τις παρέδωσαν στους αιτητές. Ισχυρίζεται, όμως, πως η ενόρκως δηλούσα Μαρία Κοιλιάρη δεν γνωρίζει τα γεγονότα και ότι δεν έχει ιδίαν γνώσιν αυτών. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρ 1 - καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Οι αιτητές συνήψαν συμφωνία με την εταιρεία του στα πλαίσια της οποίας αυτοί ανέλαβαν να την προμηθεύουν με κουζίνες ιταλικής προέλευσης και καθορισμένων προδιαγραφών. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής και ως εγγύηση, εξεδόθηκαν οι επίδικες επιταγές οι οποίες ήσαν μεταχρονολογημένες. Πράγματι, οι αιτητές απέστειλαν κάποιες κουζίνες στην Κύπρο. Πλην όμως, αυτές ήσαν εκτός των συμφωνηθεισών προδιαγραφών. Επιπλέον, οι αιτητές προέβηκαν σε υπερχρεώσεις τις οποίες αυτός αξιώνει. Οι αιτητές κλήθηκαν να επιθεωρήσουν τα εμπορεύματα που απέστειλαν στην Κύπρο και όταν το έπραξαν, ανεγνώρισαν τα ελαττώματα. ΄Ομως, δεν αντικατέστησαν τα εμπορεύματα και ούτε βοήθησαν για την επιδιόρθωσή τους. Ακολούθησαν και άλλες παραγγελίες. Παρομοίως, τα σταλθέντα εμπορεύματα ήσαν ελαττωματικά. Εξ ου και η εταιρεία του ζήμιωσε. Εν τω μεταξύ, ο ίδιος ασθένησε σοβαρά με αποτέλεσμα να μην υπάρχει συνέχεια στη συνεργασία μεταξύ της εταιρείας του και των αιτητών. Είναι χρήσιμο να σημειώσω εξ αρχής πως διά της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένσταση, ο εναγομένος αρ. 1 - καθ΄ ου η αίτηση δεν αμφισβητεί το κύρος των επίδικων επιταγών, δεν αμφισβητεί το γεγονός πως οι αιτητές είναι κάτοχοι των επιταγών κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ούτε αμφισβητεί πως οι επιταγές δεν τιμήθηκαν. Oύτε ισχυρίζεται πως ο ίδιος και η σύζυγός του εναγομένη αρ. 2 - καθ΄ ης η αίτηση δύνανται να τιμήσουν τις επιταγές αυτές. Eίναι επίσης, χρήσιμο να σημειώσω εξ αρχής, πως οι ισχυρισμοί του εναγομένου αρ. 1 - καθ΄ ου η αίτηση που σκοπεύουν να καταδείξουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης αφορούν σε επαγγελματική συνεργασία και σε οικονομικές διαφορές μεταξύ των αιτητών και της εταιρείας του, δηλαδή ενός τρίτου προσώπου. ΄Εχω μελετήσει τα επίδικα νομικά ζητήματα και έχω διεξέλθει τη μαρτυρία: Αναφέρω, κατά πρώτον, πως η προβλεπόμενη από τη Δ.18 διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική. Αυτή παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης μιας αγωγής και, εάν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αυτή αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εις βάρος του αξίωση. Η διαδικασία αυτή ενεργοποιείται εφ' όσον συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (α) Η αγωγή ηγέρθηκε επί κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου (Δ.2 θ.6). (β) Ο εναγόμενος κατεχώρισε εμφάνιση. (γ) Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης κατεχωρίστηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο, το οποίο, όμως, δύναται να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που αξιώνεται. Επίσης, αυτός εκφράζει την πεποίθησή του πως δεν υπάρχει υπεράσπιση. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης επιβάλλει την αυστηρή προσέγγιση της συνδρομής των δικαιοδοτικών προϋποθέσεων εν γένει και της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τη σχετική αίτηση ειδικότερα (Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Δ.Δ. 782, 789). Εάν οι δικαιοδοτικές αυτές προϋποθέσεις ικανοποιούνται, τότε το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο ο οποίος θα πρέπει είτε να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής (.... a good defence....) είτε να αποκαλύψει γεγονότα ικανά για να του παράσχουν δικαίωμα να ακουσθεί (.... disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend....). «Συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνον όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικασθούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως αρκετά να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση (Trans Middle East (Trading) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ 239). ...... Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικασίμου θέματος. Άδεια για καταχώριση υπεράσπισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (Jacobs v. Booth's Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262)». [Μεττή κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 417, 421-2]. Και, ακόμα, «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». [Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 418, 423 δείτε και τις Ζερβός v. Euroinvestment and Finance Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968, 1972, Marke Trends Financial Services Limited v. Χατζηκυπριανού,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1605 και Αγαθοκλής Σχίζας ν. Euroinvestment Finance Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1866]. Αναφέρω, κατά δεύτερον, ότι όπου το αγώγιμο δικαίωμα ενσωματώνεται σε συναλλαγματική (ως η επιταγή) ή άλλο αξιόγραφο, το οποίο δεν αμφισβητείται ή το οποίο δεν αμφισβητείται σοβαρά, τότε δεν δίδεται άδεια για την καταχώριση υπεράσπισης (Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Αdamco Constructions Ltd
(2005)1(A) A.A.Δ. 376, 380). Δυνάμει του εδαφ.
(1)του άρθρου 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, καθ΄ ένας του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται επί συναλλαγματικής (ως η επιταγή) θεωρείται, κατά τεκμήριον, ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για κάποια αξία. Δυνάμει δε του εδαφ.
(2)του ίδιου άρθρου, ο κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται, κατά τεκμήριον, ότι κατέστη κάτοχος κατά τον προσήκοντα τρόπο (Vasos Charalambides Ltd v. Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 849, 851-2). Όμως, σε αγωγή για συναλλαγματική μπορεί να προβληθεί με επιτυχία η υπεράσπιση ότι η αποδοχή, η έκδοση ή η μεταγενέστερη μεταβίβασή της επηρεάσθηκε από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία. Εν προκειμένω, συντρέχουν οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις ενεργοποίησης της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης εφ' όσον: (α) η αγωγή ηγέρθηκε επί κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου, (β) κατεχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης και (γ) η Μαρία Κοιλιάρη, της οποίας η ένορκη δήλωση υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει πως γνωρίζει προσωπικώς τα γεγονότα που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Όσον αφορά στην τρίτη δικαιοδοτική προϋπόθεση σημειώνω πως το γεγονός ότι, ως μάρτυρας των αιτητών, παρουσιάζεται μία δικηγορική υπάλληλος, η οποία δηλώνει γνώστης των γεγονότων και εξουσιοδοτημένη να καταθέσει, είναι αποδεκτό. Έχει νομολογηθεί πώς σε περιπτώσεις όπου ο ομνύων τελεί στην υπηρεσία του διαδίκου δεν απαιτείται αυτός να έχει προσωπική γνώση και προσωπική εμπλοκή σε κάθε στάδιο των όσων σχετικών προηγήθηκαν. Είναι αρκετό ο μάρτυρας αυτός να είναι σε θέση να παρουσιάσει μαρτυρία αποδεκτή, σύμφωνα με το δίκαιο της απόδειξης, και σχετική με τα επίδικα θέματα (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. 382/2009 κ.α. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κ.α., ημερ. 16.6.10). Ανάλογα ισχύουν και στην περίπτωση όπου μάρτυρας των αιτητών είναι υπάλληλος του δικηγόρου τους, ιδίως, όταν ο μάρτυρας αυτός, διά της ένορκης δήλωσής του, καταθέτει και κρίσιμη έγγραφη μαρτυρία. Υπενθυμίζω πως, στην προκείμενη περίπτωση, διά της γραπτής ένορκης δήλωσής της, η Μαρία Κοιλιάρη παρουσίασε τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 1 έως και 4). Η συνδρομή των δικαιοδοτικών προϋποθέσεων για την έκδοση συνοπτικής απόφασης σε συνδυασμό με το γεγονός πως το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα απορρέει από επιταγές, οι οποίες δεν ετιμήθηκαν και των οποίων το κύρος και η νόμιμη κατοχή δεν αμφισβητούνται, μετετόπισε το βάρος απόδειξης στους καθ' ων η αίτηση. Έτσι, για να μπορέσουν αυτοί να καταχωρίσουν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, ως επιθυμούν, οφείλουν να καταδείξουν, επί τη βάσει ισχυρισμών περιεχομένων στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Παρενθετικά σημειώνω πως η ανταπαίτηση, η οποία αποτελεί αγωγή (cross action), για σκοπούς διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης θεωρείται ως υπεράσπιση [Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), 283]. Με άλλα λόγια, οι καθ' ων η αίτηση οφείλουν να ισχυρισθούν ενόρκως τέτοια γεγονότα, με ικανοποιητικές λεπτομέρειες, τα οποία να καταδεικνύουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, σε απάντηση στην απαίτηση, να καταδεικνύουν ζήτημα το οποίο χρειάζεται να εκδικαστεί (Subotic ν. Στυλιανίδης
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 22, 27 επ). Όμως, από τα όσα ο εναγόμενος αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση δηλώνει, δεν προκύπτει τέτοια καλόπιστη υπεράσπιση: Κατ΄ αρχάς, ο μάρτυρας των καθ΄ ων η αίτηση δεν ισχυρίζεται πως αυτοί έχουν τη δυνατότητα εξόφλησης των επιταγών. Η μόνη υπεράσπιση την οποίαν ο μάρτυρας των καθ΄ ων η αίτηση προβάλλει και, μάλιστα, ακροθιγώς, είναι η αντισυμβατική συμπεριφορά των αιτητών έναντι μίας εταιρείας του, δηλαδή έναντι ενός τρίτου προσώπου. ΄Ομως, ακόμη και αυτές οι αναφορές του εναγομένου αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση είναι ελλειπτικές και στερούνται ουσιωδών λεπτομερειών: Για παράδειγμα αυτός παραλείπει να αναφέρει το όνομα της εταιρείας του, παραλείπει να δώσει λεπτομέρειες για τον τόπο και το χρόνο της σύναψης της, κατ΄ ισχυρισμόν, σύμβασης μεταξύ των αιτητών και της εταιρείας του, παραλείπει να προσδιορίσει την αξία των εμπορευμάτων τα οποία, κατ΄ ισχυρισμόν, οι αιτητές πώλησαν στην εταιρεία του, παραλείπει να προσδιορίσει τους χρόνους κατά τους οποίους, τα διάφορα γεγονότα, ως τα περιγράφει, έλαβαν χώρα και παραλείπει να προσδιορίσει το ύψος των, κατ΄ ισχυρισμόν, ζημιών του. Επαναλαμβάνω, πως οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν, δια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένστασή τους, να πληροφορήσουν για την ακριβή φύση της υπεράσπισης και της ανταπαίτησής τους καθώς και για το ακριβές ποσόν που ανταπαιτούν. Μόνον τότε θα μπορούσε η ανταπαίτησή τους να χαρακτηρισθεί ως γνήσια και ως προβληθείσα καλή τη πίστη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσόν των €9.800. Το ποσόν αυτό θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 25.2.10, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, έως και την αποπληρωμή του. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2. (Υπ.)............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο