← Κύπρος

ΣΥΜΕΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΣΥΜΕΩΝ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΑΤΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ/΄Η ΚΛΗΡΟΔΟΧΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΑΝΤΩΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΛΑΠΙΕΡΗ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΓΚΥΡΗΣ ΔΙ

ΣΥΜΕΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΣΥΜΕΩΝ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΑΤΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ/΄Η ΚΛΗΡΟΔΟΧΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΑΝΤΩΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΛΑΠΙΕΡΗ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΓΚΥΡΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΑΝΤΩΝ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A361 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Ι. ΠΟΓΙΑΤΖΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12256/

  1. ΣΥΜΕΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΣΥΜΕΩΝ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΑΤΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ/΄Η ΚΛΗΡΟΔΟΧΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΑΝΤΩΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΛΑΠΙΕΡΗ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΓΚΥΡΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ, Ενάγων, - και - ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΑΝΤΩΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΛΑΠΙΕΡΗ, Εναγόμενος. ------------------------- 7 Σεπτεμβρίου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα : κ. Ανδρέας Ευτυχίου. Για Εναγόμενο: κ. Χρήστος Πουργουρίδης. ---------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Παρατίθενται αυτούσιες οι θεραπείες που επιζητεί ο Ενάγων, όπως αυτές εμφαίνονται στα Δικόγραφα του: «Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Αίτηση και/ή Διαχείριση υπ΄ Αριθμό 89/2002, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή το Διάταγμα Διορισμού Διαχειριστή είναι άκυρη και/ή ανυπόστατη και/ή εστερημένη εννόμων αποτελεσμάτων εξ υπαρχής. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ανακαλείται και/ή να ακυρώνεται το εκδοθέν Διάταγμα Διαχειρίσεως με το οποίο εδόθησαν Έγγραφα Διαχειρίσεως στον Εναγόμενο, της περιουσίας του Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη, υπ΄ Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας 180201, εκ Στροβόλου Λευκωσίας, αποβιώσαντος. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται σαν μοναδικός κληρονόμος και/ή κληροδόχος ο Ενάγων, ο οποίος είναι ο Κατονομαζόμενος εις την έγκυρη Διαθήκη του Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη, ως ο μοναδικός κληρονόμος και/ή κληροδόχος. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διορίζεται ο Ενάγων ως Εκτελεστής της Διαθήκης του Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη αντί του Κατονομαζομένου σε αυτή Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου, όστις απεβίωσε. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσων τον Εναγόμενο να τερματίσει την παράνομη χρήση των Εγγράφων Διαχειρίσεως γι οποιοδήποτε σκοπό. Στ. Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή επιπρόσθετη και/ή άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει δικαία υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο. Ζ. Αποζημιώσεις. Η. Ηυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις ένεκα υπάρξεως δόλου εις τη χρησιμοποίηση των Εγγράφων διαχειρίσεως υπό του Εναγομένου. Θ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα πιο κάτω γεγονότα είτε γίνονται παραδεκτά από τα Δικόγραφα είτε έχουν δηλωθεί ως Παραδεκτά κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είτε έχει προσαχθεί γι΄ αυτά αδιαμφισβήτητη και αξιόπιστη μαρτυρία:
  3. O Aντώνης Χριστοφή Λαπιέρης (στο εφεξής «ο Λαπιέρης»), γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου, 1903, στην Κοντέα, είχε το Δελτίο Ταυτότητας με αριθμό 180201 (ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13, φωτοαντίγραφο του Δ.Τ. του) και απεβίωσε στις 19 Ιουλίου, 2001, στο Στρόβολο [Πιστοποιητικό Θανάτου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(β)].
  4. Δεν κατέλειπε σύζυγο ή τέκνα.
  5. Ο Εναγόμενος είναι ο Διαχειριστής της Περιουσίας του Λαπιέρη με βάση Διάταγμα ημερ. 13.6.2002 που εκδόθηκε στην Αίτηση 89/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας [ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(γ)].
  6. Την 1η Οκτωβρίου, 1999, υπεγράφη έγγραφο το οποίο φέρει τίτλο «Διαθήκη» [ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(δ)], με το οποίο ο Λαπιέρης κληροδότησε όλη την περιουσία του στον Ενάγοντα και διόρισε ως Εκτελεστή της Διαθήκης το Δικηγόρο Κωνσταντίνο Χ"Νικολάου. (Παρόλον ότι αμφισβητείται η εγκυρότητα, γνησιότητα και ισχύς της Διαθήκης αυτής, το Δικαστήριο θα αναφέρεται στο Έγγραφο αυτό ως «η Διαθήκη» αφού όλοι οι Μάρτυρες όταν αναφέρονταν σ΄ αυτό το αποκαλούσαν με αυτό τον όρο).
  7. Η πιο πάνω Διαθήκη κατατέθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 9 Απριλίου, 2003, με Επιστολή του Δικηγόρου κ. Ιωάννη Κυριακίδη [ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(α)]. Το Πρωτοκολλητείο αποδέχθηκε την εν λόγω κατάθεση έστω και αν αυτή έγινε μετά την ημερομηνία θανάτου του Διαθέτη και σ΄ αυτήν δόθηκε ο αρ. 49/
  8. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ο Εναγόμενος με την Τροποποιημένη Υπεράσπιση του αρνείται την Απαίτηση και ισχυρίζεται ότι η Διαθήκη είναι πλαστογραφημένη ή άκυρη λόγω μη ορθής υπογραφής των μαρτύρων. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, είναι άκυρη ως προϊόν δόλου και απάτης και/ή ψυχικής πίεσης, παραθέτει δε Λεπτομέρειες τόσο του κατ΄ ισχυρισμόν δόλου και απάτης, όσο και της ψυχικής πίεσης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο Ενάγων κάλεσε συνολικά 5 Μάρτυρες. Ο Μ.Ε.1, Κυριάκος Κωνσταντίνου, είναι ιδιοκτήτης ενός μικρού Εστιατορίου στην Πάφο και είναι ένα από τα άτομα που υπέγραψαν πάνω στη Διαθήκη, Τεκμ. 1(δ), στη θέση «Μάρτυρες», κάτω από την υπογραφή της Ελένης Συμεού. Γνωρίζει τόσο τον Ενάγοντα όσο και το Λαπιέρη. Το Λαπιέρη τον γνώρισε μέσω ενός κοινού φίλου, του Γεώργιου Αντωνιάδη, ο οποίος διατηρούσε επίσης Εστιατόριο στην Πάφο, αλλά ήταν ταυτόχρονα Πιστοποιών Υπάλληλος και πωλητής Μ/Σ. Ως Πιστοποιών Υπάλληλος πιστοποιούσε κάποια έγγραφα του Λαπιέρη με τον οποίο διατηρούσε κάποια φιλία, ενώ ο Μάρτυρας είχε συναντήσει το Λαπιέρη συνολικά 4-5 φορές στη Λευκωσία και Πάφο. Μια-δυο φορές, επειδή ήταν πολύ ηλικιωμένος 90-93 ετών, τον είχε βοηθήσει μεταφέροντας τον για προσκύνημα στο Μοναστήρι Αγ. Νεοφύτου. Την 1η Οκτωβρίου, 1999, ο Ενάγων μαζί με τη θεία του, Ελένη Συμεού (πρόσφατα αποβιώσασα) και το Λαπιέρη πήγαν στο Εστιατόριο του Μάρτυρα και του ανέφεραν ότι χρειάζονταν τον Αντωνιάδη για να πιστοποιήσει κάποια έγγραφα. Ο Ενάγων έτρεφε εμπιστοσύνη προς τον Αντωνιάδη, ο οποίος όμως εκείνη τη μέρα βρισκόταν στην Πόλη Χρυσοχούς και επειδή ήταν αργία, μετέβησαν όλοι στην Πόλη για να τον συναντήσουν. Όταν τον βρήκαν, διαπίστωσαν ότι δεν είχε τις σφραγίδες του μαζί του, γι΄ αυτό και ο Αντωνιάδης τούς σύστησε κάποιον ηλικιωμένο, ονόματι «Λευτέρη», ο οποίος είχε ένα μικρό μαγαζάκι και πωλούσε εφημερίδες και τσιγάρα και ήταν και Πιστοποιών Υπάλληλος. Περίπου στις 1.00 μ.μ. μετέβησαν όλοι σε ένα Καφενείο που ήταν απέναντι από το Μαγαζάκι του Λευτέρη. Παρόντες ήταν ο Μάρτυρας, ο Αντωνιάδης, ο Ενάγων, η Ελένη Συμεού, ο Λαπιέρης και ο Σοφοκλής Σώζου, ο οποίος μάλλον απεβίωσε. Το Έγγραφο που ήταν ήδη έτοιμο, διαβάστηκε από τον Αντωνιάδη στην παρουσία όλων στο υποστατικό του Πιστοποιούντα Υπαλλήλου και μετά το υπέγραψαν. Τότε μόνο ο Μάρτυρας κατάλαβε ότι επρόκειτο για Διαθήκη. Μετά τις υπογραφές, παρέμειναν για λίγο στο Καφενείο και αναχώρησαν. Ο Μάρτυρας όμως διευκρίνισε ότι μετά που υπέγραψε ο ίδιος και επειδή ένιωθε ότι έκανε αγγαρεία, βγήκε έξω για να καπνίσει, γι΄ αυτό δεν θυμάται να είδε το Λαπιέρη να το υπογράφει. Περιγράφοντας την πνευματική κατάσταση του Λαπιέρη, ανέφερε ότι ήταν μια χαρά, το μυαλό του ήταν ξυράφι και δεν ήταν άρρωστος. Είχε αντίληψη του τι συνέβαινε, μάλιστα αυτός είχε την πρωτοβουλία και έδιδε οδηγίες. Μάλιστα ήταν ο ίδιος που είχε πει στον Αντωνιάδη να διαβάσει το Έγγραφο. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η σχέση του με τον Ενάγοντα αρχικά ήταν πελατειακή αφού έτρωγε τακτικά στο Εστιατόριο του, αλλά μετά εξελίχθηκε σε φιλία. Όμως την ημέρα της υπογραφής του Εγγράφου, ήταν ο Λαπιέρης που του είχε ζητήσει να τον συνοδεύσει στην Πόλη Χρυσοχούς. Σε υποβολή ότι την ημέρα της υπογραφής ο Λαπιέρης είχε προβλήματα με την όραση του, ο Μάρτυρας ανέφερε ότι τον είχε δει να κοιτάζει και το Έγγραφο αλλά και τις εφημερίδες στο Μαγαζί του Λευτέρη. Δήλωσε δε ότι ο Λαπιέρης του είχε πει ότι έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για τον Ενάγοντα, αφού τον είχε πάρει ταξίδι στην Ελλάδα, τον επισκεπτόταν τακτικά, τον έπαιρνε για ξύρισμα και τον βοήθησε όταν είχε κτυπήσει. Δεν γνώριζε όμως κατά πόσο ο Λαπιέρης αντιμετώπιζε και άλλα προβλήματα υγείας. Σε υποβολές ότι ο Ενάγων έκαμνε ό,τι ήθελε το Λαπιέρη, και ότι τον είχε βάλει να υπογράφει πολλά έγγραφα, ο Μάρτυρας απάντησε ότι ο Λαπιέρης δεν είναι από τα άτομα που παρασύρονται, ούτε αντιλήφθηκε ποτέ τον Αντωνιάδη να πιστοποιεί άλλα έγγραφα. Ο Μ.Ε.2, Σάββας Θεοφάνους, κατάγεται από την Πόλη Χρυσοχούς και διατηρεί Καφετέρια στην Πλατεία του Δημαρχείου, στην Πόλη. Γνωρίζει τον Ενάγοντα αφού επισκεπτόταν την Καφετέρια του κάποτε μόνος του και κάποτε μαζί με τη θεία του Ελένη Συμεού, η οποία κατοικούσε στη Δρούσια. Την 1η Οκτωβρίου, 1999, ο Ενάγων μαζί με τη θεία του και άλλα πρόσωπα πήγαν στην Καφετέρια του Μάρτυρα και αφού κάθισαν για λίγο, κατευθύνθηκαν στο Γραφείο του Πιστοποιούντα Υπαλλήλου, Ελευθέριου Πέτρου, το οποίο βρίσκεται παραπλεύρως της Καφετέριας του. Θα ήταν περίπου 3-4 μ.μ. Μετά από λίγο, του τηλεφώνησε ο Λευτέρης και παράγγειλε καφέδες, τους οποίους πήγε ο ίδιος ο Μάρτυρας. Όταν μπήκε στο Μαγαζί του Λευτέρη, που ήταν και το γραφείο του, ο Λαπιέρης, τον οποίο είχε γνωρίσει λίγο πριν στην Καφετέρια του, έβγαλε από το σακκάκι του μια Διαθήκη. Κάποιος από τους παρευρισκόμενους διάβασε τη Διαθήκη και πρώτος την υπέγραψε ο Λαπιέρης. Ακολούθως υπέγραψαν τρία πρόσωπα ως Μάρτυρες, η θεία του Ενάγοντα και άλλα δύο πρόσωπα. Υπέγραψε επίσης και ο Λευτέρης. Ο Μάρτυρας παρακολούθησε την όλη διαδικασία από περιέργεια και μετά έφυγε. Επόμενος Μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Ενάγων, Συμεών Συμεού (Μ.Ε.3). Παρατίθεται αυτούσια η Γραπτή Δήλωση του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3, η οποία έγινε ως μέρος της κύριας εξέτασης του αφού αποτυπώνει με σαφήνεια τις δικές του θέσεις: «Γραπτή κατάθεση/Δήλωση Συμεών Μιχαήλ Συμεών Ονομάζομαι Συμεών Μιχαήλ Συμεών. Είμαι Θεολόγος Καθηγητής στο Λύκειο Αρχιεπισκόπου Μακρίου Γ΄, Δασουπόλεως. Έχω τριάντα τέσσερα

(34)χρόνια υπηρεσία, σαν Εκπαιδευτικός Μέσης Παιδείας. Τον Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη γνωρίζω από το
  1. Η γνωριμία μας αρχίζει από τον Ιερό Ναό Παναγίας Φανερωμένης στη Λευκωσία, όπου τον συναντούσα μετά τη Θεία Λειτουργία. Ο Αντώνης Χριστοφή γνώριζε και τον Δικηγόρο κ. Κωνσταντίνο Χατζηνικολάου, ο οποίος ήταν ψάλτης στην ίδια Εκκλησία. Λόγω αυτής της γνωριμίας ο κ. Χατζηνικολάου χειριζόταν κάποιες υποθέσεις του. Σταδιακά αναπτύχθηκε μια μεγάλη εκτίμηση στο πρόσωπό μου, από τον Αντώνη Χριστοφή, κι΄ άρχισε να μου μιλά για τη ζωή του, για τα σχέδια του, για τα μυστικά της ζωής του. Τα τελευταία έξη χρόνια της ζωής του, απομονωμένος και πλήρως εγκαταλελειμμένος από τους πολλούς «δήθεν μακροσυγγενείς του» ζητούσε επίμονα τη συμπαράστασή μου. Εγώ του συμπαραστάθηκα ανθρωπιστικά και με ανιδιοτέλεια. Τον φρόντιζα και τον βοηθούσα. Φρόντιζα έναν άνθρωπο της ηλικίας των 92-93 ετών με όλα τα προβλήματα που εξυπακούονται. Εγώ προσωπικά ενδιαφερόμουν για την καλοπέρασή του, την καλή διατροφή του, την ένδυση του, την ικανοποίηση όλων των αναγκών του, των επιθυμιών του, που τις περισσότερες φορές ήταν απαιτήσεις. Ταξίδια στο εξωτερικό. Για τα πολλά του χρέη. Για την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη. Για τις επικίνδυνες εγχειρήσεις του. Για τη νοσηλεία του σε κλινικές και νοσοκομεία. Με όλα τα απαιτούμενα υπερβολικά έξοδα. Πάντοτε ήμουν ευγενικός απέναντι του. Ποτέ δεν του αντιμίλησα, ούτε του εναντιώθηκα, ούτε τον στενοχώρησα. Ο ίδιος ήθελε να κάνουμε κάποιες συμφωνίες γραπτές, για την υλοποίηση και κάποιου έργου. Ένα όνειρο που είχε στη ζωή του. Υποσχέθηκε να μου δώσει τα περιουσιακά του, κινητά και ακίνητα. Εκτός του ότι θα αναλάμβανα τη φροντίδα του μέχρι τέλους της ζωής του, θα πρωτοστατούσα στην υλοποίηση κάποιου φιλανθρωπικού και κοινωνικού έργου που ήταν το όνειρο της ζωής του. Στην προσπάθειά μας αυτή θα βοηθούσε κι΄ ένα Σωματείο, εγγεγραμμένο στο Υπουργείο Εσωτερικών, στο οποίο ήμουν και πρόεδρος. Τα ακίνητα τα αγόρασα. Ελάχιστα έδωσε δωρεάν και όχι μεγάλης αξίας. Τα χρήματα τα χρησιμοποιούσαμε για το έργο που είχαμε αρχίσει. Φοβόταν όμως ότι το μεγάλο έργο που θα υλοποιούσαμε θα δημιουργούσε μελλοντικά κάποια προβλήματα ή εκκρεμότητες. Ο ίδιος είχε την επινόηση και δική του ήταν η απόφαση να ετοιμάσει το επίδικο έγγραφο, που έχει ενώπιον Του, το Σεβαστό Δικαστήριο, δηλαδή τη Διαθήκη του. Σύμφωνα με τις εντολές του τακτοποιήθηκαν όλα τα περιουσιακά του, πάντοτε με την εφαρμογή των ισχυόντων νόμων και κανονισμών, αυτού του Κράτους, δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Νόμιμα και με την ελεύθερη θέλησή του μεταβιβάστηκαν στο όνομά μου. Αυτή ήταν και η αρχική επιθυμία του. Για την προετοιμασία του επίδικου εγγράφου, όπως και όλων των άλλων εγγράφων, πάντοτε ζητούσε τη βοήθεια γνωστών του δικηγόρων, πιστοποιούντων υπαλλήλων και μαρτύρων. Πάντοτε με δική του πρωτοβουλία. Δεν ανεχόταν υποδείξεις και συμβουλές από κανένα. Το συγκεκριμένο έγγραφο, δηλαδή τη Διαθήκη του, φαίνεται και αποδεικνύεται ότι την έκανε ο δικηγόρος κ. Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου και την οποίαν διατηρούσε στο γραφείο του. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκα από τον ίδιο τον Αντώνη, ότι αρχές του 2000 ο κ. Χατζηνικολάου τον εκάλεσε και του παράδοσε κάποια χαρτιά του, μεταξύ των οποίων και τη συγκεκριμένη Διαθήκη του. Ο κ. Χατζηνικολάου τον ενημέρωσε ότι για σοβαρούς λόγους υγείας, δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να τον αντιπροσωπεύει. Υπέφερε από καρκίνο και τελικά πέθανε. Ο Αντώνης Χριστοφή στη συνέχεια παράδοσε τη Διαθήκη του στον δικηγόρο κ. Ιωάννη Κυριακίδη, ο οποίος την κατάθεσε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου, Λευκωσίας. Όσον αφορά την προετοιμασία και την πιστοποίηση της επίδικης Διαθήκης εγώ προσωπικά ήμουν εντελώς αμέτοχος και αδιάφορος. Ο λόγος ήταν ότι πριν από την ημερομηνία αυτή, ο Αντώνης είχε ολοκληρωτικά τακτοποιήσει όλα τα περιουσιακά του κινητά και ακίνητα και όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις του, ώστε να μην έχει απολύτως τίποτε στο όνομά του και στην ιδιοκτησία του. Η επινόησή του να ετοιμάσει αυτή τη Διαθήκη, βασιζόταν, όπως έλεγε εκ των υστέρων, «να με εξασφάλιζε για οτιδήποτε θα προέκυπτε μετά το θάνατό του», αφού αρχίσαμε ένα έργο, που για την υλοποίησή του χρειαζόταν μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Αντώνης Χριστοφή Λαπιέρης ήταν έξυπνος και πολύ μορφωμένος. Δούλεψε για δεκαετίες στο Κτηματολόγιο. Όργωσε όλη την Κύπρο και είχε γνωστούς παντού. Ήταν πολύ ανθεκτικός σωματικά άνθρωπος και διατηρούσε τη διαύγειά του και τη δυνατή του κράση κατά το χρονικό διάστημα που τον φρόντιζα και τον βοηθούσα. Τη συγκεκριμένη ημερομηνία 1 Οκτωβρίου, 1999, μου ζήτησε να τον μεταφέρω στην Πάφο, για εκδρομή και να δει όπως μου είπε κάποιους φίλους του. Εγώ συνήθιζα να πηγαίνω τακτικά στην Πάφο, γιατί είχα δύο θείες, αδελφές του πατέρα μου, που ζούσαν σε διαφορετικά χωριά. Τις επισκεπτόμουν για να τις βοηθώ και να εξυπηρετώ τις διάφορες ανάγκες τους. Ξεκινήσαμε πρωί. Φθάσαμε νωρίς στη Δρούσια. Πήραμε τη θεία μου κι΄ επιστρέψαμε στην Πάφο. Επισκεφθήκαμε στο σπίτι του, το φίλο μας, Σοφοκλή Σώζου. Μετά από απαίτηση του Αντώνη Χριστοφή, τηλεφωνήσαμε στο φίλο του Γεώργιο Αντωνιάδη, για να περάσουμε να του πιστοποιήσει κάποια χαρτιά. Ο Γεώργιος Αντωνιάδης μας είπε ότι κατέβαινε στην Πόλη της Χρυσοχούς με τη γυναίκα του και θα μπορούσε να του τα πιστοποιήσει εκεί, αν πηγαίναμε. Απαίτηση του Αντώνη ήταν να πάρουμε μαζί μας και το φίλο του, Κυριάκο Κωνσταντίνου. Φθάσαμε στην Πόλη της Χρυσοχούς. Συναντηθήκαμε στην Πλατεία. Ο Γεώργιος Αντωνιάδης πήγε στο αυτοκίνητό του να φέρει τις σφραγίδες του. Στην επιστροφή μας ζήτησε συγνώμη, γιατί ξέχασε τις σφραγίδες του στο γραφείο του. Τότε κατευθυνθήκαμε παραπλεύρως στο γραφείο του πιστοποιούντος υπαλλήλου κ. Ελευθέριου Πέτρου. Ο Αντώνης Χριστοφή έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σάκκου του κάποια χαρτιά. Έδωσε τη Διαθήκη του στον κ. Γεώργιο Αντωνιάδη και του ζήτησε να τη διαβάσει μεγαλόφωνα. Αμέσως μετά υπέγραψε ο Αντώνης Χριστοφή. Υπέγραψαν οι τρεις μάρτυρες ο ένας μετά τον άλλο δηλαδή ο Σοφοκλής Σώζου, η Ελένη Συμεού, ο Κυριάκος Κωνσταντίνου και πιστοποίησε την υπογραφή του Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη, ο πιστοποιών υπάλληλος κ. Ελευθέριος Πέτρου. Μετά την πιστοποίηση ο Αντώνης Χριστοφή πήρε τη Διαθήκη και την έβαλε στην τσέπη του. Στη συνέχεια καθίσαμε για λίγο στην Πλατεία. Πήγαμε στο Γουδί και επιστρέψαμε στη Δρούσια για να αφήσουμε τη θεία μου, στο σπίτι της.» Συμπληρώνοντας την κύρια εξέταση του, κατέθεσε ότι ήταν ο Δικηγόρος κ. Ιωάννης Κυριακίδης που του είχε τηλεφωνήσει για την ύπαρξη της Διαθήκης. Ο εν λόγω Δικηγόρος την κατείχε και μόνο όταν υπήρξε απαίτηση από το Διαχειριστή της Περιουσίας του Λαπιέρη, την κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ο Μάρτυρας, όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξη της Διαθήκης, ανέφερε στον Κυριακίδη ότι το γεγονός αυτό τον αφήνει αδιάφορο αφού γνώριζε ότι ο Λαπιέρης είχε ήδη τακτοποιήσει όλη την περιουσία του. Όπως αναμενόταν, η αντεξέταση του Μάρτυρα ήταν μακρά και με έντονη αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του. Λεπτομερής αναφορά των κύριων σημείων της αντεξέτασης του θα γίνει πιο κάτω στην Αξιολόγηση της Μαρτυρίας. Τα άτομα τα οποία υπέγραψαν ως Μάρτυρες στη Διαθήκη ήταν ο Μ.Ε.1, ο Σοφοκλής Σώζου, ο οποίος απεβίωσε λόγω καρδιακής ανακοπής και η θεία του, Ελένη Συμεού, η οποία επίσης απεβίωσε δύο περίπου μήνες πριν την έναρξη της ακρόασης. Διευκρινίζοντας αυτό που ανέφερε στην κύρια εξέταση του για το χρονικό διάστημα που φρόντιζε το Λαπιέρη, ανέφερε ότι τον φρόντιζε από το 1995 μέχρι και το Σεπτέμβριο,
  2. Από δε το έτος 1996 η φροντίδα που του παρείχε ήταν συνεχής επειδή ο Λαπιέρης αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα υγείας. Και όλα αυτά παρόλον ότι ήταν άτομο δυναμικό, με πάρα πολλές απαιτήσεις που έκανε τη ζωή του Ενάγοντα πολύ δύσκολη. Το έτος 2000, ο Λαπιέρης παρουσίασε κάποιες παραισθήσεις, αφού έβλεπε σκιές. Ο Ενάγων αρχικά το απέδωσε σε οφθαλμολογικό πρόβλημα, αφού η μνήμη, λογική και κράση του δεν είχαν επηρεασθεί. Μετά το 2000 παρουσιάσθηκε Αλζχάϊμερ και από το Σεπτέμβριο, 2000, τον πήρε σε Γηροκομείο διότι οι δουλειές του δεν του επέτρεπαν να τον φροντίζει επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Αναφορικά με την όραση του Λαπιέρη, ο Ενάγων επέμενε ότι εκτός από κάποια προβλήματα, ήταν σχετικά καλή. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορούσε να διαβάζει εφημερίδα ακόμη και χωρίς γυαλιά. Έπρεπε όμως να φέρει το χαρτί κοντά στα μάτια του, ενώ τη νύχτα χρησιμοποιούσε μεγεθυντικό φακό πολύ πριν από το έτος
  3. Αρνήθηκε υποβολή ότι χωρίς το φακό δεν ήταν καθόλου σε θέση να διαβάσει. Αρνήθηκε επίσης ότι κατά τα έτη 1998-2001 δεν μπορούσε να διαβάσει καθόλου μόνος του. Ενώ γνώριζε ότι κατά τα έτη 1993 ή 1994 ο Λαπιέρης είχε υποβληθεί σε εγχείρηση καταρράκτη, αρνήθηκε ότι η εγχείρηση ήταν ανεπιτυχής και του δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στην όραση. Ο Μ.Ε.4, Λεωνίδας Χριστοδούλου, είναι Ηλεκτρολόγος και γνώρισε το Λαπιέρη μέσω του Ενάγοντα, ο οποίος κατά καιρούς τον έστελλε για να επιδιορθώσει ηλεκτρολογικά προβλήματα στην οικία του. Επίσης, τους έβλεπε μαζί σε κουρεία που έπαιρνε ο Ενάγων το Λαπιέρη για ξύρισμα, καθώς και σε κάποιο Καφενείο στο οποίο σύχναζε ο ίδιος. Λίγες μέρες πριν την 1η Οκτωβρίου, 1999, νωρίς το απόγευμα, ο Ενάγων είχε στείλει το Μάρτυρα στην οικία του Λαπιέρη για κάποιες ηλεκτρολογικές επιδιορθώσεις. Ο Μάρτυρας έκαμε τις σχετικές επιδιορθώσεις, μίλησε λίγο με το Λαπιέρη γιατί ήταν πολύ κοινωνικός και ομιλητικός, ο οποίος τον παρακάλεσε αν είχε χρόνο να τον μεταφέρει με το αυτοκίνητο του στο Δικηγορικό Γραφείο του κ. Κωνσταντίνου Χ"Νικολάου για να πάρει κάτι. Ο Μάρτυρας τον μετέφερε και όταν μπήκαν στο Γραφείο, ρώτησε αν η Διαθήκη του είναι έτοιμη. Η Γραμματέας την έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου της, τη διάβασε μεγαλόφωνα και ρώτησε αν ήταν εντάξει. Ο Λαπιέρης απάντησε: «είναι πολύ εντάξει». Τότε η Γραμματέας την έβαλε σε ένα μεγάλο φάκελο και του την έδωσε και στη συνέχεια ο Μάρτυρας τον μετέφερε στο σπίτι του. Ο Μάρτυρας αναγνώρισε τη Διαθήκη ως το Τεκμήριο 1(δ), με τη διαφορά ότι όταν την είδε, ήταν ανυπόγραφη. Αρχές του έτους 2000, ο Μάρτυρας έτυχε να ρωτήσει το Λαπιέρη τι έγινε με τη Διαθήκη του, ο οποίος του απάντησε ότι την είχε παραδώσει στο Δικηγόρο κ. Ιωάννη Κυριακίδη που την έχει στο Γραφείο του. Ο Μάρτυρας θυμάται το Λαπιέρη ως πολύ δραστήριο, εργατικό και κινητικό. Τον συναντούσε στην αυλή του που περιποιόταν τα δέντρα του. Φαίνεται ότι ήταν πολύ γερός και δυνατός οργανισμός και δεν πρόσεξε να είχε πρόβλημα υγείας ή συμπεριφοράς. Ήταν πάντοτε φυσιολογικός, ομιλητικός και λογικός. Φαίνεται ότι ήξερε καλά τι ήθελε και τι έκαμνε. Όποτε ζητούσε από το Μάρτυρα να τον μεταφέρει κάπου, τού έδινε οδηγίες και τον κατεύθυνε ο ίδιος. Περπατούσε άνετα, εργαζόταν, τσάππιζε, χωρίς να φαίνεται να έχει πρόβλημα. Όλα αυτά ισχύουν μέχρι το Καλοκαίρι,
  4. Η Μ.Ε.5, Ελένη Νικολάου, είναι αδελφή και Γραμματέας του Ιατρού Στυλιανού Νικολάου, ο οποίος είναι Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής. Ο εν λόγω Ιατρός είναι ο επικεφαλής του Ψυχιατρικού Τμήματος σε Νοσοκομείο της Βερόνας στην Ιταλία και βασικά διαμένει στην Ιταλία από την εποχή των σπουδών του, δηλαδή για τα τελευταία 30 χρόνια. Λόγω των πολλών υποχρεώσεων του αδελφού της, αλλά και των δύσκολων καιρικών συνθηκών που επικρατούν στην Ιταλία, κατέστη αδύνατη η προσωπική παρουσία του για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Έδωσε όμως στην ίδια οδηγίες να παρουσιάσει όλα τα στοιχεία που διατηρεί στο Αρχείο Αδειών και που αφορούν στο Λαπιέρη. Στις 9.7.1996, ο Λαπιέρης, μετά από σχετική διευθέτηση, επισκέφθηκε τον Ιατρό. Η Μάρτυρας τον υποδέχθηκε, πήρε τα προσωπικά του στοιχεία και τα σημείωσε στην Κάρτα Ασθενούς (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18). Ακολούθως ο Λαπιέρης, είδε τον Ιατρό, ο οποίος αφού τον εξέτασε, την κάλεσε για να σημειώσει στην Κάρτα τα αποτελέσματα της εξέτασης. Ο Ιατρός τής υπαγόρευε και κατέγραφε τη γενική εξέταση, δεν του είχε δώσει φάρμακα, αλλά εξέδωσε την Ιατρική Έκθεση ημερ. 9.7.1996 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19), την οποία έγραψε ιδιοχείρως ο Ιατρός και την υπέγραψε ενώπιον της Μάρτυρος για να τη φωτοτυπήσει και να την επισυνάψει στην Κάρτα. Το πρωτότυπο δόθηκε στο Λαπιέρη. Η Ιατρική Έκθεση (Τεκμ. 19) αναφέρει τα ακόλουθα: «Ιατρική Έκθεση του Κυρ. Αντώνη Χριστοφή από Λευκωσία Ο πιο πάνω εξετάστηκε μετά από αίτηση του ιδίου. Από το ιατρικό ιστορικό δεν αναφέρονται νευρολογικά ή ψυχιατρικά προβλήματα και ούτε παρακολούθηση από ψυχίατρο. Η παρούσα εξέταση με λεπτομερειακό έλεγχο για τυχόν ψυχωσικά στοιχεία, όπως π.χ. διαταραχές της σκέψεως, ψευδαισθήσεις ή παραληρητικές ιδέες απέβη αρνητική. Οι ανώτερες ψυχοδιανοητικές λειτουργίες, μνήμη, κρίση, αντίληψη, προσανατολισμός και γνωστική λειτουργία ελέγχονται ικανοποιητικές παρά το προχωρημένο της ηλικίας του. Από πλευράς προσωπικότητας παρουσιάζεται συγκροτημένος χωρίς διαταραχές. Θεωρείται άτομο υπεύθυνο τόσο των πράξεων του όσο και των συνεπειών του από αυτές. Επίσης σαν άτομο χωρίς ψυχικές παθήσεις και με σωστή και ικανοποιητική κριτική ικανότητα, μπορεί να χειρίζεται τις υποθέσεις του και να υπογράφει οποιονδήποτε έγγραφο. Μετά τιμής Δρ. Στυλιανός Νικολάου» ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Η πλευρά του Εναγομένου παρουσίασε δύο Μάρτυρες. Ως Μ.Υ.1, κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος, Χριστάκης Γεωργίου, πρώην Εκπαιδευτικός. Η σύζυγος του Χλόη είναι αδελφότεχνη του Λαπιέρη. Εκτός από τη σύζυγο του, ο Λαπιέρης είχε και άλλα αδελφοτέχνια, μερικά από τα οποία είναι εγκατεστημένα ως μετανάστες εδώ και πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Το Λαπιέρη τον γνώρισε το 1952 όταν αρραβωνιάστηκε τη σύζυγο του. Περί τα έτη 1991 και 1992, ο Λαπιέρης είχε υποβληθεί σε εγχείρηση καταρράκτη στο Μακάρειο Νοσοκομείο. Τη μια χρονιά έκαμε εγχείρηση στο ένα μάτι και την επόμενη το άλλο. Μετά τη δεύτερη εγχείρηση, από μία φίλη που εργαζόταν στο Μακάρειο Νοσοκομείο, πληροφορήθηκαν ότι είχε πρόβλημα να βάζει τις σταγόνες στο μάτι του και τον προσκάλεσαν στο σπίτι τους όπου και έμεινε για αρκετές μέρες και η σύζυγος του τού έβαζε κανονικά τις σταγόνες. Αρχές Σεπτεμβρίου, 1994, ο Λαπιέρης έπεσε θύμα αυτοκινητικού ατυχήματος όπου υπέστη κατάγματα στο δεξί πόδι και είχε κτυπήσει στο κεφάλι. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο για περίοδο 20 ημερών και ακολούθως ο Μάρτυρας και η σύζυγος του τον μετέφεραν στο Γηριατρείο του Χαρίλαου Κναή. Παρέμεινε στο Γηριατρείο για περίοδο 5-6 μηνών και ακολούθως το Μάρτιο, 1995, επέστρεψε στο σπίτι του στην Οδό Ναυπάκτου, παρά τις παραινέσεις του Μάρτυρα να παραμείνει στο Γηριατρείο. Ο λόγος που έφυγε ήταν γιατί θεωρούσε τα έξοδα του Γηριατρείου υπερβολικά. Όταν μπήκε στο Γηριατρείο, ο Λαπιέρης υπέγραψε το Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο, ημερ. 24 Σεπτεμβρίου 1994 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 21), με το οποίο εξουσιοδότησε το Μάρτυρα να πληρώνει με δικά του χρήματα το Γηριατρείο και άλλα έξοδα. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ο Λαπιέρης ζούσε κάτω από άθλιες συνθήκες αφού δεν μπορούσε να φροντίζει μόνος του τον εαυτό του. Ντυνόταν σαν κουρελής, η δε υγιεινή και καθαριότητα στο σπίτι ήταν ανύπαρκτες. Η διατροφή του ήταν πολύ φτωχή, κανονικά δε γεύματα έτρωγε μόνο αυτά που ετοίμαζε για κάποιο χρονικό διάστημα η οικογένεια Τουφεξή που ζούσε σε γειτονικό σπίτι και με την οποία είχε πολύ καλή σχέση. Μπορούσε μεν να περπατά γιατί είχαν περάσει 6 μήνες από τον τραυματισμό του, αλλά λόγω προχωρημένης ηλικίας, αλλά και του σοβαρού κατάγματος που υπέστη στο πόδι, δεν μπορούσε να κινείται με άνεση. Δυσκολευόταν να περπατήσει γρήγορα και ούτε μπορούσε να περπατήσει μεγάλες αποστάσεις. Η όραση του ήταν πολύ μειωμένη και δυσκολευόταν να διαβάσει και να γράψει. Μέσα στο 1996, το τηλέφωνο του σπιτιού του Λαπιέρη απεκόπη και αυτός εξαφανίστηκε από το σπίτι του. Μεταξύ των ετών 1996 και 2000, ο Εναγόμενος και η σύζυγος του δεν είχαν καμία συνάντηση με το Λαπιέρη. Όπως όμως έμαθαν από συγγενείς, τούς είχε επισκεφθεί ο Λαπιέρης συνοδευόμενος από κάποιο Θεολόγο, ονόματι Συμεών. Ο Εναγόμενος συναντήθηκε με το Λαπιέρη τον Αύγουστο,
  5. Είχε προηγηθεί καταγγελία στην Αστυνομία από κάποιο Χαρίλαο Κώστα ότι σπείρα στην οποία συμμετείχε ο Ενάγων εκμεταλλευόταν ηλικιωμένους και τους αποσπούσε τις περιουσίες τους. Για να εντοπισθεί ο Λαπιέρης, ο Εναγόμενος και η σύζυγος του ζήτησαν τη βοήθεια της Αστυνομίας. Κατά την εν λόγω συνάντηση του Εναγομένου με το Λαπιέρη, αυτός διαπίστωσε ότι η γενική του κατάσταση ήταν περίπου η ίδια με εκείνη που είχε όταν βγήκε από το Γηριατρείο. Δηλαδή, δεν μπορούσε να περπατήσει με άνεση, η φωνή του ήταν αδύνατη και η όρασή του ήταν όπως και το
  6. Δεν μπορούσε να διαβάσει και δεν ξεχώριζε από κάποια απόσταση αυτά που έβλεπε. Με οδηγίες του, ο Εναγόμενος ετοίμασε και έστειλε στο Γενικό Λογιστήριο μία επιστολή, αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να τη συντάξει λόγω κακής όρασης. Με την εν λόγω επιστολή, ζητείτο όπως η σύνταξη του αποστέλλεται σε ένα λογαριασμό που καθόρισε ο Λαπιέρης. Παλαιότερα, συνέτασσε με άνεση τέτοιου είδους επιστολές. Υπέγραψε την επιστολή αυτή με αστάθεια και δυσκολία, αλλά δεν μπορούσε να διαβάσει το περιεχόμενο της. Γενικά, ο Λαπιέρης ήταν ένας γέρος τον οποίο είχαν εγκαταλείψει οι δυνάμεις του σε πολύ μεγάλο βαθμό και δεν ήταν σε θέση να φροντίσει ο ίδιος τον εαυτό του. Είχε τα λογικά του, αλλά κάπου κάπου είχε παραισθήσεις και έλεγε ακατανόητα πράγματα. Η πρώτη φορά που ο Εναγόμενος διαπίστωσε ότι ο Λαπιέρης είχε παραισθήσεις ήταν ενώ ακόμη βρισκόταν στο Γηριατρείο. Μια μέρα που πήγε να τον επισκεφθεί, του είπε ότι είχε πάει στο κατεχόμενο χωριό του, την Κοντέα, ενώ τότε δεν είχαν ακόμη ανοίξει τα οδοφράγματα, αλλά ούτε και να περπατήσει μπορούσε λόγω του πρόσφατου τραυματισμού του. Μια άλλη φορά στεκόταν κοντά στο παράθυρο του δωματίου του στο Γηριατρείο και έβλεπε τα δέντρα έξω και άρχισε να λέει στον Εναγόμενο ότι βλέπει τα δένδρα του περβολιού του στην Κοντέα. Σε μια άλλη περίπτωση, του ανέφερε ότι στο σπίτι του είχε ξωτικά που έβγαιναν από το πάτωμα και τον κυνηγούσαν. Μια μέρα στο Γηριατρείο, μετά που ανακάλυψε ότι ο Ενάγων του είχε πάρει ολόκληρη την περιουσία του, ο Εναγόμενος τον βρήκε να κλαίει γοερά και να λέει ότι «είχα τόση εμπιστοσύνη του Συμεών που αν μου έλεγε να πέσω στη θάλασσα θα έπεφτα και αυτός με ξεγέλασε και μου 'φαγε ολόκληρη την περιουσία μου». Οι νοσοκόμες του Γηριατρείου του είχαν πει ότι έκλαιγε όλη την προηγούμενη νύχτα, προφανώς για τον ίδιο λόγο. Ο Εναγόμενος τόνισε ότι ο Λαπιέρης ήταν πολύ τσιγκούνης. Δεν ξόδευε σχεδόν καθόλου χρήματα, ούτε για τα πιο στοιχειώδη και απολύτως αναγκαία χρειώδη. Ακόμη και τρόφιμα, τα αγόραζε με πολύ μεγάλη δυσκολία κα σε πολύ μικρές ποσότητες. Έτσι, όταν διαπίστωσε ότι ο Ενάγων πήρε όλη την περιουσία του, στενοχωρήθηκε αφάνταστα. Με τη συμβουλή του Εναγομένου και της συζύγου του, καταχώρισε Αγωγή μέσω του Δικηγορικού Γραφείου Χ"Ιωάννου, που ήταν συγγενής τους. Την Αγωγή τη συνέχισε ο ίδιος ο Εναγόμενος μετά το θάνατο του Λαπιέρη ως Διαχειριστής της περιουσίας του. Οι επαφές του Λαπιέρη με τους συγγενείς του δεν ήταν οι συχνότερες λόγω του ιδιότροπου χαρακτήρα του, αλλά και γιατί ήθελε να ζει μόνος του. Δεν είχε φίλους και σπάνια έκαμνε παρέα με άλλους ανθρώπους. Με τον Εναγόμενο παρεξηγήθηκε επειδή είχε αντιδράσει έντονα όταν ήθελε να φύγει από το Γηριατρείο, αλλά οι σχέσεις Λαπιέρη και συζύγου του Εναγομένου δεν διαταράχθηκαν. Ο Εναγόμενος δεν είχε ακούσει για την ύπαρξη οποιωνδήποτε προβλημάτων με άλλους συγγενείς. Ειδικά με τα αδελφοτέκνια του που ζούσαν μόνιμα στο εξωτερικό (Αγγλία και Αυστραλία), οι σχέσεις του ήταν πάρα πολύ καλές και όποτε έκαμναν επισκέψεις στην Κύπρο φρόντιζαν να τον δουν και να περάσουν μαζί του κάποιες ώρες. Ο Λαπιέρης είχε πει πολλές φορές στον Εναγόμενο ότι σκοπός της ζωής του ήταν να κτίσει μια Εκκλησία στον Κόρνο, στην κορυφή ενός μικρού λόφου. Τού είχε επίσης αναφέρει ότι ουδέποτε έδωσε Πληρεξούσιο στον Ενάγοντα για να μεταβιβάσει στο όνομα του την περιουσία του, αλλά το Πληρεξούσιο ήταν για να εισπράττει τα ενοίκια, τη σύνταξη του, να πληρώνει τα έξοδα του και για να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της υπό ανέγερση Εκκλησίας, την οποία ο Ενάγων του υποσχέθηκε ότι θα έκτιζε με δικά του χρήματα και ότι θα έφερνε μοναχούς από το Άγιο Όρος να την μυρώσουν. Τού είπε επίσης ότι ουδέποτε έκαμε Διαθήκη με την οποία άφησε την περιουσία του στον Ενάγοντα. Ο Μ.Υ.2, Λοχίας 4733, Χρίστος Φιλιππίδης, κατά το έτος 2000, υπηρετούσε στο ΤΑΕ Αρχηγείου. Στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης για οργανωμένο κύκλωμα που ξεγελούσε ηλικιωμένα άτομα και μεταβίβαζαν τις περιουσίες τους, η οποία καταγγελία είχε γίνει από κάποιο Χαρίλαο Κώστα, γνώρισε τον Αύγουστο, 2000, το Λαπιέρη αφού μία από τις διερευνώμενες υποθέσεις ήταν και αυτή του Λαπιέρη με τον Ενάγοντα. Ο Μάρτυρας ήταν ένας από τους Ανακριτές της υπόθεσης και από το Λαπιέρη λήφθηκαν συνολικά 5 Γραπτές Καταθέσεις ως ακολούθως: (α) στις 13 Σεπτεμβρίου, 2000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12), (β) στις 2 Οκτωβρίου, 2000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24), (γ) στις 5 Οκτωβρίου, 2000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25), (δ) στις 12 Οκτωβρίου, 2000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 26), (ε) στις 21 Δεκεμβρίου, 2000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27). Ο Μάρτυρας έλαβε τις τρεις από τις πιο πάνω Καταθέσεις, ήτοι τα Τεκμ. 24-
  7. Ο Μάρτυρας κατέθεσε ότι είχε την ευκαιρία να δει καλά το Λαπιέρη όταν του έπαιρνε κατάθεση και παρατήρησε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα με την όρασή του. Η πνευματική του διαύγεια όμως ήταν καλή και κρίθηκε κατάλληλος για να δώσει Κατάθεση αφού αντιλαμβανόταν πλήρως τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Η λήψη των Καταθέσεων γινόταν στην παρουσία Νοσοκόμας, ενώ αυτές τού διαβάστηκαν και τις υπέγραψε με δυσκολία λόγω του προβλήματος με την όραση του. Λόγω του μεταγενέστερου θανάτου του Λαπιέρη, η ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντα, μολονότι είχε καταχωριστεί, δεν έγινε κατορθωτό να προωθηθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας παραθέσει τα κύρια σημεία της μαρτυρίας των Μαρτύρων της κάθε πλευράς, προχωρώ τώρα την αξιολόγηση της μαρτυρίας του καθενός απ΄ αυτούς. Ο Μ.Ε.1, Κυριάκος Κωνσταντίνου, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Σκοπός της μαρτυρίας του ήταν να ενισχύσει την εκδοχή του Ενάγοντα ως προς τις συνθήκες υπογραφής της Διαθήκης, αλλά και ως προς την καλή όραση και πνευματική κατάσταση του Λαπιέρη. Προσπάθησε έντεχνα να μην αναφέρει τη σχέση φιλίας που διατηρούσε με τον Ενάγοντα αναφέροντας αρχικά ότι η σχέση τους ήταν πελατειακή αφού ο Ενάγων έτρωγε τακτικά στο Εστιατόριο του, αλλά μετά, ερωτηθείς σχετικά, διευκρίνισε ότι με την πάροδο του χρόνου έγιναν φίλοι. Εκείνο που παρατήρησα είναι ότι, προσπάθησε εξαρχής και ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση, να παρουσιάσει την όλη συμμετοχή του ως αγγαρεία και τον εαυτό του ως αδιάφορο για την όλη διαδικασία, επεξηγώντας με τον τρόπο αυτό απαντήσεις του ότι δεν θυμόταν κάποια γεγονότα. Το γεγονός ότι άφησε την εργασία του, έστω και εάν το Εστιατόριο του άνοιγε το απόγευμα, για να μεταβεί με τον Ενάγοντα, το Λαπιέρη και τους υπόλοιπους για να υπογράψει ως Μάρτυρας στη Διαθήκη, δεικνύει από μόνο του τη στενή σχέση που είχε με τον Ενάγοντα και τη διάθεση του να τον βοηθήσει. Τονίζεται μάλιστα ότι αυτό έγινε την 1η Οκτωβρίου, 1999, ημέρα αργία, που στην Πάφο, μία τουριστική πόλη, η κίνηση πρέπει να ήταν αυξημένη. Στο επιχείρημα ότι το ταξίδι από την Πάφο στην Πόλη Χρυσοχούς έγινε πρωί προς το μεσημέρι και ότι μέχρι νωρίς το απόγευμα που θα άνοιγε το Εστιατόριο θα επέστρεφε στην εργασία του, μπορεί να αντιπαραβληθεί ο δικός του ισχυρισμός ότι ώρες πριν ανοίξει το Εστιατόριο του, προέβαινε στις σχετικές προετοιμασίες για το άνοιγμά του. Κατά συνέπεια, αφού ο Μάρτυρας αυτός κρίνεται αναξιόπιστος, ούτε οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί του για την καλή όραση και πνευματική κατάσταση του Λαπιέρη, μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Εξάλλου, υπό την πίεση της αντεξέτασης, οι απαντήσεις που έδιδε στα θέματα αυτά, ήταν αόριστες. Αναφερόμενος σε σχετικές ερωτήσεις στις οποίες απαντούσε με ασάφεια, παραθέτω αυτούσια τα Πρακτικά: «Ε. Υπόγραψες το έγγραφο τούτο που είπες ότι φέρει την υπογραφή σου πριν το διαβάσει ο Αντωνιάδης ή μετά που το διάβασε; Α. Υπόγραψε το μετά που το διάβασε. Διάβασε τζιαμέ να ακούσουμε ούλλοι ήντα που έγινε. Ε. Δηλαδή το έγγραφο τούτο όταν το διάβαζε ο Αντωνιάδης δεν είχε υπογραφές πάνω. Α. Εγώ όταν υπόγραψα εκεί ήδη προηγουμένως υπόγραψε ο ψηλός ο φίλος του Συμεών και η θεία του και υπόγραψα και εγώ. Τωρά αν έβαλαν και άλλοι υπογραφή εκεί .., εγώ φκήκα έξω να καπνίσω τσιγάρο. Δεν με ενδιέφερε τι υπόγραφα.» Και σε άλλο σημείο πάρακάτω: «..................................... Ε. Ποια ήταν η κατάσταση της υγείας του ως προς τα μάτια του, έβλεπε καλά ο μακαρίτης ο Αντώνης; Α. Τον είδα έβλεπε ο άνθρωπος αν είχε τίποτε άλλο εγώ δεν είμαι γιατρός τι να σου πω. Όμως περπατούσε κρατούσε το χαρτί για να το κοιτάζει κάποιος το χαρτί πρέπει να ξέρει. Ε. Στην παρουσία σου διάβασε το έγγραφο ο γέρος; Α. Αφού είπε του Γιώργου δκιάβαστο το έγγραφο δεν νομίζω να το διάβασε αλλά είπε του Γιώργου δκιάβαστο για να του κάμει το χαρτί αυτό ήξερε τι έκαμνε. Ε. Αν σου πω ότι ο γέρος δεν έβλεπε καλά είχε δυσκολία στην όραση του την 1.10.99 τι θα πεις; Α. Εγώ το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ο μακαρίτης κοιτούσε εκεί και μάλιστα κοιτούσε και κάποιες εφημερίδες δεν ξέρω αν διάβαζε ή όχι διότι ήταν περίπτερο το μαγαζί κοιτούσε το έγγραφο και του είπε του Γιώργου ορίστε να το διαβάσεις. Αν είχε άλλο πρόβλημα δεν ξέρω δεν είμαι γιατρός. ............................................................................ Ε. Είχε οποιαδήποτε άλλα προβλήματα υγείας εκτός από την όραση του την 1.10.99; Α. Δεν ξέρω αν είχε προβλήματα με την όραση του. Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι είχε. Α. Με ρωτάς αν ξέρω σαν να ήξερα ότι είχε. ............................................................................ Ε. Το 99 ήταν ξυράφι το μυαλό του; Α. Πρέπει. Ήταν. Για να έρθει κάτω να πει κάμετε μου τούτη τη διαθήκη; Μια χαρά ήταν.» Υπάρχει όμως ακόμη ένα σημείο το οποίο το Δικαστήριο θεωρεί ως πάρα πολύ σημαντικό και αυτό είναι η ασάφεια της εκδοχής του Μάρτυρα αυτού ως προς τον τρόπο υπογραφής της Διαθήκης. Βασικότατο στοιχείο της μαρτυρίας του είναι ότι σε κανένα σημείο δεν δήλωσε σαφώς ότι είδε το Λαπιέρη να υπογράφει τη Διαθήκη. Ούτε καν στην επανεξέταση όπου έγινε μία απέλπιδα προσπάθεια να διευκρινισθεί το γεγονός αυτό. Ρωτήθηκε σχετικά από τον κ. Ευτυχίου: «Ε. Είδες το γέρο να υπογράφει; Α. Αφού σου είπα φκήκα έξω, δεν θυμούμαι.» Η ίδια ερώτηση υποβλήθηκε ξανά: «Ε. Είδες το γέρο να υπογράφει; Α. Αφού σου λέω έφυα μονομιάς. Δεν θυμούμαι, εφκήκα έξω.» Στο σημείο αυτό υπάρχει και μια άλλη παράμετρος: φαίνεται ο Μάρτυρας να υπονοεί ότι μετά που υπέγραψε ο ίδιος, έφυγε και δεν είδε το Λαπιέρη να υπογράφει. Δηλαδή ο Μάρτυρας στη Διαθήκη, υπέγραψε πριν από το Διαθέτη, ενώ σκοπός της υπογραφής ενός Μάρτυρα είναι να πιστοποιεί την υπογραφή του Διαθέτη. Ούτε το Μ.Ε.2, Σάββα Θεοφάνους, τον θεωρώ αξιόπιστο. Ήταν Μάρτυρας ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να ενισχύσει την υπόθεση του Ενάγοντα και συγκεκριμένα να πει ότι ήταν παρών κατά την υπογραφή της Διαθήκης για να διαφανεί ότι τηρήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Από τη μαρτυρία του διαφαίνεται η σχέση που διατηρούσε με τον Ενάγοντα ως θαμώνα στην Καφετέρια του και είναι γι΄ αυτό που με τη μαρτυρία του προσπάθησε να τον βοηθήσει. Παρόλα αυτά, υπάρχουν αντιφάσεις στη μαρτυρία του ως ακολούθως: (α) Στην κύρια εξέταση του (Τεκμ.2), ανέφερε «κάποιος από τους παρευρισκόμενους διάβασε τη Διαθήκη, ενώ στην αντεξέταση καθόρισε το πρόσωπο αυτό ως τον Γεώργιο Αντωνιάδη, τον οποίο γνώριζε και μάλιστα είχε στο παρελθόν χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του ως Πιστοποιούντα Υπαλλήλου. Είχε επισκεφθεί και το Γραφείο του στην Πάφο. Σε υποβολή γιατί δεν το είχε αναφέρει εξαρχής, είπε ότι το είχε αναφέρει στο Δικηγόρο του Ενάγοντα. Θεωρώ την αντίφαση αυτή ως προσπάθεια του να αποσυνδεθεί από τον Ενάγοντα και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ανεξάρτητο, ο οποίος έτυχε να παρακολουθήσει τυχαία την όλη διαδικασία υπογραφής της Διαθήκης. Γι΄ αυτό αρχικά αναφέρθηκε στην επίσκεψη του Ενάγοντα, της θείας του με «παρέα», ενώ μετά στην πορεία της αντεξέτασης κατονόμασε και το Γεώργιο Αντωνιάδη και κάποιο Σώζο του οποίου είπε ότι άκουσε το όνομα εκείνη τη στιγμή. (β) Στα ίδια πλαίσια εντάσσεται και η δήλωση του ότι θυμάται ακριβώς την ημέρα που επεσυνέβησαν τα γεγονότα της υπογραφής. Είπε ότι θυμόταν ότι ήταν αργία, επειδή ήταν η παρέλαση και επειδή το ΧΑΚ ήταν κλειστό. Μάλιστα είχε μεταβεί στο ΧΑΚ και εκεί διαπίστωσε ότι ήταν αργία. Ήταν επενδυτής στο ΧΑΚ, ενέργειες από τις οποίες καταστράφηκε οικονομικά. Θεωρώ την πιο πάνω θέση ως υπερβολή. Είναι εξωπραγματικό να ξεκινήσει από την Πόλη Χρυσοχούς για τη Λευκωσία χωρίς να έχει γνώση αν εκείνη τη μέρα λειτουργούσε το ΧΑΚ και να το διαπιστώσει επιτόπου. Και αυτό μάλιστα από ένα τακτικό επενδυτή. Με βάση όλα τα πιο πάνω, απορρίπτω την εκδοχή του ότι ήταν παρών και παρακολούθησε τη διαδικασία υπογραφής της Διαθήκης. Ο Ενάγων, Συμεών Συμεού (Μ.Ε.3), άφησε τη χείριστη εντύπωση στο Δικαστήριο. Μοναδικός του σκοπός ήταν να σκιάσει τα πραγματικά γεγονότα και να τα παρουσιάσει με τον τρόπο που ο ίδιος έκρινε ότι ήταν προς δικό του όφελος. Για το λόγον αυτό, θεωρείται ως πλήρως αναξιόπιστος και το Δικαστήριο αδυνατεί να στηριχθεί στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του. Το Δικαστήριο τον παρατηρούσε με προσοχή καθόλη τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσής του και εκείνο που παρατήρησα είναι η σιγουριά και αυτοπεποίθηση που έδειχνε όταν εκστόμιζε ψέματα. Όταν του υποβάλλετο η αντίθετη άποψη, έπαιρνε το ύφος ανθρώπου που εκπλήσσεται και εξανίσταται όταν ακούει ένα ψεύδος ή άδικη κατηγορία εναντίον του. Είναι όντως πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να μεταφερθεί στο γραπτό λόγο το ύφος που περιγράφεται πιο πάνω. Θα αρκεστώ μόνο στο να το περιγράψω ως «θεατρινισμό» και μάλιστα αποτυχημένο θεατρινισμό. Σιγά-σιγά όμως, από τις ερωτήσεις της αντεξέτασης, παγιδευόταν στις προηγούμενες απαντήσεις του και άρχιζε, είτε να ανασκευάζει την αρχική του εκδοχή, είτε να δίδει απαντήσεις που αντιστρατεύονταν κάθε λογική. Όμως και πάλι τότε, το ύφος του εξακολουθούσε να εκπέμπει την ίδια αρχική σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Για καλύτερη κατανόηση των πιο πάνω, παραθέτω ως παράδειγμα τους ισχυρισμούς του για την ακριβή φύση της σχέσης που είχε με τον Κ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1). Αρνήθηκε ότι ο Μ.Ε.1 ήταν στενός του φίλος αναφέροντας συγκεκριμένα: «Πώς να είναι ένας μάγειρας στην Πάφο στενός μου φίλος;» Ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Ε.1 ήταν φίλος του Λαπιέρη γι΄ αυτό και ο ίδιος ο Λαπιέρης του είχε ζητήσει να υπογράψει ως Μάρτυρας στη Διαθήκη. Απλώς μαζί δημιούργησαν μια φιλική σχέση όταν, λόγω του Λαπιέρη, επισκεπτόταν τακτικά το Εστιατόριο του Μ.Ε.
  8. Παρόλα αυτά δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο ο Μ.Ε.1 είχε κληθεί ως Μάρτυρας για να υποστηρίξει τις θέσεις του κατά την ακρόαση της Αγωγής 11627/
  9. Στη συνέχεια, σε σχετικές ερωτήσεις παραδέχθηκε ότι ο Μ.Ε.1 είχε υπογράψει ως «συνοφειλέτης» μαζί του σε μεγάλο δάνειο (περί τις Λ.Κ.250.000, ίσως και περισσότερα). Αυτό είπε είχε γίνει με παρακίνηση του Λαπιέρη, καθώς και για το λόγο ότι ο Μ.Ε.1 γνώριζε ότι ο Ενάγων ήταν άνθρωπος πλήρους εμπιστοσύνης. Σε ερώτηση πώς κάποιος που δεν ήταν φίλος του αποδέχθηκε να υπογράψει ως συνοφειλέτης σε μεγάλο δάνειο, είπε «άλλο ο φίλος και άλλο ο συνεργάτης και άλλο ο κολλητός». Ισχυρίστηκε ότι είναι για τον ίδιο λόγο που ο Μ.Ε.1 υπέγραψε ως Μάρτυρας στα Δωρητήρια Έγγραφα ημερ. 11 Ιουνίου, 1996 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4), με τα οποία ο Λαπιέρης δώριζε στον Ενάγοντα ακίνητη περιουσία του. Παρεμβάλλω εδώ τον ισχυρισμό του (πιο πάνω) ότι «τα ακίνητα τα αγόρασα. Ελάχιστα έδωσε δωρεάν και όχι μεγάλης αξίας.» Και όμως το Τεκμ.4 αφορά σε 17 Τεμάχια, άγνωστης μεν αξίας, αλλά κάθε άλλο παρά «ελάχιστα». Τονίζω και πάλι την έντεχνη αποστασιοποίηση του, αφού αναφέρει ότι «ελάχιστα έδωσε δωρεάν» σαν να αναφέρεται σε τρίτα πρόσωπα χωρίς να αναφέρει ότι είναι στον ίδιο που τα είχε δωρίσει ο Λαπιέρης. Ως Μάρτυρας υπέγραψε ο Μ.Ε.1 και στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5-8, αλλά αυτό σύμφωνα με τον ίδιο, γινόταν με πρωτοβουλία του Λαπιέρη. Όταν του υπεβλήθη και παραδέχθηκε ότι στα Τεκμ.4-8, τα άλλα δύο πρόσωπα που υπέγραψαν ως Μάρτυρες ήταν ο αδελφός και αδελφή του, ισχυρίστηκε ότι χρειαζόταν να παρουσιάσει και ο ίδιος δικούς του Μάρτυρες όπως είχε παρουσιάσει ο Λαπιέρης και το δικό του, Μ.Ε.
  10. Τονίζεται ότι αρχικά είχε αναφέρει ότι δεν θυμόταν ποια ήταν τα άλλα δύο άτομα που υπέγραψαν ως Μάρτυρες και ήταν μετά από αρκετές ερωτήσεις που είπε ότι θυμήθηκε. Όλα τα πιο πάνω, τα θεωρώ ως ακόμη ένα ψεύδος του Ενάγοντα και θεωρώ ότι ο Μ.Ε.1 υπέγραψε ως Μάρτυρας λόγω της στενής σχέσης που είχε με τον Ενάγοντα. Φυσικά ο Ενάγων, επέμενε ότι θεωρούσε το Μ.Ε.1 ως συνεργάτη και όχι ως φίλο, αλλά η μόνη «συνεργασία» που περιέγραψε στο Δικαστήριο ήταν μονόδρομη και όχι αμφίδρομη, με το Μ.Ε.1 να βάζει την υπογραφή του σε έγγραφα που έδιδαν δικαιώματα στον Ενάγοντα (Διαθήκη, Δωρητήρια), καθώς και να αναλαμβάνει υποχρεώσεις μπαίνοντας ως «συνοφειλέτης» του Ενάγοντα. Και όλα αυτά, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, από κάποιο μη φίλο του, ο οποίος του είχε εμπιστοσύνη μετά που είχε δει τον καλό του χαρακτήρα. Ακόμη ένα σημείο στο οποίο αποδεικνύεται η αναξιοπιστία του Ενάγοντα είναι η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από σημαντικά γεγονότα παρουσιάζοντας τον εαυτό του αμέτοχο και αδιάφορο. Συγκεκριμένα ανέφερε κατά την κύρια εξέταση του ότι ο Δικηγόρος κ. Ιωάννης Κυριακίδης του είχε τηλεφωνήσει για την «ύπαρξη» της Διαθήκης. Όλη η μαρτυρία όμως δεικνύει ότι γνώριζε για την ύπαρξη της από προηγουμένως αφού ο ίδιος τοποθετεί τον εαυτό του παρόντα κατά την υπογραφή της. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι η ύπαρξη της Διαθήκης τον άφηνε «αδιάφορο», αφού ο Λαπιέρης είχε ήδη τακτοποιήσει όλη την περιουσία του, κινητή και ακίνητη. Προβάλλει δηλαδή τον εαυτό του ως τρίτο, ανεξάρτητο, χωρίς καμιά απολύτως αναφορά ότι από τις διευθετήσεις που είχε κάμει ο Λαπιέρης, ο κύριος δικαιούχος και ο αποκομίζων όφελος ήταν ο ίδιος. Και άλλες αναφορές στο θέμα αυτό θα γίνουν πιο κάτω όταν θα εξετάζεται το θέμα Δόλου και ψυχικής πίεσης, όπου θα γίνει επιπρόσθετη αξιολόγηση της μαρτυρίας του στους σχετικούς ισχυρισμούς του. Ο Μ.Ε.4, Λεωνίδας Χριστοδούλου, μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε μάλλον να ενισχύσει την εκδοχή του Ενάγοντα, παρά να καταθέσει την αλήθεια και δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να βοηθήσει την εκδοχή του Ενάγοντα ως προς τις συνθήκες σύνταξης της Διαθήκης, αλλά και ως προς την καλή πνευματική, σωματική κατάσταση και όραση του Λαπιέρη. Ιδιαίτερα στο δεύτερο σημείο παρατήρησα μία αλλαγή στην αρχική του εκδοχή. Ενώ κατά την κύρια εξέταση είχε αναφέρει για την καλή κατάσταση του Λαπιέρη μέχρι το καλοκαίρι του 2000, κατά την αντεξέταση, μετά από επίμονες ερωτήσεις, ανασκεύασε μέχρι τον Απρίλιο-Μάϊο,
  11. Επίσης, ανέφερε ότι δεν θυμόταν ακριβώς ημερομηνίες ή περιόδους. Για τη μαρτυρία της Μ.Ε.5, Ελένης Νικολάου, αναφορά θα γίνει πιο κάτω που θα εξετάζεται το θέμα του Δόλου και της Ψυχικής Πίεσης. Ο Μ.Υ.1, Χριστάκης Γεωργίου, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση και τον κρίνω ως πλήρως αξιόπιστο. Κατέθεσε τα γεγονότα με αντικειμενικότητα, χωρίς προσπάθεια να αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν είχε προσωπική γνώση ή να παραποιήσει ή μεταβάλει, κάποια άλλα για τα οποία είχε μεν κάποια γνώση αλλά όχι πλήρη εικόνα. Αναφέρομαι στη γενική κατάσταση του Λαπιέρη, την οποία περιέγραψε μεν αλλά με τα δεδομένα που γνώριζε όταν είχε επαφή μαζί του, χωρίς να μεταφέρει οποιεσδήποτε άλλες προεκτάσεις που πιθανό να βοηθούσαν την πλευρά του. Το ίδιο αντικειμενικός και αξιόπιστος κρίνεται και ο Μ.Υ.2, Λοχίας 4733, Χρίστος Φιλιππίδης, ο οποίος κατέθεσε τα γεγονότα όπως τα βίωσε ο ίδιος και ανέφερε τη γνώμη του για την κατάσταση του Λαπιέρη με πλήρη αντικειμενικότητα. ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΔΙΑΘΗΚΗΣ: ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το πρώτο σημείο που πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο η Διαθήκη είναι έγκυρη. Διότι αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διαθήκη δεν είναι έγκυρη, τότε και οι υπόλοιπες θεραπείες που επιζητεί ο Ενάγων θα πρέπει να αποτύχουν αφού στηρίζονται και λαμβάνουν ως δεδομένο την εγκυρότητα της Διαθήκης. Η απόδειξη της σωστής εκτέλεσης μιας Διαθήκης χρειάζεται μόνο ότι αμφισβητείται η εγκυρότητα της. Το βάρος απόδειξης ότι μια Διαθήκη είναι έγκυρη, το φέρει αυτός που ζητά την επικύρωση της. Βλ. Clery v. Barry [1887] 21 L.R.Ir 152, Αχιλλεύς Αιμιλιανίδης, Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο
(2008)σελ. 113, Γιώργος Π. Κακογιάννης, Η Απόδειξη
(1983)σελ. 696-698. Επιπρόσθετα, στη Γεωργιάδης κ.ά. ν. Παπακυπριανού κ.ά.
(1979)2 J.S.C. 466 (Aπόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 467: «The burden of proving due execution, whether by presumption or by positive evidence, rests on the person setting up the will (Clery v. Barry [1987] 21 L.R.Ir. 152)» Για να είναι μια Διαθήκη έγκυρη, ο Νόμος θέτει κάποιες αυστηρές προϋποθέσεις. Σε περίπτωση μη τήρησης τους, η Διαθήκη κηρύσσεται άκυρη. Οι προϋποθέσεις αυτές θέτουν ένα νομικό πλαίσιο που, όποιες και να είναι οι περιβάλλουσες συνθήκες σύνταξης μιας Διαθήκης, πρέπει να ταιριάζoυν στο πλαίσιο αυτό, αλλιώς δεν θα γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Βλ. Georgiades and Others v. Pittakas and Others
(1980)2 J.S.C. 320, Πρωτόδικη Απόφαση του Στυλιανίδη, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, Charalambous and Others v. Demetriou and Others
(1961)C.L.R.
  1. Το νομικό πλαίσιο καθορίζεται από το Άρθρο 23, του Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, το οποίο αναφέρει: «
  2. Καμιά Διαθήκη δεν είναι έγκυρη, εκτός αν είναι γραπτή και εκτελεστεί σύμφωνα με τον πιο κάτω τρόπο, δηλαδή - (α) υπογράφεται στο κάτω μέρος ή στο τέλος της από το διαθέτη, ή από άλλο που ενεργεί για το διαθέτη, στην παρουσία του διαθέτη και με εντολή του. Και (β) η υπογραφή αυτή τίθεται ή αναγνωρίζεται από το διαθέτη στην παρουσία δύο ή περισσοτέρων μαρτύρων που παρίστανται ταυτόχρονα. Και (γ) οι μάρτυρες αυτοί επιβεβαιώνουν και προσυπογράφουν τη διαθήκη στην παρουσία του διαθέτη και στην παρουσία αλλήλων, αλλά κανένας τύπος επιβεβαίωσης δεν είναι αναγκαίος. Και (δ) αν η διαθήκη αποτελείται από περισσότερα από ένα φύλλο χαρτιού, κάθε φύλλο υπογράφεται ή μονογράφεται από ή για λογαριασμό του διαθέτη και των μαρτύρων.» Στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτό ότι η επίδικη Διαθήκη αποτελείται από μόνο ένα φύλλο χαρτιού, κατά συνέπεια το εδάφιο (δ) τυγχάνει εφαρμογής. Για τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το θέμα των αυστηρών και επιτακτικών προϋποθέσεων από το Δικαστήριο, μπορεί να γίνει αναφορά σε σχετική Νομολογία. Στην Γεωργιάδης ν. Παπακυπριανού
(1979), πιο πάνω, ο ένας από τους επιβεβαιωτές Μάρτυρες κατέθεσε ότι, όταν ο Διαθέτης τού παρουσίασε τη Διαθήκη για υπογραφή, αυτή είχε ήδη υπογραφεί από το Διαθέτη και τον ένα από τους Μάρτυρες. Με αυτή τη μαρτυρία και παρά την ύπαρξη του σχετικού βεβαιωτικού όρου ότι η Διαθήκη ήταν δεόντως καταρτισθείσα, το Δικαστήριο δέχθηκε την Αγωγή και ακύρωσε τη Διαθήκη. Στη Re Groffman (Deceased), Groffman & Block v. Groffman [1969] 2 All E.R. 108, o Διαθέτης υπέγραψε σε προγενέστερο στάδιο τη Διαθήκη και μετά ζήτησε από δύο φίλους του να υπογράψουν ως Μάρτυρες. Επειδή στο δωμάτιο που βρίσκονταν δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος, ένας από τους Μάρτυρες υπέγραψε σε άλλο δωμάτιο στην παρουσία του Διαθέτη. Ο άλλος Μάρτυρας υπέγραψε στο αρχικό δωμάτιο. Η Διαθήκη κηρύχθηκε άκυρη επειδή δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες διατυπώσεις και συγκεκριμένα η υπογραφή του Διαθέτη στην παρουσία των δύο Μαρτύρων οι οποίοι να είναι παρόντες ταυτόχρονα. H μαρτυρία που προσάγεται πρέπει να είναι αξιόπιστη και να ικανοποιεί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Βλ. Κάτζη κ.ά. ν. Πατσαλίδη (Εκτελεστή)
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 958, Παρισινού ν. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 781. Ευρήματα - Συμπεράσματα Στην παρούσα περίπτωση η επίδικη Διαθήκη κατατέθηκε ως Τεκμ.1(δ). Με βάση τη μαρτυρία που προσήγαγε η πλευρά του Ενάγοντα, παρόντα κατά την υπογραφή της Διαθήκης, ήταν τα ακόλουθα οκτώ πρόσωπα: (α) ο Διαθέτης Λαπιέρης, (β) ο Σοφοκλής Σώζου, που υπέγραψε ως πρώτος Μάρτυρας, (γ) η Ελένη Συμεού, θεία του Ενάγοντα, που υπέγραψε ως δεύτερη Μάρτυρας, (δ) ο Κυριάκος Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1), που υπέγραψε ως τρίτος Μάρτυρας, (ε) ο Γεώργιος Αντωνιάδης, Πιστοποιών Υπάλληλος, (στ) ο Ελευθέριος Πέτρου, Πιστοποιών Υπάλληλος, (ζ) ο Ενάγων, Συμεών Συμεού, (η) ο Σάββας Θεοφάνους (Μ.Ε.2). Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, εκτός φυσικά από το Λαπιέρη, έχουν αποβιώσει οι Σοφοκλής Σώζου, η Ελένη Συμεού και ο Ελευθέριος Πέτρου. Ο άλλος Πιστοποιών Υπάλληλος, Γεώργιος Αντωνιάδης, δεν κλήθηκε ως Μάρτυρας στη διαδικασία. Κατά συνέπεια, καθίσταται άκρως σημαντική η αντίστοιχη μαρτυρία των Κυριάκου Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1), Σάββα Θεοφάνους (Μ.Ε.2) και Ενάγοντα (Μ.Ε.3). Για να είναι έγκυρη η Διαθήκη πρέπει να αποδειχθεί με σαφήνεια ότι ο Διαθέτης υπέγραψε τη Διαθήκη στην παρουσία αμφοτέρων των Μαρτύρων οι οποίοι μετέπειτα πιστοποίησαν στην παρουσία αλλήλων την υπογραφή του Διαθέτη. Θεωρώ ότι η πλευρά του Ενάγοντα δεν έχει αποσείσει το βάρος αυτό. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Κυριάκου Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1), αναφορά έχει γίνει πιο πάνω τόσο για την αναξιοπιστία του, όσο και για τη σύγχυση που προκάλεσε η εκδοχή του αναφορικά με τη σειρά που υπέγραψαν αυτοί που υπέγραψαν στη Διαθήκη. Όμως η εγκυρότητα μιας Διαθήκης μπορεί να αποδειχθεί και από μαρτυρία τρίτων οι οποίοι δεν υπογράφουν σ΄ αυτήν ως Μάρτυρες. Βλ. Κακογιάννη Η Απόδειξη
(1983)σελ. 696-
  1. Στην παρούσα περίπτωση τέτοια μαρτυρία έχει προσαχθεί από τους Μ.Ε.2 και Ενάγοντα (Μ.Ε.3). Αν η μαρτυρία τους γινόταν αποδεκτή, θα ήταν αρκετό για να αποδειχθεί ότι τηρήθηκαν οι αυστηρές προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω τους λόγους που αυτοί οι δύο Μάρτυρες έχουν κριθεί αναξιόπιστοι στα ουσιώδη σημεία, αφού αυτοί εκτίθενται εκτεταμένα πιο πάνω. Θα αρκεστώ μόνο να αναφέρω ότι απορρίπτω την εκδοχή τους στο συγκεκριμένο αυτό σημείο ως αναξιόπιστη. Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι δεν υπάρχει επαρκής, αξιόπιστη μαρτυρία που να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας και η κατάληξη μου αυτή σφραγίζει και τη μοίρα της παρούσας Αγωγής η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. ΨΥΧΙΚΗ ΠΙΕΣΗ - ΔΟΛΟΣ: ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω στην εξέταση των ισχυρισμών του Εναγομένου για ύπαρξη ψυχικής πίεσης και δόλου εκ μέρους του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Λαπιέρης αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με την όραση του και δεν ήταν σε θέση να διαβάσει, έθεσε την υπογραφή του στη Διαθήκη χωρίς να γνωρίζει τι ήταν αυτό που υπέγραφε, ο δε Ενάγων τού απέκρυψε το γεγονός αυτό. Επιπρόσθετα, κυριαρχούσε στη θέληση του Λαπιέρη και επωφελούμενος από την κυριαρχία αυτή εξασφάλισε αθέμιτο όφελος, δηλαδή την υπογραφή της Διαθήκης. Το νομικό πλαίσιο τίθεται από το Άρθρο 29 του Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, καθώς και από σχετική Νομολογία. Το Άρθρο 29 προνοεί: «
  2. Διαθήκη ή οποιοδήποτε μέρος διαθήκης, η κατάρτιση της οποίας ή του οποίου προκλήθηκε με εξαναγκασμό, απάτη ή ψυχική πίεση που ασκήθηκε στο διαθέτη, είναι άκυρη και στερημένη έννομης συνέπειας.» Ορισμός της «απάτης» και της «ψυχικής πίεσης» διέπεται από το Άρθρο 2 του ιδίου Νόμου και περιγράφονται ως ακολούθως: «
  3. .................................... "απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις που διαπράττονται από κάποιο πρόσωπο ή με τη συγκατάθεση του ή από τον αντιπρόσωπό του, με σκοπό την εξαπάτηση άλλου προσώπου ή του αντιπροσώπου του ή την εξώθηση του στην τέλεση οποιασδήποτε πράξης, δηλαδή: (i) την παράσταση μη αληθινού γεγονότος ότι είναι αληθινό, από πρόσωπο που δεν πιστεύει αυτό ότι είναι αληθινό· (ii) Την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από κάποιο που έχει γνώση του γεγονότος ή που πιστεύει αυτό· (iii) Υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσής της· (iv) Οποιαδήποτε άλλη πράξη που είναι ικανή για εξαπάτηση. .................................. "ψυχική πίεση" σημαίνει την άσκηση πίεσης από πρόσωπο προς κυριαρχία στη θέληση άλλου προσώπου, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ τους είναι τέτοιες, ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί στη θέληση του άλλου και επωφελείται από τη θέση αυτή για εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους έναντι του άλλου. ...................................» Σε περιπτώσεις που εγείρονται τέτοιοι ισχυρισμοί το βάρος είναι στους ώμους αυτού που τους προβάλλει Mosaikos v. Eren
(1958)23 C.L.R. 286, Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου, του τότε Ιωσηφίδη, Π.Ε.Δ. Ο Δόλος ως αξίωση αποτελούσε πάντοτε με βάση τις αρχές του Κοινοδικαίου ένα σοβαρότατο ισχυρισμό, που δεν μπορεί να τίθεται ούτε με ελαφρότητα, ούτε διαζευκτικά. Στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell Torts, 13η Έκδοση, σελ. 9112, Παράγρ. 1628, αναφέρεται: «For proof of fraud, although the standard of proof for a criminal charge is not required, a high degree of probability will be required to satisfy the civil standard. «The more serious the allegation the higher the degree of probability that is required.» Charges of fraud should not be lightly made or considered.» Το Δικαστήριο εξετάζοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς μπορεί να δώσει βαρύτητα και στις ουσιώδεις καταθέσεις ατόμων που έρχονταν σε απευθείας επαφή με το Διαθέτη, καθώς και εμπειρογνωμόνων, όπως Ιατρών. Μoumdjis v. Michaelidou and Others
(1974)1 C.L.R. 226. Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει επίσης και στην Χόππη κ.ά. ν. Παναγή κ.ά.
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 534, Κακόπιερος (Εκτελεστής) κ.ά. ν. Καλαμά (Διαχειριστή)
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. Ευρήματα - Συμπεράσματα Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Λαπιέρης, ένα πολύ ηλικιωμένο άτομο, τα τελευταία χρόνια της ζωής του (απεβίωσε σε ηλικία 98 ετών) ήταν πολύ ιδιότροπος. Η μαρτυρία δεικνύει ότι ήταν αυταρχικό, ιδιότροπο, φιλοχρήματο και καχύποπτο άτομο, καθώς και βαθιά θρησκευόμενος. Επίσης δεν διατηρούσε και τις καλύτερες σχέσεις με τους περισσότερους συγγενείς του, ενώ με αυτούς που είχε καλές σχέσεις, δεν είχε συχνές επαφές. Φαίνεται ότι την πιο κάνω κατάσταση του Λαπιέρη και το γεγονός ότι ένιωθε μοναξιά και ήταν ανήμπορος σε κάποια φάση της ζωής του λόγω του δυστυχήματος και των προβλημάτων με την όραση του, την εκμεταλλεύθηκε ο Ενάγων και τον πλησίασε αφιερώνοντας του χρόνο και προσφέροντας του βοήθεια και προσοχή που τόσο ανάγκη είχε ο Λαπιέρης. Φυσικά αποδεικνύεται ότι οι λόγοι που ώθησαν τον Ενάγοντα στις ενέργειες αυτές δεν ήταν ανιδιοτελείς αφού σιγά σιγά μεθόδευε την οικειοποίηση της περιουσίας του Λαπιέρη, η οποία ήταν μεγάλης αξίας. Με την πάροδο του χρόνου, ο καχύποπτος Λαπιέρης άρχισε να εμπιστεύεται τον Ενάγοντα αφού ήταν το μόνο άτομο που ήταν κοντά του και φαινόταν να ανέχεται όλες τις ιδιοτροπίες και ιδιορρυθμίες του και να μην συγκρούεται μαζί του όπως έκαναν στο παρελθόν οι συγγενείς του. Ο Ενάγων εκμεταλλεύθηκε τα βαθιά θρησκευτικά αισθήματα του Λαπιέρη προβάλλοντας ως δέλεαρ τη δημιουργία του πολυδύναμου έργου «Άγιος Συμεών Ο Νέος Θεολόγος», κάτι που κατέστη έντονη επιθυμία του και μάλιστα ανέφερε ότι το Έργο θα πρέπει να συμπληρώνετο και μετά το θάνατο του. Τα Τεκμ. 5-6 και 10, μεταξύ άλλων, είναι σχετικά. Το εν λόγω Κέντρο, όπως του υποσχόταν ο Ενάγων, θα ήταν ένα φιλανθρωπικό σωματείο στο Καταστατικό του οποίου προνοείτο ότι θα βοηθούνταν ηλικιωμένα άτομα. Θα κατασκευαζόταν Εκκλησάκι στον Κόρνο, ίσως και Γηροκομείο και το όλο θέμα θα εξελισσόταν σε ένα πολυδύναμο έργο παροχής υπηρεσιών για όλους τους δυσπραγούντες. Το θέμα έμεινε τελικά στο στάδιο των εκσκαφών και δεν προχώρησε καθόλου, αφού φαίνεται να εγκαταλείφθηκε μετά τη μεταβίβαση της περιουσίας του Λαπιέρη στον Ενάγοντα και το μεταγενέστερο θάνατό του. Διαφαίνεται ότι ο Ενάγων εργολαβικά και με υπομονή μεθόδευε τα σχέδια του, τα οποία πρώτα απαιτούσαν να αποκτήσει την πλήρη εμπιστοσύνη του Λαπιέρη και μετά να τον πείσει να του μεταβιβάσει την περιουσία του. Η μεθοδολογία του φαίνεται από πολλά γεγονότα, μεταξύ των οποίων και το ότι ο Ενάγων για να είναι παντελώς καλυμμένος, εκτός από την περιουσία του Λαπιέρη που κατάφερε να του μεταβιβαστεί εν ζωή, φρόντιζε να κληρονομεί και μέσω Διαθήκης για να καλύπτονται όλα τα πιθανά ενδεχόμενα. Επιπρόσθετα, φρόντιζε να λαμβάνει νομικές συμβουλές από Δικηγόρο, όλα τα σχετικά έγγραφα να πιστοποιούνται από Πιστοποιούντες Υπαλλήλους και να υπογράφονται από Μάρτυρες οι οποίοι πιστοποιούσαν τις υπογραφές. Όλα τα βήματα του ήταν προσεκτικά και μελετημένα. Ο Λαπιέρης, σύμφωνα με νομική συμβουλή του Δικηγόρου κ. Χ"Νικολάου (Τεκμήριο 15), εξετάστηκε και από Ψυχίατρο-Ψυχοθεραπευτή γι΄αυτό και εκδόθηκε η Ιατρική Έκθεση (Τ.19). Επίσης για να αντιμετωπισθούν πιθανά προβλήματα που θα δημιουργούνταν λόγω της ελαττωματικής όρασης του Λαπιέρη, σε κάθε έγγραφο που υπέγραφε και με το οποίο επωφελείτο ο Ενάγων, αναγραφόταν ότι είχε διαβαστεί στο Λαπιέρη, μερικές μάλιστα φορές και δύο φορές (Τεκμ. 7 & 9). Εδώ διαφαίνεται ακόμη ένα ψεύδος του Ενάγοντα: ποία η αναγκαιότητα να διαβάζονται στο Λαπιέρη δύο φορές τα έγγραφα αφού κατά τη δική του εκδοχή έβλεπε πολύ καλά και μπορούσε να τα διαβάσει μόνος του; Ένα μάλιστα απ΄ αυτά, το Τεκμ. 23 υπεγράφη από το Λαπιέρη την επομένη της Διαθήκης (2 Οκτωβρίου, 1999) και σ΄ αυτό αναγράφεται ότι του διαβάστηκε δύο φορές. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν ότι ο Ενάγων τελικά κέρδισε την εμπιστοσύνη του φιλοχρήματου Λαπιέρη. Αυτό μάλιστα αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι περιουσία του Λαπιέρη, αν όχι ολόκληρη η περιουσία του, μεταβιβάστηκε εν ζωή στον Ενάγοντα. Στα τελευταία στάδια της ζωής του Λαπιέρη και αφού ο Ενάγων είχε επωφεληθεί πλήρως, τον πήρε σε Γηροκομείο, προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν πλέον πολύ άσχημη. Όμως όλα τα πιο πάνω δεν αποδεικνύουν κατ΄ ανάγκη από μόνα τους ότι είχε επηρεαστεί η ελεύθερη βούληση του Λαπιέρη ή ότι αυτός είχε εξαπατηθεί από τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι λόγω του ότι ο Λαπιέρης αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με την όραση του, όταν υπέγραφε τη Διαθήκη, δεν γνώριζε τι υπέγραφε. Η αποδεκτή μαρτυρία δεικνύει μεν ότι ο Λαπιέρης είχε κάποια προβλήματα με την όραση του, αλλά δεν φαίνεται σε πόσο βαθμό ήταν επηρεασμένη η όραση του. Ούτε η αξιόπιστη μαρτυρία του Εναγομένου ότι κατά το έτος 2000, όταν συνάντησε το Λαπιέρη, είχε βρει την κατάσταση του όπως ήταν και το 1996 είναι αρκετή για να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό, αφού για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης περιόδου, δεν είχαν επαφή για να γνωρίζει επακριβώς τη γενική κατάσταση της υγείας του, σωματικής και πνευματικής. Γενικά η μαρτυρία κατά την ουσιώδη περίοδο (Οκτώβριο, 1999 που υπεγράφη η Διαθήκη και προηγουμένως) είναι ανεπαρκής αφού η πλευρά του Εναγομένου δεν είχε επαφή με το Λαπιέρη, η δε εκδοχή της πλευράς του Ενάγοντα κρίθηκε αναξιόπιστη. Και το εύρημα αυτό αφορά σε όλους τους ισχυρισμούς που έχει προβάλει η πλευρά του Εναγομένου αναφορικά με ψευδείς παραστάσεις και δόλο. Με έχει προβληματίσει το κατά πόσο θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στις Καταθέσεις που είχε δώσει ο Λαπιέρης στην Αστυνομία (Τεκμ. 12 και 24-27), όπως εισηγήθηκε ο κ. Πουργουρίδης. Οι καταθέσεις αυτές αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία αλλά το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να τους δώσει βαρύτητα με βάση το Άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, αφού λάβει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες που περιλαμβάνονται σ΄αυτό. Σε περίπτωση που διδόταν βαρύτητα σ΄αυτές, θα υποβοηθείτο η υπόθεση του Εναγομένου. Συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες, έχω καταλήξει να μην προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σ΄ αυτές για το λόγο ότι θα ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, σε μια τέτοια περίπτωση για το Δικαστήριο να προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων, αφού θα υπήρχε ενώπιον του αξιόπιστη μεν αλλά αντιφατική μαρτυρία. Ενώ με τη Δήλωση ημερ. 11 Ιανουαρίου, 2000 (Τεκμ. 9), ο Λαπιέρης κατηγορούσε τους συγγενείς του για έλλειψη ενδιαφέροντος και ότι τον παραπλάνησαν, με τα Τεκμ. 12 και 24-27 εκφέρει κατηγορίες εναντίον του Ενάγοντα. Σημειώνεται ότι οι Καταθέσεις αυτές δόθηκαν στην περίοδο 13.9.00-21.12.00 και αναφέρονται σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν αρκετά χρόνια πριν, κάτι που αποτελεί ένα επιπρόσθετο παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο με βάση το Άρθρο 27 του Κεφ.
  2. Καταλήγω ότι η πλευρά του Εναγομένου δεν έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται την ύπαρξη δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του Ενάγοντα. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ Με βάση όλα τα πιο πάνω, η Αγωγή απορρίπτεται, με Έξοδα υπέρ του Εναγομένου και σε βάρος του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην Κλίμακα της Αγωγής. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.