ΙΩΑΝΝΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ άλλως ΓΙΑΝΝΟΥΛΛΑΣ ΣΥΖΗΝΟΥ ν. ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΜΗΣ κ.α., Αρ. Αγ.: 6885/05, 7/9/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A362 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Eνώπιον: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 6885/05 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ άλλως ΓΙΑΝΝΟΥΛΛΑΣ ΣΥΖΗΝΟΥ, εκ Λάρνακος, Σκουφά 1 Α Ενάγουσα και
- ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΜΗΣ, Κ. Λοΐζου 11, Ακρόπολη, Λευκωσία
- ΈΦΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αγ. Θεοδώρου 7Α, Λατσιά, Λευκωσία
- ALPAN COSMETICS LTD, Λεωφ. Στροβόλου 271, Στρόβολος, Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 7/9/2011 Για την Ενάγουσα: κος Ρ. Σχίζας μετά της κας Σ. Σχίζα Για τον Εναγόμενο 1: κος Κ. Δημητριάδης Για τους Εναγομένους 2 και 3: κος Ντ. Παπαδόπουλος Α Π Ο Φ Α Σ Η Τις πρωινές ώρες της 27ης Δεκεμβρίου, 2003, προκλήθηκε σύγκρουση μεταξύ δύο οχημάτων, στη διασταύρωση των Λεωφ. Μακαρίου Γ΄, Διγενή Ακρίτα και Σπ. Κυπριανού, στη Λευκωσία, η οποία ρυθμίζεται από φώτα Τροχαίας. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε η Ενάγουσα, η οποία επέβαινε στο όχημα DAE399, που οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1 με τον οποίο, τότε, διατηρούσε δεσμό. Το όχημα τους, ενώ εκινείτο στη Λεωφ. Μακαρίου, κατευθυνόμενο προς το κέντρο της Λευκωσίας, συγκρούστηκε με το εξ αντιθέτου κινούμενο όχημα ΗΜΜ244, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 3 και οδηγούμενο από την Εναγόμενη
- Με τη παρούσα αγωγή η Ενάγουσα διεκδικεί από τους Εναγόμενους 1 - 3, αποζημιώσεις για τις σοβαρές, όπως υποστηρίζει, σωματικές βλάβες που έχει υποστεί και για τις παρεμφερείς ζημιές και απώλειες της, αποδίδοντας στους δύο οδηγούς αμέλεια, και στην Εναγόμενη 3 - ιδιοκτήτρια του ενός εκ των δύο οχημάτων - εκ προκτήσεως ευθύνη. Οι περιστάσεις της σύγκρουσης τελούν υπό αμφισβήτηση. Η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα του ατυχήματος. Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρη, όπως είπε, ήταν ότι φορούσε τη ζώνη ασφαλείας. Από τη πλευρά τους, οι οδηγοί των δύο οχημάτων επιρρίπτουν την ευθύνη ο ένας στον άλλο. Η εκδοχή του Εναγόμενου 1 ήταν ότι, το όχημα της Εναγόμενης 2 του ανέκοψε τη πορεία του, ενώ επιχειρούσε να περάσει τη διασταύρωση κανονικά, με το φανάρι να είναι αναμμένο πράσινο. Η Εναγόμενη 2, από την άλλη, υποστήριξε πως επιχείρησε να κινηθεί δεξιά προς τη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού, όταν άναψε το κόκκινο φως και αφού προηγουμένως είχε κινηθεί στο μέσο της διασταύρωσης, κάνοντας εμφανή τη πρόθεση της - με το σηματοδότη του αυτοκινήτου - ότι θα έστριβε δεξιά. Τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και η Εναγόμενη 2, υποστήριξαν ότι η Ενάγουσα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε μακρά. Κατέθεσαν 14 μάρτυρες για τη πλευρά της Ενάγουσας και 5 για τους Εναγόμενους. Η Μ Α Ρ Τ Υ Ρ Ι Α Α. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ Σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η σύγκρουση, η μαρτυρία προέρχεται από την Ενάγουσα (Μ.Ε.10), τους Αστ. Κ. Κυπριανίδη (Μ.Ε.1) και Α. Σιακαλλή (Μ.Ε.2), τους δύο οδηγούς - Εναγόμενοι 1 και 2, Μ.Υ.1 και Μ.Υ.4 αντίστοιχα - και τον Μ. Ασσιώτη (Μ.Υ.3) ο οποίος ήταν, όπως ισχυρίστηκε αυτόπτης μάρτυρας. Η μαρτυρία θα μπορούσε να συνοψισθεί ως ακολούθως: Η μαρτυρία της Ενάγουσας δεν ήταν διαφωτιστική ως προς το ζήτημα. Παρά τις επίμονες προσπάθειες που κατέβαλε, είπε, δεν μπόρεσε να ανακαλέσει τη μνήμη της για να θυμηθεί πως έγινε η σύγκρουση. Δεν θυμάται, ανέφερε, ούτε για το πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα του ατυχήματος αλλά ούτε και τι είχε προηγηθεί. Το μόνο για το οποίο είναι βέβαιη, πρόσθεσε, είναι ότι φορούσε τη ζώνη ασφαλείας. Ο Εναγόμενος 1, ανάφερε ότι τις πρωινές ώρες της 27.12.2003, συναντήθηκε με την Ενάγουσα, με την οποία διατηρούσε δεσμό, για να μεταβούν σε συγκεκριμένη μπυραρία. Η Ενάγουσα καθόταν στη θέση του συνοδηγού και ο ίδιος οδηγούσε το όχημα του στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄, με κατεύθυνση από ΧΙΛΤΟΝ προς το κέντρο της Λευκωσίας. Δεν εφάρμοσαν είπε τις ζώνες ασφαλείας. Πλησιάζοντας τη διασταύρωση με τις Λεωφ. Διγενή Ακρίτα και Σπ. Κυπριανού, συνέχισε, αντελήφθη ένα όχημα να πλησιάζει τη διασταύρωση από απέναντι, χωρίς όμως να καταλάβει τη πρόθεση του οδηγού. Προχώρησε είπε για να διασταυρώσει, εφόσον το φως στη πορεία του ήταν πράσινο. Όταν εισήλθε στη διασταύρωση, το όχημα που εκινείτο από απέναντι, έστριψε δεξιά προς τη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού, αποκόπτοντας τη πορεία του. Παρά το γεγονός ότι χρησιμοποίησε το σύστημα πέδησης, δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Αμέσως μετά τη σύγκρουση, κοίταξε ενστικτωδώς, όπως είπε, το φανάρι στη πορεία του και είδε ότι είχε γίνει πορτοκαλί. Όσον αφορά τη ταχύτητα με την οποία εκινείτο, είπε ότι συμφωνεί με το αποτέλεσμα του ελέγχου στον οποίο έχει προβεί η αστυνομία, σύμφωνα με το οποίο έτρεχε 55 χ.α.ω, παρόλο που θεωρεί ότι συνέτεινε κάπως και το γεγονός ότι ήταν βρεγμένος ο δρόμος από τη βροχή που είχε προηγηθεί. Η Εναγόμενη 2, υποστήριξε με τη σειρά της, ότι εκινείτο στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ και πρόθεση της ήταν να εισέλθει στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού. Φθάνοντας στη διασταύρωση, συνέχισε, το φανάρι στη πορεία της ήταν πράσινο και εισήλθε εντός της διασταύρωσης, δείχνοντας με το σηματοδότη τη πρόθεση της ότι θα εκινείτο δεξιά. Ανέμενε, είπε, για μερικά δευτερόλεπτα σταματημένη μέχρι να περάσει κάποιο όχημα που εκινείτο από απέναντι και όταν το φως έγινε κόκκινο επιχείρησε να στρίψει δεξιά. Είδε, είπε, ένα όχημα να κατευθύνεται από απέναντι αλλά τη στιγμή εκείνη βρισκόταν σε κάποια απόσταση από τη διασταύρωση γι΄ αυτό κινήθηκε δεξιά για να μην μείνει, όπως ανάφερε, στο μέσο της διασταύρωσης. Το όχημα εκείνο, συμπλήρωσε, εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και κτύπησε στο αυτοκίνητο της τη στιγμή που επιχειρούσε κλίση προς τα δεξιά. Ο Μ.Κ.3 υποστήριξε ότι την ώρα της σύγκρουσης, οδηγούσε το όχημα του στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού και ήταν σταματημένος στα φανάρια της διασταύρωσης, γιατί το φως στη πορεία του ήταν κόκκινο. Πρόθεση του ήταν να κινηθεί, όπως είπε, αριστερά προς το κέντρο της Λευκωσίας. Τη στιγμή, συνέχισε, που άναψε το πράσινο φανάρι και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει, είδε από τα δεξιά του ένα αυτοκίνητο, το οποίο εκινείτο στη Μακαρίου από τη κατεύθυνση του HILTON, να εισέρχεται με ταχύτητα στη διασταύρωση και να κτυπά βίαια στο αυτοκίνητο της AVON που εκείνη τη στιγμή έστριβε προς τη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι το όχημα που οδηγούσε η Εναγόμενη είχε διακριτικά της AVON. Είχε δει προηγουμένως, είπε, το όχημα αυτό να βρίσκεται σταματημένο στη διασταύρωση, με αναμμένο το σηματοδότη, δείχνοντας ότι θα εκινείτο δεξιά. Το ατύχημα διερευνήθηκε από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, που υπηρετούσαν στη Τροχαία Λευκωσίας, κατά τη περίοδο εκείνη. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ετοίμασε σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 1, το οποίο επεξήγησε. Κατέθεσε, επίσης, το πρόχειρο σχέδιο το οποίο ετοίμασε όταν επισκέφθηκε τη σκηνή (Τεκμήριο 1α). Όπως ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας, ο φάκελος καταστράφηκε γιατί παρήλθαν πολλά χρόνια από το ατύχημα. Η μαρτυρία του περιορίστηκε, συνεπώς, στις σημειώσεις και μετρήσεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 1, χωρίς να είναι σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε. Περιορίστηκε έτσι να επαναλάβει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, τα σημαντικότερα στοιχεία του οποίου είναι: (α) το σημείο σύγκρουσης (Χ) και (β) τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε το όχημα του Εναγόμενου 1, τα οποία αποτυπώθηκαν στην άσφαλτο και σημειώθηκαν στο Τεκμήριο 1, με το γράμμα Α
- Μέτρησε τα ίχνη, όπως είπε, και είχαν συνολικό μήκος 22.20 μ. Δεν ήταν ωστόσο σε θέση να εξηγήσει από ποιό σημείο ακριβώς άρχιζαν, δεδομένου ότι στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 1α) παρουσιάζονται να αρχίζουν κάποια απόσταση, πριν από τη γραμμή ΑΛΤ, της πορείας του Εναγόμενου 1, ενώ στο καθαρό (Τεκμήριο 1) φαίνονται να αρχίζουν από τη γραμμή του ΑΛΤ. Καταλήγουν πάντως, στο σημείο σύγκρουσης, το οποίο παρουσιάζεται να βρίσκεται πλησίον της νοητής ευθείας της αριστερής άκρης της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ με την απέναντι πλευρά της διασταύρωσης. Ο μάρτυρας χαρακτήρισε εκτεταμένες τις ζημιές στα δύο οχήματα, χωρίς να είναι σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες. Δεν ήταν, τέλος, σε θέση να θυμηθεί εάν η Ενάγουσα έφερε ζώνη ασφαλείας, όταν την είδε να βρίσκεται τραυματισμένη μέσα στο αυτοκίνητο. Ο ρόλος του Μ.Ε.2 στη διερεύνηση περιορίστηκε στον έλεγχο ταχύτητας του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης. Δεν έλαβε μέρος στις μετρήσεις, ούτε είδε, όπως ανέφερε, τα δύο ενεχόμενα οχήματα. Σε σχέση με τον έλεγχο ταχύτητας, εξήγησε πως διενεργείται με ειδική συσκευή η οποία τοποθετείται στο πάτωμα του οχήματος, στο μέρος του οδηγού και ακολουθούνται δεδομένα παρόμοια με τα δεδομένα που επικρατούσαν κατά το χρόνο του ατυχήματος. Επειδή, είπε, η άσφαλτος ήταν υγρή τη στιγμή του ατυχήματος - λόγω βροχής - φρόντισε κατά τον έλεγχο να βρεχθεί η άσφαλτος από όχημα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Από τον έλεγχο, κατέληξε, διαπιστώθηκε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης των 22 μ. αντιστοιχούν, κάτω από τα δεδομένα που υπήρχαν κατά το χρόνο της σύγκρουσης και τα οποία λήφθηκαν υπόψη, με ταχύτητα 55 χ.α.ω. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε πως δεν λήφθηκε υπόψη το δεδομένο της σύγκρουσης και συμφώνησε με το συνήγορο της Εναγόμενης 2, πως εάν ληφθεί υπόψη η βιαιότητα της σύγκρουσης, η ταχύτητα του οχήματος του Εναγόμενου 1 θα πρέπει να ήταν πολύ μεγαλύτερη από 55 χ.α.ω. Β. ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ Η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας για τις κακώσεις που υπέστη, τα κατάλοιπα και τις απώλειες της, ήταν εκτενής. Παρά το γεγονός ότι κατατέθηκαν από κοινού τα ιατρικά πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από τους ιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Τεκμήρια 2, 2α και 3) όπου έτυχε της βασικής νοσηλείας η Ενάγουσα, καθώς και σχετική βεβαίωση του Ιατρικού Κέντρου ΛΕΥΚΟΘΕΑ (Τεκμήριο 4), επιστράτευσε ακόμη 7 ιατρούς. Τους ορθοπεδικούς Μ. Χ"Χάννα (Μ.Ε.3), Α. Κτωρίδη (Μ.Ε.5) και Σπ. Σπύρου (Μ.Ε.6), το χειρουργό Ν. Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.9), το νευρολόγο Μ. Πρωτοπαπά (Μ.Ε.4) και τους ψυχιάτρους Κ. Βερεσιέ (Μ.Ε.8) και Κ. Θεοδώρου (Μ.Ε.14). Κάλεσε, περαιτέρω, 4 μάρτυρες σε σχέση με τις ισχυριζόμενες απώλειες των εισοδημάτων της. Τον Γ. Νικολαΐδη (Μ.Ε.7), ο οποίος διετέλεσε διευθυντής σε διάφορα Ξενοδοχεία κατά τη χρονική περίοδο 1991 - 2000, την Άντρη Μακρή (Μ.Ε.11) Πρωτοκολλητή στο Ποινικό Τμήμα του Ε.Δ. Λευκωσίας, τον αστυνομικό Χρ. Χρυσάνθου (Μ.Ε.12) και τον οδηγό ταξί Ι. Δημοσθένους (Μ.Ε.13). Θα γίνει αναφορά στα κύρια σημεία της μαρτυρίας, αφού παρατεθεί πρώτα το περιεχόμενο των ιατρικών βεβαιώσεων που έγινε παραδεκτό, ώστε να αποφευχθούν αχρείαστες επαναλήψεις. Έχουν ως ακολούθως: α) Τεκμήριο 2 - 6.8.2004 - «Η ως άνω ασθενής διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μετά από τροχαίο ατύχημα που είχε την 27/12/2003 και διεπιστώθησαν τα εξής: - συντριπτικό κάταγμα μεσότητας αριστερού μηριαίου - βασεοαυχενικό κάταγμα αριστερού ισχίου - κάταγμα ωλένης μεσότητας δεξιά - κάταγμα 2ου αυχενικού σπονδύλου οδοντοειδούς αποφύσεως - κάταγμα αιμάτωμα ζυγωματικό δεξιά - εκδορές, αιμάτωμα μετώπου, δεξιού ζυγωματικού και ρινός, αιμάτωμα βλεφάρων - συμπτώματα εγκεφαλικής διάσεισης (c.t. brain αρνητικό για ευρήματα) Μετά την αντιμετώπιση από το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών μεταφέρθη στο χειρουργείο όπου της έγινε ανοικτή αντιμετώπιση των καταγμάτων με εσωτερική οστεοσύνθεση ωλένης και μηριαίου με plate και του ισχίου με D.H.S. Εξήλθε την 10/2/2004 με ειδικό κολάρο στον αυχένα λόγω του κατάγματος Α
- Την 12/3/2004 επανεγχειρήθη το μηριαίο λόγω μη πώρωσης του κατάγματος με οστικά μοσχεύματα από το λαγόνιο οστού. Παρούσα κατάσταση: Την 5/8/2004 διεπιστώθη πώρωση του κατάγματος μεσότητας του μηριαίου, πώρωση του κατάγματος του ισχίου και ωλένης και με στοιχεία πώρωσης στο Α2 σπόνδυλο. Κινητικότητα ισχίου και γόνατος καλή. Μυϊκή ατροφία αδυναμία - 3- στο αριστερό κάτω άκρο. Κίνηση άνω άκρου δεξιά πλήρης. Κίνηση αυχένος χωρίς ενοχλήματα αλλά με μέτριο περιορισμό, ουλές στο μηριαίο και λαγόνιο δύσμορφες. Γνώμη: Η κα Γρηγορίου υπέστη πολύ σοβαρό τραυματισμό με κίνδυνο απώλειας της ζωής της. Υπεβλήθη σε χειρουργική αποκατάσταση. Υπολείπεται η ελεύθερη βάδιση. Θα χρειαστεί άσκηση και χρόνος για αποκατάσταση της ελεύθερης πλήρους βάδισης. Επίσης θα υποβληθή σε νέα χειρουργική δοκιμασία για αφαίρεση των υλικών. Παραμονή δύσμορφων χειρουργικών ουλών». β) Τεκμήριο 2α - 11.2.2005 - «Οι θεραπείες που προσφέρθηκαν ήταν χειρουργική 1) για το κάταγμα στο αντιβράχιο ωλένης με plate και βίδες, 2) το κάταγμα του μηριαίου με plate και βίδες. Δεύτερη εγχείρηση λόγω μη πώρωσης του κατάγματος από την πρώτη εγχείρηση που οφειλόταν στην συντριπτικότητα του κατάγματος. 3) Για το κάταγμα ισχίου δυναμική οστεοσύνθεση D.H.S. Το κάταγμα του αυχένος Α2 αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά με αυχενικό κηδεμόνα. Θα παραμείνουν μόνιμα χειρουργικές ουλές στη λεκάνη μηρό και αντιβράχιο. Η χωλότητα στην βάδιση θα αποκατασταθεί προοδευτικά». γ) Τεκμήριο 3 - 16.9.2005 - «Η πιο πάνω ασθενής νοσηλεύτηκε στην ορθοπεδική κλινική μετά από αναφερόμενο τροχαίο από 27/12/03 μέχρι 10/2/
- Από Γναθοπροσωποχειρουργικής πλευράς κατά την κλινική εκτίμηση 28/12/03 διαπιστώθηκε ότι έφερε εκτεταμένο οίδημα, αιμάτωμα δεξιάς παρειάς με εκχύμωση, οίδημα άνω χείλους δεξιά. Ο οφθαλμοκινητικός μηχανισμός ήταν κατά φύση, χωρίς δυπλωπία και η σύγκλειση χωρίς διαταραχή. Από τον ακτινογραφικό έλεγχο δεν διαπιστώθηκε σαφή εικόνα κατάγματος. Η ασθενής παρέμεινε σε συντηρητική αγωγή και παρακολούθηση» δ) Τεκμήριο 4 - 10.8.2006 - «MRI C Spine (sagittal T1WSE & T2WTSE and axial T2WFFE & T2WTFE). Known old healed fracture of the dens axis. There is some narrowing of the thecal sac at the level of the foramen magnum due to a mild reclination of the dens after the fracture. No other remarkable osseous findings. There is no evidence of a compression of the medulla oblongata or other intramedullar pathology. No evidence of an intraspinal pathology at C Spine level. A medial disc protrusion at D8/D9 level causing some narrowing of the thecal sac is noted». Είναι επομένως παραδεκτές οι κακώσεις που έχει υποστεί κατά το επίδικο ατύχημα. Είναι, επίσης, αδιαμφισβήτητο, ότι υπέστη ένα πολύ σοβαρό τραυματισμό με κίνδυνο απώλειας της ζωής της. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από τους γιατρούς Μ.Ε.3, 4, 5 και 6, τυχόν αποκοπή του 2ου αυχενικού είναι ασύμβατη με τη ζωή. Συμφώνησε, επίσης και ο γιατρός που κλήθηκε από τους Εναγόμενους ότι ένας σοβαρός τραυματισμός στο 2ο αυχενικό θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναπηρίες, ακόμη και το θάνατο. Η διαφωνία της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους εστιάζεται στα κατάλοιπα των κακώσεων και στην ικανότητα της να εργαστεί. Η Ενάγουσα υποστήριξε πως έχει καταστεί εντελώς ανίκανη και δεν μπορεί να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα, λόγω της αδυναμίας που της προκάλεσαν τα σοβαρά κατάγματα αλλά και της αστάθειας την οποία, όπως ισχυρίστηκε, παρουσιάζει. Χάνει όπως υποστήριξε την ισορροπία της, ζαλίζεται και δεν μπορεί να διακινηθεί χωρίς τη βοήθεια πατερίτσας. Οι Εναγόμενοι θεωρούν υπερβολικές και εξωπραγματικές τις πιο πάνω θέσεις της Ενάγουσας. Υπόβαλαν τόσο στην ίδια, όσο και στους γιατρούς που υποστήριξαν τις θέσεις και τα παράπονα της, ότι προσποιείται, στη προσπάθεια της να ξεγελάσει τόσο τους γιατρούς όσο και το Δικαστήριο, για να διογκώσει τις αξιώσεις της. Η βασική διαφωνία, αφορά τη σοβαρότητα του κατάγματος της οδοντοειδούς αποφύσεως του 2ου αυχενικού σπονδύλου. Ο νευρολόγος, τον οποίο κάλεσε η Ενάγουσα ως μάρτυρα, για να υποστηρίξει την εκδοχή της (Μ.Ε.4), συνέδεσε την αστάθεια και τη ζάλη για τα οποία παραπονείται η Ενάγουσα με το κάταγμα του 2ου αυχενικού. Δικαιολογούνται, με βάση την εκτίμηση του, οι ζαλάδες και η αστάθεια από το κάταγμα αυτό. Η Ενάγουσα, πρόσθεσε, χρησιμοποιεί τη πατερίτσα ως ισορροπητικό εργαλείο. Η αστάθεια, όπως εξήγησε, δεν συνδέεται με μυϊκή αδυναμία των κάτω άκρων λόγω των καταγμάτων. Κατά τη τελευταία εξέταση του, πρόσθεσε, διαπίστωσε μερική βελτίωση και η μυϊκή της ατροφία είναι σήμερα στη βαθμίδα - 5, από τη διαβάθμιση 0 -
- Κατά την προηγηθείσα εξέταση, το έτος 2006, η μυϊκή ισχύς των άκρων ήταν στη βαθμίδα
- Απέδωσε, συνεπώς, το πρόβλημα κατά τη βάδιση, όχι σε χωλότητα - συμφωνώντας ως προς το ζήτημα αυτό με τη πρόγνωση που είχε γίνει από τον ιατρό Κτωρίδη στο Τεκμήριο 2α, ότι η χωλότητα στη βάδιση θα αποκαθίστατο προοδευτικά - αλλά στο κάταγμα της οδοντοειδούς αποφύσεως του 2ου αυχενικού. Για το ίδιο θέμα ο Μ.Ε.3 - ορθοπεδικός Μ. Χ"Χάννας, υποστήριξε πως το κάταγμα δεν έχει πωρωθεί αλλά αναπτύχθηκε ψευδάρθρωση η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πλήρης επούλωση. Ο Μ.Ε.5 - Κτωρίδης - ανάφερε επί του προκειμένου ζητήματος ότι δεν υπήρξε πλήρης πώρωση του κατάγματος, εξηγώντας ότι τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι δεν αιματώνεται η περιοχή της οδοντοειδούς αποφύσεως και δεν είναι δυνατό να «κολλήσει» το κόκκαλο. Δημιουργήθηκε, είπε, ινώδης πώρωση η οποία θεωρείται λιγότερο ασταθής από την οστική πώρωση. Απέδωσε τη χωλότητα που παρουσιάζει η Ενάγουσα σε νευρολογικό πρόβλημα και όχι στα κατάγματα που έχει υποστεί στο μηριαίο και ισχίο. Το πρόβλημα, είπε, σχετίζεται με την αστάθεια που παρουσιάζει, η οποία πρέπει να εξηγηθεί από νευρολόγο. Ο τρίτος στη σειρά ορθοπεδικός που κατέθεσε για την Ενάγουσα Σπ. Σπύρου (Μ.Ε.6), ανάφερε ότι είδε την Ενάγουσα μια φορά μόνο, τον Νοέμβριο του έτους 2005, για σκοπούς ετοιμασίας ιατρικής βεβαίωσης. Όπως αναφέρει στην ιατρική του βεβαίωση (Τεκμήριο 12) και εξήγησε κατά τη μαρτυρία του, το κάταγμα της οδοντοειδούς απόφυσης είναι πολύ σοβαρό. Στη περίπτωση της Ενάγουσας, όμως, έχει δημιουργηθεί σταθερή ινώδης πώρωση που δεν δημιουργεί προβλήματα στην Ενάγουσα. Δεδομένου ότι δεν χρειάστηκε να χειρουργηθεί, δέχθηκε αντεξεταζόμενος, μπορεί να υποτεθεί ότι έγινε σταθερή πώρωση. Ο Μ.Ε.6, απέδωσε την χωλότητα, που είχε διαπίστωσε όταν είχε εξετάσει την Ενάγουσα, στο τραυματισμό των γλουτιαίων μυών. Οι γενικοί χειρουργοί Ν. Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.9) και Π. Συμεωνίδης (Μ.Υ.5) οι οποίοι κλήθηκαν και κατέθεσαν για την Ενάγουσα και Εναγόμενους, αντίστοιχα, δεν αναφέρθηκαν ειδικά στη συγκεκριμένη κάκωση. Ο πρώτος ανάφερε πως ήταν οικογενειακός γιατρός της Ενάγουσας και την παρακολουθούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, χορηγώντας της φάρμακα και ενέσεις για συμπτώματα επιγαστραλγίας και πονοκεφάλων που παρουσίαζε, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα. Ο Μ.Υ.5 ανάφερε ότι εξέτασε μια φορά την Ενάγουσα - στις 29.1.2009 - και δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε ουσιαστική αναπηρία, πέραν των μετεγχειρητικών ουλών. Σε ότι αφορά το τραύμα στο 2ο αυχενικό, δέχθηκε πως επρόκειτο για σοβαρή κάκωση που θα μπορούσε να προκαλέσει αναπηρίες. Υπήρξε όμως πώρωση του κατάγματος όπως και των άλλων καταγμάτων. Σε σχέση με τη χωλότητα, είπε πως ρώτησε την Ενάγουσα γιατί χρησιμοποιούσε πατερίτσα και του είπε ότι πονούσε. Τα μόνα κατάλοιπα που διαπίστωσε κατά τη κλινική εξέταση ήταν μικρή ατροφία του αρ. τετρακέφαλου μυός και επώδυνη κινητικότητα του αυχένα και των αρθρώσεων στα δύο ισχύα. Άλλο σημείο διαφωνίας των διαδίκων, είναι η κατάθλιψη την οποία παρουσίασε, όπως υποστήριξε η Ενάγουσα. Η ίδια ανάφερε ότι αισθάνεται συνεχώς ανήμπορη, έχει παραμορφωθεί και η ψυχολογική κατάσταση της επηρεάστηκε σε βαθμό που αντιμετωπίζει τη ζωή με πλήρη απαισιοδοξία. Συνειδητοποιώντας ότι δεν παρουσίασε οποιαδήποτε καλυτέρευση η ψυχολογική της κατάσταση, πρόσθεσε, επιδεινώνεται παρά να καλυτερεύει. Όλοι οι ιατροί που εξέτασαν κατά καιρούς την Ενάγουσα, εντόπισαν τη κατάθλιψη ως ένα από τα σοβαρά προβλήματα που παρουσιάζει. Ιδιαίτερη, όμως, αναφορά έγινε από τους δύο ψυχιάτρους Κ. Βερεσιέ (Μ.Ε.8) και Κ. Θεοδώρου (Μ.Ε.14). Ήταν κοινή η θέση των δύο ψυχιάτρων ότι η Ενάγουσα παρουσίαζε έκδηλα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους και της χορήγησαν φαρμακευτική αγχολυτική και αντικαταθλιπτική αγωγή. Διάσταση παρατηρείται, τέλος, όσον αφορά την ισχυριζόμενη ανικανότητα της Ενάγουσας να εργαστεί. Αισθάνεται, υποστήριξε, εντελώς αδύναμη και ανίκανη να εργαστεί. Νοιώθει πόνους στα πόδια και στη σπονδυλική στήλη, οι οποίοι με τη πάροδο του χρόνου επιδεινώνονται. Αισθάνεται, επίσης, ζαλάδες, χάνει την ισορροπία της και δεν μπορεί να περπατήσει χωρίς τη βοήθεια πατερίτσας. Μέχρι πρόσφατα, ανάφερε, κρατούσε δύο πατερίτσες για να μπορεί να περπατά. Έχει, περαιτέρω, πρόβλημα με την όραση της αλλά, κυρίως, έχει διαταραχθεί η ψυχική ηρεμία της και τα βλέπει όλα μαύρα. Δεν είναι, ως εκ τούτου, σε θέση να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα. Στην πραγματικότητα, πρόσθεσε, δεν μπορεί να εκτελέσει τις βασικές προσωπικές της ανάγκες. Κατάντησε, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε, ένας άνθρωπος «σακάτης». Είπε, τέλος, ότι παίρνει αναπηρικό επίδομα, καταθέτοντας σχετική βεβαίωση των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 9). Στο εν λόγω έγγραφο βεβαιούται ότι η ενάγουσα «είναι συνταξιούχος ανικανότητας από 15/11/2004 σε ποσοστό 85%». Οι Εναγόμενοι υποστήριξαν πως και αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της εντάσσεται στη γενικότερη της προσπάθεια για διόγκωση των αποζημιώσεων, επιστρατεύοντας προς το σκοπό αυτό ιατρούς, στους οποίους προσποιήθηκε τόσο για το συγκεκριμένο όσο και για τα άλλα προβλήματα υγείας που επικαλέστηκε. Α Ξ Ι Ο Λ Ο Γ Η Σ Η Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί για την ειλικρίνεια της Ενάγουσας. Υπήρχαν εμφανή στοιχεία υπερβολής στη μαρτυρία της, με απώτερο στόχο τη διόγκωση των απαιτήσεών της. Αρχίζοντας από τον ισχυρισμό και την επιμονή της ότι έφερε ζώνη ασφαλείας παρατηρώ, εν πρώτοις, ότι παρουσιάζεται αντιφατικός με τη γενικότερη θέση της ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα. Ενώ δεν μπορούσε, όπως είπε, να θυμηθεί το δρομολόγιο που ακολούθησαν πριν τη σύγκρουση και άλλες σημαντικές λεπτομέρειες, δήλωσε με βεβαιότητα ότι φόρεσε τη ζώνη της. Η αρχική της θέση ήταν πως δεν μπορεί να μην έβαλε τη ζώνη της τη συγκεκριμένη ημέρα γιατί είχε πάντοτε τη συνήθεια να φορά ζώνη. Στη συνέχεια υποστήριξε πως θυμόταν ότι την έβαλε για να συμπληρώσει ότι αυτό μόνο μπόρεσε να θυμηθεί. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Δεν είναι δυνατό να δεχθεί το Δικαστήριο ότι παρουσιάζει απώλεια μνήμης για όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το ατύχημα και όσα προηγήθηκαν αλλά θυμάται ότι έβαλε τη ζώνη ασφαλείας. Η θέση ότι ήταν προσδεδεμένη με τη ζώνη καταρρίπτεται και από άλλα, αντικειμενικά, στοιχεία καθώς και από τη μαρτυρία του οδηγού - Εναγομένου 1 - ο οποίος υποστήριξε σταθερά ότι δεν εφάρμοσαν τις ζώνες ούτε ο ίδιος ούτε η Ενάγουσα το συγκεκριμένο βράδυ. Η Ενάγουσα επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του Εναγομένου 1, ως προς την πτυχή αυτή, υποβάλλοντας του ότι φοβήθηκε ότι θα πέθαινε, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασής της και το είπε για να ελαφρύνει τη θέση του. Δεν υπάρχει λογική στο συλλογισμό αυτό της Ενάγουσας. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία, όπου έθεσε αυτό τον ισχυρισμό, στις 3.3.2004 (βλ. Τεκμήριο 23). Τότε δεν διέτρεχε κίνδυνο η ζωή της αφού είχε πάρει εξιτήριο από το Νοσοκομείο από τις 10.2.
- Είναι, επίσης, σημαντικό να αναφερθεί ότι η Ενάγουσα διατηρούσε δεσμό με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος εξακολουθούσε να υφίσταται ακόμα - με βάση την αδιαμφισβήτητη επί του σημείου αυτού μαρτυρία - και ο Εναγόμενος 1 είχε κάθε λόγο να βοηθήσει την Ενάγουσα. Δεν υπήρχε, συνεπώς, λόγος να πει ψέματα για το ζήτημα αυτό ο Εναγόμενος
- Υπάρχει, όμως, και το αντικειμενικό δεδομένο των σωματικών βλαβών που έχει υποστεί η Ενάγουσα, που συνηγορεί με τη θέση ότι δεν ήταν προσδεδεμένη με τη ζώνη ασφαλείας. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ειδικός για να διαπιστώσει ότι, τουλάχιστον, οι κακώσεις στην κεφαλή και στο πρόσωπο που υπόστηκε η Ενάγουσα προκλήθηκαν από επαφή / κτύπημα στο μπροστινό εσωτερικό μέρος του αυτοκινήτου. Εάν είχε προσδέσει τη ζώνη της, θα τη συγκρατούσε και δεν θα κτυπούσε, ασφαλώς, στο κεφάλι και στο πρόσωπο. Οι εκδορές, αιμάτωμα στο πρόσωπο, το δεξιό ζυγωματικό, στη μύτη και τα βλέφαρα, καθώς και το κάταγμα στο δεξιό ζυγωματικό (βλ. παραδεκτά γεγονότα από το Τεκμήριο 2) συνηγορούν, σαφώς, με τη θέση των Εναγομένων ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρθηκε, ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου στην πλευρά της Ενάγουσας ήταν ανέπαφος και δε μπορεί να υποστηριχθεί ότι προκλήθηκαν οι κακώσεις αυτές από θραύσματα γυαλιών ή από εκσφενδονισμό κάποιων αντικειμένων. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα αμέσως μετά τη σύγκρουση κειτόταν, αναίσθητη, σε πλάγια θέση μέσα στο αυτοκίνητο - στη θέση του συνοδηγού - γεγονός επίσης που υποστηρίζει την εκδοχή των Εναγομένων. Εάν έφερε τη ζώνη, θα τη συγκρατούσε και δεν θα επέτρεπε στο σώμα της να ευθυγραμμιστεί με το κάθισμα. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τον ισχυρισμό της ότι ήταν προσδεδεμένη με τη ζώνη ασφαλείας. Από υπερβολές διακρίνεται η μαρτυρία της και όσον αφορά τα κατάλοιπα από τις σοβαρότατες, ομολογουμένως, κακώσεις που έχει υποστεί. Ειδικότερα: α) Το σοβαρότερο παράπονό της είναι πως ζαλίζεται, χάνει τις αισθήσεις και τον προσανατολισμό της και δεν μπορεί να περπατήσει, χωρίς να υποστηρίζεται από πατερίτσα. Στο Δικαστήριο παρουσιάστηκε με την πατερίτσα, τόσο κατά τη μαρτυρία της, όσο και καθ' όλη την ακροαματική διαδικασία, η οποία υπήρξε μακρά. Διακινούμενη στην αίθουσα του Δικαστηρίου, από και προς το εδώλιο του μάρτυρα, έδειχνε, με μορφασμούς, να πονά. Το ίδιο και όταν χρειάστηκε να σταθεί όρθια για να υποδείξει στο Δικαστήριο τις ουλές της. Να σημειωθεί ότι της επιτράπηκε, κατά τη μαρτυρία της, να απαντά τις ερωτήσεις καθήμενη. Αξίζει να αναφερθεί πως οι πόνοι στα κάτω άκρα για τους οποίους παραπονέθηκε η Ενάγουσα κατά τη μαρτυρία της και τους οποίους επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει τη χωλότητά της, δεν υποστηρίζονται από ιατρική μαρτυρία. Όλοι οι ορθοπεδικοί, συμφωνούν ότι τα κατάγματα στην κατ' ισχύον άρθρωση και στο αρ. μηριαίο έχουν πωρωθεί. Οι μετρήσεις στις οποίες προέβη πρόσφατα ο Μ.Ε.4, κατέδειξαν ότι η μυϊκή ισχύς των κάτω άκρων είναι σχεδόν σε φυσιολογικά επίπεδα (-5, από τη διαβάθμιση 0 - 5 που είναι η ψηλότερη βαθμίδα). Πόνοι στην κατ' ισχύον άρθρωση ή στο γόνατο θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν, με βάση την ιατρική μαρτυρία, σε στροφικές κινήσεις αλλά όχι, ασφαλώς, στο βάδισμα. Βρίσκω, με βάση και τις ανωτέρω διαπιστώσεις, αδικαιολόγητα τα παράπονα της Ενάγουσας για πόνους κατά τη βάδιση. β) Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της συνέδεσε την αστάθεια που παρουσιάζει σε ζαλάδες και λιποθυμία τις οποίες έχει σχεδόν καθημερινά, όπως υποστήριξε. Όπως ανέφερε ο Μ.Ε.4 - Πρωτοπαπάς - το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα στο οποίο υποβλήθηκε η Ενάγουσα στις 10.8.2006, ήταν φυσιολογικό (βλ. Τεκμήριο 10). Ο Μ.Ε.4, απέδωσε τις ζαλάδες και την αστάθεια την οποία επικαλείται η Ενάγουσα στο κάταγμα του 2ου αυχενικού. Δεν ανέφερε, όμως, ότι δικαιολογούνται λιποθυμίες τις οποίες ισχυρίστηκε ότι έχει, σχεδόν καθημερινά, η Ενάγουσα. γ) Άλλο στοιχείο υπερβολής στη μαρτυρία της αφορά τα παράπονα της για την όραση. Επηρεάστηκε, υποστήριξε η όραση της. Όταν προσπαθεί να διαβάσει, είπε, «μαυρίζει όλη η σελίδα» ενώ όταν επιχειρεί να διαβάσει από κοντά, νιώθει αναγούλες και πονοκέφαλο. Τα παράπονα αυτά, όχι μόνο δεν υποστηρίχθηκαν από σχετική μαρτυρία από ειδικό - οφθαλμίατρο - αλλά αντιμάχονται τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν δηλωθεί. Στο Τεκμήριο 2α - παραδεκτό γεγονός - αναφέρονται ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Ο οφθαλμοκινητικός μηχανισμός ήταν κατά φύση, χωρίς διπλωπία και η σύγκλειση χωρίς διαταραχή». Επιπλέον, στο Τεκμήριο 17, το οποίο, επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός αναφέρεται: «. Το Μάρτιο 2004 εξέτασα την ασθενή στο σπίτι της. Έφερε κρανιο-προσωπιαίες κακώσεις. Στην περιοχή των οφθαλμών υπήρχε έντονο οίδημα και εκχύμωση των ιστών, που δυσχέραιναν την εξέταση των βολβών. Οι βολβοί παρουσίαζαν υπόσφαγμα (υποεπιπεφικωτική αιμορραγία) και μείωση της κινητικότητας τους, ιδίως του δεξιού ματιού, στο τομέα του έξω ορθού μυός και με υποκειμενικό σύμπτωμα το θάμβος της όρασης. Η κατάσταση της παρουσίαζε αργή και σταδιακή βελτίωση με τη βοήθεια της φαρμακευτικής αγωγής. Κατά τη σημερινή εξέταση, η οπτική οξύτητα είναι: ΔΜ: plano - 1,00 x 25 = 6/6 AΜ: plano - 0,25 x 160 = 6/6 Παρατηρείται ελαφρά σμίκρυνση της βλεφαρικής σχισμής δεξιά, χωρίς άλλα παθολογικά ευρήματα». Δεν δικαιολογούνται, συνεπώς, ούτε τα παράπονα της για τα προβλήματα στην όραση. Όσον αφορά τη ψυχολογική της κατάσταση και την κατάθλιψη στην οποία περιέπεσε μετά το ατύχημα, η μαρτυρία της κρίνεται πειστική. Υποστηρίζεται στο σημείο αυτό από τους ψυχιάτρους Βερεσιέ και Θεοδώρου. Το Δικαστήριο βρίσκει λογική τη θέση της Ενάγουσας και την εκτίμηση των ψυχιάτρων ότι η κατάθλιψη που παρουσίασε είναι απότοκο των σοβαρών κακώσεων που έχει υποστεί. Θεωρώ πειστικές τις εξηγήσεις των ψυχιάτρων, σύμφωνα με τις οποίες η κατάθλιψη μπορεί να παρουσιαστεί μετά από σοβαρό τραυματισμό. Οι σοβαρές συνέπειες από τις κακώσεις δημιούργησαν στην Ενάγουσα αισθήματα απαισιοδοξίας, νιώθοντας ανήμπορη να λειτουργήσει όπως λειτουργούσε πριν το ατύχημα. Το γεγονός αυτό, όπως εξήγησαν οι ψυχίατροι, δημιούργησε, λογικά, στην Ενάγουσα το αίσθημα ότι αδρανοποιήθηκε η ζωή της και παρουσίασε άγχος και κατάθλιψη. Αποδέχομαι τη μαρτυρία των δύο ψυχιάτρων καθώς και τη μαρτυρία της Ενάγουσας ως προς τη πτυχή αυτή. Τόσο ο Μ.Ε.8 όσο και η Μ.Ε.14 έπεισαν το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια και την αντικειμενικότητά τους. Το Δικαστήριο σχημάτισε την εντύπωση πως είναι και οι δύο έμπειροι ψυχίατροι με άριστη γνώση της ειδικότητάς τους. Έδωσαν πειστικές και ικανοποιητικές εξηγήσεις για τις διαπιστώσεις τους. Τα ευρήματά τους κρίνονται και από το Δικαστήριο δικαιολογημένα δεδομένου, μάλιστα, ότι ο Μ.Ε.8 προέβη και σε εξειδικευμένες, περαιτέρω, εξετάσεις (Τεκμήριο 15) οι οποίες, όπως εξήγησε, επιβεβαίωσαν τα κλινικά του ευρήματα. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν αντίθετη μαρτυρία από ειδικό - ψυχίατρο - για να αντικρούσει τη μαρτυρία του κ. Βερεσιέ και της κας Θεοδώρου. Σχετική επί του εξεταζόμενου θέματος ήταν η μαρτυρία και των άλλων ιατρών που κατέθεσαν για την Ενάγουσα οι οποίοι, όπως βεβαίωσαν, αντιλήφθηκαν έκδηλα καταθλιπτικά στοιχεία στη συμπεριφορά της Ενάγουσας. Πειστική, βρίσκω, επίσης, τη μαρτυρία της Ενάγουσας για τους πόνους, τις δυσχέρειες και την ουσιαστική αναστάτωση που προκάλεσαν στη ζωή της οι σοβαρές κακώσεις που έχει υποστεί. Για τους λόγους που εξήγησα, δεν αποδέχομαι ότι εξακολουθεί να έχει τους πόνους και τα ενοχλήματα που επικαλέστηκε στα κάτω άκρα. Ως προς το ζήτημα αυτό, η μαρτυρία έχει κριθεί ανακριβής και δεν γίνεται αποδεκτή. Αποδέχομαι, περαιτέρω, τη μαρτυρία της ως προς την απασχόληση της κατά τον αμέσως προ του ατυχήματος χρόνο στη μπυραρία «ΑΡΩΜΑ». Η μαρτυρία της κρίνεται πειστική και ως προς τα εισοδήματα που κέρδιζε από την εργασία της. Το γεγονός ότι δεν καταβάλλονταν κανονικά από τον εργοδότη της οι εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν επιδρά στην αξιοπιστία της Ενάγουσας. Ότι η Ενάγουσα εργαζόταν στη μπυραρία «ΑΡΩΜΑ» έγινε αποδεκτό και από τον Εναγόμενο
- Προκύπτει επίσης, από τη μαρτυρία των Μ.Ε.11, 12 και 13, η οποία δεν έχει, κατ' ουσίαν, αμφισβητηθεί. Αποδέχομαι, τέλος, τη μαρτυρία της ότι ασχολείτο με το άθλημα της κατάδυσης, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από την αξιόπιστη μαρτυρία του Γ. Νικολαΐδη (Μ.Ε.7), διευθυντή σε διάφορα ξενοδοχεία, στα οποία έκανε παλαιότερα επιδείξεις καταδύσεων η Ενάγουσα. Η ενασχόληση της με το άθλημα επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι είχε εξασφαλίσει ταυτότητες δύτη (Τεκμήρια 18α, β και γ). Δεν αποδέχομαι, όμως, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε επιπλέον εισοδήματα από την ενασχόληση της με το άθλημα αυτό. Έχει επισημανθεί πιο πριν πως η φύση, έκταση και η σοβαρότητα των κακώσεων που έχει υποστεί η Ενάγουσα, αποτελούν παραδεκτά γεγονότα. Αμφισβητούνται τα κατάλοιπα από τις κακώσεις και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ενάγουσα. Όσον αφορά το κάταγμα στο 2ο αυχενικό σπόνδυλο, όλοι συμφωνούν ότι έχει επουλωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό εκτός από τον Μ.Ε.3 - Χ"Χάννα - ο οποίος εκτιμά ότι δεν έχει πωρωθεί ή εάν έχει πωρωθεί δεν είναι σε ικανοποιητικό βαθμό. Ανέφερε επίσης ότι παρουσίασε ψευδάρθρωση, όπως τη χαρακτήρισε, διαφωνώντας με την έκθεση Τεκμήριο 4 ότι το κάταγμα της οδοντοειδούς απόφυσης έχει επουλωθεί. Ο ίδιος μάρτυρας υποστήριξε πως όλες οι κακώσεις άφησαν αναπηρίες στην Ενάγουσα οι οποίες, συναθροιζόμενες, της προκάλεσαν συνολική αναπηρία πέραν του 85%. Ανέφερε, περαιτέρω, πως οι κακώσεις στο ισχίο και μηριαίο θα έχουν ως συνέπεια την ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας και θα απαιτηθεί ολική αρθροπλαστική εγχείριση για αποκατάσταση του προβλήματος. Εκτιμά, πρόσθεσε, πως θα χρειαστεί να υποβληθεί σε 2 τουλάχιστον επεμβάσεις. Η πρώτη για αποκατάσταση της οστεοαρθρίτιδας που θα αναπτυχθεί σε διάστημα 3 χρόνων στο ισχίο και η δεύτερη μετά από 10 χρόνια για αποκατάσταση της οστεοαρθρίτιδας (ολική αρθροπλαστική) που θα αναπτυχθεί. Δεν χρειάζεται, πιστεύω, να παραθέσω περαιτέρω λεπτομέρειες από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 για να διαφανεί η υπερβολή και η μεροληπτική στάση που τήρησε για να βοηθήσει την Ενάγουσα. Αρχίζοντας από το κάταγμα της οδοντοειδούς απόφυσης, η πρώτη παρατήρηση του Δικαστηρίου είναι ότι η μαρτυρία του αντιστρατεύεται τα παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στο Τεκμήριο 2 αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι παρατηρούνται «. στοιχεία πώρωσης στο Α2 σπόνδυλο». Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται, σαφώς, ότι το κάταγμα της οδοντοειδούς απόφυσης του 2ου αυχενικού σπονδύλου έχει επουλωθεί (known old healed fracture of the dens axis). Το ζήτημα διευκρινίστηκε από τον ορθοπεδικό Κτωρίδη (Μ.Ε.5), ο οποίος έδωσε σαφή και ικανοποιητική εξήγηση. Ότι δηλαδή υπήρξε ινώδης πώρωση, όχι, όμως, οστική γιατί το σημείο εκεί δεν αιματώνεται. Την ίδια εκτίμηση εξέφρασε και ο Ορθοπεδικός Σπύρος Σπύρου (Μ.Ε.6), ο οποίος πρόσθεσε ότι δημιουργήθηκε ινώδης ιστός, που θεωρείται αρκετά ανθεκτικός για να συγκρατεί τέτοιου είδους κατάγματα. Αποδέχομαι την εκτίμηση των Μ.Ε.5 και 6 για το ζήτημα αυτό, η οποία συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα, δεδομένου ότι δεν διευκρινίζεται στο Τεκμήριο 4, με ποιο τρόπο επουλώθηκε το κάταγμα (οστικά ή με ινώδη ιστό). Απορρίπτω, συνεπώς, τη θέση του Μ.Ε.3 ότι δεν υπήρξε πώρωση του κατάγματος και ότι πιθανό να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση του προβλήματος. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 περί ανάγκης αρθροπλαστικών επεμβάσεων, σημειώνεται πως τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται και συνεπώς θα αγνοηθεί. Εξωπραγματική, κρίνεται και η μαρτυρία του σε σχέση με την ανικανότητα της Ενάγουσας σε ποσοστό 85%. Συνυπολόγισε, όπως είπε, όλα τα ανατομικά προβλήματα που παρέμειναν στην Ενάγουσα, αφού συμβουλεύθηκε και «οδηγούς ταξινόμησης» (τελευταία παράγραφος Τεκμηρίου 5). Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει και τα ψυχολογικά προβλήματα - που, ασφαλώς, δεν είναι της ειδικότητάς του - καθώς και τις 2 - 3 χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες, όπως εξηγήθηκε, δεν έχουν δικαιολογηθεί. Αυτά και μόνο φανερώνουν το ακροσφαλές των συμπερασμάτων του. Θα προσέθετα, όμως, ότι ο Μ.Ε.3 δεν έθεσε, όπως όφειλε, όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια στα οποία βασίστηκε για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα έχει 85% ανικανότητα. Η γενική και αόριστη αναφορά ότι συμβουλεύθηκε ιατρικά συγγράμματα, χωρίς να εξηγήσει με ποιο τρόπο επιδρά και προσμετρά το κάθε ισχυριζόμενο πρόβλημα της Ενάγουσας στην προβληθείσα αναπηρία της, δεν είναι αρκετή. Όφειλε να παρουσιάσει αυτά τα στοιχεία στο Δικαστήριο για να μπορέσει το ίδιο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα). (βλ. Σπύρου ν. Χ''Χαραλάμπους
(1989)1 Ε. Α.Α.Δ. 298, Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1193, Τσαγγαρίδης κ.ά. ν. Αυγουστή
(200)1 Α.Α.Δ. 528). Οι εξηγήσεις που έδωσε ο Μ.Ε.5 - Κτωρίδης - τόσο για το κάταγμα της οδοντοειδούς απόφυσης όσο και για τις υπόλοιπες κακώσεις, κρίνονται από το Δικαστήριο λογικές και πειστικές. Ανάφερε, με ειλικρίνεια, πως δεν ενοχοποιεί τα κατάγματα στα άκρα για την αστάθεια που παρουσιάζει στο βάδισμα η Ενάγουσα, δηλώνοντας, παράλληλα ότι το πρόβλημα θα πρέπει να επεξηγηθεί από νευρολόγο. Απέφυγε να δώσει ο ίδιος εξηγήσεις, αναφέροντας ότι δεν εμπίπτουν στην ειδικότητά του οι τυχόν νευρολογικές συνέπειες. Η διαφορετική εκτίμηση του Μ.Ε.6 - Σπύρου - ότι η χωλότητα σχετίζεται με αδυναμία των γλουτιαίων μυών, λόγω του κατάγματος στο αρ. μηριαίο, δεν κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο. Θεωρώ ότι ο γιατρός Κτωρίδης ήταν σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει την εικόνα της Ενάγουσας. Ήταν ο θεράπων ιατρός της και ο ορθοπεδικός που χειρούργησε την Ενάγουσα κατά τη νοσηλεία της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο Μ.Ε.6 είδε την Ενάγουσα, όπως είπε, μόνο μια φορά για σκοπούς έκδοσης ιατρικού πιστοποιητικού. Αποδέχομαι, τη μαρτυρία του Μ.Ε.5, ως προς τη πτυχή αυτή και απορρίπτω την εκτίμηση του Μ.Ε.6 ότι δικαιολογείται χωλότητα λόγω αδυναμίας των μυών. Κρίνεται κατάλληλο το σημείο αυτό να σχολιαστεί η μαρτυρία του ορθοπεδικού Π. Συμεωνίδη (Μ.Υ.5), ο οποίος κλήθηκε από τους εναγομένους. Η πρώτη παρατήρηση του Δικαστηρίου είναι ότι σε γενικές γραμμές η μαρτυρία του δεν διαφέρει από τις διαπιστώσεις των μαρτύρων της Ενάγουσας, όσον αφορά τα ορθοπεδικά προβλήματα. Αναφέρεται στα αντικειμενικά του ευρήματα (τεκμήριο 28) τόσο στην ατροφία του τετρακέφαλου όσο και στην επώδυνη κινητικότητα των κατ' ισχίων αρθρώσεων και του αυχένα, που είναι οι βασικές συνέπειες των κακώσεων που έχει υποστεί η Ενάγουσα. Εκεί που μερολήπτησε, εκτιμώ, ο μάρτυρας, είναι στην παράλειψή του να διαπιστώσει την αστάθεια που παρουσιάζει η Ενάγουσα. Περιορίστηκε να καταγράψει το γεγονός ότι βάδιζε με χωλότητα, αποδίδοντας το στον υποκειμενικό πόνο για τον οποίο, όπως είπε, του παραπονέθηκε η Ενάγουσα. Αναμενόταν, όμως, να εξέταζε περαιτέρω την Ενάγουσα ως προς το ζήτημα αυτό για να είναι σε θέση να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις στο Δικαστήριο για τις δικές του διαπιστώσεις και όχι να περιοριστεί να αναφέρει, τι του παραπονέθηκε η Ενάγουσα. Αφήνοντας, σαφώς, να νοηθεί ότι το παράπονο για πόνο δεν δικαιολογείτο, αφού τα κατάγματα είχαν επουλωθεί. Όφειλε, εκτιμώ, να προβεί σε περαιτέρω αντικειμενική εξέταση όπως έπραξαν οι γιατροί Κτωρίδης και Πρωτοπαπάς, για να είναι σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τη σοβαρή αυτή πτυχή της υπόθεσης. Ως προς τις άλλες κακώσεις και τα κατάλοιπα, η μαρτυρία του Μ.Υ.5 κρίνεται ορθή και τα συμπεράσματα του δικαιολογημένα. Δεν παρέλειψε να αναφέρει στην Έκθεση του (Τεκμήριο 28) τις μεγάλες δύσμορφες ουλές που παρέμειναν, ως μόνιμα πλέον κατάλοιπα, στο σώμα της Ενάγουσας. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του Μ.Ε.4 (Πρωτοπαπά), διαπιστώνω ότι εξήγησε με πειστικότητα το πρόβλημα αστάθειας που παρουσιάζει η Ενάγουσα, η οποία οφείλεται στην κάκωση της οδοντοειδούς απόφυσης του 2ου αυχενικού. Η διαπίστωσή του επιβεβαιώθηκε, όπως εξήγησε, από αντικειμενική εξέταση (κατά Romberg). Αποδέχομαι τη μαρτυρία του, η οποία συνάδει με τη σοβαρότητα του κατάγματος του αυχενικού σπονδύλου. Το γεγονός ότι υπήρξε ινώδης επούλωση του κατάγματος δεν αποκλείει το σύμπτωμα αστάθειας που παρουσιάζει η Ενάγουσα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι επρόκειτο για πολύ σοβαρή κάκωση που θα μπορούσε να είχε επιφέρει πολύ σοβαρότερες συνέπειες, μέχρι και το θάνατο. Όπως, χαρακτηριστικά, επεσήμανε ο Μ.Ε.5, η Ενάγουσα στάθηκε τυχερή, αποφεύγοντας τα χειρότερα. Η επούλωση, συνεπώς, δεν αποκλείει την αναφερθείσα αστάθεια. Όπως εξήγησε ο Μ.Ε.4, αναπτύχθηκαν συμφύσεις στο σημείο του κατάγματος, οι οποίες προκαλούν κάποια απόκλιση του οδόντα, γεγονός που υποστηρίζεται από τη μαγνητική εξέταση, Τεκμήριο
- Ο Μ.Ε.4 ήταν ειλικρινής και ως προς τα άλλα παράπονα της Ενάγουσας, αποκλείοντας, ουσιαστικά, το παράπονο της για αδυναμία στα κάτω άκρα και πόνους κατά τη βάδιση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, ως προς τη πτυχή αυτή, επαναλαμβάνοντας την τάση υπερβολής του προβλήματος από την Ενάγουσα, όπως διαπιστώθηκε κατά την αξιολόγησή της. Τελειώνοντας με την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας, σημειώνω πως η μαρτυρία του Μ.Ε.9 δεν προσθέτει οτιδήποτε στη γενική εικόνα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ενάγουσα. Ως οικογενειακός γιατρός, φάνηκε ότι επεδίωξε να βοηθήσει την Ενάγουσα στις αξιώσεις της. Κρίνεται υπερβολική η αναφορά του ότι για 5 σχεδόν χρόνια (μέχρι το 2008, όπως υποστήριξε) της εχορηγούσε φάρμακα και ενέσεις για επιγαστραλγίες και πονοκεφάλους. Δεδομένου, μάλιστα, πως οι πονοκέφαλοι και πόνοι στο στομάχι δεν είναι προβλήματα για τα οποία, συνήθως, απευθύνονται ασθενείς σε χειρουργούς, όπως είναι ο Μ.Ε.
- Απομένει η αξιολόγηση των δύο οδηγών (Μ.Υ.1 και 4, αντίστοιχα), των αστυνομικών, και του Μ.Υ.3, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος. Αρχίζοντας από τον Εναγόμενο 1 (Μ.Υ.1), το Δικαστήριο εντόπισε στοιχεία υπερβολής καθώς και αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Ειδικότερα: α) Η θέση ότι είδε πως το φανάρι ήταν πορτοκαλί, αμέσως μετά τη σύγκρουση, κρίνεται εξωπραγματική. Δεν αναμένεται από ένα οδηγό, να κοιτάξει τα φανάρια την αγωνιώδη εκείνη στιγμή, ιδιαίτερα όταν τόσο ο ίδιος όσο, βεβαίως και η συνοδηγός - Ενάγουσα - είχαν τραυματιστεί. Είναι πρόδηλο ότι η συγκεκριμένη αναφορά έγινε για να ενισχύσει την εκδοχή του, ότι εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως. β) Δεν έδειξε διάθεση να καταθέσει τα γεγονότα όπως ακριβώς τα αντιλήφθηκε να διαδραματίζονται. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την πορεία του οχήματος της Εναγομένης 1, η μαρτυρία του υπήρξε ασαφής. Σε κάποιο σημείο ανάφερε ότι όταν πρωτοείδε το όχημα εκινείτο προς τη διασταύρωση, χωρίς να αντιληφθεί εάν είχε πρόθεση να κινηθεί δεξιά ή να προχωρήσει ευθεία. Σε άλλο σημείο είπε πως δεν αντιλήφθηκε εάν εκινείτο ή εάν ήταν σταματημένο. Είπε, επίσης, πως αντιλήφθηκε ότι θα εκινείτο δεξιά, χωρίς να δείξει την πρόθεση της με το σηματοδότη. Εκτιμώ ότι ο εναγόμενος 1 δεν ήταν ειλικρινής και προσπάθησε επιμελώς να αποφύγει να πει ότι η Ενάγουσα είχε ανάψει το δεξιό σηματοδότη του οχήματος της. γ) Η μαρτυρία του ελέγχεται και ως προς την ταχύτητα με την οποία υποστήριξε ότι εκινείτο. Ανάφερε ότι εκινείτο με ταχύτητα γύρω στα 50 χ.α.ω., εκμεταλλευόμενος, προφανώς, την ταχύτητα στην οποία κατέληξε ο Μ.Ε.2, κατά τον έλεγχο που είχε διενεργήσει. Προέκυψε όμως από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ότι κατά τον έλεγχο που διενήργησε δεν συνυπολόγισε το στοιχείο της σύγκρουσης. Η ταχύτητά του, λαμβανομένης υπόψη της βιαιότητας της σύγκρουσης, υπερέβαινε κατά πολύ τα 55 χ.α.ω., όπως δέχθηκε και ο Μ.Ε.
- δ) Άλλο σημείο στο οποίο παρουσιάζεται ασαφής η μαρτυρία του Μ.Υ.1, αφορά την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε τον κίνδυνο. Στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 23), ανέφερε ότι κάλυψε ορισμένα μέτρα εντός της διασταύρωσης, όταν είδε το όχημα να στρίβει δεξιά. Στη μαρτυρία του ανάφερε πως το αντιλήφθηκε γύρω στα 10 μ. πριν τη διασταύρωση. Εξήγησε, βέβαια, πως η εσφαλμένη του εκτίμηση δυνατό να οφείλεται στην αγωνία της στιγμής, γεγονός που είναι κατανοητό. Το ζήτημα, εκτιμώ, δεν συναρτάται μόνο από την κακή εκτίμηση αλλά και με τη μεγάλη ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο Εναγόμενος 1, γεγονός που δεν του επέτρεπε να υπολογίσει από πόση απόσταση αντιλήφθηκε τον κίνδυνο. Για τους ανωτέρους λόγους, δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του Εναγομένου 1 σε σχέση με τις περιστάσεις της σύγκρουσης. Αποδέχομαι όμως, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, τη μαρτυρία του σ' ότι αφορά τις ζώνες ασφαλείας. Η εκδοχή της Εναγομένης 2 παρουσιάζεται πειστική. Η πορεία που ακολουθούσε δεν αμφισβητήθηκε. Με δεδομένο ότι το φανάρι στην πορεία της ήταν πράσινο, όταν πλησίασε τη διασταύρωση, ο ισχυρισμός ότι ένεψε με το σηματοδότη για την πρόθεσή της να κινηθεί δεξιά, κρίνεται λογικός και πειστικός. Αναμενόμενο ήταν, επίσης, να κινηθεί προς το μέσο της διασταύρωσης για να στρίψει δεξιά, όταν θα ελευθερωνόταν ο δρόμος από τα οχήματα που εκινούντο εξ αντιθέτου. Ορθός ελέγχεται και ο ισχυρισμός της ότι κινήθηκε δεξιά όταν το φως έγινε κόκκινο. Δεν αναμένεται από ένα οδηγό που βρίσκεται σε διασταύρωση με πρόθεση να στρίψει δεξιά, να επιχειρήσει στροφή, όταν το φανάρι είναι πράσινο και ενώ εξ αντιθέτου κινούνται οχήματα. Δέχθηκε με ειλικρίνεια ότι την ώρα που άρχισε να στρίβει, αντιλήφθηκε το όχημα του Εναγομένου 1, να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, κινούμενο, με μεγάλη ταχύτητα προς τη διασταύρωση. Ειλικρινής, εκτιμώ, ότι ήταν και η δικαιολογία που έδωσε γιατί επιχείρησε να κινηθεί δεξιά, παρά το γεγονός ότι είχε αντιληφθεί το εξ αντιθέτου όχημα να κινείται με μεγάλη ταχύτητα προς τη διασταύρωση. Θεώρησε ορθό, όπως είπε, ότι δεν έπρεπε να μείνει στο μέσο της διασταύρωσης. Μια δήλωση που από μόνη της θα ήταν ικανή να την ενοχοποιήσει για αμέλεια. Η εκδοχή της ενισχύεται και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.3, ο οποίος δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν γνώριζε οποιοδήποτε από τους δύο οδηγούς και δεν είχε λόγο να βοηθήσει με τη μαρτυρία του την Εναγομένη
- Η προσπάθεια των συνηγόρων της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1 να τον θέσουν εκτός σκηνής, υπήρξε ανεπιτυχής. Οι εξηγήσεις και λεπτομέρειες που έδωσε, απαντώντας στις διάφορες ερωτήσεις και υποβολές τους, καταρρίπτουν την εκδοχή πως δεν ήταν στο μέρος, όταν έγινε η σύγκρουση. Να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του συνάδει με τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 27) 3 μόνο ημέρες μετά το ατύχημα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ορθή. Θετική εικόνα σχημάτισα, τέλος, για τα δύο μέλη της Αστυνομίας που έλαβαν μέρος στις εξετάσεις διερεύνησης του ατυχήματος. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν υπήρξε ιδιαίτερα διαφωτιστική, αφού δεν μπορούσε να έχει στοιχεία από τον αστυνομικό φάκελο, λόγω της καταστροφής του. Περιορίστηκε, έτσι, να εξηγήσει τις σημειώσεις του επί του σχεδιαγραφήματος που είχε ετοιμάσει, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει λεπτομέρειες, ως ήταν αναμενόμενο. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο
- Παρέμεινε έτσι αναντίλεκτη η μαρτυρία του για τον έλεγχο που διεξήγαγε, σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος του Εναγομένου
- Όπως εξήγησε, δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός της σύγκρουσης. Η ταχύτητα των 55 χ.α.ω. στην οποία κατέληξε αντιστοιχεί με τα 22 μ. ίχνη τροχοπέδησης που άφησε το όχημα του Εναγομένου 1, κάτω από παρόμοιες συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, χωρίς να ληφθεί υπόψη η σύγκρουση. Η εκτίμηση του μάρτυρα ότι δεδομένης της βιαιότητας της σύγκρουσης, η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το όχημα του Εναγομένου 1 ήταν πολύ μεγαλύτερη από 55 χ.α.ω., κρίνεται ορθή και δικαιολογημένη. Ε Υ Ρ Η Μ Α Τ Α Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, έχοντας υπόψη και το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
- Γύρω στις 3.15 π.μ. της 27ης Δεκεμβρίου 2003, ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημά του, με αρ. εγγραφής DΑΕ399 στη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ στη Λευκωσία με κατεύθυνση από το Ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ προς το κέντρο της πόλης. Στο όχημα επέβαινε η Ενάγουσα, η οποία καθόταν στη θέση του συνοδηγού χωρίς να είναι προσδεδεμένη με τη ζώνη ασφαλείας. Η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ήταν πέραν του επιτρεπομένου ορίου των 50 χ.α.ω. και πολύ μεγαλύτερη από την ταχύτητα που του επέβαλλαν οι περιστάσεις, εφόσον πλησίαζε διασταύρωση. Δεν είναι δυνατό να καθοριστεί επακριβώς η ταχύτητα με την οποία εκινείτο, γιατί η μέτρηση κατέδειξε 55 χ.α.ω. χωρίς να ληφθεί υπόψη η σύγκρουση. Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και δεδομένης της βιαιότητας της σύγκρουσης, βρίσκω ότι η ταχύτητα του υπερέβαινε κατά πολύ την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χ.α.ω.
- Την ίδια στιγμή, η Εναγομένη 2 οδηγούσε το όχημα με αρ. ΗΜΜ244 επί της Λεωφ. Μακαρίου - εξ αντιθέτου - με πρόθεση να στρίψει δεξιά στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού (πρώην Σανταρόζα). Είναι παραδεκτό ότι το όχημα ήταν ιδιοκτησία της Εναγομένης 3 και οδηγείτο από την Εναγομένη 2 κάτω από περιστάσεις που καθιστούσαν εκ προστήσεως υπεύθυνη την Εναγομένη
- Η Εναγομένη 2 εκινείτο στη δεξιά λωρίδα της Λεωφ. Μακαρίου και όταν προσέγγισε τη διασταύρωση, έθεσε το δεξιό σηματοδότη του οχήματος σε λειτουργία, δείχνοντας την πρόθεσή της ότι θα εκινείτο δεξιά, στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού. Η διασταύρωση (της Λεωφ. Μακαρίου με Δ. Ακρίτα και Σπ. Κυπριανού) ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Δεν υπήρχε βέλος στα φανάρια για τα οχήματα που κατευθύνονταν από τη Λεωφ. Μακαρίου προς Σπ. Κυπριανού.
- Όταν η Εναγομένη 2 προσέγγισε τη διασταύρωση, το φανάρι στις δύο κατευθύνσεις της Λεωφ. Μακαρίου ήταν πράσινο. Η Εναγόμενη 2 εισήλθε στη διασταύρωση και ανέμενε στο μέσο, έχοντας το δεξιό σηματοδότη του αυτοκινήτου σε λειτουργία. Στο μεταξύ, πλησίαζε τη διασταύρωση από απέναντι το όχημα του Εναγομένου 1, οδηγούμενο με μεγάλη ταχύτητα, όπως πιο πάνω αναφέρεται. Μόλις έγινε εναλλαγή στα φώτα και αφού το φανάρι στις δύο πορείες έγινε κόκκινο, η Εναγομένη 2 άρχισε να στρίβει δεξιά, παρόλο που αντιλήφθηκε το εξ αντιθέτου κινούμενο όχημα, αναμένοντας, όπως ανάφερε, ότι θα σταματούσε. Ο Εναγόμενος 1, παρά την προσδοκία της Εναγομένης 2, δεν σταμάτησε, αφού εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Μόλις αντελήφθη τη δεξιά κίνηση της Εναγομένης 2, πάτησε τα φρένα του οχήματος χωρίς να μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 επιχείρησε, λόγω προφανώς της μεγάλης ταχύτητας με την οποία εκινείτο, να περάσει τη διασταύρωση ενώ το φανάρι στην πορεία του ήταν κόκκινο. Το ίδιο χρώμα είχε το φανάρι και στη πορεία της Εναγόμενης 2, όταν επιχειρούσε να στρίψει δεξιά.
- Η απόσταση στην οποία βρισκόταν το όχημα του Εναγομένου 1 από τη διασταύρωση, όταν άναψε το κόκκινο και άρχισε να στρίβει δεξιά η Εναγομένη 2, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί επακριβώς, αφού δεν υπάρχει επιστημονική ή άλλη επαρκής μαρτυρία ως προς την πτυχή αυτή. Λαμβάνοντας όμως υπόψη: α) το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της διασταύρωσης, (βλ. σημείο Χ επί του Τεκμηρίου 1), β) τα ίχνη τροχοπέδησης, τα οποία αρχίζουν από ή λίγο πριν τη γραμμή ΑΛΤ, σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου 1 και γ) συνυπολογίζοντας την απόσταση σκέψης (thinking distance), την απόσταση δηλαδή που χρειάζεται λογικά ένας μέσος λογικός οδηγός για να αντιδράσει, όταν αντιληφθεί τον κίνδυνο (βλ. Σιαλαμπή ν. Παναγή
(2008)1 Α.Α.Δ. 75), μπορεί εύλογα να υποτεθεί πως το όχημα του Εναγομένου, όταν άναψε το κόκκινο φως, βρισκόταν σε κοντινή απόσταση - γύρω στα 20 - 30 μ., από τη διασταύρωση. Το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου, συνάδει και με τη θέση της Εναγόμενης 2, όπως υποβλήθηκε από το συνήγορο της, κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου
- Του υπόβαλε, συναφώς, ότι τα φώτα στην πορεία του έγιναν κόκκινα, 15 τουλάχιστον μέτρα πριν από το αλτ της πορείας του.
- Από τη σύγκρουση τα δύο οχήματα υπόστηκαν εκτεταμένες ζημιές και η Ενάγουσα τραυματίστηκε σοβαρά σε διάφορα μέρη του σώματός της, με σοβαρότερα τα κατάγματα στο 2ο αυχενικό, στο αρ. μηριαίο, αρ. ισχίο και δεξιά ωλένη. Η Ενάγουσα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Είναι παραδεκτό ότι υπόστηκε σοβαρές κακώσεις και κινδύνεψε η ίδια η ζωή της. Μετά από την ενδεδειγμένη θεραπεία και αφού υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις για αντιμετώπιση των καταγμάτων, κρατήθηκε ως εσωτερικός ασθενής για διάστημα 45 περίπου ημερών. Θεωρώ αχρείαστο να παραθέσω ξανά το περιεχόμενο των ιατρικών βεβαιώσεων των Τεκμηρίων 2, 2α, 3 και
- Ως παραδεκτά γεγονότα, ανάγονται σε επί μέρους ευρήματα του Δικαστηρίου.
- Απομένει να διαπιστωθούν τα κατάλοιπα. α) Όσον αφορά το σοβαρότερο κάταγμα, από άποψης επικινδυνότητας για τη ζωή της Ενάγουσας, που είναι, όπως αναφέρθηκε, το κάταγμα της οδοντοειδούς απόφυσης του 2ου αυχενικού σπονδύλου, επουλώθηκε αφού είχε αντιμετωπιστεί συντηρητικά με αυχενικό κηδεμόνα. Όπως επεξηγήθηκε, δημιουργήθηκε ινώδης πώρωση, η οποία είναι μεν σταθερή αλλά όχι στον ίδιο βαθμό ανθεκτικότητας μιας αντίστοιχης οστικής πώρωσης. Η ουσιαστική συνέπεια από τη συγκεκριμένη κάκωση είναι κάποια αστάθεια που παρουσιάζει η Ενάγουσα, κατά τη βάδιση. Η αστάθεια οφείλεται σε μικρή απόκλιση του οδόντα, λόγω του κατάγματος και των συμφύσεων που δημιουργήθηκαν στην περιοχή. Για αντιμετώπιση της αναφερθείσας αστάθειας που δημιούργησε η πιο πάνω κάκωση, η Ενάγουσα χρησιμοποιεί πατερίτσα, κατά τη βάδιση, ως ισορροπητικό εργαλείο. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξήγησε, δεν αποδέχθηκε τη θέση της Ενάγουσας για πόνους στα πόδια, απώλεια αισθήσεων, αποπροσανατολισμό και τα άλλα σχετικά παράπονα που εξέθεσε κατά τη μαρτυρία της. Καταλήγω πως το κάταγμα στο 2ο αυχενικό προκαλεί μικρή αστάθεια στην Ενάγουσα κατά τη βάδιση, οφειλόμενη σε μικρή απόκλιση της οδοντοειδούς απόφυσης. β) Το κάταγμα στο αρ. ισχίο ήταν επίσης σοβαρό και αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά με δυναμική οστεοσύνθεση. Έχει επουλωθεί ικανοποιητικά και η μόνη συνέπεια στην Ενάγουσα είναι οι επώδυνες στροφικές κινήσεις και των δύο κατ' ισχίων αρθρώσεων. γ) Το κάταγμα του αρ. μηριαίου, αντιμετωπίστηκε, αρχικά, χειρουργικά με οστεοσύνθεση (plate και βίδες). Υποβλήθηκε σε 2η χειρουργική επέμβαση στις 12.3.2004, λόγω μη πώρωσης του κατάγματος. Κατά τη 2η επέμβαση τοποθετήθηκαν οστικά μοσχεύματα που λήφθηκαν από τη λαγόνιο περιοχή. Υπήρξε στη συνέχεια πώρωση του κατάγματος και με την πάροδο του χρόνου η ισχύς των γλουτιαίων μυών, που αρχικά είχαν επηρεαστεί, έχουν ενδυναμωθεί. Σήμερα η μυϊκή ισχύς πλησιάζει τα κανονικά επίπεδα. Η τελευταία μέτρηση από το Μ.Ε.4, τον Οκτώβριο του έτους 2010, έδειξε να βρίσκεται στη βαθμίδα -5 (από τη διαβάθμιση 0 - 5). Υπάρχει όμως μικρή ατροφία του αρ. τετρακέφαλου, η οποία, με βάση τη συνολική εικόνα της Ενάγουσας και το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει, θα πρέπει να θεωρείται μόνιμη. δ) Το κάταγμα στη δεξιά ωλένη αντιμετωπίστηκε επίσης χειρουργικά με τοποθέτηση οστεοσύνθεσης (plate και βίδες). Έχει επουλωθεί ικανοποιητικά και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπλοκή. ε) Οι εμφανείς δύσμορφες ουλές σε διάφορα μέρη του σώματος της Ενάγουσας είναι επίσης μια μόνιμη σωματική βλάβη. Πιο συγκεκριμένα παρέμεινε: α) Ουλή μήκους 35 εκ. περίπου στην εξωτερική επιφάνεια του Αρ. μηρού, β) Ουλή μήκους 10 εκ. περίπου στην έξω επιφάνεια του Δεξ. Πήχεως και γ) Ουλή μήκους 13 εκ. περίπου στην Αρ. βουβωνική χώρα. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει τις ουλές κατά τη μαρτυρία της. Πρόκειται, ομολογουμένως, για μεγάλες δύσμορφες ουλές που επηρεάζουν την εμφάνιση της Ενάγουσας. Την εμποδίζουν, όπως δικαίως παραπονέθηκε, να παρουσιαστεί με μαγιό σε παραλία ή πισίνα και γενικότερα θα πρέπει να προσαρμόζει το ντύσιμο της, ώστε να κρύβονται. στ) Τα τραύματα στο πρόσωπο και η εγκεφαλική διάσειση αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά, χωρίς να παρουσιάζει σήμερα οποιοδήποτε σημαντικό πρόβλημα. Η ζάλη, για την οποία παραπονείται η Ενάγουσα, συνδέεται, όπως εξήγησε ο Μ.Ε.4, με το πρόβλημα στην οδοντοειδή απόφυση του αυχενικού σπονδύλου και όχι με την εγκεφαλική διάσειση. ζ) Σημαντική, θεωρώ, είναι η ψυχολογική αναστάτωση που έχει υποστεί η Ενάγουσα και η κατάθλιψη την οποία παρουσίασε μετά το ατύχημα. Αποδεχόμενος τη μαρτυρία των Μ.Ε.8 και 14, βρίσκω ότι η Ενάγουσα εξακολουθεί να υποφέρει από άγχος και κατάθλιψη, συμπτώματα που είναι απότοκα των σοβαρών κακώσεων που έχει υποστεί. Προέκυψε όμως από τη μαρτυρία ότι η Ενάγουσα δεν ακολούθησε τη φαρμακευτική αγωγή που της χορήγησαν οι θεράποντες ιατροί της. Παρέλειψε, επίσης, να αναζητήσει την ενδεδειγμένη ψυχιατρική βοήθεια. Ενώ αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα άγχους και κατάθλιψης, επισκέφθηκε μία μόνο φορά την Μ.Ε.14 (τον Ιούνιο του έτους 2004) και 2 φορές τον Μ.Ε.8 - η τρίτη επίσκεψη ήταν για τους σκοπούς της μαρτυρίας του - παραλείποντας, μάλιστα, να ακολουθήσει τη φαρμακευτική αγωγή που της συνέστησαν, χωρίς να υπάρξει επαρκής δικαιολόγηση. Το γεγονός αυτό, θα ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό των αποζημιώσεων. Έχει νομολογηθεί ότι ο ενάγων οφείλει να μετριάσει τις ζημιές του, ακολουθώντας τις κατάλληλες θεραπευτικές μεθόδους που του εισηγούνται οι γιατροί που τον παρακολουθούν (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastic Industry Ltd)
(2005)1 Α.Α.Δ. 556, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 384). η) Η μαγνητική εξέταση (Τεκμήριο 4) έδειξε ακόμη μία κάκωση, η οποία δεν είχε διαπιστωθεί στα αρχικά στάδια της νοσηλείας της. Πρόκειται για πρόπτωση δίσκου στο επίπεδο Θ8 - Θ
- Οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν, βέβαια, ότι η βλάβη αυτή συνδέεται με το ατύχημα. Αποδεχόμενος και επί του σημείου αυτού τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, βρίσκω λογικά αναμενόμενη τη συγκεκριμένη κάκωση, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και των άλλων σοβαρών κακώσεων που υπόστηκε. Με το κτύπημα του σώματος της ενάγουσας στο εσωτερικό μέρος του οχήματος, ήταν αναμενόμενη και η πρόκληση της συγκεκριμένης βλάβης. Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 και επεξηγήθηκε και από το Μ.Ε.4, η πρόπτωση δεν έχει συνέπειες γιατί δεν επηρεάζει νεύρο, ούτε πιέζεται η θήκη του νωτιαίου μυελού. θ) Είναι, περαιτέρω, παραδεκτό, με βάση το Τεκμήριο 17, ότι η ενάγουσα ακολούθησε πρόγραμμα φυσιοθεραπείας - 10 συνολικών επισκέψεων - το οποίο διέκοψε, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και της ανάγκης για περαιτέρω περίθαλψη. Είναι πιθανό να χρειάζεται μελλοντικά, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 17, περιοδική φυσιοθεραπευτική αγωγή. ι) Είναι, τέλος, αποδεκτό ότι θα απαιτηθεί περαιτέρω χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης. Ν Ο Μ Ι Κ Η Π Τ Υ Χ Η Α) ΕΥΘΥΝΗ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, με τις καλά μελετημένες αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις των πελατών τους ως προς την ευθύνη. Ο συνήγορος της Ενάγουσας πρότεινε πως η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά τους δύο Εναγόμενους. Υποστηρίζοντας, ασφαλώς, την εκδοχή της Ενάγουσας ότι ήταν προσδεδεμένη με τη ζώνη ασφαλείας, θέση που δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο συνήγορος του Εναγομένου 1, εισηγήθηκε ότι αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η Εναγομένη
- Παραπέμποντας σε νομολογία, υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 2 απέκοψε τη νόμιμη πορεία του πελάτη του, θεωρώντας ότι είχε προτεραιότητα, γιατί εκινείτο στον κύριο δρόμο, εφόσον το φανάρι και στις δύο πορείες ήταν πράσινο. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε, η Ενάγουσα έχει συντρέχουσα αμέλεια σε ποσοστό 15% τουλάχιστον, γιατί δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Το ίδιο υποστήριξε και ο συνήγορος των Εναγομένων 2 και
- Όσον αφορά την ευθύνη ανάμεσα στους δύο οδηγούς, κάλεσε το Δικαστήριο να αποδώσει αποκλειστική ευθύνη στον Εναγόμενο
- Η εισήγηση στηρίζεται στο δεδομένο ότι είχε ανάψει το κόκκινο φανάρι και ο Εναγόμενος όφειλε να σταματήσει. Η Εναγομένη 2, υποστήριξε, δεν μπορούσε να υπολογίσει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το όχημα του Εναγομένου 1 για να υποθέσει ότι δεν ήταν δυνατό να σταματήσει. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε ο συνήγορος, η ευθύνη της Εναγομένης 2 δεν μπορεί να υπερβεί το 10%. Οι αρχές με βάση τις οποίες αποφασίζεται η οδική αμέλεια έχουν αποκρυσταλλωθεί από την πλούσια επί του θέματος νομολογία και δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση. Είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και αποφασίζεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην εξεταζόμενη υπόθεση οι δύο οδηγοί εκινούντο εξ αντιθέτου, προσεγγίζοντας διασταύρωση. Ο πρώτος είχε πρόθεση να συνεχίσει ευθεία πορεία και η δεύτερη να κατευθυνθεί δεξιά, σύμφωνα με την πορεία της. Η διασταύρωση ελεγχόταν από φώτα τροχαίας τα οποία λειτουργούσαν τη δεδομένη στιγμή. Τα φανάρια είχαν το ίδιο χρώμα στις δύο πορείες, δεδομένου ότι δεν υπήρχε φανάρι με βέλος για τους οδηγούς που εκινούντο από Μακαρίου προς Σπ. Κυπριανού, ως η πορεία που ακολουθούσε η Εναγομένη
- Οι δύο οδηγοί είχαν καθήκον επιμέλειας έναντι αλλήλων. Προσεγγίζοντας τη διασταύρωση όφειλαν να βεβαιωθούν ότι η είσοδος τους και η συνέχιση της προτιθέμενης πορείας τους, δεν θα έθετε σε κίνδυνο τους οδηγούς και επιβαίνοντες των εξ αντιθέτου κινούμενων οχημάτων, καθώς και τους οδηγούς και επιβαίνοντες τυχόν άλλων οχημάτων που προσέγγιζαν ή βρίσκονταν στη διασταύρωση, τη στιγμή εκείνη. Όπως, επί παραδείγματι, το όχημα που βρισκόταν σταματημένο στα φανάρια επί της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με οδηγό το Μ.Υ.
- Ο Εναγόμενος 1, παραβιάζοντας το καθήκον επιμέλειας , που όφειλε προς την Ενάγουσα και την Εναγομένη 2, η οποία είχε εκδηλώσει την πρόθεσή της να κινηθεί δεξιά, προσέγγισε τη διασταύρωση με μεγάλη ταχύτητα, η οποία δεν του επέτρεπε να σταματήσει, στην περίπτωση που επερχόταν εναλλαγή στο χρώμα των φαναριών. Όπως και έγινε. Ευρισκόμενος 20-30 μ., πριν από τα φανάρια της πορείας του, το φανάρι έγινε κόκκινο, με αποτέλεσμα, λόγω της ταχύτητάς του, να μην μπορέσει να σταματήσει (παρά το γεγονός ότι χρησιμοποίησε το σύστημα πέδησης) όταν η Εναγομένη 2 κινήθηκε δεξιά, με συνέπεια τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Αμελής, όμως, υπήρξε και η Εναγομένη 2, η οποία βλέποντας το όχημα του Εναγομένου 1 να κινείται με μεγάλη ταχύτητα προς τη διασταύρωση, κινήθηκε δεξιά, όταν άναψε το κόκκινο φανάρι, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο σύγκρουσης του οχήματος της με το εξ αντιθέτου κινούμενο όχημα. Ο κίνδυνος σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν, υπό τις περιστάσεις που επικρατούσαν, έκδηλος, λόγω αφ' ενός της μικρής σχετικά απόστασης στην οποία ευρισκόταν το όχημα του Εναγομένου 1 και αφ' ετέρου της μεγάλης του ταχύτητας - υπερβολική τη χαρακτήρισε η Εναγομένη 2 και ιλιγγιώδη ο Μ.Υ.3 -, σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι το φανάρι άλλαξε χρώμα αμέσως πριν αρχίσει να στρίβει δεξιά. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις, καταλήγω ότι και οι δύο οδηγοί παρέβηκαν το καθήκον επιμέλειας που όφειλαν, υπό τις περιστάσεις. Οι Εναγόμενοι υποστήριξαν ότι η Ενάγουσα υπέχει συντρέχουσα αμέλεια για τον τραυματισμό της, λόγω της παράλειψής της να προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας. Στην υπόθεση Χ'' Θεοδοσίου ν. Διονυσίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1121 επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία είχε καταλογισθεί 15% ευθύνη στον οδηγό γιατί δεν ήταν προσδεδεμένος με τη ζώνη ασφαλείας κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Όπως υποδείχθηκε, το ζήτημα ανάγεται στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει τι ρόλο έπαιξε η μη πρόσδεση της ζώνης ασφαλείας, αφού αξιολογήσει τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Στην κρινόμενη υπόθεση, η Ενάγουσα έχει υποστεί πολλαπλά τραύματα, ανάμεσα στα οποία κάταγμα ωλένης, ισχίου, μηριαίου και 2ου αυχενικού σπονδύλου, όπως και κάταγμα και άλλα τραύματα στο πρόσωπο και στην κεφαλή. Όπως εξήγησε ο ιατρός Π. Συμεωνίδης (Μ.Υ.5), η μαρτυρία του οποίου γίνεται αποδεκτή και ως προς τη πτυχή αυτή, η παράλειψη της Ενάγουσας να προσδεθεί με τη ζώνη, συνέτεινε στη πρόκληση όλων των καταγμάτων. Η εκτίμηση του Μ.Υ.5, κρίνεται δικαιολογημένη. Εάν η Ενάγουσα έφερε ζώνη, θα τη συγκρατούσε και δεν θα υφίστατο τις κακώσεις που έπαθε. Ας σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος 1 - οδηγός του οχήματος - τραυματίστηκε ελαφριά στο πρόσωπο επειδή, όπως εξήγησε, συγκρατήθηκε, σε κάποιο βαθμό, με τα χέρια στο τιμόνι. Καταλήγω, συνεπώς, ότι η παράλειψη της Ενάγουσας να προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας συνέβαλε, ουσιαστικά, στον τραυματισμό της. Η πρόσδεση του οδηγού και των επιβαινόντων στο όχημα, με ζώνη ασφαλείας, είναι υποχρεωτική, όπως υποδεικνύεται και στην αναφερθείσα υπόθεση Χ''Θεοδοσίου ν. Δημητρίου - ανωτέρω - (Δες άρθρο 15Α του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986 - Ν.174/86, όπως τροποποιήθηκε -). Η σχετική παράβαση από την Ενάγουσα, συνιστά, κάτω υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, συντρέχουσα αμέλεια. Ε Π Ι Μ Ε Ρ Ι Σ Μ Ο Σ Θα αρχίσω, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, με την ευθύνη που αναλογεί στην Ενάγουσα, για να επιμεριστεί στη συνέχεια το υπόλοιπο στους δύο οδηγούς, εφόσον έχει δοθεί στον Εναγόμενο 1 σχετική ειδοποίηση συνεισφοράς από τους Εναγομένους 2 και
- Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα κατάγματα που υπόστηκε η Ενάγουσα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί ή να ήταν ηπιότερα, εάν ήταν προσδεδεμένη με τη ζώνη ασφαλείας, της επιμερίζω συντρέχουσα αμέλεια σε ποσοστό 15%. Όσον αφορά την αμέλεια που επέδειξε ο κάθε ένας από τους δύο οδηγούς, συνυπολόγισα τις ανωτέρω αμελείς πράξεις και παραλείψεις τους. Επιχείρησαν και οι δύο να κινηθούν εντός της διασταύρωσης, όταν το φανάρι στην πορεία τους ήταν κόκκινο. Η Εναγομένη 2, βρισκόταν ήδη στο μέσο της διασταύρωσης, όταν αποφάσισε να υλοποιήσει την πρόθεσή της να κινηθεί δεξιά, παραγνωρίζοντας τον έκδηλο κίνδυνο να συγκρουστεί με το όχημα του Εναγομένου 1, το οποίο είχε δει να κινείται με ταχύτητα, σε κοντινή απόσταση από τη διασταύρωση. Έστω και εάν, εσφαλμένα, δεν εκτίμησε την ορθή απόσταση στην οποία βρισκόταν το όχημα του Εναγομένου 1 και την ταχύτητά του, όφειλε να είχε στραμμένη την προσοχή της προς το επερχόμενο όχημα και όχι να υλοποιήσει την πρόθεσή της, για να μην μείνει στη μέση της διασταύρωσης, όπως ανάφερε. Στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 25) αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «. Το φως έγινε από πράσινο σε πορτοκαλί και μετά κόκκινο και αφού το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι μου ήταν ακόμα σε μεγάλη απόσταση, επιχείρησα σιγά, σιγά να στρίψω δεξιά προς Σανταρόζα. Ενώ είχε πάρει διαγώνια κλίση προς τα δεξιά το αυτοκίνητο μου ένιωσα ένα δυνατό κτύπημα στο αριστερό πλευρό του αυτοκινήτου μου.». Από την πιο πάνω δήλωση συνάγεται η παράλειψη της να εστιάσει την προσοχή της, ως όφειλε, στο όχημα του Εναγομένου 1, τη στιγμή που υλοποίησε την πρόθεσή της και έστριψε δεξιά. Ο Εναγόμενος 1, από την άλλη, συνέχισε να κινείται με υπερβολική, υπό τις περιστάσεις, ταχύτητα, προσεγγίζοντας τη διασταύρωση και επεχείρησε να διασταυρώσει, παρά το γεγονός ότι είχε αντιληφθεί το όχημα της Εναγομένης 2 να βρίσκεται στη διασταύρωση, με εκδηλωμένη την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά. Υπό διαφορετικές, βέβαια, περιστάσεις, εάν το φανάρι ήταν πράσινο, δεν αμφισβητείται ότι θα είχε προτεραιότητα. Ακόμη και στη περίπτωση αυτή, δεν θα ήταν επιτρεπτό να κινείται με τέτοια ταχύτητα, προσεγγίζοντας διασταύρωση. Ακριβώς αυτό το γεγονός, η μεγάλη, δηλαδή, ταχύτητα του Εναγόμενου 1, γέρνει τη πλάστιγγα ελαφρώς εις βάρος του, και θεωρώ ότι ο δίκαιος υπό τις περιστάσεις επιμερισμός της ευθύνης ανάμεσα στους δύο οδηγούς είναι 45% στον Εναγόμενο 1 και 40% στην Εναγόμενη
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 2 και 3, επικαλούμενος την υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, εισηγήθηκε πως δεν πρέπει να καταλογιστεί ευθύνη πέραν του 10% στην Εναγομένη
- Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε τον οδηγό που είχε εισέλθει στη διασταύρωση αμελή και του καταλόγισε συντρέχουσα αμέλεια σε ποσοστό 25%, γιατί παρέλειψε να στρέψει ξανά την προσοχή του στον μοτοσικλετιστή, τον οποίο είχε δει να αδημονεί να ξεκινήσει. Ανάλογη υπήρξε η προσέγγιση του Εφετείου στην πρόσφατη υπόθεση Ευδοκίας Γεωργίου Μαχάττου κ.ά. ν. Δημόκριτου Σταματίδη Π.Ε. Αρ. 203/2008, ημερομηνίας 13.7.
- Ανατρέποντας την πρωτόδικη προσέγγιση, καταλόγισε 20% ευθύνη στον οδηγό, ο οποίος εισήλθε σε διασταύρωση με πράσινο, χωρίς να αντιληφθεί το μοτοσικλετιστή ο οποίος είχε εισέλθει με κόκκινο. Στην εξεταζόμενη, όμως, υπόθεση, τα γεγονότα είναι διαφορετικά. Τα φανάρια στις δύο πορείες ήταν κόκκινα και οι περιστάσεις που επικρατούσαν τη δεδομένη στιγμή, επέβαλλαν ανάλογο καθήκον επιμέλειας και προσοχής και στους δύο οδηγούς. Γ Ε Ν Ι Κ Ε Σ Α Π Ο Ζ Η Μ Ι Ω Σ Ε Ι Σ Όπως έχει υποδειχθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αποζημιώσεις είναι το μέσο που προσφέρεται στο Δικαστήριο για την αποτίμηση του πόνου και της ταλαιπωρίας από τα τραύματα που έχει υποστεί το θύμα της αμέλειας. Το ύψος τους συναρτάται με τη φύση των τραυμάτων, την έκτασή τους, τη διάρκεια αποκατάστασης των κακώσεων και τα κατάλοιπα, όπου διαπιστώνεται ότι υπάρχουν. Τα Δικαστήρια ακολουθούν μια ανοδική τάση των αποζημιώσεων που επιδικάζουν, μέσα στα πλαίσια μιας δίκαιης και φιλελεύθερης προσέγγισης στην αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των στερήσεων που προκαλούν τα τραύματα και οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (βλ. μεταξύ άλλων, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 Α.Α.Δ. 498, Παναγή κ.ά. ν. Κακόψιτου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 839, Τζιβανίδης ν. Μιχαηλίδη
(2008)1 Α.Α.Δ. 218). Αναμφίβολα η Ενάγουσα, ηλικίας 32 ετών τότε, έχει υποστεί πολλαπλά και επώδυνα τραύματα τα οποία της προκάλεσαν πόνους, ταλαιπωρία και δυσχέρειες για πολύ καιρό. Τα κατάλοιπα από τις κακώσεις είναι ακόμη εμφανή στο σώμα της και θα τη συνοδεύουν για το υπόλοιπο της ζωής της. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι την έχουν μεταμορφώσει από μια κοπέλα δραστήρια, που έσφιζε από ζωή, σε ένα ταλαιπωρημένο και απαισιόδοξο άτομο. Με δυσκολία ακόμη και στο περπάτημα, λόγω της αστάθειας που παρουσιάζει, ως μόνιμο πλέον κατάλοιπο του κατάγματος της οδοντοειδούς απόφυσης του 2ου αυχενικού σπονδύλου. Οι μεγάλες δύσμορφες ουλές και οι άλλες επιπτώσεις από τις σοβαρές κακώσεις που έχει υποστεί, της προκαλούν συνεχή ενόχληση, ψυχολογική αναστάτωση και μειονεξία. Η ενασχόληση με τα αγαπημένα της αθλήματα είναι πλέον ανέφικτη. Παρά την τάση υπερβολής που διέκρινε το Δικαστήριο και την προσπάθεια της Ενάγουσας για διόγκωση των αξιώσεών της, η σοβαρότητα των κακώσεων που έχει υποστεί είναι δεδομένη. Η ταλαιπωρία και η αγωνία που πέρασε, κινδυνεύοντας να χάσει και την ίδια τη ζωή της, άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στη σωματική και ψυχική της υγεία. Έχει υποστεί δύο χειρουργικές επεμβάσεις, ενώ απαιτείται περαιτέρω επέμβαση για σκοπούς αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης. Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη το άγχος και η κατάθλιψη από τα οποία υπόφερε και την ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει, βεβαίως, να επαναληφθεί ότι το Δικαστήριο βρίσκει αδικαιολόγητη την ολιγωρία της Ενάγουσας στην έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με την ψυχική της υγεία. Το γεγονός αυτό θα ληφθεί υπόψη στον καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων, όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastic Industry Ltd και Ταμπούρας ν. Κολάνη, ανωτέρω). Πέρα από την αναφερθείσα αστάθεια, τις ουλές και τη κατάθλιψη, η Ενάγουσα θα αισθάνεται πόνους και ενοχλήσεις στο ισχίο και αριστερό γόνατο λόγω των καταγμάτων, στις στροφικές κινήσεις. Παρουσιάζει, περαιτέρω, κάποια αδυναμία στο αριστερό πόδι, λόγω της μικρής ατροφίας του τετρακέφαλου μυός. Ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι τα πολλαπλά τραύματα που έχει υποστεί η Ενάγουσα δικαιολογούν όπως επιδικαστεί ποσό €500.000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων καθώς και μελλοντικές απώλειες εισοδημάτων με πολλαπλασιαστή 18 στη βάση του ποσοστού 85% ανικανότητας. Οι συνήγοροι της Εναγομένης αντιπροτείνουν πως το ποσό των γενικών αποζημιώσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει τις €50.000, υποστηρίζοντας ότι η Ενάγουσα διόγκωσε υπερβολικά τις αξιώσεις της. Όλα τα κατάγματα, εισηγήθηκαν έχουν επουλωθεί και δεν παρέμεινε οποιαδήποτε αναπηρία στην Ενάγουσα που να δικαιολογεί την ισχυρισθείσα ανικανότητα της να εργαστεί. Για καθοδήγηση του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε υποθέσεις στις οποίες κατά την εκτίμηση τους, οι σωματικές βλάβες παρουσιάζουν ομοιότητες με τις κακώσεις που έχει υποστεί η Ενάγουσα. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις υποθέσεις που επικαλέστηκαν οι συνήγοροι καθώς και άλλες σχετικές αποφάσεις για να αντλήσει την πρέπουσα καθοδήγηση (βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά (ανωτέρω) Συκοπετρίτη ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 218 Τζιβανίδης ν. Μιχαηλίδη (ανωτέρω), Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 226, Costantin ν. Αντωνιάδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1701, Γεωργίου ν. Αντωνίου
(2005)1 Α.Α.Δ. 967, Ευαγγέλου ν. Δημητρίου
(2008)1 Α.Α.Δ. 248 κ.α.). Είναι βέβαια κατανοητό πως η κάθε υπόθεση αποφασίζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Έχει υποδειχθεί κατ΄ επανάληψη ότι προηγούμενες αποφάσεις σε θέματα αποζημιώσεων, αποτελούν απλή καθοδήγηση γιατί δεν είναι δυνατό να συνταυτίζονται απόλυτα δύο υποθέσεις όσον αφορά το είδος και τις συνέπειες των κακώσεων (βλ. Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Ταμπούρας ν. Κολάνη - ανωτέρω -). Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, συνεκτιμώντας όλα όσα έχουν επισημανθεί πιο πάνω, εκτιμώ ότι το ποσό των €150.000, επί ποσοστού πλήρους ευθύνης, αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, για όλες τις κακώσεις που έχει υποστεί η Ενάγουσα. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Οι δικογραφημένες ειδικές ζημιές της Ενάγουσας συμφωνήθηκαν στο ποσό των €963,87 (£564,13). Αφορούν ιατρικά και άλλα έξοδα τα οποία διεκδικεί η Ενάγουσα με τις παραγράφους 14 Β, Γ, όπως περιορίστηκε, Ε, ΣΤ, Ζ και Η, της Έκθεσης Απαίτησης. Με τις υποπαραγράφους Α και Δ διεκδικεί απώλειες απολαβών, λόγω της ισχυριζόμενης αδυναμίας και ανικανότητας της να εργαστεί. Οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν αυτή την αξίωση. Το πρώτο σκέλος (παράγραφος 14Α) αφορά τους μισθούς και τις απώλειες των εισοδημάτων της από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι τις 31.12.
- Διεκδικεί το συνολικό ποσό των £8.400 που αντιστοιχεί με 12 μηνιαίες απολαβές των £700 για κάθε μήνα. Δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους ότι οι σοβαρές κακώσεις την καθιστούσαν εντελώς ανίκανη να εργαστεί για διάστημα ενός έτους. Δεδομένου ότι τα κατάγματα πωρώθηκαν τον Αύγουστο του έτους 2004, κρίνεται λογική η αξίωση για απώλεια εισοδημάτων μέχρι το τέλος του
- Το παράδοξο είναι ότι διεκδικούνται απώλειες απολαβών ύψους £700 μηνιαίως μόνο, ενώ με βάση τη μαρτυρία της Ενάγουσας, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, τα συνολικά εισοδήματα της ήταν £900 το μήνα. Δεν θεωρώ ότι θα ήταν ορθό να επιδικαστεί ποσό πέραν από το δικογραφημένο ποσό των £8.400, το οποίο βρίσκω απόλυτα δικαιολογημένο. Η δεύτερη αξίωση (παράγραφος 14(Δ)) αφορά τις απώλειες των απολαβών της από την 1.1.2005 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Για το μέρος αυτό διεκδικεί ποσό £900 μηνιαίως ως απολεσθέντα εισοδήματα. Η αξίωση αυτή σχετίζεται με τις απώλειες μελλοντικών εισοδημάτων. Δεδομένου ότι τα κατάγματα επουλώθηκαν πλήρως και είχε συμπληρωθεί η θεραπευτική αγωγή, η όποια ανικανότητα παρέμεινε μετά τον Δεκέμβριο του έτους 2004, αφορά τόσο την αξίωση για ειδικές ζημιές όσο και τις μελλοντικές απώλειες. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι δικαιολογείται η διεκδικούμενη απώλεια ενώ οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν έντονα την αξίωση. Δεν απαιτείται να επαναληφθούν οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τα κατάλοιπα από τις σοβαρές κακώσεις που έχει υποστεί η Ενάγουσα. Η μαρτυρία της, ως προς την έκταση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που έχουν σημειωθεί. Το ίδιο και η μαρτυρία του Μ.Ε.3 όσον αφορά τη θέση ότι έχει καταστεί ανίκανη σε ποσοστό 85%. Για το ίδιο θέμα, η Ενάγουσα κατάθεσε βεβαίωση του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τεκμήριο 9, με την οποία βεβαιώνεται ότι «είναι συνταξιούχος ανικανότητας από 15.11.2004, σε ποσοστό 85%». Στην ίδια βεβαίωση, που φέρει ημερ. 25.10.2010, αναφέρεται ότι το ποσό της σύνταξης που λαμβάνει από την 1.1.2010 είναι €702.
- Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν κλήθηκε - χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση - το πρόσωπο που συνέταξε τη βεβαίωση για να εξηγήσει στη βάση ποίων δεδομένων της χορηγήθηκε η σύνταξη ανικανότητας. Αξίζει να αναφερθεί πως όταν η Ενάγουσα κατέθεσε την πιο πάνω βεβαίωση, οι συνήγοροι των Εναγομένων δήλωσαν ότι δεν αποδέχονται το περιεχόμενο της. Καταλήγω, συνεπώς, πως δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ιατρική ή άλλη επαρκής μαρτυρία που να υποστηρίζει την εκδοχή της Ενάγουσας ότι οι κακώσεις που έχει υποστεί την κατέστησαν ανίκανη στο ισχυριζόμενο ποσοστό. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι η μικρή αστάθεια που παρουσιάζει, σε συνάρτηση και με τις άλλες επιπτώσεις από τα πωρωθέντα κατάγματα, δικαιολογούν κάποια ανικανότητα. Δεν είναι όμως δυνατό να προσδιοριστεί η ανικανότητα της από το Δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία, ως προς το ζήτημα. Είναι, ωστόσο, δίκαιο και λογικό να λεχθεί πως η σημερινή της κατάσταση δεν της επιτρέπει να εκτελεί πλέον την εργασία του σερβιτόρου, την οποία ασκούσε πριν το ατύχημα. Δεν μπορεί όμως να υποστηριχθεί, πως δεν είναι σε θέση να ασκήσει οποιαδήποτε άλλη καθιστική εργασία. Ελλείψει μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καθορίσει την απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων της Ενάγουσας στη βάση του πολλαπλασιαστή γιατί είναι άγνωστο το εισόδημα που θα μπορούσε να έχει από άλλη απασχόληση. Είναι βέβαιο ότι οι αναφερθείσες συνέπειες επηρεάζουν την εισοδηματική ικανότητα της Ενάγουσας. Εκτιμώ ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν όπως επιδικαστεί ένα κατ' αποκοπήν ποσό. Λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της (40 ετών σήμερα), την απασχόληση και τα εισοδήματα που είχε από την εργασία της πριν το ατύχημα (£900 μηνιαίως), κρίνω ότι το ποσό των €50.000 είναι, υπό τις περιστάσεις, δίκαιο για τη μείωση της εισοδηματικής της ικανότητας. Συνοψίζοντας, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δικαιούται, επί ποσοστού πλήρους ευθύνης, στα ακόλουθα ποσά: α) Ποσό €200.000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Στο ποσό περιλαμβάνεται και το ποσό των €50.000 για τη μείωση της εισοδηματικής της ικανότητας, και β) Ποσό €15.316,12 για τις ειδικές ζημιές. Αφού αφαιρεθεί το ποσοστό ευθύνης που της έχει καταλογιστεί (15%) τα ποσά που δικαιούται, διαμορφώνονται σε: α) €170.000 γενικές αποζημιώσεις και β) €13.018,70 για τις ειδικές ζημιές της. ΤΟΚΟΣ Είναι πολύ καλά γνωστό ότι στις αποζημιώσεις που επιδικάζει το Δικαστήριο στα θύματα αστικών αδικημάτων, λογίζονται τόκοι από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος, εκτός εάν έχει επιδειχθεί ολιγωρία από την πλευρά του Ενάγοντα που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση (βλ. Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396, Μιχαήλ ν. Φίλιου Γ. Συκοπετρίτη Λτδ, κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049, Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 331). Μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου (δες Ν.81
(1)/2008), ο νόμιμος τόκος ήταν 8% ετησίως. Από τη δημοσίευση του πιο πάνω τροποποιητικού Νόμου, ήτοι την 15.10.2008, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επήλθε και με τον τροποποιητικό Νόμο του 2008 (Ν.82
(1)/2008) στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Στην εξεταζόμενη υπόθεση παρατηρήθηκε πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, χωρίς να δοθεί ή να προκύπτει επαρκής δικαιολόγηση από το φάκελο. Το ατύχημα έλαβε χώρα στις 27.12.2003 και στις 14.9.2005 καταχωρίστηκε το γενικά οποσθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Παρά το γεγονός ότι δεν δόθηκαν εξηγήσεις γι' αυτή την καθυστέρηση, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι υπήρξε αδικαιολόγητη ολιγωρία από την Ενάγουσα, ενόψει της σοβαρότητας των τραυμάτων, του χρόνου αποθεραπείας των καταγμάτων και της ανάγκης για εξασφάλιση των απαραίτητων ιατρικών βεβαιώσεων που θα της επέτρεπαν να αποκρυσταλλώσει τις αξιώσεις της. Διαπιστώνεται, όμως, ανεξήγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στις 28.2.
- Η Ενάγουσα όφειλε να δώσει εξηγήσεις για να δικαιολογήσει αυτό το μεγάλο κενό στην προώθηση της υπόθεσης της. Δεν προέκυψε από τη μαρτυρία κάποια επιπλοκή στην πορεία αποθεραπείας της Ενάγουσας ή άλλο απροσδόκητο γεγονός που να δικαιολογεί αυτή την καθυστέρηση. Κρίνω, υπό τις πιο πάνω αναφερθείσες περιστάσεις, ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο για τους Εναγόμενους, οι οποίοι δεν ευθύνονται για τη διαπιστωθείσα καθυστέρηση, να στερηθεί η Ενάγουσα τους τόκους, που άλλως πως θα εδικαιούτο, για διάστημα 18 μηνών. Παρόλο που στις ειδικές ζημιές ο τόκος επιδικάζεται, συνήθως, για τη μισή περίοδο, στα περιστατικά της υπόθεσης δεν δικαιολογείται τέτοια ρύθμιση, καθ' όσον όλες οι απώλειες της Ενάγουσας ανάγονται σε χρόνους πριν το έτος
- Δικαιολογείται, έτσι, νόμιμος τόκος τόσο επί των γενικών όσο και επί των ειδικών αποζημιώσεων από 1.7.
- Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, προσωπικά και αλληλέγγυα, για το ποσό των €183.018,70, με νόμιμο τόκο, όπως πιο πάνω αναφέρεται, από 1.7.2005, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Όπως έχει αναφερθεί νωρίτερα, οι Εναγόμενοι 2 και 3 επέδωσαν σχετική ειδοποίηση συνεισφοράς στον Εναγόμενο 1, δυνάμει της Δ.10 θ.12
(1). Μετά, μάλιστα, από σχετική αίτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες και ανταλλάγηκαν δικόγραφα μεταξύ των συνεναγομένων. Το Δικαστήριο έχει ήδη επιμερίσει την ευθύνη ανάμεσα στους Εναγόμενους 1 και 2, σε ποσοστό 45% και 40% αντίστοιχα. Ακολουθεί ότι η συνεισφορά στις αποζημιώσεις των Εναγομένων 1 και 2 καθορίζεται ανάλογα με το πιο πάνω ποσοστό ευθύνης, που έχει επιμεριστεί (βλ. Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, A.H.K. κ.ά. ν. Rawnsello Trad. Co. Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1570). [Υπ.] ................................... Λ. Καλογήριου, Α.Ε.Δ. ΘΗ/νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο