DELINCYP COMPANY LIMITED ν. FIRST UKRAINIAN DEVELOPMENT LIMITED, Αγωγή αρ.: 5994/10., 13 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A363 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5994/
- METAΞΥ : DELINCYP COMPANY LIMITED, Εναγόντων, - και -
- FIRST UKRAINIAN DEVELOPMENT LIMITED, υπό Εκκαθάριση,
- ZRONEK WOLFGANG,
- ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥ,
- ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ,
- PETROCHEMICAL HOLDING GMBH,
- IAKOV GOLDOVSKIY,
- DEVISION GROUP LIMITED,
- DMITRY BURYAK,
- ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΣΤΑΗ,
- ΒΑΡΒΑΡΑ ΠΑΝΑΓΙΔΗ,
- ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ, Εναγομένων. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Σεπτεμβρίου, 2011 Αίτηση ημερ. 1.3.2011 υπό Εναγομένης 1 διά Αναστολή της Διαδικασίας και Παραπομπή της Αξίωσης σε Διαιτησία ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη 1: κ. Σπύρος Ευαγγέλου (κ. Τσικουρής δια ν΄ ακούσει απόφαση) Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Νεόφυτος Πιριλλίδης (κα Ν. Νικολάου δια ν΄ακούσει απόφαση) ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση η Αιτήτρια-Εναγομένη 1 αιτείται διατάγματος αναστολής κάθε διαδικασίας εναντίον της και διατάγματος παραπομπής της αξίωσης της εναγούσης σε διαιτησία με βάση τη σχετική ρήτρα διαιτησίας της μεταξύ τους συμφωνίας, παρ. 5
(1), αναφορικά με τη διαχείριση και επίβλεψη του έργου Κochna-Zaspa. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του κ. Μιχάλη Λοίζου, ημερ. 1.3.11 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, η αξίωση της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, στηρίζεται και/ή σχετίζεται με τη Συμφωνία Διαχείρισης και Εποπτείας έργου αναφορικά με το έργο γνωστό ως Kochna-Zaspa, στην Ουκρανία. Με βάση την παρ. 5
(1)της άνω συμφωνίας, οποιαδήποτε διαφορά αναφορικά και/ή σε σχέση με τη συμφωνία, που δεν μπορεί να διευθετηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, παραπέμπεται σε διαιτησία στη Γενεύη για να εκδικαστεί και να επιλυθεί με βάση τους Κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Η συμφωνία, ως άνω, διέπεται από τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο (Ν.101/87), σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε από τους συμβαλλομένους, πριν τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαδικαστικού διαβήματος (step in the proceedings) να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, όπως προβλέπεται από τη συμφωνία. Η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα στη διαδικασία πριν την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης, την οποία κατεχώρισε μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση κατεχώρισε ένσταση με την οποία προβάλλει 13 λόγους ενστάσεως. Μεταξύ αυτών είναι ότι η Αιτήτρια κωλύεται στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης καθότι δεν εξασφάλισε άδεια από το αρμόδιο Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό ενόψει του ότι τελεί υπό εκκαθάριση, αλλά και διότι το όλο θέμα ευρίσκεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Επίσημου Παραλήπτη. Περαιτέρω ότι η επικαλούμενη ρήτρα διαιτησίας δεν καλύπτει τα επίδικα θέματα και η επίκληση της γίνεται με κακοπιστία, καθότι δεν έπραξε αυτό σε προγενέστερο χρόνο, όταν μάλιστα κλήθηκε προ πολλού περί τούτου και αναφορικά με το ύψος των απαιτήσεων της εναγούσης. Επίσης, προβάλλεται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 8, του Νόμου Περί Διαιτησίας, Κεφ. 4, και η Αιτήτρια μετά την καταχώριση εμφάνισης στο Δικαστήριο προέβη σε διαβήματα προώθησης της αγωγής. Η φύση της υπόθεσης εναντίον της Αιτήτριας στηρίζεται μεταξύ άλλων σε θέματα απάτης και δόλου και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο και όχι από Διαιτητή και τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι κατάλληλα για εκδίκαση της αγωγής λόγω της ύπαρξης μεγάλου αριθμού μαρτύρων και μαρτυρικού υλικού στην Κύπρο. Τέλος, προβάλλεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, και τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα της Εναγούσης και θα στερήσει την ίδια από δίκαιη δίκη και ακόμη ότι η ένορκος δήλωσης επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση είναι παράτυπη. Την ένσταση συνοδεύει ένορκος δήλωσης της κας Φρειδ. Κουδουνάρη, Διευθύντριας της Avery Nominees Ltd, Διοικητικού Συμβούλου της Καθ΄ ης η Αίτηση. Εις αυτήν προβάλλονται τα ακόλουθα:- Ø Υπεβλήθη εις τον Επίσημο Παραλήπτη η απαίτηση της Εναγούσης εναντίον της Αιτήτριας η οποία τελεί υπό εκκαθάριση και έγινε Γενική Συνέλευση των Πιστωτών. Ø Η Αιτήτρια δεν δικαιούται να αμφισβητεί την απαίτηση της Εναγούσης στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας. Ø Ο Επίσημος Παραλήπτης δεν αμφισβήτησε ούτε αμφισβητεί τα ποσά αυτά. Ø Εις την Αίτηση Εκκαθάρισης της Αιτήτριας απερρίφθη αίτημα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία. Ø Η Αιτήτρια ενεργεί κακόπιστα, καθότι ενώ αρχικά ζήτησε παραπομπή του θέματος σε διαιτησία προ πολλών ετών, εν συνεχεία δεν προώθησε αυτό το θέμα. Ø Η Αιτήτρια ως εταιρεία υπό εκκαθάριση κωλύεται να προωθεί τα αιτήματα υπό εξέταση χωρίς την άδεια του εκκαθαριστού. Ø Η Αιτήτρια εμποδίζεται να προωθεί την παρούσα αίτηση καθότι κατεχώρισε εμφάνιση την 10.9.10 ανεπιφύλακτα. Η δε δεύτερη εμφάνιση ημερ. 1.3.11 δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ø Ο όρος 5.1 της Συμφωνίας δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση καθότι η ρήτρα διαιτησίας είναι γενική, αόριστη και ασαφής τόσο ως προς το αντικείμενο όσο και ως προς τον τόπο διεξαγωγής της διαιτησίας. Ø Η παρούσα διαφορά και αξίωση δεν εμπίπτει στην έννοια της διαφοράς που επιλύεται με διαιτησία, καθότι αφορά χρέος διά παροχή υπηρεσιών. Ø Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, καθότι μεταξύ άλλων η Αιτήτρια προέβη σε διαβήματα προώθησης της αγωγής. Ø Η αγωγή στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε θέματα απάτης και δόλου. Ø Η Αιτήτρια και η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι εγγεγραμμένες εις Κύπρο, τα βιβλία και μεγάλος αριθμός μαρτύρων ευρίσκονται εις Κύπρο και τυχόν μετάβαση τους εις Γενεύη για σκοπούς της διαιτησίας συνεπάγεται επιπρόσθετες δαπάνες και ταλαιπωρία. Ø Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει τη αίτηση δεν αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης του ομνύοντος, αλλά ούτε πού στηρίζεται, κατά παράβαση της Δ.39, Κ.2. Ø Η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα έχει αποτέλεσμα να προκαλέσει βλάβη στην ενάγουσα και θα ήταν «αντίθετος, ανεπιεικές και άδικο προς τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Επίσης θα τη στερούσε από δίκαιη δίκη. Να σημειωθεί ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση κατεχώρισε την 17.5.11 συμπληρωματική ένορκο δήλωση στην ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, και συνεπώς δεν θα ληφθεί υπόψη. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους προώθησαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν. Ο συνήγορος της Αιτήτριας στήριξε το αίτημα στο άρθρο 8 του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987, Ν.101/87, και εισηγήθηκε ότι βάσει αυτού και της απαίτησης της εναγούσης, όπως αυτή διατυπούται στις παρ. 5 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης, η αίτηση που αφορά μόνο την απαίτηση εναντίον της Αιτήτριας-Εναγομένης 1 θα πρέπει να επιτύχει. Επικαλέσθηκε προς τούτο την Novokuznetsk Aluminium Plant v. Base Metal Trading Ltd κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1856. Αντίθετα, ο συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση ανέπτυξε όλους τους λόγους ένστασης και ειδικά για την άνω εισήγηση της άλλης πλευράς ήταν η θέση του ότι δεν μπορεί να γίνει κατακερματισμός της υπόθεσης και απαίτησης της Εναγούσης όπως επίσης η αίτηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί λόγω της κακοπιστίας της Αιτήτριας, η οποία από τον Μάρτη 2008 δεν προώθησε τη διαφορά σε διαιτησία. Τα άρθρα 2
(2)(β)(i)(ii),
(4),
(5), 3
(1)
(2)και 8 του Ν.101/87 έχουν ως ακολούθως: «2
(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια - ..................................
(2)«Διεθνής» είναι η διαιτησία: (α) ................................ (β) αν ένας από τους ακόλουθους τόπους ευρίσκεται εκτός του κράτους, στο οποίο τα μέρη της συμφωνίας έχουν την έδρα των εργασιών τους: (ι) ο τόπος διεξαγωγής της διαιτησίας, εφόσο αυτός ορίστηκε μέσα στη συμφωνία περί διαιτησίας, ή κατά τους όρους της συμφωνίας περί διαιτησίας· (ιι) ο τόπος εκτέλεσης σημαντικού μέρους των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εμπορική σχέση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς ή ο τόπος με τον οποίο συνδέεται στενότερα το αντικείμενο της διαφοράς· ή .................................
(4)«Εμπορική» είναι η διαιτησία αν αναφέρεται σε ζητήματα που απορρέουν από εμπορικής φύσεως σχέσεις, συμβατικές ή μη.
(5)Ο όρος «εμπορικής φύσεως σχέσεις» περιλαμβάνει ενδεικτικά, και όχι περιοριστικά, εμπορικές συναλλαγές για την προμήθεια ή την ανταλλαγή αγαθών ή υπηρεσιών, συμφωνίες διανομής, εμπορικές αντιπροσωπεύσεις και πρακτορεύσεις, μισθώσεις, κατασκευές έργων, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, τις μηχανικές κατασκευές, την παραχώρηση αδειών, τις επενδύσεις, τη χρηματοδότηση, τις τραπεζικές και ασφαλιστικές εργασίες, τις συμφωνίες ή τις παραχωρήσεις εκμεταλλεύσεως, τις κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες και άλλες μορφές βιομηχανικής ή επαγγελματικής συνεργασίας και την εναέρια, θαλάσσια, σιδηροδρομική και οδική μεταφορά αγαθών ή επιβατών. ...................................... «3
(1)Υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς διακρατικής συμφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, με την εξαίρεση των άρθρων 8, 9, 35 και 36, τυγχάνουν εφαρμογής αποκλειστικά επί περιπτώσεων που η διεθνής εμπορική διαιτησία διενεργείται στην Κυπριακή Δημοκρατία. ........................................ 8
(1)Σε περίπτωση που εγείρεται αγωγή για ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή οφείλει, αν το ζητήσει το ένα των μερών πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσής του επί της ουσίας της διαφοράς, να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, εκτός αν εύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.
(2)Η έγερση αγωγής κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(1)δεν αποτελεί κώλυμα για την έναρξη ή τη συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή την έκδοση τελικής διαιτητικής απόφασης, εν όσω το επίδικο θέμα εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.» Η ρήτρα διαιτησίας επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση έχει ως εξής: «5.1 This Αgreement shall be governed by and construed in accordance with the Laws of Switzerland, Canton of Geneva. All disputes arising in connection with this agreement which cannot be settled by reference to this Agreement itself and which cannot be settled to the mutual satisfaction of the Parties, shall be finally settled in Geneva (Switzerland), under the rules of conciliation and arbitrator of the International Chamber of Commerce by one or more arbitrators appointed in accordance with the said rules.» (Βλέπε τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Μ. Λοίζου) Από τον συνδυασμό των άνω άρθρων και Ρήτρας Διαιτησίας, αναμφίβολα εάν η βάση της αγωγής της Εναγούσης είναι, όπως υπεστήριξε ο συνήγορος της Αιτήτριας με αναφορά στις παρ. 5 και 13 της Έκθεσης Απαίτησης, σε διαφορά που προκύπτει σε σχέση με τη συμφωνία των μερών, τότε το Δικαστήριο δεν θα είχε άλλη εκλογή και θα «όφειλε να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία» βάσει του άρθρου 8 του Ν.101/
- Όμως προσεκτική εξέταση της οπισθογράφησης της Απαίτησης και Έκθεσης Απαίτησης δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο. Η φύση της απαίτησης και τα αγώγιμα δικαιώματα της Εναγούσης, όπως αυτά καταγράφονται εις τα δύο πιο πάνω δικόγραφα, αφορούν τα αδικήματα της απάτης, δόλου, συνωμοσίας για καταδολίευση, παράβαση καθήκοντος (βλ. παρ. 19, 23, 24 και 25 της Έκθεσης Απαίτησης) και παράβαση των προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Τα όσα αναφέρονται εις τις παρ. 5 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης, αναφέρονται ακριβώς για να καταδειχθεί από πού προέκυψε κατ΄ ισχυρισμόν η οφειλή της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα και η οποία έχει αποδειχθεί και επαληθευθεί στον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος την έκαμε αποδεκτή (βλ. παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης και παρ. 4 και 5 της Ενόρκου Δηλώσεως Κουδουνάρη). Όμως δεν αξιώνει οιονδήποτε ποσό βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας αλλά αξιοί το συνολικό ποσό των €12.466.229, που δικαιούται κατ΄ ισχυρισμό, ως απώλεια της συνεπεία των αστικών αδικημάτων, παρανομιών, κτλ, που αποδίδει στην Εναγόμενη 1 και άλλους Εναγομένους. Η Ρήτρα Διαιτησίας, ως άνω, δεν καλύπτει τα αγώγιμα δικαιώματα της Εναγούσης ως έχουν αναλυθεί πιο πάνω και συνεπώς το άρθρο 8, του Ν.101/87, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Πολύ συνοπτικά αναφέρεται ότι η αίτηση δεν δύναται να επιτύχει ούτε κάτω από το άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας.» Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού έχουν εξεταστεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [Βλ. μεταξύ άλλων Yiola Skaliotou v. Christoforos Pelekanos
(1976)1 CLR 251, Pelekanos Ltd v. Kermia Ltd
(1980)1 CLR 603, Investa Foreigh Trade Co. Ltd. V. Onisiforos Demetriades and Co
(1982)1 CLR 276, Nicosia Race Club a.o. v. Costas Vafeades a.o.
(1986)1 CLR 125, Λελιάνα Τούριστ Σερβισες Λτδ ν. Ανδρέας Χ. Καρπασίτης και Υιοί (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 75 και πιο πρόσφατα ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. 1. Στέλιος Κουρουκλίδης & Άλλη
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1374]. Επίσης επεξηγούνται στα Αγγλικά Συγγράμματα Halsbury΄s Laws of England (3η Έκδοση), Τόμος 2, σελ. 21 και συνέχεια και Russel on Arbitration, 19η Έκδοση, σελ. 175-176 που πραγματεύεται παρόμοιες πρόνοιες της Αγγλικής Νομοθεσίας. Από τις πιο πάνω αποφάσεις και συγγράμματα προκύπτει ότι προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία ν΄ αναστείλει μία διαδικασία για το λόγο ότι έπρεπε η διαφορά να πάει σε διαιτησία θα πρέπει να ικανοποιούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Να υπάρχει μια έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. (β) Να άρχισε διαδικασία στο Δικαστήριο. (γ) Η διαδικασία να άρχισε από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη ή από πρόσωπο που διεκδικεί μέσω του ή υπό την εξουσία του εναντίον του άλλου συμβαλλομένου μέρους ή εναντίον μέρους το οποίο διεκδικεί μέσω ή κάτω απ΄ αυτόν. (δ) Η διαδικασία ν΄ αναφέρεται σε διαφορά που συμφωνήθηκε ότι θα παραπεμφθεί σε διαιτησία. (ε) Η αίτηση για αναστολή γίνεται από διάδικο στη διαδικασία. (στ) Η αίτηση γίνεται μετά από την εμφάνιση του διάδικου και προτού αυτός παραδώσει οποιοδήποτε δικόγραφο ή κάμει οποιοδήποτε άλλο διάβημα στη διαδικασία (step in the proceedings). (ζ) Ο διάδικος που ζητά την αναστολή ήταν και είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για την ορθή διεξαγωγή της διαιτησίας. Εις την υπόθεση Heyman v Darwins Ltd
(1942)1 All E.R. 337, στη σελ. 345, ο Δικαστής Macmillan ανάφερε τ΄ ακόλουθα: «Where proceedings at law are instituted by one of the parties to a contract containing an arbitration clause and the other party, founding on the clause, applies for a stay, the first thing to be ascertained is the precise nature of the dispute which as arisen. The next question is whether the dispute is one which falls within the terms of the arbitration clause. Then sometimes the question is raised whether the arbitration clause is still effective or whether something has happened to render it no longer operative. Finally, the nature of the dispute being ascertained, it having been held to fall within the terms of the arbitration.» Από τα πιο πάνω και ακόμη έχοντας υπόψη τα αγώγιμα δικαιώματα της εναγούσης, ως αυτά δικογραφούνται και έχουν αναλυθεί πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι φαίνεται ξεκάθαρα ότι «η διαδικασία δεν αναφέρεται σε διαφορά που συμφωνήθηκε ότι θα παραπεμφθεί σε διαιτησία». Η σχετική ρήτρα διαιτησίας δεν καλύπτει τα αγώγιμα δικαιώματα της εναγούσης. Διά όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας-Εναγομένης 1, όπως αυτά θα υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή και πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο