← Κύπρος

Κώστα Γαλήνη ν. Άννης Νοεκλέους, Αρ. Αγωγής: 8202/07, 14 Σεπτεμβρίου, 2011

Κώστα Γαλήνη ν. Άννης Νοεκλέους, Αρ. Αγωγής: 8202/07, 14 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A365 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8202/07 Μεταξύ: Κώστα Γαλήνη Ενάγοντα και Άννης Νοεκλέους Εναγομένης -------------- 14 Σεπτεμβρίου,

  1. Για τον ενάγοντα: κκ A. Τσάρκατζης και Λ. Βραχίμης Για την εναγόμενη: κ. Α. Πέτσας A Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι υπήρξαν σύζυγοι. Ο γάμος τους τελέστηκε στις 22.6.2002 και ένα περίπου χρόνο αργότερα απέκτησαν ένα κοριτσάκι. Από τις αρχές Οκτωβρίου του 2006 βρίσκονταν σε διάσταση και, τελικά, στις 31.3.2008 ο γάμος τους λύθηκε, μετά από απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Προτού αρχίσει να κλονίζεται η έγγαμη σχέση τους, ξεκίνησαν, στις αρχές του 2003, την ανέγερση οικοδομής, την οποία προόριζαν για συζυγική οικία. Όπως όμως θα διαφανεί στη συνέχεια της απόφασης, αποτέλεσε ακόμη ένα σημείο τριβής στη μεταξύ τους αντιδικία όταν επήλθε ο χωρισμός. Η ανέγερση της εν λόγω οικίας έγινε σε ακίνητο το οποίο βρίσκεται στο χωριό Ψημολόφου και ανήκει κατά ένα δεύτερο στον πατέρα του ενάγοντα, κατά ένα τέταρτο στον ίδιο τον ενάγοντα και κατά το υπόλοιπο ένα τέταρτο στην εναγομένη, στην οποία το μεταβίβασε ο τότε σύζυγός της - ενάγοντας. Κατά το χρόνο της μεταξύ τους διάστασης η εναγόμενη, την 17.10.2006, εξασφάλισε μονομερώς, από αρμόδιο Δικαστήριο, διάταγμα αποκλειστικής χρήσης της οικίας. Λίγους μήνες αργότερα, στις 12.12.2006, το διάταγμα ακυρώθηκε και οι εμπλεκόμενοι, με συμφωνία τους επί Δικαστηρίω αποδέχθηκαν ότι και οι δύο μπορούν να διαμένουν και/ή χρησιμοποιούν την οικία. Το δικογραφημένο παράπονο του ενάγοντα είναι ότι η εναγόμενη, με διάφορες πράξεις και/ή ενέργειές της και/ή με τη χρήση βίας και διαφόρων άλλων μεθόδων, παράνομα τον εμποδίζει και/ή του απαγορεύει από του να διαμένει και/ή να εισέρχεται ελεύθερα και ανεμπόδιστα στην οικία και/ή παράνομα κατέχει ολόκληρη την οικία. Θέτει έτσι ο ενάγοντας ότι οι ενέργειες της εναγόμενης συνιστούν παράνομη επέμβαση στην εν λόγω οικία, με αποτέλεσμα, ο ίδιος να υφίσταται ζημιές για απώλεια χρήσης, κατοχής ή εκμετάλλευσής της. Με αυτά ως υπόβαθρο, αξιώνει σειρά διαταγμάτων, καθώς επίσης και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, απώλεια χρήσης, διαφυγόντα κέρδη και/ή ενδιάμεσα οφέλη. Η ουσιαστική υπεράσπιση της εναγόμενης, όπως αυτή δικογραφείται, αλλά και υποστηρίζεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε απαγόρευσε και/ή αρνήθηκε στον ενάγοντα να διαμένει ή χρησιμοποιεί την αναφερόμενη οικία. Τουναντίον, θέτει πως είναι ο ίδιος ο ενάγοντας που με διάφορες πράξεις την παρενοχλούσε και προσπαθούσε να την παρεμποδίσει να εισέρχεται ή να χρησιμοποιεί την υπό αναφορά οικία. Καταλήγει δε με τον ισχυρισμό ότι ο ενάγοντας κατ΄ επιλογή του, εθελοντικά και αυτόβουλα, δεν διέμενε στην επίδικη οικία. Στην πορεία της ακροαματικής διαδικασίας, την 28.3.2011, συγκεκριμένα μετά το πέρας της μαρτυρίας του ενάγοντα, ο οποίος κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την εναγόμενη αποδέχθηκε, με επιφύλαξη των δικογραφημένων θέσεών του, την έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος 16(Α) της έκθεσης απαίτησης, ήτοι «που ν΄ απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την εναγόμενη είτε προσωπικά, είτε διά των αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή υπαλλήλων της από του να εμποδίζει και/ή εξώνει και/ή αποκλείει και/ή απαγορεύει στον ενάγοντα από του να εισέρχεται και/ή διαμένει και/ή κατέχει και/ή χρησιμοποιεί και/ή εκμεταλλεύεται την επίδικη οικία». Με βάση αυτή την εξέλιξη, η πλευρά του ενάγοντα απέσυρε, ως άνευ αντικειμένου, την αξίωσή της για έκδοση περαιτέρω διαταγμάτων. Υπό τις συνθήκες αυτές μόνο επίδικο ζήτημα παραμένει αυτό των αιτούμενων αποζημιώσεων. Οι δύο διάδικοι ήταν οι βασικοί μάρτυρες. Πέραν τούτων, η πλευρά του ενάγοντα πρόσφερε τη μαρτυρία δύο ακόμη προσώπων: Του Ανώτερου Επιθεωρητή Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου Κώστα Αδαμίδη, ο οποίος κατέθεσε σχετικά με την ημερομηνία έναρξης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στην επίδικη οικία και του εγκεκριμένου εκτιμητή ακινήτων Χαράλαμπου Πετρίδη, ο οποίος κατέθεσε σχετικά με την εκτίμηση της αγοραίας αξίας και αγοραίου ενοικίου του υπό αναφορά υποστατικού. Εκ μέρους της εναγόμενης παρουσιάστηκε και η μαρτυρία δύο ακόμη προσώπων, του Κωνσταντίνου Καπνού, ο οποίος εκτελεί χωματουργικές εργασίες και του Δήμου Χριστοδουλίδη, που ασχολείται με την εγκατάσταση ηλιακών θερμοσιφώνων. Η μαρτυρία τους περιστράφηκε γύρω από γεγονότα που έλαβαν χώρα στην παρουσία τους στο χώρο της επίδικης οικίας, προκειμένου να καταδειχθεί η επιθετική συμπεριφορά του ενάγοντα και τα προβλήματα που δημιουργούσε στην εναγομένη. Το Δικαστήριο θα περιοριστεί στο παρόν μέρος στη συνοπτική παράθεση των βασικών θέσεων των διαδίκων, όπως τις παρουσίασαν ενώπιόν του. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας και στην έκταση που αυτό είναι απαραίτητο, θα καταγραφεί σε κατοπινό, κατάλληλο, στάδιο της απόφασης. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, το επίδικο ακίνητο ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε ως οικογενειακή στέγη, καθότι μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006, κατά το χρόνο δηλαδή που επήλθε η διάσταση, η ανέγερσή του δεν είχε ολοκληρωθεί. Πρόσθεσε ότι από το 2003, όταν και άρχισε η ανέγερση, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006, οπόταν και η εναγόμενη εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα αποκλειστικής χρήσης, ο ίδιος είχε συνεχή και αδιάλειπτη κατοχή και χρήση της οικίας. Επισκεπτόταν καθημερινά το χώρο ανέγερσής της και προέβαινε σε διάφορες εργασίες οικοδόμησης. Προβάλλει ως βασική θέση ότι από τις 12.12.2006, ημερομηνία κατά την οποία τα δύο μέρη συμφώνησαν στο Δικαστήριο και αποδέχθηκαν να διαμένουν και να χρησιμοποιούν την επίδικη οικία, η εναγόμενη αρνείται να τηρήσει τα συμφωνηθέντα και με διάφορους τρόπους τον παρεμποδίζει από του να εισέρχεται ελεύθερα και να χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο το συνιδιόκτητο ακίνητο. Στους τρόπους αυτούς παρεμπόδισης αναφέρθηκε με λεπτομέρεια. Περιληπτικά, αφορούν επεμβάσεις της εναγόμενης στις κλειδαριές, αλλαγή τους και άσκηση ψυχολογικής και πραγματικής βίας εναντίον του στην προσπάθειά της να του αποστερήσει είσοδο και χρήση της οικίας. Καταλήγοντας, κατέθεσε ότι παρά τις συνεχείς ενέργειες, αλλά και εκκλήσεις, τόσο δικές του όσο και της αστυνομίας και των δικηγόρων του, η εναγόμενη δεν του επέτρεπε να εισέρχεται και να διαμένει στην οικία, την οποία χρησιμοποιεί και της οποίας έχει αποκλειστική χρήση και κατοχή. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι σήμερα είναι νυμφευμένος με άλλη γυναίκα, αρνήθηκε όμως ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με αυτή πριν από τη διάστασή του με την εναγόμενη και ότι συγκατοικούσε με τη νέα σύζυγό του κατά τα έτη 2006 και
  2. Αρνήθηκε περαιτέρω τις βασικές θέσεις της αντίδικης πλευράς, σύμφωνα με τις οποίες πάντοτε είχε ελεύθερη πρόσβαση στην επίδικη οικία, ότι ήταν δική του επιλογή να μην διαμένει σε αυτή και ότι ο μόνος σκοπός που την επισκεπτόταν ήταν για να δημιουργήσει προβλήματα στην εναγόμενη. Η εναγόμενη συμφώνησε ότι το επίδικο σπίτι ουδέποτε αποτέλεσε οικογενειακή στέγη της ίδιας και του ενάγοντα. Κατέθεσε περαιτέρω ότι ο πρώην σύζυγός της, αμέσως μετά τη διάστασή τους, συμβίωνε με άλλη γυναίκα, «τη φιλενάδα του», και διέμεναν σε δικό της διαμέρισμα. Αργότερα παντρεύτηκαν. Ήταν η βασική της θέση ότι ουδέποτε ήταν πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει ή να κατοικήσει στην επίδικη οικία, την οποία επισκεπτόταν μόνο κατά διαστήματα, με αποκλειστικό σκοπό να δημιουργεί προβλήματα και εντάσεις. Επανειλημμένα δε την απειλούσε με διάφορους τρόπους, προκειμένου να την εξαναγκάσει να εγκαταλείψει το υπό αναφορά ακίνητο. Σύμμαχούς του είχε συγγενικά του πρόσωπα και ιδίως τον αδελφό του, ο οποίος διέμενε σε παρακείμενη οικία. Καταληκτική της θέση ήταν πως η ίδια ουδέποτε έξωσε ή παρεμπόδισε τον ενάγοντα να εισέρχεται στην επίδικη κατοικία, τουναντίον ήταν δική του επιλογή να διαμένει με τη συμβία του στο διαμέρισμά της. Αντεξεταζόμενη, και επιμένοντας στις βασικές της θέσεις, αρνήθηκε ότι παρεμπόδιζε με οποιοδήποτε τρόπο την είσοδο του ενάγοντα στο υπό αναφορά ακίνητο, επιμένοντας ότι η ίδια τον προμήθευσε με κλειδί της οικίας και πως ο ενάγοντας, ανενόχλητα και οποιαδήποτε ώρα ήθελε, εισερχόταν και χρησιμοποιούσε την οικία. Με ουσιαστικό υπόβαθρο την εισήγηση ότι η εναγόμενη έχει υποπέσει σε σωρεία αντιφάσεων, η δε μαρτυρία της βρίθει από ανακολουθίες και ψέματα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τον ενάγοντα εισηγήθηκαν ότι αυτή είναι αναξιόπιστη και κάλεσαν το Δικαστήριο να αποδεχθεί στο σύνολό της τη μαρτυρία που πρόσφερε η πλευρά τους. Αναπτύσσοντας δε τη νομική διάσταση της υπόθεσης, έθεσαν ότι ο ενάγοντας, ως συνιδιοκτήτης της επίδικης κατοικίας, δικαιούται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων, λόγω αποκλεισμού του από τον άλλο συνιδιοκτήτη. Ως πράξεις δε οι οποίες τεκμηριώνουν την ύπαρξη αποκλεισμού πρόβαλαν τις, κατ΄ ισχυρισμό τους, ενέργειες της εναγόμενης σχετικά με την αλλαγή κλειδαριών, αλλά και την άσκηση ψυχολογικής και φυσικής βίας εις βάρος του πελάτη τους. Σε ό,τι δε αφορά το ύψος των αποζημιώσεων, επικαλέστηκαν τη μαρτυρία του εκτιμητή, ΜΕ3, εισηγούμενοι ότι αυτή παραμένει χωρίς αντίκρουση και τεκμηριώνει τις αιτούμενες, εύλογες, αποζημιώσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την εναγόμενη εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας δεν απέδειξε την υπόθεσή του γιατί απέτυχε να τεκμηριώσει πως υπήρξε κάτοχος της επίδικης οικίας και, συνακόλουθα, πάντα κατά τη θέση του, δεν θεμελίωσε την ύπαρξη επέμβασης εκ μέρους της εναγόμενης στη δική του κατοχή. Με επιφύλαξη της θέσης του αυτής, κάλεσε το Δικαστήριο, αναλύοντας τη σχετική μαρτυρία, να αποδεχθεί ως αξιόπιστη αυτή της πλευράς της εναγόμενης και να καταλήξει σε εύρημα ότι ουδέποτε ο ενάγοντας εκδιώχθηκε ή παρεμποδίστηκε από του να εισέρχεται στην επίδικη οικία. Τέλος, εισηγήθηκε ότι, έστω κι αν ακόμη γίνουν αποδεκτές οι θέσεις του ενάγοντα, δεν δικαιούται στην επιδίκαση αποζημιώσεων καθότι απέτυχε να αποδείξει το ύψος της ζημιάς του. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, θα πρέπει να εξεταστεί η θέση που προβάλλει η πλευρά της εναγόμενης γύρω από το ζήτημα της τεκμηρίωσης κατοχής του επίδικου ακίνητου από τον ενάγοντα ως προϋπόθεσης για διεκδίκηση αποζημιώσεων. Με όλο το σεβασμό, η προβαλλόμενη θέση στερείται βασιμότητας. Παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι οι διάδικοι ήταν συνιδιοκτήτες κατά ένα τέταρτο μερίδιο της γης επί της οποίας ανηγέρθη η εν λόγω οικία, η οποία τους ανήκε εξ ολοκλήρου. Ο ενάγοντας δε κατέθεσε - και ως προς αυτό το μέρος η μαρτυρία του όχι μόνο παρέμεινε χωρίς αντίκρουση, αλλά ουσιαστικά συνιστά κοινό έδαφος - ότι καθ' όλο το χρόνο ανέγερσης της οικίας, από το 2003 μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του 2006, οπόταν επήλθε και η μεταξύ των μερών διάσταση, απολάμβανε απρόσκοπτης κατοχής, έχοντας το φυσικό έλεγχο του συγκεκριμένου ακινήτου. Άλλωστε δεν θα είχε νόημα η εκ μέρους της εναγόμενης έκδοση διατάγματος αποκλειστικής χρήσης εάν δεν ήταν κάτοχος της οικίας και δεν τη χρησιμοποιούσε και ο ενάγοντας. Είναι δε ισχυρισμός του, ζήτημα βεβαίως που τελεί υπό αμφισβήτηση, ότι την κατοχή αυτή την απώλεσε όταν η εναγόμενη εγκαταστάθηκε στην επίδικη οικία, παρεμποδίζοντάς τον να πράξει το ίδιο. Αρχικά με την έκδοση δικαστικού διατάγματος αποκλειστικής χρήσης και, στη συνέχεια, μετά την εκ συμφώνου ακύρωση του διατάγματος, με σειρά άλλων ενεργειών. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14th Edition, paragraph 1328: «Co-owners. One co-owner of land can only bring an action of trespass against the other if he has been actually ousted or dispossessed of the land. Each co-owner is entitled to possession of the whole land, so that if one turns the other off the land or part of it, it is a trespass». Το αβάσιμο της προβληθείσας θέσης της υπεράσπισης, οδηγεί στην εξέταση του ουσιαστικού θέματος του αποκλεισμού ή μη του ενάγοντα από την υπό αναφορά κατοικία. Ζήτημα το οποίο θα κριθεί με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο πρωταγωνιστών, του ενάγοντα δηλαδή και της εναγομένης. Προτού αυτό γίνει, παρεμβάλλω τα εξής: Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των διαδίκων, όπως προβάλλει μέσα από τη μαρτυρία τους, αλλά και όπως επιβεβαιώνεται από αυτή των ανεξάρτητων μαρτύρων, ΜΥ2 και ΜΥ3 - τη μαρτυρία των οποίων χωρίς ενδοιασμό αποδέχεται το Δικαστήριο, καθότι είναι πρόσωπα τα οποία κανένα συμφέρον έχουν από την έκβαση της διαδικασίας - ότι οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν τεταμένες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Με αποτέλεσμα, να λαμβάνουν χώρα φραστικές αντεγκλήσεις και άλλα επεισόδια. Η παραδοχή της εναγόμενης σε σχετικές ποινικές υποθέσεις, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προφορική της μαρτυρία, επιβεβαιώνει ότι επανειλημμένα χρησιμοποίησε λεκτική και φυσική βία εναντίον του ενάγοντα. Τα απέδωσε, αιτιολογώντας, σε παρόμοιες συμπεριφορές του πρώην συζύγου της έναντί της. Με δεδομένες τις άσχημες μεταξύ τους σχέσεις, ως φυσική απόρροια, αλλά και όπως επιβεβαιώνεται και από την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΥ2 και 3, δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολίας για το επιλήψιμο της εκατέρωθεν συμπεριφοράς. Εν τέλει όμως, τα στοιχεία αυτά της μαρτυρίας, αντικριζόμενα υπό το πρίσμα των επίδικων ζητημάτων, είναι χωρίς ουσιαστική σημασία. Κρίσιμο είναι, με αδιαμφισβήτητα τα δικαιώματα που είχαν οι δύο πλευρές επί της επίδικης οικίας, το κατά πόσο η εναγόμενη, παράνομα, παρεμπόδιζε τον ενάγοντα να κατέχει και χρησιμοποιεί την κοινή περιουσία με οποιεσδήποτε πράξεις της. Ως προς το θεμελιώδες αυτό ζήτημα, το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως ο ενάγοντας κατέθεσε. Ότι δηλαδή η εναγόμενη, με διάφορες ενέργειές της, μεταξύ των οποίων η αλλαγή κλειδαριών, αλλά και τοποθέτηση αντικειμένων σε αυτές κατά τρόπο που να καθιστούν αδύνατη τη λειτουργία τους, χωρίς νόμιμο στήριγμα, παρεμπόδιζε και/ή απέκλειε την είσοδο του ενάγοντα στην κατοικία. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου, είναι αρκετό να καταγραφεί ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα για επανειλημμένες εκ μέρους του αλλαγές κλειδαριών παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. Εύλογα λοιπόν προκύπτει το ερώτημα γιατί να το πράττει αν αυτός όντως, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, είχε κλειδιά και απρόσκοπτη είσοδο; Το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει συνάδει με τις ανάλογες θέσεις του ενάγοντα. Ότι δηλαδή η εναγόμενη, αλλάζοντας ή καταστρέφοντας τις κλειδαριές, απέκλειε τον ενάγοντα από τη χρησιμοποίηση της συνιδιόκτητης οικίας. Επιπρόσθετα, η παραδοχή της στις κατηγορίες που τη βάρυναν και αφορούσαν επιθέσεις με διάφορους τρόπους εις βάρος του ενάγοντα, δίνει επίρρωση στις θέσεις του τελευταίου ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι επιθέσεις αυτές λάμβαναν χώρα, συνθήκες που αφορούσαν παρεμπόδισή του με διάφορους τρόπους από του να εισέρχεται στο επίδικο ακίνητο. Η ανάλογη μαρτυρία της εναγόμενης αξιολογείται ως αναξιόπιστη. Καθότι καλύπτεται από αφύσικες τοποθετήσεις και, τουλάχιστον στα σημαντικά της μέρη, αυτοαναιρείται. Επεξηγώντας, συνοπτικά υπενθυμίζω δύο αδιαμφισβήτητα δεδομένα: Τις κακές μεταξύ των διαδίκων σχέσεις και την ανέγερση της οικίας σε ακίνητο που ανήκε, αρχικά, εξ ολοκλήρου και, αργότερα, κατά τα τρία τέταρτα στην οικογένεια του ενάγοντα. Υπό τις συνθήκες αυτές λοιπόν, φυσιολογικό ήταν ο ενάγοντας να επιζητεί κατοχή και χρήση της επίδικης οικίας. Με αποτέλεσμα, ακριβώς λόγω των τεταμένων σχέσεών τους, η εναγόμενη να αντιδρά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι αυτή, από το πολύ αρχικό ήδη στάδιο, και προτού ολοκληρωθεί η ανέγερση της οικίας, επιχείρησε και έλαβε διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκλειστική χρήση. Η θέση της δε και μόνο ότι ο ενάγοντας της δημιουργούσε προβλήματα όταν διέμενε στο σπίτι, ανατρέπει, ως αφύσικο, τον ισχυρισμό της ότι δεν τον παρεμπόδιζε και δεν τον απέκλειε από τη χρησιμοποίηση της επίδικης οικίας με τους τρόπους που ήδη έχουν εκτεθεί. Στην υπόθεση Bull v. Bull [1955] 1 All E.R. 253, εξετάστηκε η νομική διάσταση του ζητήματος των δικαιωμάτων των νομίμων συνιδιοκτητών. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Lord Denning στη σελ. 255: «There is plenty of authority about the rights of legal owners in common. Each of them is entitled to the possession of the land and to the use and enjoyment of it in a proper manner. Neither can turn out the other; but if one of them should take more than his proper share the injured party can bring an action for an account. If one of them should go so far as to oust the other he is guilty of a trespass.. Such being the rights of legal tenants in common, I think that the rights of equitable owners in common are the same, save only for such differences as are necessarily consequent on the interest being equitable and not legal». Το δικαίωμα ενός συζύγου που είναι συνιδιοκτήτης μιας κατοικίας να διεκδικεί αποζημιώσεις λόγω αποκλεισμού του από τον άλλο συνιδιοκτήτη σύζυγο, εξετάστηκε από το Αγγλικό εφετείο στην υπόθεση Dennis v. McDonald [1981] 2 All E.R.
  3. Κρίθηκε ότι η βίαιη συμπεριφορά του ενός συνιδιοκτήτη-συζύγου, η οποία οδήγησε στον κλονισμό της σχέσης και στην εγκατάλειψη της κατοικίας από τον άλλο, συνιστούσε αποκλεισμό, υπό την έννοια του ouster, από τη συνιδιόκτητη περιουσία. Καθορίστηκε δε ως συμπεριφορά που δημιουργούσε δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων με μέτρο το ένα δεύτερο της ενοικιαστικής αξίας της περιουσίας. Συνεπώς, αποκλεισμός υπό τη νομική έννοια υπάρχει, τόσο στην περίπτωση που ένας ιδιοκτήτης εκδιώχνει τον άλλο συνιδιοκτήτη από την περιουσία, αλλά και όπου εξυπακούεται λόγω συμπεριφοράς που συνιστά αποκλεισμό, αφού λογικά καθιστά αδύνατη την από κοινού κατοχή και απόλαυση της περιουσίας. Η αποδοχή της μαρτυρίας της πλευράς του ενάγοντα και τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τη συμπεριφορά και τις ενέργειες της εναγόμενης, οδηγούν στην κατάληξη ότι ο ενάγοντας, ο οποίος είχε δικαίωμα κατοχής, χρήσης και απόλαυσης της επίδικης συνιδιοκτησίας, εκδιώχθηκε από αυτή και παρεμποδίστηκε στη χρήση και απόλαυσή της από την εναγόμενη υπό τις συνθήκες που ήδη έχουν εκτεθεί. Με την πιο πάνω κατάληξη ως προς την παραβίαση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, διανοίγεται ο δρόμος διεκδίκησης αποζημιώσεων. Μέτρο τους είναι η ενοικιαστική αξία του ακινήτου στην αγορά για την περίοδο της παράνομης κατοχής ή χρήσης από τον αδικοπραγούντα (Stavrou Kyriacou Kakoullou a.o. v. Ioannis Kyriacou Kakoulli

(1985)1 C.L.R. 355, 368). Στο σύγγραμμα Snell's Equity, 31st Edition, paragraph 18-30, p.459, αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(3)OCCUPATION RENT. If one party ousts the other either directly or constructively as a result of violence or other intolerable behaviour, the party remaining will be liable for an occupation rent. Ο ενάγων, το πρόσωπο δηλαδή που διεκδικεί πραγματικές ζημιές για παράνομη επέμβαση, έχει το βάρος να παρουσιάσει θετική μαρτυρία προς απόδειξή τους. Ως τέτοια, προσφέρθηκε η μαρτυρία του ΜΕ3, εγκεκριμένου εκτιμητή ακινήτων. Οι εκθέσεις εκτίμησής του παρατέθηκαν ως Τεκμ. Β και Γ. Όπως επεξήγησε, η εκτίμηση που καλύπτει το Τεκμ. Β έγινε προκειμένου να υπολογιστεί η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου κατά τον Οκτώβριο του
  1. Η εκτίμηση αυτή, η οποία έγινε με τη χρήση της συγκριτικής μεθόδου, σε συνδυασμό με τη μέθοδο κόστους κατασκευής, αποτέλεσε και τη βάση της εκτίμησης του Τεκμ. Γ, που αφορά τον υπολογισμό του αγοραίου ενοικίου της υπό αναφορά οικίας κατά το Δεκέμβριο του
  2. Με απλά λόγια, αφού ο μάρτυρας κατέληξε στην αγοραία αξία του ακινήτου, τότε Λ.Κ.348.000, υιοθέτησε, χρησιμοποιώντας και τη μέθοδο κεφαλαιοποίησης του εισοδήματος, ποσοστό 4% επί της αξίας αυτής ως το αγοραίο χρονιαίο ενοίκιο. ΄Ετσι, ως μαθηματική πράξη, υπολόγισε ως αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο του ακινήτου κατά το Δεκέμβριο του 2006, το ποσό των Λ.Κ.1.
  3. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι για τα επόμενα χρόνια υπήρξε αύξηση στην αγορά και ακολούθως, περί τα τέλη του 2008, άρχισε η διόρθωση με μείωση των τιμών. Κατέθεσε όμως ότι σε καμία περίπτωση τα ενοίκια μειώθηκαν κάτω από τα ποσά του
  4. Είναι καλά νομολογημένο ότι οι εμπειρογνώμονες, στην προκείμενη περίπτωση ο ΜΕ3, εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία και θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων τους, έτσι που να μπορέσει να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Ανδρέας Καουρής v. Δημήτρη Δημητρίου κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 967, 971). Εντοπίζεται στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και Αλέξανδρου Κωστάκη
(2008)1 ΑΑΔ 432, 451-2: «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις, όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς». Όπως ήδη λέχθηκε, τα όσα κατέθεσε ο ΜΕ3 δεν αντικρούστηκαν με την παρουσίαση μαρτυρίας ειδικού επί του ζητήματος της εκτίμησης ενοικιαστικής αξίας της πλευράς της εναγομένης. Το ερώτημα είναι εάν η μόνη αυτή μαρτυρία που υπάρχει απέσεισε το βάρος που έχει η πλευρά του ενάγοντα για απόδειξη της ζημιάς που αξιώνει. Η απάντηση είναι καταφατική. Ο ΜΕ3, με επιστημονικότητα ανέλυσε τις θέσεις του και με λεπτομέρεια επεξήγησε το σύνολο των προσεγγίσεών του. Τεκμηρίωσε δε το κάθε στοιχείο του σκεπτικού του, παραπέμποντας αφενός στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επίδικου ακινήτου και αντιπαραβάλλοντάς τα με αυτά των συγκριτικών που έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στην αγοραία αξία του και, αφετέρου, αιτιολογώντας με επάρκεια, τόσο τη μέθοδο που ακολούθησε για καθορισμό του αγοραίου ενοικίου, όσο και το ποσοστό του 4% που έλαβε ως βάση κατάληξής του. Η αντεξέταση όχι μόνο δεν κλόνισε σε κανένα σημείο της την εξεταζόμενη μαρτυρία, αλλά έδωσε και την ευκαιρία στον εμπειρογνώμονα να αναπτύξει περαιτέρω τις επιστημονικές του προσεγγίσεις, να αφαιρέσει οποιαδήποτε σκιά και να παρουσιάσει σφαιρικά τη μεθοδολογία και την όλη πορεία που οδήγησε στην εξαγωγή των τελικών του συμπερασμάτων. Ως αποτέλεσμα, η κατάληξή του ως προς το αγοραίο ενοίκιο του επίδικου ακίνητου γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Καταληκτικά, η πλευρά του ενάγοντα έχει αποδείξει τόσο την ύπαρξη της αδικοπραξίας, όσο και τη συγκεκριμένη ζημιά που υπέστη, το ύψος δηλαδή της απώλειας. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης, υπό την επιφύλαξη της ορθότητας των μαθηματικών πράξεων, για το ποσό των €50.104,95 (ήτοι το ένα δεύτερο του μηνιαίου αγοραίου ενοικίου, €982,45, πολλαπλασιαζόμενο επί 51 μήνες, από τέλος Δεκεμβρίου 2006 μέχρι και το τέλος Μαρτίου 2011, οπόταν, μετά από σχετική δήλωση στο Δικαστήριο, παραδόθηκαν από την πλευρά της εναγομένης, τα κλειδιά της επίδικης οικίας στον ενάγοντα). Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.