← Κύπρος

Μάρθα Λύτρα ν. Ellinas Finance Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 7417/2002, 15 Σεπτεμβρίου, 2011

Μάρθα Λύτρα ν. Ellinas Finance Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 7417/2002, 15 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A366 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε. Δ. Αγωγή αρ.: 7417/2002 Μεταξύ: Μάρθα Λύτρα Ενάγουσα -και-

  1. Ellinas Finance Ltd
  2. Ellinas Finance (Custodians) Ltd
  3. Sharelink Securities Ltd
  4. Αιμίλιου Έλληνα
  5. Αύρας Πετρίδου
  6. Χριστόδουλου Έλληνα
  7. Δημήτρη Πετρίδη
  8. Χρίστου Βλάχου
  9. Ανδρέα Γαβριηλίδη 10.Αλέξανδρου Μ. Ιακωβίδη 11.Sharelink Asset Management Ltd 12.Φίλιππου Λάρκου
  10. Λοΐζου Α. Λοΐζου
  11. Νεόφυτου Νεοφύτου
  12. Ιωάννη Πίτσιλλου
  13. Κίκη Λαγού
  14. Χαράλαμπου Παπανικολάου
  15. Κώστα Κίρκου Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε διά του διατάγματος ημερ. 18.4.06 -------------------------------------- 15 Σεπτεμβρίου,
  16. Για την ενάγουσα, εμφανίζεται ο κ. Α.Σ. Παπαντωνίου. Για τους εναγομένους αρ. 1, 2, 4, 5, 7 έως και 10, εμφανίζεται η κα Μ. Αγαθοκλέους για τους κ.κ. Παμπορίδης και Συνεργάτες. Για τους εναγομένους αρ. 3, 6, 11 έως και 13, 15 έως και 18, εμφανίζεται ο κ. Ν. Πουμπουρίδης για τους κ.κ. Γεωργιάδης και Πελίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σε χρόνους προηγούμενους των επιδίκων, η ενάγουσα υπήρξε πελάτιδα των εναγομένων αρ. 3, χρηματιστών, και διαμέσου αυτών πραγματοποιούσε επικερδείς αγοραπωλησίες μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ("Χ.Α.Κ."). Eπειδή επιθυμούσε να επενδύσει περαιτέρω σε αξίες εισηγμένες ή μέλλουσες να εισαχθούν στο Χ.Α.Κ., αυτή απετάθηκε για χρηματοδότηση στους εναγομένους αρ.
  17. Οι εναγόμενοι αρ. 1 αποτελούν μία δημόσια εταιρεία και ο κύκλος εργασιών τους περιλαμβάνει και την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για χρηματιστηριακές επενδύσεις. Η γραπτή αίτηση της ενάγουσας ημερ. 6.10.99 για συμμετοχή σε επενδυτικό σχέδιο το οποίο προσέφεραν οι εναγόμενοι αρ. 1 έγινε δεκτή και έτσι, μεταξύ αυτών, συνήφθηκε, κατά πρώτον, η "Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως Επενδυτικού Σχεδίου" ημερ. 11.10.99 ("η Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99"). Συναφώς με τη λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου καθώς και της Συμφωνίας Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99, η ενάγουσα εξουσιοδότησε τους εναγομένους αρ. 3 να ενεργούν ως οι χρηματιστές της και ανέθεσε στους εναγομένους αρ. 11 να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιό της. Η εξουσιοδότηση των εναγομένων αρ. 3 έγινε διά πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 11.10.
  18. Η εκ μέρους της ενάγουσας ανάθεση της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της στους εναγομένους αρ. 11 έγινε διά της "Συμφωνίας Διαχείρισης Κεφαλαίων και Κινδύνων με Διακριτική Ευχέρεια" ημερ. 3.11.99 ("Investor's Portofolio Management Agreement - Discretionary Managed Account" - "η Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99"). Επί τη βάσει της Συμφωνίας Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99 οι εναγόμενοι αρ. 1 παρεχώρησαν στην ενάγουσα πιστωτικό όριο ύψους Λ.Κ.50.000 και ανέλαβαν να της παρέχουν δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις ("οι διευκολύνσεις") διαμέσου ενός επενδυτικού λογαριασμού τον οποίο, πράγματι, άνοιξαν και έθεσαν στη διάθεσή της. Πρόκειται για το λογαριασμό με κωδικό EF
  19. Επί τη βάσει της ίδιας Συμφωνίας και προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταθέτει στο λογαριασμό με κωδικό EF4984 μετρητά και να παραχωρεί κινητές αξίες. Στις 13.1.00 συνήφθηκε δεύτερη "Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως Επενδυτικού Σχεδίου" ("η Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως ημερ. 13.1.00") στα πλαίσια της οποίας, παρομοίως, οι εναγόμενοι αρ. 1 παρεχώρησαν στην ενάγουσα πιστωτικό όριο ύψους Λ.Κ.50.000 και ανέλαβαν να της παρέχουν δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις ("οι διευκολύνσεις") διαμέσου ενός επενδυτικού λογαριασμού. Πράγματι, οι εναγόμενοι αρ. 1 άνοιξαν, για σκοπούς λειτουργίας της Συμφωνίας ημερ. 13.1.00, ένα δεύτερο επενδυτικό λογαριασμό με τον κωδικό EFC4984 στον οποίον μετέφεραν το υπόλοιπο του λογαριασμού πού αναφέρεται πιο πάνω με κωδικό EF
  20. Επί τη βάσει της Συμφωνίας Χρηματοδοτήσεως ημερ. 13.1.00 και προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της η ενάγουσα ανέλαβε, παρομοίως, την υποχρέωση να καταθέτει στο λογαριασμό με κωδικό EFC4984 μετρητά και να παραχωρεί κινητές αξίες. Η ενάγουσα ισχυρίζεται πώς, κατά το χρονικό διάστημα από τις 4.11.99 έως και τις 5.4.01, κατέθεσε στους προαναφερθέντες επενδυτικούς λογαριασμούς το συνολικό ποσόν των Λ.Κ.55.564 (μετρητά και αξία παραχωρηθεισών μετοχών). Και από τις 8.6.01 έως και τις 17.5.02 κατέθεσε σε μετρητά πρόσθετο ποσόν ύψους Λ.Κ.2.
  21. Επιπλέον της ενάγουσας και των εναγομένων αρ. 1, μέρη της Συμφωνίας Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 είναι και οι εναγομένοι αρ. 2 και 3: Οι εναγόμενοι αρ. 2 ανέλαβαν να ενεργούν ως οι καταπιστευματοδόχοι (trustees) των εναγομένων αρ. 1 εφ' όσον θα ενεγράφοντο επ' ονόματί τους οι αξίες πού θα αγοράζονταν με τη χρήση των διευκολύνσεων που παρείχαν οι εναγόμενοι αρ. 1 στην ενάγουσα ("οι αξίες χαρτοφυλακίου") καθώς και οι αξίες που θα παρεχωρούντο από αυτήν για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεών της ("οι αξίες περιθωρίου ασφάλειας"). Οι εναγόμενοι αρ. 2 αποτελούν εταιρεία θυγατρική των εναγομένων αρ. 1 και η ανάγκη για την εμπλοκή τους στην Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 προέκυψε εν όψει του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 αποτελούν δημόσια εταιρεία. Προεκρίθηκε ο διαχωρισμός των αξιών οι οποίες, πράγματι, αποτελούν μέρος του ενεργητικού των εναγομένων αρ. 1 από τις αξίες τις οποίες αυτοί κατέχουν στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους ως οργανισμός που παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις διαμέσου επενδυτικών σχεδίων. Οι εναγόμενοι αρ. 3 ανέλαβαν να ενεργούν ως οι χρηματιστές και διαχειριστές του λογαριασμού EFC
  22. Ας σημειωθεί εξ αρχής πώς κεντρική θέση της ενάγουσας είναι ότι η επίδικη επενδυτική δραστηριότητά της και οι επίδικες συναλλαγές της με τους εναγομένους αρ. 1, 2, 3 και 11 διήποντο από τους "Όρους Λειτουργίας Επενδυτικού Σχεδίου", που είναι καταγεγραμμένοι στο πίσω μέρος της αίτησης της ημερ. 6.10.99, τις Συμφωνίες Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99 και 13.1.00, την Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 και τα πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 11.10.99 και 13.1.00, εκ παραλλήλου. Αντιθέτως, κεντρική θέση των εναγομένων αρ. 1 έως και 14 ("οι εναγομένοι" εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) είναι ότι η επίδικη επενδυτική δραστηριότητα της ενάγουσας και οι επίδικες συναλλαγές της με τους εναγομένους αρ. 1, 2, 3 και 11 διήποντο από την Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00, η οποία αντικατέστησε τη Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99, τη Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 και το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 13.1.
  23. Οι εναγομένοι αρνούνται και απορρίπτουν οιονδήποτε συμβατικό χαρακτήρα στους "Όρους Λειτουργίας Επενδυτικού Σχεδίου", οι οποίοι είναι καταγεγραμμένοι στο πίσω μέρος της αίτησης της ενάγουσας ημερ. 6.10.99, και αρνούνται και απορρίπτουν την εκ παραλλήλου ισχύ της Συμφωνίας Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99 καθώς και του πληρεξούσιου εγγράφου ίδιας ημερομηνίας. Το επενδυτικό σχέδιο στο οποίο συμμετέσχε η ενάγουσα λειτούργησε. Πλην όμως, οι εξελίξεις δεν ήσαν οι αναμενόμενες και ο λογαριασμός EFC4984 παρουσίαζε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, υψηλό χρεωστικό υπόλοιπο. Για τη ζημία της η ενάγουσα καταλογίζει ευθύνες στους εναγομένους. Η ενάγουσα κατεχώρισε, στις 8.7.02, την προκείμενη αγωγή διά της οποίας εγκαλεί τους εναγομένους αρ. 1, 2, 3 και 11, νομικές οντότητες ως δηλώνει η επωνυμία τους, καθώς και τους εναγομένους αρ. 4 έως και 10, 12 έως και 18, διοικητικούς συμβούλους των οντοτήτων αυτών, για σωρεία παράνομων, αντισυμβατικών και αμελών πράξεων και παραλείψεων, οι οποίες την εζημίωσαν. Όπως διαμορφώθηκε, εν τέλει, η αξίωσή της, αυτή επιδιώκει την επιδίκαση υπέρ της και εναντίον των εναγομένων αρ. 3,6,11 έως και 13 και 15 έως και 18 αποζημιώσεων ύψους Λ.Κ.55.564, εντόκως. Iσχυρίζεται πως οι Συμφωνίες Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99 και 13.1.00, η Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 καθώς και τα πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 11.10.99 και 13.1.00 είναι ακυρώσιμα γιατί υπήρξε θύμα εξαναγκασμού, απάτης, ψευδών παραστάσεων και ψυχικής πίεσης εκ μέρους των εναγομένων 1, 2, 3 και 11 (άρθρα 15 έως και 20 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Η ενάγουσα επιδιώκει την επιδίκαση του ποσού αυτού και ως αποζημιώσεις για την ζημία που υπέστηκε επειδή οι εναγομένοι αρ. 1, 2, 3 και 11 παρέβησαν συμβατικούς όρους, γιατί αυτοί επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148) και ολιγωρία στην άσκηση των δικαιωμάτων πού τους εκχώρησε, επέβαλαν στη Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως ημερ. 13.1.00 και στη Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 ετεροβαρείς συμβατικούς όρους και καταχρηστικές ρήτρες (άρθρα 1, 3, 5, 6 και 7 του περί Καταχρηστικών Ρητρών και σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν.93(Ι)/96)και παρέβησαν τα καθήκοντά τους ως καταπιστευματοδόχοι και πληρεξούσιοι αντιπρόσωποί της. Η ενάγουσα επιδιώκει, επίσης, την εγγραφή όλων των μέτοχων που τελούν υπό εγγύησιν επ' ονόματι των εναγομένων αρ.
  24. Η ενάγουσα αποδίδει στους εναγομένους αρ. 4 έως και 10 και 12 έως και 18 (φυσικά πρόσωπα), οι οποίοι υπήρξαν διοικητικοί σύμβουλοι των εναγομένων αρ. 1, 2, 3 και 11, ευθύνη δυνάμει του άρθρου 197 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και του άρθρου 12 του Κεφ.
  25. Διά των δικογράφων τους, οι εναγόμενοι απορρίπτουν όλες τις αιτιάσεις και τις απαιτήσεις της ενάγουσας. Πληροφορούν για το γεγονός πώς στις 2.5.01, και κατόπιν προφορικού αιτήματος της ενάγουσας, η Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 τερματίσθηκε και την επόμενη ημέρα (3.5.01) οι εναγόμενοι αρ. 11 παρέδωσαν στην ενάγουσα μετρητά και αξίες, πού κατείχαν για σκοπούς διαχείρισης, συνολικής αξίας Λ.Κ.30.151,
  26. Πληροφορούν, επίσης, για το γεγονός πως εξασφάλισαν για την ενάγουσα ιδιωτικές τοποθετήσεις μετοχών από τις οποίες αυτή είχε κέρδος ύψος Λ.Κ. 2.
  27. Τέλος, οι εναγόμενοι αρ. 11 ισχυρίζονται πώς κατά τη διάρκεια ισχύος της Συμφωνίας Διαχείρισης ημερ. 3.11.99, δηλαδή από τις 3.11.99 έως και τις 2.5.01, αυτοί πέτυχαν τον περιορισμένο της αναπόφευκτης ζημίας στο χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας εφ' όσον, ενώ ο δείκτης του Χ.Α.Κ μειώθηκε κατά 66,34%, η αξία του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας μειώθηκε κατά 59,80%. Διά του δικογράφου τους, οι εναγόμενοι αρ. 1 ανταπαιτούν το ποσόν των Λ.Κ.41.093,04, εντόκως, ως το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο επενδυτικός λογαριασμός με κωδικό EFC4984, στις 5.5.03 και που εξακολουθεί να οφείλεται. Ανταπαιτούν, επίσης, την έκδοση διατάγματος δια του οποίου να διατάσσεται η πώληση συγκεκριμένων μετοχών της ενάγουσας, οι οποίες, επί του παρόντος, παραμένουν εγγεγραμμένες επ' ονόματι των ιδίων ή των εναγομένων αρ. 2, και η πίστωση του προϊόντος της πώλησης αυτής στο ποσόν που ανταπαιτούν. Υπερασπιζομένη, η ενάγουσα αποδίδει στους εναγομένους αρ. 1 ευθύνη γιατί δεν έλαβαν τα προσήκοντα μέτρα για τον περιορισμό της ζημίας τους (άρθρο 73

(3)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149), γιατί παρέλειψαν να της παράσχουν εύλογες διευκολύνσεις (άρθρο 67 του Κεφ. 149) και γιατί αρνήθηκαν την προσφορά της να εξοφλήσει (άρθρο 38 του Κεφ. 149). Δέχεται, όμως, ότι οφείλει στους εναγόμενους αρ. 1 το ποσόν των ΛΚ1.506,
  1. Τέλος, αυτή αξιώνει όπως, σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης, αυτή να εξοφληθεί από τους εναγόμενους αρ. 2,3,5,6,7,12,13,15,17 και 18 ή/και οι εναγόμενοι αρ. 2,3,5,6,7,12,13,15,17 να συνεισφέρουν στην εξόφληση της ανταπαίτησης. Διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας η αγωγή απεσύρθηκε και απερρίφθηκε όσον αφορά στον εναγόμενο αρ. 14 Νεόφυτο Νεοφύτου. Περαιτέρω, λαμβανομένης υπ' όψιν της απαίτησης της ενάγουσας, ως αυτή διετυπώθηκε διά στόματος του κύριου μάρτυρος και συζύγου της Γιάννη Λύτρα (Μ.Ε.4) καθώς και δια της τελικής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της, προκύπτει πως, εν τέλει, ουδεμία αξίωσή της συνεχίζει να υφίσταται εναντίον του εναγομένου αρ. 4 Αιμίλιου Έλληνα, του εναγομένου αρ. 8 Χρίστου Βλάχου, του εναγομένου αρ. 9 Ανδρέα Γαβριηλίδη και του εναγομένου αρ. 10 Αλεξάνδρου Μ. Ιακωβίδη. Ως εκ τούτου, όσον αφορά στους εναγομένους αρ. 4, 8, 9 και 10, η αγωγή θεωρείται ως εγκαταληφθείσα και οδηγείται σε απόρριψη. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρες της τους Λειτουργούς του Χ.Α.Κ. Ελίζα Στασοπούλου (Μ.Ε.1), Μάρκελο Χατζημάρκου (Μ.Ε.2) και Πανίκο Χριστοφόρου (Μ.Ε.3), ως, επίσης, και το σύζυγό της Γιάννη Λύτρα (Μ.Ε.4). Ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) παρουσιάζεται ως ο αντιπρόσωπος της ενάγουσας καθ' όλην τη διάρκεια των επίδικων συναλλαγών της με τους εναγομένους, ως το πρόσωπο που ενεργούσε πάντοτε εκ μέρους της και με την πλήρη συγκατάθεσή της και ως το πρόσωπο πού έχει προσωπική γνώση για όλα τα κρίσιμα γεγονότα. Για να προωθηθούν οι υπερασπίσεις κατέθεσαν ο εναγόμενος αρ. 4 Αιμίλιος Έλληνας (Μ.Υ.1), διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων αρ. 1 και διευθυντής των εναγομένων 2, η εναγομένη αρ. 5 Αύρα Πετρίδου (Μ.Υ.2), υπάλληλος των εναγομένων αρ. 1 και διευθύντρια των εναγομένων αρ. 2 και ο Λοίζος Λοϊζου (Μ.Υ.3), διοικητικός σύμβουλος των εναγομένων αρ. 3 κατά την περίοδο από το έτος 1996 έως και τα μέσα του έτους 2000, και διοικητικός σύμβουλος των εναγομένων αρ. 11 κατά την περίοδο από το έτος 2000 έως και τα μέσα του έτους
  2. Επιπλέον των όσων κατέθεσαν ενόρκως τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία, η οποία είναι καταχωρισμένη στα πρακτικά της διαδικασίας ως τεκμήρια. Μέρος της έγγραφης μαρτυρίας αποδεικνύεται χρήσιμο για να διαπιστωθούν κρίσιμες παράμετροι της υπόθεσης και για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία μαρτύρων. Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, στην αίτηση ημερ. 6.10.99 (τεκμήριο 32), τη Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99 (τεκμήριο 33), τη Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 (τεκμήριο 35), τις επιστολές των εναγομένων αρ. 1 προς την ενάγουσα ημερ. 29.12.99, 20.9.00 και 15.1.01 και 21.1.02 (τεκμήρια 36, 38 και 70), τη συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 (τεκμήριο 37), Δελτία Ενημέρωσης, που αφορούν στο χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας και παρουσιάζουν την εικόνα του κατά την περίοδο από τον Ιούνιο του έτους 2000 έως και το Φεβρουάριο του έτους 2001 (τεκμήρια 51 έως και 59), επιστολή της ενάγουσας προς τον "όμιλο Sharelink" ημερ. 21.2.01 (τεκμήριο 60) και επιστολή των εναγομένων αρ. 1 προς την ενάγουσα ημερ. 5.5.03 με συνημμένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 71). Ακολουθεί σύνοψη και σχολιασμός της ουσιώδους μαρτυρίας: Η ενάγουσα επέλεξε να μην παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι η απουσία της από τη διαδικασία απόδειξης της υπόθεσής της οφείλεται σε αντικειμενική αδυναμία ή αντικειμενική δυσχέρεια. Έτσι, την θεμελίωση των αγώγιμων δικαιωμάτων της και την τεκμηρίωση των αξιώσεών της ανέλαβε ο σύζυγός της Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4). Η κυρίως εξέταση του Γιάννη Λύτρα (Μ.Ε.4) διεξήχθηκε, κατά βάσιν, με πολυσέλιδη γραπτή δήλωσή του, ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Κατ' αρχάς, ο Γιάννης Λυτρας (Μ.Ε.4) πληροφόρησε για το μορφωτικό επίπεδο και την επαγγελματική σταδιοδρομία του ιδίου και της ενάγουσας Μάρθας Λύτρα, συζύγου του, καθώς και για τη φυσιογνωμία τους ως επενδυτών στο Χ.Α.Κ: Ο ίδιος είναι απόφοιτος Βρεττανικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και κατέχει τίτλους στα Οικονομικά, τη Λογιστική και τις τραπεζικές δραστηριότητες. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν, και εξακολουθεί να εργάζεται, σε τραπεζικό οργανισμό, στη μονάδα διαχείρισης κινδύνων. Η ενάγουσα Μάρθα Λύτρα, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε και εξακολουθεί να υπηρετεί, ως δασκάλα στη δημοτική εκπαίδευση. Πριν από τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών και πριν από την παραχώρηση των επίδικων πληρεξουσίων τόσον ο ίδιος όσο και η ενάγουσα υπήρξαν πελάτες των εναγομένων αρ. 3, χρηματιστών, και διαμέσου αυτών πραγματοποιούσαν επικερδείς αγοραπωλησίες μετοχών στο Χ.Α.Κ. Επί της ουσίας, ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) με λόγο δυναμικό και διεκδικητικό δήλωσε και τα εξής: Η ενάγουσα σύνηψε τις Συμφωνίες Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99 και 13.1.00 και τη Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 και παρεχώρησε τα πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 11.10.99 και 3.11.99 επειδή κάποιος Φρίξος Μηνά "υπάλληλο(ς) του ομίλου Sharelink" (δείτε στην παρα. 2(β), στη σελ. 1 του εγγράφου αρ. 1) την ενεθάρρυνε και την επηρέασε σχετικώς, διαμέσου του. Συγκεκριμένα, ο Φρίξος Μηνάς παρέστησε στον ίδιο, και αυτός μετέφερε στην ενάγουσα, πώς με τη σύναψη των συμφωνιών αυτών καθώς και με την παραχώρηση των πληρεξουσίων εγγράφων, ο όμιλος "Sharelink" θα της προσέφερε "σημαντικού ύψους ιδιωτικές τοποθετήσεις" και αυτή θα πραγματοποιούσε κέρδη (δείτε στην παρα. 2(γ), στη σελ. 2 του εγγράφου 1). Ο ίδιος διάβασε εκ των προτέρων, κατενόησε και συμφώνησε με τα όσα διαλαμβάνουν η αίτηση που υπέβαλε η ενάγουσα ημερ. 6.10.99 (τεκμήριο 32), οι επίδικες συμφωνίες που αυτή συνομολόγησε καθώς τα πληρεξούσια έγγραφα που αυτή παρεχώρησε (τεκμήρια 33, 35 και 37). Στα πλαίσια των υποχρεώσεών της δυνάμει της Συμφωνίας Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99 και της Συμφωνίας Διαχείρισης ημερ. 3.11.99, η ενάγουσα κατάθεσε στους εναγομένους αρ. 1, στις 4.11.99, σε μετρητά, το ποσόν των Λ.Κ. 25.
  3. Στη συνέχεια, και κατά την περίοδο από τις 8.3.01 έως και τις 17.5.02, αυτή κατέθεσε διάφορα άλλα ποσά συμποσούμενα στις Λ.Κ.3.580 (τεκμήριο 34). Ως επιπλέον περιθώριο ασφάλειας, η ενάγουσα έθεσε στη διάθεση των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11, σε διάφορους χρόνους κατά την περίοδο από τις 15.6.00 έως και την 23.11.00, συγκεκριμένες μετοχές. Κάποιες από τις μετοχές αυτές τις εξασφάλισε, με τη συνδρομή των εναγομένων αρ. 1, διαμέσου ιδιωτικής τοποθέτησης. Οι εναγόμενοι αρ. 11 απέστειλαν στην ενάγουσα σωρεία δελτίων ενημέρωσης για την πορεία διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της. Τα δελτία αυτά (τεκμήρια 51 έως και 59) αφορούν στην περίοδο από τις 30.4.00 έως και την 5.3.01 και παρουσιάζουν συνεχή κυμαινόμενη ζημιά του χαρτοφυλακίου. Εξ αιτίας αυτής της ζημιάς ο ίδιος επεσκέφθηκε επανειλημμένως τον εναγόμενο αρ. 4 και εξέφρασε τα έντονα παράπονά του για το ζημιογόνο τρόπο διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας από τους εναγόμενους αρ. 3 και
  4. Ο εναγόμενος αρ. 4 ανεγνώρισε το πρόβλημα, όμως, τον καθησύχαζε λέγοντας του πως το χρηματιστήριο θα ανακάμψει. Διαμαρτυρίες και παράπονα εναντίον των εναγόμενων αρ. 3 και 11 εξέφρασε και στον Φρίξο Μηνά καθώς και στον εναγόμενο αρ.
  5. Ο τελευταίος μερίμνησε ώστε να παραχωρηθούν από τους εναγόμενους αρ. 11 στην ενάγουσα μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση. Όμως, "η ήδη δημιουργηθείσα από τους εναγόμενους 3 και 11 ζημιά ήταν τόσο μεγάλη που οι ενέργειες της εναγόμενης 11 δεν απόφεραν κανένα αισθητό αποτέλεσμα" (δείτε στην παράγραφο 23, στη σελ. 25 του εγγράφου αρ. 1). Όταν οι εναγόμενοι αρ. 1, δι' επιστολής τους ημερ. 15.1.01 (τεκμήρια 38 και 70), ενημέρωσαν την ενάγουσα πως ο επίδικος επενδυτικός λογαριασμός δεν παρείχε τη απαιτούμενη εξασφάλιση, επικοινώνησε ο ίδιος με τους εναγομένους αρ. 4 και 5 και τους πληροφόρησε για την αδυναμία της ενάγουσας να ανταποκριθεί. Επεδίωξε να συναντηθεί και με τους εναγομένους αρ. 6, 12 και 13, αυτοί, όμως, αρνήθηκαν. Εν τέλει, η ενάγουσα απεφάσισε να τερματίσει τη Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.
  6. Η απόφαση έγινε αμέσως δεκτή και στις 3.5.01 οι εναγόμενοι αρ. 11 της παρέδωσαν τα περιουσιακά στοιχεία του χαρτοφυλακίου της (τεκμήριο 63). Στη συνέχεια, η ενάγουσα ανέθεσε στον Πανίκκο Τσαγγαρίδη, αντιπρόσωπο των εναγομένων αρ. 3, τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της. Κατόπιν συμβουλής του Πανίκκου Τσαγγαρίδη και με την έγκριση της εναγόμενης αρ. 5, η οποία ενεργούσε εκ μέρους των εναγομένων αρ. 1 και 2, ο ίδιος έδωσε εντολή για αγορά συγκεκριμένων μετοχών. Όμως, και αυτή η επένδυση υπήρξε ζημιογόνα. Στην προσπάθειά του να περιορίσει τις ζημιές της ενάγουσας, περί τον Ιούνιο ή Ιούλιο του έτους 2001 έδωσε οδηγίες στον Πανίκο Τσαγγαρίδη και στην εναγόμενη αρ. 5 για πώληση μετοχών του επίδικου λογαριασμού. Αυτοί, όμως, αρνήθηκαν, καθησυχάζοντας τον πως το Χ.Α.Κ θα ανακάμψει. Επειδή το επίδικο επενδυτικό σχέδιο δεν διέθετε πλέον τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις και επειδή οι εναγόμενοι αρ. 4 και 5, οι οποίοι ενεργούσαν εκ μέρους των εναγομένων αρ. 1, τον παραπλανούσαν και τον πίεζαν, αυτός τους παρέδωσε τρεις
(3)μεταχρονολογημένες επιταγές, για το ποσόν των Λ.Κ.260 εκάστη και με ημερομηνίες εξαργύρωσης τις 17.3.02, τις 17.4.02 και τις 17.5.
  1. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 3 παρέβησαν συμβατικές υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τη Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 καθώς και το πληρεξούσιο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 37), όταν στις 15.1.01, και αφού ο επενδυτικός λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο δεν προχώρησαν στην πώληση των μετοχών τις οποίες η ενάγουσα έθεσε στη διάθεσή τους για εξασφάλιση. Εάν το έπρατταν θα εξασφάλιζαν ποσόν σχεδόν ίσο με το χρεωστικό υπόλοιπο. Όπως προκύπτει από τον "Πίνακα Αποτίμησης Χαρτοφυλακίου" (τεκμήριο 48), στις 12.1.01 η αξία του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας ανήρχετο στις Λ.Κ.30.132, ενώ το παρουσιαζόμενο, ως χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, ανήρχετο στις Λ.Κ. 30.211,
  2. "H απόφαση της ενάγουσας 1 να μην εξασκήσει το δικαίωμά της κατά ή περί τις 15.1.2001 σημαίνει ότι η εναγομένη 1 ανέλαβε, με την εν λόγω απόφαση της την ιδιότητα του διαχειριστή και υπείχε θέση διαχειριστή για τις υπό εγγύηση μετοχές, ειδικότερα μετά τις 15.1.2001" (δείτε στην παρ. 11(E), στη σελ. 15 του εγγράφου αρ.1). Όσον αφορά στην ανταπαίτηση, ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) δηλώνει πως αυτή στερείται νόμιμου ερείσματος εφ' όσον οι εναγόμενοι απέκρυψαν από την ενάγουσα τα ακόλουθα περιστατικά: (α) Κατά το χρόνο που προηγήθηκε "το ΧΑΚ είχε εισέλθει εκτός ελέγχου αφού τόσο τα προβλήματα όσο και ο όγκος συναλλαγών και οι τιμές βρίσκονταν εκτός ελέγχου", (β) οι εναγόμενοι αρ. 1, 3 και 11 "είχαν άμεσο και έμμεσο συμφέρον και επίσης αντιμετώπιζαν σύγκρουση συμφερόντων από τη διατήρηση των τιμών των μετοχών στο ΧΑΚ σε εξωπραγματικά υψηλά επίπεδα", (γ) επειδή οι τιμές των μετοχών ήταν "εξωπραγματικά υψηλές", ήταν αδύνατον και ανέφικτο για την ενάγουσα να πραγματοποιήσουν κέρδη, (δ) όλοι οι εναγόμενοι καθώς και ο όμιλος "Sharelink", στον οποίον αυτοί ανήκουν, πωλούσαν μετοχές εισηγμένες στο Χ.Α.Κ. και είχαν πρόθεση να συνεχίσουν να πωλούν, (ε) στις 17.11.99 οι εναγόμενοι αρ. 1,3 και 11 συνέπραξαν και αγόρασαν μετοχές για λογαριασμό της ενάγουσας, όμως για δικό τους όφελος εφ' όσον αγόρασαν:
(1)μετοχές της "Options Eurocongress Ltd" όπου πωλητής ήταν ο Νεόφυτος Νεοφύτου (εναγόμενος αρ. 14),
(2)μετοχές της "Sharelink Financial Services Ltd" με πωλητή τη "Λήδα Επενδυτική Εταιρεία Λτδ", η οποία ανήκει στον όμιλο "Sharelink" και της οποίας σύμβουλοι χρηματιστές ήσαν οι εναγόμενοι αρ. 11 και
(3)μετοχές της "Libra Holidays Group Ltd", της οποίας σύμβουλοι χρηματιστές είναι οι εναγόμενοι αρ. 3 (δείτε στην παρα. 16 και 17, στη σελ. 18 έως και 20 του εγγράφου αρ. 1). Επιπλέον, οι εναγόμενοι αρ. 3 και 11 απέκρυψαν από την ενάγουσα την επενδυτική πολιτική τους και ουδέποτε ζήτησαν να πληροφορηθούν είτε για την οικονομική κατάστασή της είτε για τους επενδυτικούς της στόχους. Η κυρίως εξέταση του Γιάννη Λύτρα (Μ.Ε.4) κατέληξε με τις ακόλουθες δηλώσεις: Η ενάγουσα ήρθε σε επαφή με τους εναγομένους μόνον όταν αυτή υπέγραψε τις επίδικες συμβάσεις και παρεχώρησε τα επίδικα πληρεξούσια έγγραφα. Η ενάγουσα δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Αυτές τις γνωρίζει μόνον ό ίδιος. Η αντεξέτασή του Γιάννη Λύτρα (Μ.Ε.4) υπήρξε χρήσιμη εφ' όσον απεκάλυψε ένα μάρτυρα ο οποίος, για να υποστηρίξει τις αξιώσεις της συζύγού του ενάγουσας, δεν διστάζει να παρουσιάζει τον εαυτό του και την ενάγουσα ως, τουλάχιστον, αφελείς και ευπειθείς. Κατά την αντεξέτασή του ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) επέμεινε να παρουσιάζεται ως ένας επενδυτής, ο οποίος, παρά τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την επαγγελματική του πείρα και παρά την επικερδή ενασχόλησή του με την αγοραπωλησία μετοχών στο Χ.Α.Κ. ήδη από το έτος 1992, εντούτοις, η εμπειρία του στα χρηματιστηριακά ζητήματα παράμεινε ελάχιστη. Επέμενε, επίσης, να παρουσιάζεται, ο ίδιος και η ενάγουσα σύζυγός του, ενήλικες, με επίπεδο μόρφωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και σοβαροί επαγγελματίες, ως θύματα της υπόσχεσης του Φρίξου Μηνά πώς το επίδικο επενδυτικό σχέδιο θα ήταν μόνον κερδοφόρο. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή του, ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) ισχυρίσθηκε πώς "την απάτη και την κακοπιστία" των εναγομένων την αντελήφθηκε μόνον όταν του την υπέδειξε ο δικηγόρος στον οποίον απετάθηκε λίγο πριν καταχωριστεί η προκείμενη αγωγή, δηλαδή λίγο πριν από τις 8.7.02. Ισχυρίσθηκε, επίσης πως όταν κατέβαλλε, στους εναγόμενους αρ. 1, τα "μικροποσά" που αναφέρει στην παρ. 3(γ)(Ι) της γραπτής δήλωσής του (εγγράφο αρ. 1, στις σελ. 2 και 3, και τεκμήριο 34) το έπραττε αγνοώντας τη δόλια συμπεριφορά τους. Υπενθυμίζω πως αυτά τα "μικροποσά" συμποσούνται στις Λ.Κ.3.580 και κατεβλήθηκαν σε μετρητά κατά την περίοδο από τις 8.3.01 έως και τις 22.11.01 καθώς και με τρεις
(3)μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνία εξαργύρωσης τις 17.3.02, τις 17.4.02 και τις 17.5.
  1. Όμως, ο μάρτυρας διαψεύδει τον εαυτό του εφ' όσον, κατά την κυρίως εξέτασή του, ρητώς δηλώνει πως η ενάγουσα αρνήθηκε να υπογράψει νέες συμφωνίες που της προέτειναν οι εναγόμενοι με επιστολές τους ημερ. 3.4.01 και 4.4.01 γιατί "Ευτυχώς, .. (ο ίδιος) και η ενάγουσα δεν (ε)πάσα(ν) στη νέα δόλια παγίδα της Εναγόμενης 1 .(και) του ομίλου Sharelink" (δείτε στις παρ. 25(β) και 26(γ), στις σελ. 26 και 27 του έγγραφου αρ. 1). Ενώ δηλαδή, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) δηλώνει πως ήδη από τις αρχές Απριλίου του έτους 2001 ο ίδιος και η ενάγουσα αντελήφθηκαν τις "νέες δόλιες παγίδες" των εναγομένων αρ. 1 και του "ομίλου Sharelink" και, έτσι, η δεύτερη αρνήθηκε να υπογράψει όσα καινούργια της προέτειναν, κατά την αντεξέτασή του μετατοπίζει κατά ένα και πλέον έτος το χρονικό σημείο κατά το οποίο αντελήφθηκε τον, κατ' ισχυρισμόν, δόλο των εναγομένων. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή του ο κύριος μάρτυρας της ενάγουσας, σύμβουλος και εκπρόσωπός της διευκρίνισε πως γνωρίζει το γεγονός πως η χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών είναι μεταβλητή, πως αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο των χρηματιστηριακών επενδύσεων και πως η ύπαρξη ζημιάς σε χαρτοφυλάκιο δεν σημαίνει απαραιτήτως πως υπάρχει κακοπιστία και κακή διαχείριση. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του, κληθείς να εξηγήσει τη μομφή που αποδίδει στους εναγόμενους αρ. 3 και 11 για αλλότρια κίνητρα, ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) δέχθηκε πως αυτοί δεν είχαν άμεσο οικονομικό όφελος. Όμως, υποψιάζεται ότι με τον τρόπο που οι εναγόμενοι αρ. 3 και 11 ενεργούσαν δημιουργούσαν χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ των εναγομένων αρ. 1 οι οποίοι εισέπρατταν τόκους. Τέλος, ο μάρτυρας δήλωσε πως η αμέλεια και η κακοπιστία των εναγομένων αρ. 11 προκύπτει από το γεγονός πως αυτοί αγόραζαν μετοχές για το χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας ενώ γνώριζαν πως η μητρική τους εταιρεία πωλούσε μετοχές του δικού της χαρτοφυλακίου και πραγματοποιούσε κέρδη. Τα όσα οι τρεις Λειτουργοί του Χ.Α.Κ. κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι επουσιώδη και δεν συνεισφέρουν στην υπόθεση της ενάγουσας. Η Ελίζα Στασοπούλου (Μ.Ε.1) απλώς κατέθεσε Ετήσιες Εκθέσεις εταιρειών του "ομίλου Sharelink" καθώς και καταστάσεις αγοραπωλησιών αξιών στο Χ.Α.Κ. Τα όσα τα έγγραφα αυτά παρουσιάζουν δεν μπορούν, αφ' εαυτών, να θεμελιώσουν τις μομφές της ενάγουσας. Ο Μάρκελος Χατζημάρκου (Μ.Ε.2) δήλωσε το, εν πάση περιπτώσει αδιαμφισβήτητο γεγονός πως οι εναγόμενοι αρ. 1, περί το έτος 2000, πώλησαν μετοχές συνολικής αξίας Λ.Κ. 3.300.392,10 ενώ, περί το έτος 2001, αγόρασαν μετοχές συνολικής αξίας Λ.Κ.1.694,
  2. Τέλος, ο Πανίκος Χριστοφόρου (Μ.Ε.3) ανεφέρθηκε γενικώς στους τρόπους διάθεσης μετοχών οι οποίες παραχωρούνται ως εξασφάλιση σε επενδυτικά σχέδια. Διευκρίνισε, όμως, πως οι σχετικές πρόνοιες των διάφορων επενδυτικών σχεδίων ποικίλουν και πως ο ίδιος δεν γνωρίζει τις πρόνοιες του επιδίκου. Ο Αιμίλιος Έλληνας (Μ.Υ.1) με λόγο άμεσο, κατατοπιστικό και τεκμηριωμένο πληροφόρησε για τη φυσιογνωμία των εναγομένων αρ. 1, διέγραψε τα συμβατικά πλαίσια των επίδικων συναλλαγών της ενάγουσας τόσον με τους εναγομένους αρ. 1 όσον και με τους εναγομένους αρ. 2 και 3 και εξήγησε πώς οι συναλλαγές αυτές εξελίχθηκαν. Η κυρίως εξέταση του Αιμίλιου Έλληνα (Μ.Υ.1) διεξήχθηκε, επίσης, με την κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 2), δια της οποίας πληροφόρησε για τα ακόλουθα: "Η Εναγομένη 1 είναι χρηματοδοτικός οργανισμός .. παρέχει σε πελάτες δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις, καθώς και δάνεια και διευκολύνσεις για συγκεκριμένους σκοπούς, όπως ενοικιαγορές, επενδυτικά σχέδια και προεξόφληση επιταγών. Η αποκλειστική πηγή των χρημάτων για τις εργασίες της Εναγομένης 1 είναι δικά της κεφάλαια.....Ανάμεσα στις εργασίες της Εναγομένης 1 είναι και η παραχώρηση σε πελάτες πιστωτικών διευκολύνσεων που θα χρησιμοποιηθούν από τους πελάτες, μέσω ειδικού λογαριασμού για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Η παραχώρηση τέτοιων διευκολύνσεων . είναι γνωστή ως «χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου»..Ανάμεσα στα καθήκοντα (τ)ου ως διευθύνων σύμβουλος της Εναγομένης 1 ήταν και είναι η παρακολούθηση και έλεγχος των λογαριασμών επενδυτικών σχεδίων, και ιδιαίτερα εκείνων που παρατηρείται ότι δεν πληρούν τους όρους της συμφωνίας χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου που υπογράφεται με κάθε πελάτη...Κατόπιν σχετικής αίτησης της Ενάγουσας για χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου ημερ.6.10.1999, εγκρίθηκε η παραχώρηση σε αυτήν πιστωτικών διευκολύνσεων με όριο £50,000 για σκοπούς επένδυσης στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ο όρος «όριο» δεικνύει το ανώτατο ύψος πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρεί η Εναγομένη
  3. .. (τεκμήριο 32)...Αφού εγκρίθηκε το όριο των £50,000 υπογράφηκε στις 11.10.1999 η σχετική συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου (τεκμήριο 33).Συμβαλλόμενα μέρη στην συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου ήταν η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1...Με την υπογραφή της συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου και του πληρεξουσίου εγγράφου προς τον Χρηματιστή, η Εναγόμενη 1 άνοιξε λογαριασμό στο όνομα της Ενάγουσας με κωδικό αριθμό EF4984 και έθεσε στη διάθεση της Ενάγουσας το συμφωνηθέν όριο των £50,000...Ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου, η Ενάγουσα υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο προς τον Χρηματιστή. Σύμφωνα με το πληρεξούσιο έγγραφο η εταιρεία Share Link Securities Limited θα ενεργούσε ως ο χρηματιστής της Ενάγουσας αναφορικά με το λογαριασμό της και θα αντιπροσώπευε την Ενάγουσα στις σχέσεις της με την Εναγόμενη 1 στα πλαίσια της συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου. . ο Χρηματιστής που διόρισε η Ενάγουσα είναι θυγατρική εταιρεία κατά 100% της δημόσιας εταιρείας SFS Group Public Company Limited ενώ η Ενάγουσα ήταν πελάτης του Χρηματιστή και πριν τη σύναψη της Συμφωνίας....Ο Χρηματιστής που διόρισε η Ενάγουσα ανέλαβε το χειρισμό του λογαριασμού της, δηλαδή να διενεργεί τις συναλλαγές (αγορές και πωλήσεις Αξιών) της στο Χ.Α.Κ., να ενημερώνει την Ενάγουσα για τις συναλλαγές που είχαν γίνει και να προβαίνει σε πληρωμές προς και εισπράξεις από την Ενάγουσα για σκοπούς τελείωσης των συναλλαγών της . στο Χ.Α.Κ. Δηλαδή ο Χρηματιστής, σε περίπτωση αγοράς Αξιών από την Ενάγουσα, εισέπραττε από την Εναγόμενη 1 (η οποία προέβαινε σε ανάλογη χρέωση του λογαριασμού) το τίμημα αγοράς για να πληρώσει τον πωλητή και να ολοκληρωθεί ή «τελειωθεί» η πράξη. Σε περίπτωση πώλησης Αξιών της Ενάγουσας, ο Χρηματιστής εισέπραττε το τίμημα από τον αγοραστή και το παρέδιδε στην Εναγόμενη 1 (η οποία πίστωνε τον λογαριασμό της Ενάγουσας)... Η Εναγόμενη 2 συστάθηκε από την Εναγόμενη 1 για να εγγράφονται στο όνομα της οι Αξίες που αγόραζαν οι πελάτες της Εναγόμενης 1 ή που έφερναν στην Εναγόμενη 1 ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων τους προς αυτήν. Επειδή η Εναγόμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία . ήταν πιο σωστό να μην εγγράφονται όλες αυτές οι Αξίες στο όνομα της ως χρηματοδότη αλλά σε μια εταιρεία θυγατρική του χρηματοδότη σε μερίδα του κάθε πελάτη έτσι ώστε να υπάρχει διαχωρισμός από τις αξίες που πράγματι ανήκουν στην Ενάγουσα. Αυτή είναι η ευρέως διαδεδομένη πρακτική. Δικαιούχος (beneficial owner) των Αξιών παρέμενε σε κάθε περίπτωση ο πελάτης της Εναγομένης 1, στην συγκεκριμένη δε περίπτωση η Ενάγουσα. Προς τον σκοπό αυτό υπεγράφη την 13.1.2000 νέα συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας, Εναγομένης 1, Εναγομένης 2 και του Χρηματιστή.(τεκμήριο 37)... Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας (Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00), ανοίχθηκε νέος λογαριασμός στο όνομα της Ενάγουσας με κωδικό EFC4984...Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας (Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00), οι Αξίες που αγόραζε η Ενάγουσα με χρήση των διευκολύνσεων που της παραχώρησε η Εναγόμενη 1 (οι λεγόμενες «Αξίες Χαρτοφυλακίου») θα εγγράφονταν στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας, για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη
  4. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα είχε την υποχρέωση να φέρει στην Εναγόμενη 1 ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συμφωνίας (Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00) και πάλι για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων της προς την Εναγόμενη 1, και άλλες δικές της Αξίες (οι λεγόμενες «Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας») οι οποίες κατά την έναρξη λειτουργίας του λογαριασμού θα είχαν αξία τουλάχιστον ίση με £50,000 και επίσης θα εγγράφονταν στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας..Η εγγραφή των Αξιών Χαρτοφυλακίου και Αξιών Περιθωρίου Ασφάλειας στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας, και όχι στο όνομα της Εναγόμενης 1, εμπόδιζε την Εναγόμενη 1 από του να πωλήσει τις εν λόγω Αξίες μέσω άλλου χρηματιστή και να εισπράξει η ίδια το προϊόν πώλησης. Η Ενάγουσα ήταν ελεύθερη να πωλήσει οποτεδήποτε ήθελε, αλλά εφόσον οι εν λόγω Αξίες ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας, μπορούσε να το κάνει μόνο στα πλαίσια του λογαριασμού της και μέσω του Χρηματιστή, ο οποίος δεσμευμένος από τη Συμφωνία (Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00), θα παρέδιδε το προϊόν από την πώληση στην Εναγόμενη 1 για πίστωση στο λογαριασμό...Η Θυγατρική Εταιρεία, ως συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία, ανέλαβε να αποδέχεται την εγγραφή στο όνομα της των Αξιών της Ενάγουσας και να δέχεται τις εντολές του Χρηματιστή και πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Ενάγουσας για πώληση των Αξιών.. Η Συμφωνία (Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00) τροποποιήθηκε δύο φορές. Η μία τροποποίηση έγινε την 27.3.2000 (τεκμήριο 41), ενώ η δεύτερη τροποποίηση έγινε την 8.9.2000 και με βάση αυτήν παραχωρηθέν όριο των £50,000 μειώθηκε σε £43,
  5. ...η Συμφωνία (Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00) αποτελεί την μόνη και ολόκληρη συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με την παραχώρηση των διευκολύνσεων και περιέχει εξαντλητικά τους όρους σχετικά με αυτές...Η Ενάγουσα είχε υποχρέωση με βάση την συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου και την Συμφωνία (Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00) να φέρει στην Εναγόμενη 1 εξασφαλίσεις υπό τη μορφή αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ είτε μετρητών είτε και τα δύο.Με την έναρξη λειτουργίας του λογαριασμού της, με βάση την συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου, η Ενάγουσα είχε στη διάθεση της το ποσό των £50,000 για να προβαίνει σε αγορές μετοχών και άλλων αξιών.εισηγμένων εταιρειών ή εταιρειών που επρόκειτο να εισαχθούν στο ΧΑΚ...Η Ενάγουσα μπορούσε να προβαίνει σε αγορές Αξιών μέχρι ο λογαριασμός της να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο ίσο με το όριο των £50,
  6. Μετά, ή και εν τω μεταξύ, η Ενάγουσα μπορούσε να προβαίνει σε πωλήσεις των Αξιών που είχε αγοράσει (ή φέρει ως εξασφάλιση). Με την πίστωση του προϊόντος πώλησης των αξιών στο λογαριασμό της Ενάγουσα, μειωνόταν το χρεωστικό υπόλοιπο και αυξανόταν το ποσό διαθέσιμο για νέες αγορές..Σε περίπτωση που η Ενάγουσα είχε χρησιμοποιήσει όλο το όριο της και δεν ήθελε να πωλήσει Αξίες αλλά ήθελε να προβεί σε νέες αγορές στα πλαίσια του λογαριασμού της μπορούσε να πληρώσει κάποιο ποσό στην Εναγόμενη 1 έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού της το οποίο θα πιστωνόταν στο λογαριασμό της, ούτως ώστε να δημιουργηθεί διαθέσιμο όριο στο λογαριασμό..Η Ενάγουσα χρησιμοποίησε το παραχωρηθέν όριο για να προβεί μέσω του Χρηματιστή σε αγορές Αξιών στο ΧΑΚ, οι οποίες εγγράφηκαν στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας. Η Εναγόμενη 1 κατέβαλλε το τίμημα αγοράς των αξιών προς το Χρηματιστή (για να το καταβάλει στον πωλητή των αξιών και να ολοκληρωθούν οι συναλλαγές) και προέβαινε σε χρεώσεις στο λογαριασμό της Ενάγουσας..Η Ενάγουσα προέβαινε και σε πωλήσεις Αξιών. Η Εναγόμενη 1 εισέπραττε από τον Χρηματιστή το προϊόν από την πώληση τους και προέβαινε σε ανάλογες πιστώσεις στο λογαριασμό της Ενάγουσας...Η Εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στη λήψη αποφάσεων από την Ενάγουσα για την αγορά και πώληση Αξιών. Η λήψη αποφάσεων για αγορά ή πώληση Αξιών ήταν θέμα που αφορούσε αποκλειστικά τον πελάτη και τον χρηματιστή του με τον οποίο ο κάθε πελάτης ήταν ελεύθερος να προβεί σε όποια ξεχωριστή διευθέτηση ήθελε (για παράδειγμα εκτέλεση συναλλαγών από το χρηματιστή μόνο κατόπιν εντολών του πελάτη ή διακριτική ευχέρεια στον χρηματιστή να αποφασίζει ο ίδιος για αγορές και πωλήσεις ή παροχή συμβουλών από τον χρηματιστή στον πελάτη) με την τελική απόφαση να λαμβάνεται από τον πελάτη..Η Εναγόμενη 1 ενημερωνόταν από τον Χρηματιστή και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Ενάγουσας για τις συναλλαγές που είχαν εκτελεστεί στο ΧΑΚ για λογαριασμό της Ενάγουσας. Ο Χρηματιστής έδινε στην Εναγόμενη 1 κάθε μέρα (εφόσον είχαν γίνει συναλλαγές) κατάσταση με τις συναλλαγές της ημέρας για όλους τους πελάτες της Εναγόμενης 1 που ο συγκεκριμένος Χρηματιστής εξυπηρετούσε, περιλαμβανομένης της Ενάγουσας, μαζί με τα πινακίδια συναλλαγής (τα «contract notes») για κάθε συναλλαγή...Η Εναγόμενη 1 μια φορά τον μήνα έστελλε στην Ενάγουσα ταχυδρομικώς κατάσταση του λογαριασμού της μαζί με όλα τα πινακίδια συναλλαγής που αφορούσαν το μήνα εκείνο...Η Ενάγουσα βεβαίως μπορούσε να λάβει από τον Χρηματιστή οποιεσδήποτε πληροφορίες ήθελε αναφορικά με τυχόν εντολές της Ενάγουσας ή τις συναλλαγές που είχαν εκτελεστεί για λογαριασμό της στο ΧΑΚ...Η Ενάγουσα ουδέποτε επικοινώνησε με την Εναγόμενη 1 για να διαφωνήσει με τις συναλλαγές που αναφέρονταν στις καταστάσεις λογαριασμού της, στα πινακίδια συναλλαγής ή με το υπόλοιπο του λογαριασμού της..Η Εναγόμενη 1 επικοινώνησε κατά καιρούς με την Ενάγουσα, προφορικά και γραπτώς, για να την καλέσει να φέρει επιπρόσθετες εξασφαλίσεις, υπό τη μορφή Αξιών ή μετρητών που θα πιστώνονταν στο λογαριασμό της σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας. Η Εναγόμενη 1 συγκεκριμένα απέστειλε στην Ενάγουσα επιστολές ημερομηνίας 20.9.2000, 15.1.2001, 21.1.2002, με τις οποίες καλούσε την Ενάγουσα να φέρει επιπρόσθετες Αξίες ή να προβεί σε πληρωμή στο λογαριασμό της...Ένεκα του ότι η Ενάγουσα είχε παραβεί τους όρους της Συμφωνίας (Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 έδωσαν) οδηγίες στους . δικηγόρους τους .. να στείλουν στην Ενάγουσα επιστολή τερματισμού της Συμφωνίας (αυτής). Στάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 5.5.2003 με την οποία τερματίστηκε η Συμφωνία (Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00) και η λειτουργία του λογαριασμού και ζητήθηκε από την Ενάγουσα η πληρωμή του υπόλοιπου του λογαριασμού της..Ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε από πλευράς Ενάγουσας μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού. το ποσό των £41.093,04, μείον το ποσόν των €12.50 που αφαιρείται., πλέον τόκο προς 8.5% ετησίως από 6.5.2003 μέχρι εξοφλήσεως εξακολουθεί να οφείλεται από την ενάγουσα και εναγομένη 1 απαιτεί την πληρωμή του." Κατά την αντεξέτασή του ο Αιμίλιος Έλληνας (Μ.Υ.1) επέμεινε στις θέσεις του. Προσέθεσε ότι δεν γνωρίζει την ενάγουσα και ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 ουδέποτε την προσήγγισαν για τη σύναψη οιασδήποτε συμφωνίας. Διευκρίνισε πως οι όροι του επενδυτικού σχεδίου και των συναφών επίδικων συμφωνιών, τις οποίες συνομολόγησε η ενάγουσα, ήταν "προδιαγεγραμμένοι και αδιαπραγμάτευτοι". Όμως, η ενάγουσα είχε τα κείμενά τους εκ των προτέρων για να τα μελετήσει πριν αποφασίσει να τα υπογράψει. Ο μάρτυρας ανέφερε, ακόμη, πώς ο Φρίξος Μηνά δεν υπήρξε υπάλληλος των εναγομένων αρ.
  7. Ο Αιμίλιος Έλληνας (Μ.Υ.1) ερωτήθηκε γιατί αφού στις 15.1.01 ο επίδικος επενδυτικός λογαριασμός δεν διέθετε το απαιτούμενο όριο εξασφάλισης οι εναγόμενοι αρ.1 δεν προχώρησαν αμέσως στον τερματισμό της Συμφωνίας Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 (τεκμήριο 70). Απήντησε πως οι εναγόμενοι αρ. 1 δεν προέκριναν τον τερματισμό της Συμφωνίας αυτής γιατί η ενάγουσα επιθυμούσε τη διατήρηση του επίδικου επενδυτικού σχεδίου σε ισχύ και γιατί έως και τις 17.5.02 αυτή συνέχισε να καταθέτει μετρητά, έστω μικροποσά, ως εξασφάλιση. Και προσέθεσε πως ο σύζυγος της ενάγουσας, ο οποίος ενημερωνόταν για την πτωτική πορεία του Χ.Α.Κ. κατά το χρόνο εκείνο, απέτρεπε την πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου της εν αναμονή της ανόδου του Χ.Α.Κ. Η Αύρα Πετρίδου (Μ.Υ.2) δήλωσε πώς, ως υπάλληλος των εναγομένων αρ. 1, υπέγραψε, εκ μέρους τους, τη Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 10.11.99 (τεκμήριο 33) η οποία, στη συνέχεια, αντικατεστάθηκε από τη Συμφωνία Χρηματοδοτήσης ημερ. 13.1.00 (τεκμήριο 37). Υπέγραψε και τη Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 εκπροσωπώντας τους εναγόμενους αρ.
  8. Όσον αφορά στις αρμοδιότητες των προσώπων που συνομολόγησαν τη Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 (τεκμήριο 37), η Αύρα Πετρίδου (Μ.Υ.2) δήλωσε τα εξής:".ο Χρηματιστής που διόρισε η Ενάγουσα ανέλαβε το /χειρισμό του λογαριασμού της, δηλαδή να διενεργεί τις συναλλαγές (αγορές και πωλήσεις Αξιών) της στο Χ.Α.Κ., να ενημερώνει την Ενάγουσα για τις συναλλαγές που είχαν γίνει και να προβαίνει σε πληρωμές προς και εισπράξεις από την Ενάγουσα για σκοπούς τελείωσης των συναλλαγών της Ενάγουσας στο Χ.Α.Κ. Δηλαδή ο Χρηματιστής, σε περίπτωση αγοράς Αξιών από την Ενάγουσα, εισέπραττε από την Εναγόμενη 1 (η οποία προέβαινε σε ανάλογη χρέωση του λογαριασμού) το τίμημα αγοράς για να πληρώσει τον πωλητή και να ολοκληρωθεί ή «τελειωθεί» η πράξη. Σε περίπτωση πώλησης Αξιών της Ενάγουσας, ο Χρηματιστής εισέπραττε το τίμημα από τον αγοραστή και το παρέδιδε στην Εναγόμενη 1 (η οποία πίστωνε τον λογαριασμό της Ενάγουσας)..οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμιξη στη λήψη αποφάσεων από την Ενάγουσα για την αγορά και πώληση Αξιών. Η λήψη αποφάσεων για αγορά ή πώληση Αξιών ήταν θέμα που αφορούσε αποκλειστικά τον πελάτη και τον χρηματιστή του με τον οποίο ο κάθε πελάτης ήταν ελεύθερος να προβεί σε όποια ξεχωριστή διευθέτηση ήθελε με την τελική απόφαση να λαμβάνεται από τον πελάτη." (δείτε στο εγγράφο αρ. 3). Αντεξετασθείσα, η Αύρα Πετρίδου (Μ.Υ.2) ανέφερε πως ο Φρίξος Μηνά υπήρξε μόνον υπάλληλος των εναγομένων αρ. 3 και ουδεμία σχέση είχε είτε με τους εναγομένους αρ. 1 είτε με τους εναγομένους αρ.
  9. Επέμεινε πως οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν ήσαν δέκτες και ούτε εκτελούσαν εντολές για αγραπωλησία μετοχών στο Χ.Α.Κ. και ούτε παρείχαν σχετικές συμβουλές. Επέμεινε, περαιτέρω, πως καθ' ον χρόνο ο επίδικος επενδυτικός λογαριασμός δεν παρείχε την απαιτούμενη συμβατική εξασφάλιση (ως συνέβαινε στις 15.1.01) η ενάγουσα μπορούσε να δώσει οδηγίες στο χρηματιστή της για πώληση μετοχών όχι, όμως, για αγορά. Τέλος, ο Λοίζος Λοϊζου (Μ.Υ.3) διά της γραπτής του δήλωσης (έγγραφο αρ. 4) ανέφερε τα εξής: "(Οι εναγόμενοι αρ.11) κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρείχαν υπηρεσίες εγχώριας και διεθνούς διαχείρισης κεφαλαίων με διακριτική ευχέρεια σε θεσμικούς επενδυτές, επενδύοντας σε μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο ΧΑΚ... (Οι εναγόμενοι αρ. 3) πριν την εφαρμογή του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου του 2002, Ν.148(Ι)/2002, δηλαδή πριν τον Νοέμβριο του 2002, ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (το "ΧΑΚ") και πρόσφερ(αν) αποκλειστικά χρηματιστηριακές υπηρεσίες σε πελάτες. Συγκεκριμένα, παρείχε υπηρεσίες λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, δηλαδή αγόραζ(αν) και πωλούσ(αν) αξίες που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ σύμφωνα με συγκεκριμένες εντολές πελατών της. Δεν παρείχ(αν) τότε υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίων πελατών με διακριτική ευχέρεια, όπως (οι εναγόμενοι αρ.11).κατά τον ουσιώδη χρόνο ένας εκ των λειτουργών εξυπηρέτησης και/η αντιπρόσωπος πελατών της Εναγόμενης 3, ήταν ο κ. Φρίξος Μηνά..ανάμεσα στα καθήκοντα του κ. Μηνά..ήταν η λήψη εντολών από πελάτες (των εναγόμενων αρ.3) για αγορά ή πώληση αξιών στο ΧΑΚ και η διαβίβαση τους μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή σε άλλους υπαλλήλους (των εναγόμενων αρ. 3), οι οποίοι βρίσκονταν στο πάτωμα του ΧΑΚ, για εκτέλεση.κατά τον ουσιώδη χρόνο για να μπορούσε να διαβιβάσει κάποιος εντολή για αγορά ή πώληση κινητών αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ για εκτέλεση έπρεπε να είναι μέλος του ΧΑΚ, όπως ήταν στην προκειμένη περίπτωση οι (εναγόμενων αρ. 3).η Ενάγουσα μαζί με την Αρχική Συμφωνία, υπέγραψε πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 11/10/99 και 13/1/00., με τα οποία διόριζε (τους εναγόμενους αρ. 3) ως τον χρηματιστή που θα ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. (Οι εναγόμενοι αρ. 3 και 11) ουδέποτε και με οποιοδήποτε τρόπο, πίεσαν την Ενάγουσα να υπογράψει τα πληρεξούσια έγγραφα χωρίς την ελεύθερη βούληση της. Η Ενάγουσα, και ο σύζυγος της, ήταν ήδη πελάτες της Εναγόμενης 3 και διατηρούσαν προσωπικούς χρηματιστηριακούς λογαριασμούς (trading accounts) μέσω των οποίων οι ίδιοι έδιδαν εντολές στην Εναγόμενη 3 για τη διενέργεια συναλλαγών με χρήση δικών τους κεφαλαίων. Η Ενάγουσα...ενεργούσε μέσω του συζύγου της ο οποίος ήταν διευθυντικό στέλεχος τράπεζας, είχε προσωπικούς και επενδυτικούς λογαριασμούς με διάφορες χρηματιστηριακές εταιρείες και επένδυε σε αξίες στο ΧΑΚ.Ούτε η Ενάγουσα, αλλά ούτε και ο σύζυγος της επικοινώνησαν ποτέ.με.. (τους εναγόμενους αρ. 3 και 11), για να διαφωνήσουν ή έστω να διαμαρτυρηθούν για τις συναλλαγές που αναφέρονται στη κατάσταση λογαριασμού της, στα πινακίδια συναλλαγής ή με το υπόλοιπο του λογαριασμού της..Είχαν κάθε ευχέρεια να το πράξουν, αφού είχαν πολύ συχνή επαφή με τους εκπροσώπους (των εναγομένων αρ.3 και 11) και είχαν πλήρη γνώση των συναλλαγών που διενεργούνταν επί του χαρτοφυλακίου της Ενάγουσας. Οι εναγόμενοι αρ. 3 διαβίβαζαν όλες τις εντολές που τις δόθηκαν από την Εναγόμενη 11 και αργότερα από τον σύζυγο της Ενάγουσας, με τη δέουσα επιμέλεια..Η αναφορά που γίνεται εκ μέρους του κ. Γιάννη Λύτρα, ότι δηλαδή μετά τον τερματισμό της συμφωνίας διαχείρισης ημερ. 3/11/99, πείστηκε με δόλιο ή/και παραπλανητικό τρόπο να αγοράσει μετοχές της Sharelink Financial Services Ltd, είναι πλήρως αναληθές, αφού καταστάσεις που τηρούνται στα αρχεία (των εναγομένων αρ. 3), δείχνουν ότι ο Γιάννης και Μάρθα Λύτρα, σε επενδυτικούς λογαριασμούς που είχαν με την SLS, αγόραζαν μετοχές της Sharelink Financial Services Ltd, τόσο τον Απρίλιο του 2001, όσο και τον Μάιο και Ιούνιο του ίδιου έτους.Η αναφορά που γίνεται στο Τεκμήριο 63, ότι δηλαδή η Ενάγουσα παραλαμβάνει το χαρτοφυλάκιο από την Εναγόμενη 11 και το μεταφέρει για "διαχείριση" στην Εναγόμενη 3, από τον κ. Πανίκο Τσαγγαρίδη, είναι πλήρως ανακριβής και δεν ευσταθεί, αφού (οι εναγόμενοι αρ. 3) ουδέποτε προσέφεραν υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίων και καμία συμφωνία δεν υπογράφτηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της εναγόμενης
  10. Συνεπώς, καμία αξία ή μετρητά δεν έλαβαν για διαχείριση (οι εναγόμενοι αρ. 3) εκ μέρους της Ενάγουσας και κανένα έγγραφο δεν δεικνύει κατοχή η λήψη μετοχών ή άλλων αξιών για διαχείριση εκ μέρους της Εναγόμενης
  11. η Εναγόμενη 11 παρείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρεσίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (asset management).και κατά ή περί την 3/11/99 συνήψε με την Ενάγουσα συμφωνία διαχείρισης χαρτοφυλακίου με διακριτική ευχέρεια . με αρχικό κεφάλαιο Λ.Κ.75.000,
  12. (η οποία) προνοούσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (i) η Ενάγουσα διόρισε την Εναγόμενη 11 ως διαχειριστή χαρτοφυλακίου (portfolio manager) και παρέδωσε σε αυτή κεφάλαιο Λ.Κ.75.000,00 για επένδυση σε αξίες που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ, (ii) η Εναγόμενη 11 θα ελάμβανε όλες τις επενδυτικές αποφάσεις (investment decisions) και εξουσιοδοτήθηκε από την Ενάγουσα να ενεργεί όπως θεωρεί πρέπον χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Ενάγουσας, νοουμένου ότι οι επενδύσεις θα περιορίζονταν σε επενδύσεις μέτριου κινδύνου (moderate risk) στο ΧΑΚ, (iii) η Ενάγουσα συμφώνησε ότι η διάρκεια της Συμφωνίας Διαχείρισης θα είναι για ένα έτος, η οποία θα ανανεώνεται εκτός εάν οποιοδήποτε από τα μέρη, με γραπτή ειδοποίηση 30 ημέρες πριν την λήξη του έτους, τερματίσει την Συμφωνία Διαχείρισης, (iv) σε περίπτωση ανανέωσης της Συμφωνίας Διαχείρισης για περαιτέρω 1 χρόνο, η εκάστοτε αξία των μετοχών και μετρητών που έχουν κατατεθεί και βρίσκονται υπό την διαχείριση της Εναγόμενης 11 με την λήξη της ετήσιας περιόδου, θα αποτελούν το "νέο κεφάλαιο προς επένδυση" και το οποίο μπορεί να είναι υψηλότερο ή χαμηλότερο του αρχικού κεφαλαίου που είχε επενδυθεί, (v) η Ενάγουσα δήλωσε ότι αντιλαμβάνεται και αναλαμβάνει τον κίνδυνο που ενυπάρχει σε επενδύσεις τέτοιου είδους, ο οποίος όμως περιορίζεται στην απώλεια του αρχικού κεφαλαίου που η Ενάγουσα είχε επενδύσει.(νi) η Εναγόμενη 11 θα είχε ευθύνη για οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια προκαλείτο στην Ενάγουσα από αμέλεια ή εσκεμμένη παράλειψη (negligence or willful default) της Εναγόμενης 11 κατά την εκτέλεση της συμφωνίας, (vii) η Εναγόμενη 11 δεν θα είχε ευθύνη για οποιαδήποτε ζημία ή απώλεια προκαλείτο στην Ενάγουσα από οποιοδήποτε σφάλμα κρίσης ή αβλεψία που γίνεται ή συμβαίνει καλόπιστα (error in judgment or oversight made or committed in good faith) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της Εναγόμενης 11, (viii) οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 11 που θα διενεργούσαν τη διαχείριση του κεφαλαίου της Ενάγουσας δεν θα είχαν οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη για τυχόν απώλειες ή λάθη και η Ενάγουσα τους απάλλαξε από τέτοια ευθύνη. η Εναγόμενη 11 έθεσε σε εφαρμογή τη Συμφωνία Διαχείρισης και ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες της επενδύοντας το κεφάλαιο της Ενάγουσας σε αξίες χαμηλού ή μέτριου κινδύνου στο ΧΑΚ και αποφεύγοντας αξίες υψηλού κινδύνου, όπως δικαιώματα αγοράς μετοχών (warrants) και μετοχές που δεν είχαν υψηλή εμπορευσιμότητα. Δικαιώματα (warrants) που αποκτήθηκαν δωρεάν από εταιρείες, δυνάμει των ιδιωτικών τοποθετήσεων, πωλήθηκαν εκ μέρους της Ενάγουσας αμέσως μετά την έναρξη διαπραγμάτευσης τους στο ΧΑΚ. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 11 διευθέτησε την επένδυση κεφαλαίων της Ενάγουσας σε μετοχές μέσω προνομιακών ιδιωτικών τοποθετήσεων, διασφαλίζοντας την αγορά μετοχών και δημιουργώντας ευκαιρίες για κέρδος, το οποίο η Ενάγουσα πραγματοποιούσε. Συγκεκριμένα, κατά την διάρκεια της περιόδου της διαχείρισης, ήτοι από 3/11/99 μέχρι 2/5/01, προς όφελος της Ενάγουσας, διευθετήθηκε η επένδυση των κεφαλαίων της μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης, των μετοχών των εταιρειών: (α) Top Kinisis Travel Ltd, (β) Andy Spyrou Group Ltd, (γ) Stelmar Maritime Ltd, (δ) Ellinas Finance Ltd, (ε) New Marathon Tours Ltd, (στ) Telia Aqua Marine Ltd..η Συμφωνία Διαχείρισης τερματίστηκε κατά ή περί την 2/5/01, κατόπιν προφορικού αιτήματος της Ενάγουσας να της παραδοθεί το κεφάλαιο και/ή αξίες υπό διαχείριση. Παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν έδωσε οποιαδήποτε προειδοποίηση για τον τερματισμό, σύμφωνα με τον όρο 6 της Συμφωνίας Διαχείρισης, η Εναγόμενη 11 συγκατατέθηκε στον άμεσο τερματισμό της Συμφωνίας Διαχείρισης και παρέδωσε στην Ενάγουσα τα μετρητά και αξίες που κρατούσε για σκοπούς διαχείρισης την επόμενη ημέρα 3/5/01,συνολικής αξίας Λ.Κ.30.151,
  13. Η διαχείριση από την Εναγόμενη 11 του κεφαλαίου της Ενάγουσας στο ΧΑΚ για την περίοδο ισχύος της Συμφωνίας Διαχείρισης, δηλαδή από την 3/11/99 μέχρι την 2/5/01, όχι μόνο δεν προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στην Ενάγουσα, αλλά πέτυχε τον περιορισμό της αναπόφευκτης ζημιάς της Ενάγουσας, εφόσον για την εν λόγω περίοδο ο δείκτης του ΧΑΚ μειώθηκε κατά 68,34% ενώ η αξία του χαρτοφυλακίου της Ενάγουσας μειώθηκε κατά 59,80%. Επιπλέον, η Εναγόμενη 11 παρόλο που, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας Διαχείρισης, δικαιούτο να εισπράξει αμοιβή για τη διαχείριση του κεφαλαίου της Ενάγουσας (management fee), δεν ζήτησε ούτε και εισέπραξε οποιαδήποτε αμοιβή από την Ενάγουσα, αντιλαμβανόμενη την δυσχέρεια των επενδυτών την εποχή εκείνη.Οι Εναγόμενοι 3 και 11 ή οποιοσδήποτε αυτών, ουδέποτε προέβηκαν σε οποιεσδήποτε παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις και/ή παροτρύνσεις προς την Ενάγουσα και/ή το σύζυγο της ότι με τη σύναψη της Αρχικής Συμφωνίας, της Συμφωνίας, της Συμφωνίας Διαχείρισης και υπογραφή των πληρεξουσίων εγγράφων ημερομηνίας 11/10/99 και 13/1/00 η Ενάγουσα θα πραγματοποιούσε κέρδη για καταβολή του χρέους της .όλες οι αγορές που έγιναν προς όφελος της Ενάγουσας, κατά η/περί την 17/11/99, έγιναν με αποκλειστικό σκοπό και μοναδικό γνώμονα, το οικονομικό όφελος της Ενάγουσας και χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην Ενάγουσα. Εξάλλου, η Ενάγουσα με την πώληση των 3.500 μετοχών της Libra Holidays Tours Ltd, στις 26/11/99, στη τιμή των Λ.Κ.8,31, εξασφάλισε κέρδος εκ Λ.Κ.2.884,99, αφού οι μετοχές είχαν αγοραστεί στις 17/11/999, στην τιμή των Λ.Κ7,02 έκαστη.Η Εναγόμενη 11, ενημέρωνε ανελλιπώς την Ενάγουσα για την πορεία και την κατάσταση του Χαρτοφυλακίου της, από την έναρξη λειτουργίας της συμφωνίας διαχείρισης ημερ. 3/11/99 μέχρι και τον τερματισμό της την 2/5/01." Κατά την αντεξέταση του ο Λοϊζος Λοϊζου (Μ.Υ.3) ανέφερε πως ο Φρίξος Μηνά ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπάλληλος των εναγομένων αρ.
  14. Ας σημειωθεί πως τα όσα ουσιώδη κατέθεσαν οι τρεις
(3)μάρτυρες των εναγομένων αναφορικώς με τις ενέργειες των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 4 στο πλαίσιο λειτουργίας του επίδικου επενδυτικού σχεδίου δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας: Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός πως οι εναγόμενοι αρ. 1 παρείχαν στην ενάγουσα τις συμφωνηθείσες διευκολύνσεις, δεν αμφισβητήθηκε η εμπλοκή των εναγομένων αρ. 2 ως καταπιστευματοδόχοι των εναγομένων αρ. 1 εφ' όσον οι αξίες χαρτοφυλακίου και οι αξίες περιθωρίου ασφάλειας της ενάγουσας ανεγράφοντο επ' ονόματί τους, δεν αμφισβητήθηκε η εμπλοκή των εναγομένων αρ. 3 ως των χρηματιστών της ενάγουσας και δεν αμφισβητήθηκε η εμπλοκή των εναγομένων αρ. 11 ως διαχειριστών του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα οι μάρτυρες των εναγομένων εδήλωσαν περί των ιδιωτικών τοποθετήσεων μετοχών που εξασφαλίσθηκαν υπέρ της ενάγουσας, περί του κέρδους που αυτή επέτυχε με την πώληση μετοχών της εταιρείας "Libra Holidays Tours Ltd", περί της πτώσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, του δείκτη του Χ.Α.Κ. κατά 68,34% και περί της μείωσης της αξίας του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας, κατά τον ίδιο χρόνο, κατά 59,80%. Τέλος, δεν αμφισβητήθηκαν η ορθότητα και η ακρίβεια των καταχωρίσεων στην κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην επιστολή των εναγομενων αρ. 1 προς την ενάγουσα ημερ. 5.5.03 (τεκμήριο 71). Έχω μελετήσει τα επίδικα νομικά ζητήματα και έχω διεξέλθει τη μαρτυρία. Παραθέτω τις σκέψεις και τις διαπιστώσεις μου σε ενότητες. Κρίνω ευχερέστερη τη πορεία αυτή δεδομένου ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της ενάγουσας καθώς τα επιχειρήματα στην τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της είναι αλλεπάλληλα, τα δε επίδικα αγώγιμα δικαιώματα είναι ποικίλα, με την πραγματική τους βάση συχνά κοινή: (α) Σύναψη των επίδικων συμβάσεων και παροχή των επίδικων πληρεξουσίων εγγράφων συνεπεία εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης και ψευδών παραστάσεων (άρθρα 15 έως και 20 του Κεφ. 149 Εφ' όσον αποδειχθεί ότι ορισμένη συμφωνία συνομολογήθηκε ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους συμβαλλομένου, τότε αυτή δύναται να ακυρωθεί εξ υπαρχής (to rescind the contract ab initio), κατ' εκλογήν του αθώου μέρους, το οποίο έχει δικαίωμα να αξιώσει αποζημιώσεις. Εξ υπαρχής ακύρωση συμφωνίας σημαίνει την ακύρωση όλων των εκφάνσεών της, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια κατάσταση πραγμάτων ως εάν η συμφωνία αυτή να μην είχε συναφθεί (Halsbury's Laws of England, fourth edition, reissue, Vol. 9
(1), παρα. 986 και 987). Ο εξαναγκασμός προσώπου να συνάψει ορισμένη συμφωνία συνίσταται στη διάπραξη ή την απειλή διάπραξης αξιόποινης πράξης ή στην παράνομη κατακράτηση ή την απειλή κατακράτησης περιουσιακού στοιχείου, η οποία είναι επιβλαβής για το πρόσωπο αυτό και η οποία γίνεται με πρόθεση (άρθρο 15
(1)του Κεφ. 148). Η σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθη συνεπεία ψυχικής πίεσης όταν η σχέση που συνδέει τους συμβαλλομένους είναι τέτοια ώστε ο ένας να είναι σε θέση να κυριαρχήσει επί της θέλησης του άλλου και επωφελείται από το γεγονός αυτό ώστε να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος εις βάρος του (άρθρο 16
(1)του Κεφ. 148). Εξαπατάται κάποιος και εξωθείται σε σύναψη σύμβασης όταν ο αντισυμβαλλόμενος του, ο οποίος δεν πιστεύει ότι ορισμένο γεγονός είναι αληθές, του το παρουσιάζει ως αληθές ή όταν ο αντισυμβαλλόμενός του, ο οποίος γνωρίζει ένα γεγονός ή πιστεύει σε αυτό του το αποκρύβει ή όταν ο αντισυμβαλλόμενός του του δίδει μία υπόσχεση χωρίς να προτίθεται να την εκπληρώσει. Επίσης, εξαπατάται κάποιος και εξωθείται σε σύναψη σύμβασης όταν ο αντισυμβαλλόμενός του προβαίνει σε οιανδήποτε πράξη η οποία είναι ικανή να εξαπατήσει ή η οποία ορίζεται ειδικά από νόμο ως "απάτη" (άρθρο 17
(1)του Κεφ. 148. Ως ψευδείς παραστάσεις ενός των συμβαλλομένων, οι οποίες δύνανται να οδηγήσουν στην εξ υπαρχής ακύρωση συμφωνίας, νοούνται οι αναληθείς δηλώσεις τις οποίες αυτός απηύθυνε προς τον αντισυμβαλλόμενό του, διαρκούσης της διαμόρφωσης της συμφωνίας, και οι οποίες αφορούν σε ορισμένο γεγονός ή ορισμένη πρόθεσή του (Halsbury's (ανωτέρω), παρα. 767). Αρκεί οι δηλώσεις αυτές να είναι αναληθείς και να έγιναν διαρκούσης της διαμόρφωσης της συμφωνίας. Δεν απαιτείται αυτές να είναι εσκεμμένως αναληθείς και ούτε απαιτείται αυτές να υπήρξαν το μόνον κίνητρο για τη σύναψη της συμφωνίας. Τέλος, ευθύνη για αποζημίωση δημιουργείται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και στις περιπτώσεις αμελών, ανακριβών δηλώσεων (negligent misstatement). Eάν, κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του, κάποιος ζητήσει πληροφορίες ή συμβουλή από άλλο πρόσωπο, υπό συνθήκες τέτοιες που ένας λογικός άνθρωπος θα αντιλαμβανόταν ότι το πρόσωπο αυτό περιβάλλεται με εμπιστοσύνη και ότι ο ενδιαφερόμενος προτίθεται να ενεργήσει επί τη βάσει αυτών των πληροφοριών ή συμβουλών, τότε αυτός που θα παράσχει τις πληροφορίες ή τις συμβουλές υποχρεούται να επιδείξει επιμέλεια. Σε αντίθετη περίπτωση, και εάν ο ενδιαφερόμενος ενεργήσει επί τη βάσει αυτών των πληροφοριών και συμβουλών και υποστεί οικονομική απώλεια, τότε αυτός που παρέσχε τις πληροφορίες ή τις συμβουλές ευθύνεται για τις ζημιές (Premier Chemical Co Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.α.
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1951, 1957). Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τέτοια ευθύνη υπάρχει και όταν το πρόσωπο το οποίο είναι αρμόδιο να πληροφορήσει ή να συμβουλεύσει κάποιον άλλο παραλείψει να το πράξει (Γενικός Εισαγγελέας v. Pentaliotis and Papapetrou Estates Limited
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1931). Η νομολογία απαιτεί όπως η καθ'οιονδήποτε τρόπο αθέμιτη επίδραση στη βούληση του αντισυμβαλλόμενου να αποδεικνύεται με βεβαιότητα. Δεν είναι αρκετές οι υποθέσεις ούτε είναι αρκετές οι γενικολογίες. Εν προκειμένω, και επί τη βάση της μαρτυρίας που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας δεν υπάρχει βεβαιότητα για την καθ'οιονδήποτε τρόπο αθέμιτη επίδραση των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11 στη βούλησή της: Κατ' αρχάς η επιλογή της ενάγουσας να μην παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να εξηγήσει υπό ποίες ακριβώς συνθήκες εξαναγκάσθηκε, εξαπατήθηκε, πιέσθηκε ψυχικώς και, εν γένει, επηρεάσθηκε κατά τρόπον αθέμιτο να συνάψει τις επίδικες συμφωνίες και να παραχωρήσει τα επίδικα πληρεξούσια έγγραφα αφήνει τις σχετικές αιτιάσεις της αναπόδεικτες και πλήττει την υπόθεσή της. Η ενάγουσα, η οποία έχει το βάρος να αποδείξει με βεβαιότητα όσα ισχυρίζεται περί αθέμιτης επίδρασης στη βούλησή της απέφυγε να εμφανισθεί στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει την κρίσιμη αυτή πτυχή της υπόθεσής της. Και ουδεμία ικανοποιητική εξήγηση δόθηκε από την πλευρά της για την παράλειψη αυτή. Τα όσα κατέθεσε ο σύζυγός της Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) περί της διαδικασίας διαμόρφωσης της βούλησής της διαμέσου αυτού είναι σχηματικά και ανεπαρκή. Συναφώς αναφέρω πως η ενάγουσα, μια δασκάλα που υπηρετεί στην δημοτική εκπαίδευση, η οποία, σε χρόνους προηγούμενους των επιδίκων προέβαινε, διαμέσου των χρηματιστών της εναγομένων αρ. 3, σε αγοραπωλησίες μετοχών στο Χ.Α.Κ., και η οποία, αυτοβούλως υπέβαλε αίτηση για να συμμετάσχει στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο, δεν μπορεί βάσιμα να ισχυρίζεται πως συνδεόταν με τους εναγομένους αρ. 1, 2, 3 και 11 με την ειδική σχέση που αναφέρεται στο άρθρο 16 του Κεφ. 148, η οποία θα επέτρεπε στους τελευταίους να κυριαρχούν επί της θέλησής της. Έτσι, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης και του εν γένει αθέμιτου επηρεασμού τα οποία, κατ' ισχυρισμόν, υπέστηκε φέρει η ιδία η ενάγουσα. Μόνον στην περίπτωση που υπήρχε τέτοια ειδική σχέση θα είχαν οι εναγόμενοι αρ. 1,2,3 και 11 το βάρος να αποδείξουν ότι οι επίδικες συναλλαγές τους με την ενάγουσα δεν ήσαν το αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης και αθέμιτου επηρεασμού (Ιωάννου v. Χαραλαμπίδου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ.555). Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί αθέμιτης επιρροής των εναγομένων αρ. 1, 2, 3 και 11 επί της βούλησής της παραμένουν μετέωροι και για έναν δεύτερο λόγο: Η συμπεριφορά του Φρίξου Μηνά, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ως νομικώς επιλήψιμη, ουδόλως μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα στους εναγομένους αρ. 1,2,3 και
  1. Αυτό συμβαίνει, πρωτίστως, γιατί παρέμεινε, μέχρι τέλους, αδιευκρίνιστη η ιδιότητα του Φρίξου Μηνά. Το κενό αυτό όφειλε να το καλύψει η πλευρά της ενάγουσας. Υπενθυμίζω πώς ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) υπήρξε ασαφής και αόριστος όσον αφορά στη σχέση του Φρίξου Μηνά με τους εναγόμενους αρ. 1, 2, 3 και
  2. Τον απεκάλσε απλώς και μόνον "υπάλληλο( ) του ομίλου Sharelink" (δείτε στην παρα. 2(β), στη σελ. 1 του εγγράφου αρ. 1). Οι δε μάρτυρες των εναγομένων Αύρα Πετριδου (Μ.Υ.2) και Λοϊζος Λοϊζου (Μ.Υ.3) έδωσαν άλλες εκδοχές. Η Αύρα Πετρίδου (Μ.Υ.2) χαρακτήρισε τον Φρίξο Μηνά ως υπάλληλα των εναγομένων αρ. 3, ο Λοϊζος Λοϊζου (Μ.Υ.3) την χαρακτήρισε ως υπάλληλα των εναγομένων αρ.
  3. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν θεωρηθεί πραγματική η ιδιότητα του Φρίξου Μηνά ως υπαλλήλου του "ομίλου Sharelink", αυτή δεν είναι αρκετή για να θεωρηθεί ο Φρίξος Μηνά ως αντιπρόσωπος των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11, οι οποίοι αποτελούν διακεκριμένες εταιρείες με διακεκριμένες νομικές προσωπικότητες. Και ούτε τίθεται ζήτημα φαινόμενης αντιπροσώπευσης (ostensible or apparent authority) των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11 από τον Φρίξο Μηνά εφ' όσον ουδεμία μαρτυρία δόθηκε για συμπεριφορές από τις οποίες να προκύπτει ότι οι εναγόμενοι αυτοί παρίσταναν ή επέτρεπαν να εμφανίζεται ο Φρίξος Μηνά ως αντιπρόσωπός τους (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551 Paneyropean Insurance Co Ltd v. Χειμάρη
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 713 (Marketrentures Ltd v. Δικωμίτης
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Η κατάληξή μου πώς οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί εκπροσώπησης των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11 από τον Φρίξο Μηνά παραμένουν μετέωροι, βασίζεται και στην απουσία μαρτυρίας που να δηλώνει πως αυτός υπήρξε είτε μέτοχος είτε αξιωματούχος των νομικών αυτών οντοτήτων ή πώς υπέγραψε, εκ μέρους τους, οιανδήποτε από τις επίδικες συμφωνίες. Σημειώνω πως για να είναι νομικώς επιλήψιμες συμπεριφορές δυνάμει των άρθρων 15 επ. του Κεφ. 149, αυτές πρέπει να προέρχονται από έναν εκ των συμβαλλομένων και όχι από τρίτο πρόσωπο (Coudounaris v. Coudounaris
(1980)1 C.L.R. 581, 588, Σιάτη v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1598, 1610). Τέλος, αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά γεγονότα αποδεικνύουν πώς, καθ' όλην τη διάρκεια της συνεργασίας της με τους εναγόμενους αρ. 1,2,3 και 11, η ενάγουσα ενεργούσε με ελεύθερη βούληση. Ουδείς την εξαπάτησε, ούτε την πίεσε και ούτε επηρέασε καθ'οιονδήοτε αθέμιτο τρόπο τη βούλησή της. Η ενάγουσα οικειοθελώς επέλεξε να συμβληθεί με τους εναγομένους αρ. 1,2,3 και 11 και οικειοθελώς επέλεξε να διατηρήσει τη συνεργασίας της με τους εναγομένους αρ. 11 έως και τις 2.5.01 και με τους εναγόμενους αρ. 1,2 και 3 έως και τις 8.7.02 (ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής). Υπενθυμίζω πώς η ενάγουσα απετάθηκε στους εναγομένους αρ. 1 για χρηματοδότηση των χρηματιστηριακών της επενδύσεων, υποβάλλοντας την αίτηση ημερ. 6.10.99 (τεκμήριο 32), και πως αυτή υπέγραψε όλες τις επίδικες συμφωνίες και παρεχώρησε όλα τα επίδικα πληρεξούσια αφού προηγουμένως ο σύζυγος, εκπρόσωπος και σύμβουλός της Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) άνδρας ώριμης ηλικίας, μορφωμένος, σοβαρός επαγγελματίας, δυναμικός και διεκδικητικός όπως απεκάλυψε η ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου, διάβασε, κατενόησε και απεδέχθηκε τα προτεινόμενα κείμενα. Υπενθυμίζω πώς, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο σύζυγος, εκπρόσωπος και σύμβουλος της ενάγουσας Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) γνώριζε το γεγονός πως η χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών είναι μεταβλητή, αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο των χρηματιστηριακών επενδύσεων και αποδεχόταν το ενδεχόμενο η μείωση της αξίας ενός χαρτοφυλακίου να μην οφείλεται σε κακοπιστία ούτε σε κακή διαχείριση. Υπενθυμίζω, τέλος, το γεγονός πώς ενώ η ενάγουσα γνώριζε για την συνεχή και σημαντική μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου της τουλάχιστον από τις 4.7.00 (τεκμήρια 51 έως 59), ενώ η ενάγουσα γνώριζε πως η μείωση αυτή συνεχιζόταν και κατά τον Φεβρουάριο του έτους 2001 (τεκμήριο 60) και ενώ, στις αρχές Απριλίου του έτους 2001, η ενάγουσα αρνήθηκε νέες προτάσεις των εναγομένων αρ. 1 γιατί αντιλήφθηκε πώς επρόκειτο για "νέες δόλιες παγίδες" αυτών και του "ομίλου Sharelink", εντούτοις, αυτή διατήρησε τη συνεργασία της με τους εναγομένους για αρκετούς μήνες ακόμη. Η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας δίδει έρεισμα στον ισχυρισμό των εναγομένων πώς, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αυτή δεν επιθυμούσε την πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου της γιατί ανέμενε την ανάκαμψη του Χ.Α.Κ. (β) Παράβαση συμβατικών όρων Στις περιπτώσεις σύναψης γραπτής συμφωνίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων προκύπτουν από το ίδιο το κείμενό της. Εάν στο κείμενο υπάρχουν ασάφειες, τότε είναι αναγκαία η ερμηνεία. Η ερμηνεία μίας ασαφούς συμβατικής πρόνοιας ή ενός ασαφούς συμβατικού όρου, δηλαδή η διαδικασία απόδοσης του αληθινού τους νοήματος, είναι ζήτημα νομικό, ακολουθεί συγκεκριμένους (ερμηνευτικούς) κανόνες και γίνεται από το Δικαστήριο (Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 33). Βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τα όσα καταγράφονται σε μία σύμβαση. Στα καταγεγραμμένα αποδίδεται η σημασία που αυτά ενέχουν στην κοινή καθημερινή συνεννόηση. Είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί με ποία σημασία οι όροι, που χρησιμοποιούνται σε μία σύμβαση, γίνονται αντιληπτοί από το μέσο συνετό ενήλικα. Για το σκοπό αυτό είναι συχνά χρήσιμο να αποκαλυφθεί το υπόβαθρο της συμφωνίας, αποκλειομένων, όμως, των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν, των μονομερών δηλώσεων και των υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων (Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1058, 1068, Θεολόγος κ.α. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Μούτση
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1809). Περαιτέρω, η ένταξη, σε γραπτή συμφωνία, και όρου ο οποίος, όμως, δεν καταγράφεται στο κείμενό της (εξυπακουόμενος όρος) αποτελεί εξαιρετικό μέτρο. Εξυπακούεται η ύπαρξη όρου σε ορισμένη συμφωνία, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στο κείμενό της, μόνον εφ΄ όσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για να προσδοθεί εμπορική δραστικότητα (business efficacy) στη συμφωνία (Bauer ν. Διογένης Ηροδότου και Υιοί Λίμιτεδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 324, 333 - 334). Στην προκείμενη περίπτωση οι επίδικες συμφωνίες είναι σαφείς και αυτάρκεις. Η εμπορική τους δραστικότητα (business efficacy) δεν χρειάζεται την προσθήκη οιουδήποτε εξυπακουόμενου όρου. Άλλωστε, οι συμφωνίες αυτές λειτούργησαν για μακρό χρονικό διάστημα χωρίς την ανάγκη προσφυγής στους όρους που τώρα προβάλλει η ενάγουσα. Η Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99 λειτούργησε έως και τις 13.1.00, η Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 λειτούργησε έως και τις 2.5.01, η δε Συμφωνία Χρημοτοδότησης ημερ. 13.1.00 λειτούργησε έως και τις 8.7.02. Παρενθετικά αναφέρω πώς η Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 11.10.99 (τεκμήριο 33) ανανεώθηκε και αντικατεστάθηκε από τη Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 (τεκμήριο 37). Αυτό προκύπτει από το κείμενο των Συμφωνιών και αυτό δηλώνεται ρητώς στην επιστολή των εναγομένων αρ. 1 προς την ενάγουσα ημερ. 29.12.99 (τεκμήριο 36). Δια της επιστολής ημερ. 29.12.99 (τεκμήριο 36) οι εναγόμενοι αρ.1 πληροφορούν την ενάγουσα για την απόφασή τους για "αλλαγή των συμβάσεων δυνάμει του (Επενδυτικού) Σχεδίου" μετά τη δημοσιοποίησή τους, εξηγούν τις πρόνοιες της "νέα(ς) σύμβαση(ς)", αντίγραφο της οποίας της αποστέλλουν, και την πληροφορούν πώς «αυτή θα διέπει τη λειτουργία του νέου Σχεδίου» . Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 ρητώς ορίζει πως αυτή «..αποτελεί ολόκληρη τη συμφωνίας μεταξύ των μερών...σχετικά με την παραχώρηση των Διευκολύνσεων και περιέχει εξαντλητικά όλους τους όρους σχετικά με αυτές.» (δείτε τον όρο 12 του τεκμηρίου 37). Έχω εξετάσει τις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών και των επίδικων πληρεξούσιων εγγράφων και έχω διεξέλθει τα όσα ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) καταλογίζει στους εναγόμενους αρ. 1,2,3 και 4 ως αντισυμβατικές συμπεριφορές. Έχω, επίσης, διεξέλθει τα όσα ο Αιμίλιος Έλληνας (Μ.Υ.1), η Αύρα Πετρίδου (Μ.Υ.2) και ο Λοϊζος Λοϊζου (Μ.Υ.3) εδήλωσαν για τις ενέργειες των εναγομένων αυτών στα πλαίσια των επίδικων συναλλαγών τους με της ενάγουσα. Καταλήγω πώς οι εναγόμενοι αρ. 1,2,3 και 4 ενήργησαν συμμορφούμενοι προς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και εντός των πλαισίων των συμβατικών τους δικαιωμάτων. Ζητήματα παρόμοια με τα επίδικα έχουν απασχολήσει την πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και διατάξεις σε συμβάσεις που συνάπτουν επενδυτές με οργανισμούς που παρέχουν πιστωτικές διευκολύνσεις για χρηματιστηριακές επενδύσεις καθώς και οργανισμούς που παρέχουν υπηρεσίες συναφείς με το χρηματιστήριο, παρόμοιες με τις επίδικες, έχουν ήδη εξετασθεί. Παραπέμπω στις αποφάσεις Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Γιάλλουρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 120, Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου κ.α.
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1042, Πολιτική Έφεση αρ. 315/2007, Μαρία Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ, ημερ. 12.7.10 και Πολιτική Έφεση αρ. 21/2008 Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, ημερ. 14.7.10. Επιγραμματικώς σημειώνω τα ακόλουθα: Οι επίδικες συμβάσεις και τα επίδικα πληρεξούσια έγγραφα ουδεμία πρόνοια περιέχουν για προκαθορισμένη και εγγυημένη απόδοση είτε του επενδυτικού σχεδίου στο οποίο συμμετείχε η ενάγουσα είτε του χαρτοφυλακίου της. Ο ρόλος, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθ' ενός των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11 καθορίζονται ρητώς από τις συμφωνίες που αυτοί συνομολόγησαν και το πληρεξούσιο που αυτοί έλαβαν (Συμφωνία Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 και πληρεξούσιο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας και Συμφωνία Διαχείρισης ημερ. 3.11.99, τεκμήρια 37 και 39, αντιστοίχως). Οι επίδικες συμφωνίες και το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 37 και 39) ουδόλως περιλαμβάνουν την υποχρέωση οιουδήποτε των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11 να προχωρήσουν σε πωλήσεις μετοχών του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας, καθ' οιονδήποτε στάδιο με σκοπό την εξόφληση χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού. Τα όσα η πλευρά της ενάγουσας ισχυρίζεται περί τέτοιας υποχρέωσης, περί ύπαρξης σχέσης αυξημένης εμπιστοσύνης μεταξύ των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11 αφ' ενός και της ενάγουσας αφ' ετέρου και περί της ιδιότητας των πρώτων ως καταπιστευματοδόχων της δεύτερης είναι αβάσιμα και εκτός του συμβατικού πλαισίου που καθορίζει τις σχέσεις τους. Εν πάση περιπτώσει, εάν η ενάγουσα πράγματι θεωρούσε αντισυμβατικά και παράνομα τα όσα οι εναγόμενοι αρ. 1,2,3 και 11 έπρατταν (ή παρέλειπαν να πράξουν) μπορούσε να τερματίσει τις επίδικες συμφωνίες και να επιδιώξει αμέσως τις ανάλογες θεραπείες, ως το δίκαιο των συμβάσεων προβλέπει. (γ) Ρήτρες καταχρηστικές - ετεροβαρείς συμβατικοί όροι Είναι γεγονός ότι ο Ν.93(Ι)/96εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις συμβάσεων παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και είναι γεγονός ότι καταχρηστικές ρήτρες σε τέτοιες συμβάσεις δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή. Το άρθρο 7 του Ν.93(Ι)/96 ορίζει πως "οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο" και πως "σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μια γραπτής ρήτρας υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία". Στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται περί καταχρηστικών ρητρών και ετεροβαρών συμβατικών ορών στις επίδικες συμφωνίες είναι αβάσιμα εφ' όσον καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος αυτών η ενάγουσα είχε δικαίωμα τερματισμού τους κατά το δίκαιο των συμβάσεων καθώς και δικαίωμα πώλησης μετοχών του χαρτοφυλακίου της. Υπενθυμίζω πως ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) αναφέρθηκε σε περίπτωση κατά την οποία πραγματοποιήθηκε εντολή του για πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας. Σημειώνω, τέλος, πώς δεν παρουσιάσθηκε μαρτυρία για ρητές εντολές προς τους εναγόμενους αρ. 3 για πώληση συγκεκριμένων μετοχών οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν. Όσα ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) ισχυρίζεται περί εντολών του που δεν πραγματοποιήθηκαν είναι γενικόλογα και ασαφή. (δ) Ρήτρες απαλλαγής Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, παρατηρώ πως οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ των εναγομένων αρ. 1,2 και 11 αφ' ενός και της ενάγουσας αφ' ετέρου περιλαμβάνουν ρήτρες απαλλαγής των πρώτων από ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την διάρκεια ισχύους του επίδικου επενδυτικού σχεδίου και λειτουργίας του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού: Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 απαλλάσσονται δυνάμει του όρου 3 της Συμφωνίας Χρηματοδότησης ημερ. 13.1.00 (τεκμήριο 37), οι εναγόμενοι αρ. 11 απαλλάσσονται δυνάμει των όρων 20 και 22 της Συμφωνίας Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 (τεκμήριο 35). Μάλιστα, δια του όρου 22 της Συμφωνίας Διαχείρισης ημερ. 3.11.99 (τεκμήριο 35), η ενάγουσα αναγγέλει ότι κατανοεί το βαθμό κινδύνου που περιλείει το επίδικο επενδυτικό σχέδιο. (ε) Επαγγελματική αμέλεια Κατ' αρχήν, είναι επιτρεπτή η προβολή αξίωσης βασισμένης σε παράβαση σύμβασης και σε αμέλεια, εκ παραλλήλου. Όμως, στις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος, παρά το ότι υπήρξε αμελής, εντούτοις, αυτός δεν υπέχει συμβατική ευθύνη εξ αιτίας της ύπαρξης σχετικής συμβατικής ρήτρας απαλλαγής, ως ζήτημα λογικής τάξης, δεν μπορεί να του αποδοθεί ούτε ευθύνη στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Belvestico Trading Ltd (20060 (B) A.A.Δ. 838, 858-9). Αυτό συμβαίνει, εν προκειμένω, όσον αφορά στους εναγομένους αρ. 1, 2 και 11 Παρά ταύτα προχωρώ να εξετάσω και τα ζήτημα της επαγγελματικής αμέλειας των εναγομένων και σημειώνω τα ακόλουθα: Το επίπεδο επιμέλειας το οποίο οι επαγγελματίες οφείλουν να επιδεικνύουν καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)(β) του Κεφ. 148. Οι επαγγελματίες οφείλουν να καταβάλλουν "τέτοια δεξιότητα( ) και επιμέλεια ( ) .. όπως ένα λογικό και σωστό πρόσωπο, που έχει όλα τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις". "Το καθήκον ... κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο το οποίο βασιζόμενο στη δεξιότητα του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του, .. Συνιστάται στη στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα.....". Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνης
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614, 621: "Το επίπεδο (επιμέλειας) είναι του συνήθους, επιμελούς και ικανού επαγγελματία. Δεν είναι ούτε εκείνο του πολύ προσοντούχου, ούτε εκείνο ενός επαγγελματία που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα. Συμμόρφωση με τη γενική πρακτική του επαγγέλματος μπορεί να παρέχει κάποια κάλυψη αλλά όχι πάντα και ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη πρακτική δεν έτυχε να δοκιμαστεί δικαστικά" (Πολιτική Έφεση αρ. 102/2007 Muriel Beaumant κ.α. ν. Νίκου Παπακλεοβούλου, ημερ. 21.4.10). Το ερώτημα τί συνιστά, υπό τις περιστάσεις, εύλογη επαγγελματική επιμέλεια, αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι από την εκάστοτε επαγγελματική ομάδα. Όμως, η πρακτική ορισμένου επαγγέλματος, όπως αυτή αποδεικνύεται με μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, τυγχάνει πάντοτε σεβασμού. Αυτό σημαίνει ότι εάν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος συνεμορφώθηκε με τα επίπεδα που απαιτεί το επάγγελμά του, το Δικαστήριο μάλλον θα αποφανθεί υπέρ του. Αποδίδεται βαρύτητα στην καθιερωμένη επαγγελματική πρακτική, με αποτέλεσμα το βάρος του ενάγοντος να αποδείξει την επαγγελματική αμέλεια του αντιδίκου του είναι μεγάλο (Wienfied and Jolowicz on Tort, sixteenth edition, Sweet and Maxwell, 2002, σελ. 196). Στην προκείμενη περίπτωση, τα όσα ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) επικαλείται ως τα αποδεικτικά της επαγγελματικής αμέλειας των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11 είναι αόριστα, υποθετικά και ατεκμηρίωτα. Ο μάρτυρας της ενάγουσας δεν υπέδειξε συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες εάν οι εναγόμενοι αρ. 1,2,3 και 11 προέβαιναν θα παρέκαμπταν τη αδιαμφισβήτητη γενική πτώση που παρουσίαζε το Χ.Α.Κ. κατά τον ουσιώδη χρόνο και θα καθιστούσαν το επίδικο επενδυτικό σχέδιο κερδοφόρο. Δεν υπάρχει μαρτυρία για την αξία εκάστης των μετοχών του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας κατά τους διάφορους χρόνους και ούτε υπάρχει μαρτυρία εάν υπήρχε ενδιαφέρον για την πώλησή τους. Αντιστοίχως, δεν υπεδείχθηκαν οι μετοχές η αγορά των οποίων κατ' ισχυρισμόν, θα καθιστούσε το χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας κερδοφόρο και ούτε υπάρχει μαρτυρία κατά πόσον οι μετοχές αυτές ήσαν υπό διαπραγμάτευσιν κατά τους διάφορους χρόνους. Ο μάρτυρας της ενάγουσας περιορίσθηκε να ισχυρισθεί, κατά τρόπον γενικόλογο, πώς όταν ο επενδυτικός λογαριασμός της ενάγουσας παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οι εναγόμενοι αρ. 1,2,3 και 11 όφειλαν να πωλήσουν τις αξίες περιθωρίου ασφάλειας για να μειώσουν την ζημιά. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) ισχυρίζεται έχουν περιορισμένη αποδεικτική βαρύτητα για την απόδειξη επαγγελματικής αμέλειας εκ μέρους των εναγομένων εφ' όσων αυτά δεν αποτελούν την άποψη εμπειρογνώμονος επί χρηματιστηριακών ζητημάτων. Υπενθυμίζω πως ο Γιάννης Λύτρας (Μ.Ε.4) επέμεινε να παρουσιάζεται ως πρόσωπο με ελάχιστη πείρα στα χρηματιστηριακά ζητήματα, ώστε να πεισθεί ο ίδιος, και στη συνέχεια να πείσει την ενάγουσα σύζυγό του, πως ένα χρηματιστηριακό επενδυτικό σχέδιο μπορεί να είναι μόνον κερδοφόρο. (στ) Ευθύνη διοικητικών συμβούλων Οι εναγόμενοι αρ. 4 έως και 10,12,13,15 έως και 18, φυσικά πρόσωπα, ενήχθηκαν ως διοικητικοί σύμβουλοι των εναγομένων αρ. 1,2,3 και 11. Εφ' όσον δε ουδεμία παράνομη, αντισυμβατική ή αμελής ενέργεια είτε των ιδίων είτε των εταιρειών, στη διοίκηση των οποίων συμμετέχουν, αποδείχθηκε, αυτοί απαλλάσσονται κάθε ευθύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους: Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ. 1 έως και 13 και 15 έως και 18 και εναντίον της ενάγουσας. Η ανταπαίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγομένων αρ.1 και εναντίον της ενάγουσας για το ποσόν των €70.173,18 (ισόποσον των Λ.Κ. 41.070,54). Το ποσόν αυτό θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 3.9.03, ημερομηνία καταχώρισης της ανταπαίτησης. Τα έξοδα της ανταπαίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ. 1 και εναντίον της ενάγουσας. Μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων αρ. 1 να υπολογισθεί ένα σύνολο εξόδων. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΧ/ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.