← Κύπρος

Ιωάννας Ηλιάδη-Λοΐζου ν. ZI Mediterranean Leisure Investments Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1769/2005, 20 Σεπτεμβρίου, 2011

Ιωάννας Ηλιάδη-Λοΐζου ν. ZI Mediterranean Leisure Investments Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1769/2005, 20 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A369 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1769/2005 Μεταξύ: Ιωάννας Ηλιάδη-Λοΐζου Ενάγουσας και

  1. Z&I Mediterranean Leisure Investments Limited
  2. Alkion Construction & Services Limited
  3. Zήνων Ηλιάδη Εναγομένων -------------- 20 Σεπτεμβρίου,
  4. Για την ενάγουσα: κ. Μ. Ηλιάδης Για όλους τους εναγόμενους: κ. Α. Χαβιαράς Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα και ο εναγόμενος 3 είναι αδέλφια. Είναι παραδεκτό ότι είναι οι ιδρυτές, μόνοι μέτοχοι και αρχικά οι μόνοι διοικητικοί σύμβουλοι της εναγόμενης
  5. Η εταιρεία αυτή ενεγράφη στον έφορο εταιρειών το 1991 και επανεγγράφη, αφού είχε διαγραφεί, στις 30.11.
  6. Στην αρχική μετοχική δομή της ο εναγόμενος 3 κατείχε 24.600 συνήθεις μετοχές, ήτοι ήταν μέτοχος κατά 82%, και η ενάγουσα 5.400 παρόμοιες μετοχές, το υπόλοιπο δηλαδή 18% του μετοχικού κεφαλαίου. Στις 24.5.2005 κοινοποιήθηκε στον έφορο εταιρειών ο διορισμός τρίτου διοικητικού συμβούλου της εναγόμενης 1, της Ισαβέλλας Ηλιάδη, συζύγου του εναγόμενου
  7. Λίγα χρόνια προηγουμένως, συγκεκριμένα στις 14.3.2001, καταχωρήθηκε στον έφορο εταιρειών ειδοποίηση παραχώρησης μετοχών έναντι μετρητών, με ημερομηνία παραχώρησης την 22.2.
  8. Με την κοινοποίηση αυτή καταχωρήθηκε στο αρχείο του εφόρου η παραχώρηση 8.000 συνήθων μετοχών της εναγόμενης 1 στο όνομα της εναγόμενης 2 εταιρείας, η οποία ελέγχεται και ανήκει εξ ολοκλήρου στον εναγόμενο
  9. Το γεγονός αυτό, της παραχώρησης δηλαδή των πιο πάνω μετοχών, το οποίο, σύμφωνα με την εκδοχή της ενάγουσας, πληροφορήθηκε μόλις το 2004, αποτέλεσε και τη γενεσιουργό αιτία καταχώρησης της υπό κρίση υπόθεσης. Προτού όμως παρατεθεί με λεπτομέρεια η βάση της παρούσας αγωγής, ορθό είναι να συμπληρωθεί ο κύκλος των παραδεκτών γεγονότων. Παραμένει λοιπόν αδιαμφισβήτητο ότι κύριο περιουσιακό στοιχείο της εναγόμενης 1 είναι οι μετοχές της στην εταιρεία Eliades Anatolikon Leisure Resorts Limited (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως Ανατολικόν), της οποίας είναι ο βασικός μέτοχος. Η Ανατολικόν, μέσω άλλων εταιρειών που της ανήκουν εξ ολοκλήρου, είναι ιδιοκτήτρια σημαντικής ακίνητης περιουσίας στην Πάφο, η αξία της οποίας φέρεται να ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ και η οποία αναπτύσσεται ως συγκρότημα golf. Η ουσία της βάσης αγωγής μπορεί να συνοψιστεί στις θέσεις ότι ο εναγόμενος 3 αυθαίρετα, χωρίς να ακολουθήσει τις διαδικασίες του καταστατικού της εναγόμενης 1 σχετικά με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, κατά παράβαση του περί Εταιρειών Νόμου και εν αγνοία της ενάγουσας, προχώρησε σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της συγκεκριμένης εταιρείας, εκδίδοντας 8.000 μετοχές και παραχωρώντας τις στην εναγόμενη
  10. Αποτέλεσμα δε των κατ΄ ισχυρισμόν της ενάγουσας παράνομων ενεργειών του εναγόμενου 3, είναι η παρουσία της με μειωμένο πλέον μετοχικό κεφάλαιο στην εναγόμενη 1, ήτοι από 18% σε 14% του μετοχικού αυτού κεφαλαίου. Με αυτά ως υπόβαθρο, αξιώνεται η ακύρωση της έκδοσης του πιο πάνω αριθμού μετοχών και η ανάλογη διόρθωση του μητρώου μετοχών της εναγόμενης
  11. Παρεμβάλλω ότι σειρά άλλων αξιώσεων, οι οποίες αφορούσαν ζητήματα πλαστογραφίας πληρεξουσίου εγγράφου και συνακόλουθες αποζημιώσεις, απεσύρθησαν προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Η υπεράσπιση συμφωνεί ότι δεν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα από το καταστατικό της εναγόμενης εταιρείας ως προς το υπό κρίση ζήτημα της αύξησης των μετοχών. Θέτει όμως ότι όλα έγιναν με τη συγκατάθεση, συμφωνία και γνώση της ενάγουσας. Προσθέτει ακόμη ότι η τελευταία ενημερωνόταν πάντοτε για όλα τα ζητήματα που αφορούσαν την εναγόμενη 1 και βεβαίως για το επίδικο θέμα της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. Προβάλλει ακόμη ότι ήταν οι αποκλειστικές προσπάθειες, οι συνεχείς ενέργειες του εναγόμενου 3 και οι δικές του οικονομικές επιβαρύνσεις που κατέστησαν δυνατή την ανάπτυξη της υπό αναφορά γης και την επαύξηση της αξίας της. Η έκδοση δε των εν λόγω μετοχών συνιστούσε ουσιαστικά ανταμοιβή και κάλυψη αυτής της εργασίας και οικονομικής συμβολής των εναγομένων 2 και
  12. Με τα πιο πάνω ως υπόβαθρο, οι εναγόμενοι, ανταπαιτητικά, αξιώνουν δηλωτική απόφαση με την οποία να διακηρύσσεται ότι η έκδοση και/ή εγγραφή των 8.000 μετοχών είναι έγκυρη, νόμιμη και δεσμευτική. Προσθέτω, προς ολοκλήρωση, ότι μια σειρά από προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες δικογραφήθηκαν, τελικά δεν προωθήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο, καθιστώντας αχρείαστη την οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με αυτές. Με δεδομένα τα παραδεκτά γεγονότα, η μαρτυρία των δύο πλευρών περιορίστηκε στα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο η ενάγουσα, ο εναγόμενος 3 και στην παρουσίαση, ουσιαστικά από κοινού, αριθμού εγγράφων ως τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένου του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εναγόμενης 1, Τεκμ.
  13. Σύνοψη και μόνο της μαρτυρίας είναι αρκετή για να αποτυπώσει τις βασικές θέσεις των διαδίκων, όπως αυτές συνδέονται με τα επίδικα θέματα. Κατέθεσε η ενάγουσα ότι τις δραστηριότητες της εναγόμενης 1 από της ίδρυσής της τις χειριζόταν ο εναγόμενος 3, ο οποίος συστηματικά παρέλειπε να την ενημερώνει ή να την προμηθεύει με τους λογαριασμούς και οικονομικές καταστάσεις της. Στις κατά καιρούς παρακλήσεις της τη διαβεβαίωνε, αόριστα, ότι όλα πήγαιναν καλά. Περί τον Οκτώβριο του 2004 ζήτησε από ελεγκτικούς οίκους, οι οποίοι πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους τόσο στην εναγόμενη 1 όσο και στην Ανατολικόν, να την πληροφορήσουν για τα οικονομικά δεδομένα τους. Ήταν τότε που με έκπληξη ενημερώθηκε από τους ελεγκτές ότι το ποσοστό της στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 1 περιορίστηκε από 18% σε 14%, λόγω έκδοσης μετοχών στο όνομα της εναγόμενης
  14. Επικοινώνησε με τον εναγόμενο 3 ζητώντας του εξηγήσεις. Αυτός αρχικά απέφευγε να συζητήσει το θέμα, λέγοντάς της ότι δεν θυμόταν την ακριβή μετοχική διάρθρωση της εναγόμενης
  15. Ακολούθως την καθησύχαζε αναφέροντας ότι είναι διατεθειμένος να διευθετήσει το όλο ζήτημα της μετοχικής της συμμετοχής και ότι θα της έδιδε πλήρεις λογαριασμούς σχετικά με τις δραστηριότητες της εναγόμενης
  16. Παρά ταύτα, παρέλειψε να το πράξει, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει μεταξύ τους αλληλογραφία (Τεκμ. 1-3). Πρόβαλε, καταληκτικά, η ενάγουσα ότι ο αδελφός της καταχράστηκε πλήρως την εμπιστοσύνη που του έδειξε και πως οι επίδικες μετοχές παραχωρήθηκαν με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1, χωρίς να της γνωστοποιηθεί οτιδήποτε προηγουμένως και δίχως να τηρηθούν οι προβλεπόμενες από το καταστατικό της εταιρείας διαδικασίες. Αντεξεταζόμενη επεξήγησε ότι με τον αδελφό της είχαν άριστες σχέσεις μέχρι και το 2004, οπόταν και πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τα σχετικά με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης
  17. Αρνήθηκε δε κατ΄ επανάληψη ότι γνώριζε ή συμφώνησε για την έκδοση των 8.000 νέων μετοχών στο όνομα της εναγόμενης 2, όπως απέρριψε επίσης τη θέση ότι η προβαλλόμενη άγνοιά της συνιστούσε εκ των υστέρων σκέψη και ήταν αποτέλεσμα προβλημάτων που δημιουργήθηκαν περί το έτος 2004 στις σχέσεις του συζύγου της με τον αδελφό της. Ο εναγόμενος 3 αναφέρθηκε, καταθέτοντας, σε έκταση στο ιστορικό απόκτησης της ακίνητης περιουσίας και στις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλε προκειμένου αυτή να αναπτυχθεί ως συγκρότημα golf. Συνοπτικά οι προσπάθειες αυτές περιλάμβαναν σειρά επαφών με τις αρμόδιες αρχές για έκδοση των αιτούμενων αδειών και εξασφάλιση κεφαλαίων, είτε μέσω τραπεζών, είτε μέσω διαφόρων επενδυτών. Πρόβαλε ότι επειδή συγκεκριμένη τράπεζα έθετε ως όρο, προκειμένου να αναλάβει την όλη χρηματοδότηση της αγοράς της γης την κατάθεση ιδίων κεφαλαίων πέραν των Λ.Κ.200.000, ο ίδιος κατέβαλε Λ.Κ.200.000 και η ενάγουσα Λ.Κ.50.
  18. Αυτό έγινε, πάντα κατά το μάρτυρα, προτού ιδρυθεί η εναγόμενη
  19. Πρόσθεσε ότι παρά το γεγονός πως η ενάγουσα δεν ήθελε να εμπλέκεται με τις δραστηριότητες της εναγόμενης 1, εντούτοις, σε συχνά χρονικά διαστήματα την ενημέρωνε. Η ενημέρωση λάμβανε χώρα σε οικογενειακές συναντήσεις που είχαν και ουδέποτε τηρήθηκαν «επίσημες ή νομικές διαδικασίες από την ίδρυση της εταιρείας Z&I μέχρι το 2004». Βασικός ισχυρισμός του ήταν ότι επειδή η ενάγουσα δεν επιθυμούσε να συνδράμει στην περαιτέρω χρηματοδότηση για την εξέλιξη του έργου golf, συμφώνησαν μεταξύ τους ότι ο ίδιος θα αναλάμβανε τα απαραίτητα έξοδα και σε κάποιο μελλοντικό στάδιο θα γινόταν μια αναπροσαρμογή του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1 με την παραχώρηση σε αυτόν επιπρόσθετων μετοχών, σε αντάλλαγμα όλων των προσπαθειών του και σε εξόφληση των περαιτέρω κεφαλαίων που θα έβαζε. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, περί τα μέσα του 2000, συμφώνησε με την ενάγουσα να εκδοθούν μετοχές στην εναγόμενη 2 έναντι των χρημάτων που είχε ο ίδιος ήδη επενδύσει στην εναγόμενη
  20. Υπό το φως των πιο πάνω θέσεων, θέτει ο μάρτυρας πως η ενάγουσα - ακριβώς επειδή γνώριζε και συμφώνησε - ουδέποτε αντέδρασε, παρά μόνο περί το έτος 2005, με αφορμή τη ρήξη των σχέσεών του με το σύζυγό της. Κατά την αντεξέτασή του επέμεινε στις βασικές του θέσεις, αρνούμενος ότι το ποσό των Λ.Κ.50.000 που κατέβαλε η ενάγουσα ήταν η συνεισφορά της στο κεφάλαιο της εναγόμενης
  21. Δέχθηκε ότι η έκδοση και παραχώρηση των 8.000 μετοχών στην εναγόμενη 2 έλαβε χώρα χωρίς τη σύγκληση γενικής συνέλευσης της εναγόμενης 1 και ότι οι εν λόγω μετοχές συνιστούσαν αύξηση του εκδομένου κεφαλαίου. Δέχθηκε ακόμη πως οι νέες αυτές μετοχές δεν προσφέρθηκαν στους υφιστάμενους μετόχους της εναγόμενης
  22. Δικαιολογώντας κατέθεσε ότι αυτό έγινε διότι η ενάγουσα όχι μόνο δεν ήθελε να αποκτήσει νέες, αλλά δεν ήθελε ούτε και να πληρώσει τις 5.400 μετοχές που αρχικά κατείχε. Βασική του προσέγγιση και κατά την αντεξέταση ήταν πως, λόγω των άριστων σχέσεων που είχε με την ενάγουσα, αλλά και του οικογενειακού χαρακτήρα της εναγόμενης 1, δεν λάμβαναν χώρα συνελεύσεις και συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για την ενάγουσα εισηγήθηκε ότι τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την αγωγή είναι απλά. Επικαλούμενος δε συγκεκριμένες πρόνοιες του καταστατικού της εναγόμενης 1, αλλά και του περί Εταιρειών Νόμου, έθεσε ότι στην υπό κρίση περίπτωση εντοπίζεται αδιαμφισβήτητα παραβίασή τους. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να κρίνει ως ψευδείς τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3 περί ύπαρξης οποιασδήποτε προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με το ζήτημα της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και της ενημέρωσης της ενάγουσας. Τέλος, εισηγήθηκε ότι είναι προφανές πως οι εναγόμενοι εξαπάτησαν την ενάγουσα και πως παράνομα και χωρίς τη στοιχειώδη τήρηση των διαδικασιών του καταστατικού και του νόμου περιόρισαν τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης
  23. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων με τη δική του αγόρευση κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή της ενάγουσας περί άγνοιάς της γύρω από το ζήτημα της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. Δεχόμενος ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν τηρήθηκαν οι καταστατικές προβλέψεις και οι κατά νόμο διαδικασίες για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, εισηγήθηκε ότι ναι μεν δεν τηρήθηκαν τα τυπικά, αλλά σίγουρα η αύξηση έγινε σε γνώση και με τη συγκατάθεση της ενάγουσας. Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, κατέληξε, δεν χωρεί ακυρότητα της παραχώρησης των επίδικων μετοχών και η μόνη θεραπεία που θα μπορούσε να παρασχεθεί είναι αυτή των αποζημιώσεων, για την οποία όμως καμία μαρτυρία προσκόμισε η ενάγουσα. Έθεσε ο εναγόμενος 3 ότι οι δικές του προσπάθειες και μόνο συνέτειναν στην ανάπτυξη του συγκροτήματος golf και, συνακόλουθα, στην επαύξηση της οικονομικής αξίας της εναγόμενης
  24. Η προσέγγισή του αυτή στηρίζεται και από τα όσα η ενάγουσα κατέθεσε σχετικά με τον αποκλειστικό χειρισμό των υποθέσεων της εναγόμενης 1 από τον εναγόμενο
  25. Το κρίσιμο όμως ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η αδιαμφισβήτητη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1 έγινε νομότυπα, με δεδομένη την κοινή θέση ότι δεν τηρήθηκαν τα εκ του νόμου και του καταστατικού της εναγόμενης 1 προβλεπόμενα. Προβάλλεται μέσα από τη μαρτυρία του εναγόμενου 3 ότι η ενάγουσα γνώριζε και συμφώνησε στην εν λόγω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και στην ανάλογη έκδοση και μεταβίβαση 8.000 μετοχών στο όνομα της εναγόμενης
  26. Τίθεται δε ως υπόβαθρο η πολύχρονη συνεισφορά του εναγόμενου 3, προκειμένου να στηριχθεί η θέση πως η παραχώρηση των πιο πάνω μετοχών συνιστούσε ουσιαστικά ανταμοιβή του. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τον εναγόμενο 3 ενώ κατέθετε. Τα κρίσιμα μέρη της μαρτυρίας του, τα όσα δηλαδή επικαλείται προς στήριξη προηγούμενης προφορικής συμφωνίας με την ενάγουσα ως προς το επίδικο ζήτημα της έκδοσης και μεταβίβασης των 8.000 μετοχών, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων και είναι έκθετα σε απόρριψη. Αδιαμφισβήτητα δεδομένα, αλλά και προηγούμενες αντιφατικές τοποθετήσεις του εναγόμενου 3 οδηγούν σε αυτή την κατάληξη. Επεξηγώ: Είναι παραδεκτό ότι στις 14.3.2001 καταχωρήθηκε στον έφορο εταιρειών ειδοποίηση παραχώρησης μετοχών έναντι μετρητών με ημερομηνία παραχώρησης την 22.2.
  27. Ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα είχε γνώση αυτού του γεγονότος από τότε, καθότι πάντα την ενημέρωνε προφορικά σε οικογενειακές συγκεντρώσεις για τις υποθέσεις της εναγόμενης
  28. Αντίθετη είναι η θέση της ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι μόλις το 2004 πληροφορήθηκε για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και πως ουδέποτε ο αδελφός της - εναγόμενος 3 την ενημέρωνε για την πορεία των υποθέσεων της εναγόμενης
  29. Η θέση της αυτή ενισχύεται και επιβεβαιώνεται από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εναγόμενος 3, παρά τις επανειλημμένες του δεσμεύσεις, ουδέποτε προμήθευσε την ενάγουσα με ελεγμένους λογαριασμούς της εναγόμενης 1 εταιρείας. Παρέμεινε άλλωστε επίσης χωρίς αμφισβήτηση ότι η ενάγουσα προσέφυγε σε ελεγκτικό οίκο, περί τον Οκτώβριο του 2004, προκειμένου να πληροφορηθεί για τα οικονομικά δεδομένα της εν λόγω εταιρείας. Εάν λοιπόν οι ανάλογες θέσεις του εναγόμενου 3 ήταν βάσιμες κι αν όντως ενημέρωνε την ενάγουσα περί των υποθέσεων της εναγόμενης 1, προκύπτει το ερώτημα τι νόημα θα είχε η προσφυγή της σε ελεγκτικό οίκο προκειμένου να ενημερωθεί; Περαιτέρω, σημαντικό μέρος των θέσεων του εναγόμενου 3 κινήθηκε γύρω από το βασικό ισχυρισμό ότι η ενάγουσα δεν εισέφερε στο κεφάλαιο της εναγόμενης 1 και ότι οι 5.400 μετοχές που κατείχε δεν είναι πλήρως αποπληρωμένες. Οι ισχυρισμοί του αυτοί βρίσκονται σε πλήρη διάσταση, τόσο με τα όσα προβάλλει στις παραγράφους 8(γ) και 9(στ) της έκθεσης απαίτησης, όσο και με προηγούμενες θέσεις του, της παραγρ. 2(α) της ένορκης δήλωσής του ημερ. 16.3.2005, την οποία καταχώρησε προς στήριξη ένστασής του σε αίτημα της ενάγουσας για έκδοση διατάγματος στην παρούσα διαδικασία. Αναφέρεται συγκεκριμένα: Παραγράφοι 8(γ) και 9(στ) της έκθεσης απαίτησης: «8(γ). Ο Εναγόμενος 3 είναι και ήταν πάντοτε μέτοχος πλειοψηφίας με 82% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 με δικαίωμα ψήφου και κατά τη σύσταση της συνεισέφερε το ποσό των Λ.Κ.250.000 περίπου, ενώ η Ενάγουσα μόνο το ποσό των Λ.Κ.50.000». «9(στ). Η Ενάγουσα ήταν πάντοτε ενήμερη και συμφωνούσε χωρίς όμως να συνδράμει οικονομικά ή άλλως πως και χωρίς ποτέ να εργαστεί έστω και μία ώρα για το Έργο. Η μόνη συνεισφορά της Ενάγουσας ήταν η αρχική συνεισφορά της για το ποσό των Λ.Κ.50.000». Παράγραφος 2(α) της ένορκης δήλωσης ημερ. 16.3.2005: (α) Ουδέποτε, πριν, κατά ή μετά τη σύσταση της εναγόμενης 1, η ενάγουσα και εγώ κάναμε οποιαδήποτε συμφωνία ότι η εναγόμενη 1 θα ήταν συνεταιρική εταιρεία και/ή ότι θα τη διοικούσαμε και/ή θα αποφασίζαμε από κοινού ως διοικητικοί σύμβουλοι όπως ψευδώς ισχυρίζεται η ενάγουσα. Θα ήταν άλλωστε παράλογο να συμφωνούσα σε κάτι τέτοιο από τη στιγμή που ήμουν ο μέτοχος πλειοψηφίας με 82% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 1 με δικαίωμα ψήφου και κατά τη σύσταση της συνεισέφερα το ποσό των Λ.Κ.250.000 περίπου, ενώ η ενάγουσα μόνο Λ.Κ.50.000...» Είναι με βάση τα πιο πάνω εύρημα του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε η ενάγουσα συμφώνησε για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1 και την έκδοση και μεταβίβαση στην εναγόμενη 2 των 8.000 επίδικων μετοχών. Ούτε γνώριζε για το γεγονός αυτό, παρά μόνο τον Οκτώβριο του 2004 και υπό τις συνθήκες που η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου, με βάση τις αδιαμφισβήτητες θέσεις, ότι η υπό αναφορά έκδοση και μεταβίβαση έγινε χωρίς να τηρηθούν οι πιο κάτω πρόνοιες του καταστατικού της εναγόμενης 1: Άρθρο 6: «Εκτός αν η Εταιρεία αποφασίσει διαφορετικά σε Γενική Συνέλευση, οι αρχικές μετοχές που έπρεπε να εκδοθούν και παραχωρηθούν κάθε φορά αλλά δεν εκδόθηκαν ούτε παραχωρήθηκαν, καθώς και οι νέες μετοχές που δημιουργούνται (created) κάθε φορά προτού αυτές εκδοθούν, θα προσφέρονται στα μέλη με την πλησιέστερη δυνατή αναλογία με βάση τον αριθμό μετοχών που κατέχουν.» Άρθρο 50: «Η Εταιρεία μπορεί να αυξήσει το μετοχικό της κεφάλαιο με συνηθισμένη απόφαση που παίρνει κάθε φορά. Το ποσό με το οποίο θα αυξηθεί το μετοχικό κεφάλαιο, καθώς και η αξία των μετοχών στις οποίες υποδιαιρείται το πιο πάνω ποσό καθορίζονται επίσης στην απόφαση αυτή.» Δεν τηρήθηκαν επίσης τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 60 και 62 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  30. Σύμφωνα με το άρθρο 60, εταιρεία, εφόσον εξουσιοδοτείται από το καταστατικό της, δύναται να αυξήσει το μετοχικό της κεφάλαιο με νέες μετοχές με τέτοιο ποσό όπως ήθελε κρίνει σκόπιμο. Η εξουσία της όμως αυτή πρέπει να ασκείται σε γενική συνέλευση. Κατ΄ ακολουθία δε του άρθρου 62, το οποίο ρυθμίζει τον τρόπο κοινοποίησης της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου στον έφορο εταιρειών, απαραίτητη είναι η έγκριση ψηφίσματος σε γενική συνέλευση το οποίο να εξουσιοδοτεί την οποιαδήποτε αύξηση. Η διαδικασία λοιπόν αύξησης του κεφαλαίου της εναγόμενης 1, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, πάσχει καίρια. Με την επίδικη δε αύξηση, αλλοιώθηκε παράνομα, τόσο το μετοχικό κεφάλαιο όσο και το ποσοστό συμμετοχής της ενάγουσας στην εναγόμενη
  31. Πέραν δε της παράνομης και αντικαταστατικής αύξησης του κεφαλαίου, καταπατήθηκαν και τα δικαιώματα προτίμησης των μετόχων. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου οδηγεί στην εξέταση του κρίσιμου ζητήματος του είδους της θεραπείας που πρέπει να αποδοθεί. Ως προς τούτο, η υπόθεση Howard Smith Ltd v. Ampol Petroleum Ltd and others [1974] 1 All E.R. 1126, είναι σχετική και παρέχει ασφαλές υπόβαθρο για παρόμοιο χειρισμό. Εκθέτω τα γεγονότα της: Δύο εταιρείες, η Ampol και Bulkships, κατείχαν συνολικά το 55% του εκδοθέντος κεφαλαίου τρίτης εταιρείας, της Millers. Στις 15.6.1972 η Ampol έκανε προσφορά εξαγοράς του συνόλου των εκδοθέντων μετοχών της Millers για το ποσό των $2.27 για κάθε μετοχή. Στις 22 Ιουνίου τέταρτη εταιρεία, η Howard Smith, ανακοίνωσε την πρόθεση της να υποβάλει προσφορά ανάληψης στο ποσό των $2.50 ανά μετοχή. Την επόμενη μέρα οι σύμβουλοι της Millers ομόφωνα αποφάσισαν να εισηγηθούν την απόρριψη της προσφοράς της Ampol με το σκεπτικό ότι ήταν πολύ χαμηλή. Στις 27 Ιουνίου η Ampol και η Bulkships εξέδωσαν ανακοίνωση γνωστοποιώντας την πρόθεση τους να ενεργούν από κοινού σε σχέση με την μελλοντική διαχείριση της Millers, ανακοινώνοντας ταυτόχρονα ότι αποφάσισαν να απορρίψουν οποιαδήποτε προσφορά προερχομένη από την Howard ή από οπουδήποτε αλλού. Σύμφωνα με το καταστατικό της Millers οι σύμβουλοι είχαν την εξουσία παραχώρησης μη εκδοθέντων μετοχών σε οποιαδήποτε πρόσωπα με οποιουσδήποτε όρους και προϋποθέσεις και καθ' οιονδήποτε χρόνο έκριναν ότι ήταν πρέπον. Η πλειοψηφία των συμβούλων της Millers τάχθηκε υπέρ της προσφοράς της Howard και εκπονήθηκε σχέδιο έκδοσης μετοχών στην Howard σε τέτοιο ποσοστό ώστε να μετέτρεπε τις Ampol και Bulkships, μαζί, μειοψηφούντες μετόχους. Ο ακριβής αριθμός μετοχών που θα εκδίδοντο καθορίσθηκε με βάση τις κεφαλαιουχικές ανάγκες της Millers. Η Millers είχε ανάγκη περίπου 10 εκατομμύρια δολάρια, προκειμένου να χρηματοδοτήσει συναλλαγή στην οποία εμπλεκόταν και να εξασφαλίσει την οικονομική της θέση. Με βάση τα πιο πάνω υπολογίσθηκε ότι θα πρέπει να εκδοθούν 4.500.000 μετοχές στην τιμή των $2.30 η κάθε μία. Την 6 Ιουλίου η Howard απέστειλε επιστολή στη Millers ζητώντας την παραχώρηση 4.500.000 μετοχών στην τιμή των $1.30 για κάθε μία. Η επιστολή αυτή εξετάστηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Millers την ίδια μέρα και η πρόταση έγινε αποδεκτή με απόφαση της πλειοψηφίας. Η παραχώρηση και έκδοση των μετοχών στην Howard έγινε αμέσως μετά την συνεδρία αυτή. Στις 7 Ιουλίου η Ampol προχώρησε με διαδικαστικά μέτρα εναντίον 14 εναγομένων, μεταξύ των οποίων η Howard, η Miller και έντεκα σύμβουλοι της τελευταίας, προκειμένου να ακυρωθεί η έκδοση των μετοχών στο όνομα της Howard. Το Δικαστήριο, Equity Division of the Supreme Court of New South Wales, απεφάνθη ότι η παραχώρηση των μετοχών δεν έγινε από τους συμβούλους της Millers προς εξυπηρέτηση δικών τους συμφερόντων και ότι πρωταρχικός σκοπός της παραχώρησης δεν ήταν η ικανοποίηση των αναγκών της Millers για αύξηση του κεφαλαίου της, αλλά η καταστροφή της πλειοψηφίας που είχαν οι Ampol και Bulkships. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την ακύρωση της έκδοσης των επίδικων μετοχών. Η Howard καταχώρησε έφεση θέτοντας πως με δεδομένο ότι οι σύμβουλοι της Millers δεν ωθήθηκαν από προσωπικό τους συμφέρον, ήτοι την επιθυμία τους να έχουν τον έλεγχο της εταιρείας ή να διατηρήσουν τις θέσεις τους στο συμβούλιο, δεν ήταν επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να υπεισέλθει στην εγκυρότητα των λόγων που τους οδήγησαν στην απόφαση να προχωρήσουν στην έκδοση των μετοχών. Κατ' έφεση, στο Privy Council, στην οποία εμφανίσθηκαν ως μόνα μέρη η Howard ως εφεσείουσα και η Ampol ως εφεσίβλητη, αποφασίστηκε ότι η απουσία προσωπικού συμφέροντος των συμβούλων από μόνη της, δεν είναι αρκετή για να καταστήσει την έκδοση μετοχών έγκυρη. Αφού δε αναλύθηκαν σε έκταση οι εξουσίες ενός Διοικητικού Συμβουλίου σε εταιρεία, τα όριά τους και η σχέση πίστης που το καλύπτει, εντοπίστηκε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για τους συμβούλους να ενεργήσουν προς τον σκοπό όπως καταστρέψουν μία υπάρχουσα πλειοψηφία ή δημιουργήσουν μια νέα πλειοψηφία η οποία δεν υφίστατο προηγουμένως. Ήταν δε κατάληξη του Δικαστηρίου πως η έκδοση των μετοχών από τους συμβούλους της Millers με μοναδικό στόχο την κατάργηση της πλειοψηφίας που κατείχαν οι Ampol και Bulkships, καθιστώντας έτσι δυνατό στην τότε μειοψηφία των μετόχων να πωλήσει τις μετοχές της σε πιο συμφέρουσα τιμή, ήταν άσκηση εξουσίας έκδοσης και παραχώρησης μετοχών η οποία ήταν εκτός της αρμόζουσας σφαίρας λειτουργίας των συμβούλων και δεν ήταν επιτρεπτή. Ως εκ τούτου αποφασίστηκε πως η εξουσία των συμβούλων δεν ασκήθηκε ορθά και η έφεση απορρίφθηκε. Στην υπό κρίση περίπτωση η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου έλαβε χώρα παράνομα και αντικαταστατικά. Ήταν αυθαίρετη και ο μοναδικός σκοπός της έκδοσης νέων μετοχών ήταν η μείωση της μετοχικής συμμετοχής της ενάγουσας και η αντίστοιχη αύξηση αυτής του εναγόμενου 3, μέσω της εναγόμενης 2 εταιρείας του. Υπό τις συνθήκες, η θεραπεία της διαταγής για ακύρωση της έκδοσης των επίδικων μετοχών είναι επιβεβλημένη. Η ενάγουσα αξιώνει περαιτέρω διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται η παύση της ως συμβούλου στην εναγόμενη 1 εταιρεία. Στήριξε το αίτημά της αυτό στη θέση ότι είχαν συμφωνήσει προφορικά με τον εναγόμενο 3 ότι θα παρέμενε για πάντα σύμβουλος στην εν λόγω εταιρεία. Η σχετική μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Εάν όντως λάμβανε χώρα τέτοιας σημασίας συμφωνία, λογικό και αναμενόμενο θα ήταν ανάλογη πρόβλεψη να καταχωρηθεί στο καταστατικό της υπό αναφορά εταιρείας. Αντίθετα, στο άρθρο 97 του Καταστατικού, Τεκμ. 7, προβλέπεται: «Η Εταιρεία μπορεί να παύει, με συνηθισμένη απόφαση που γνωστοποιείται ειδικά, σύμφωνα με το άρθρο 136 του Νόμου, οποιοδήποτε από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πριν από τη λήξη της θητείας του, ανεξάρτητα από οτιδήποτε περιλαμβάνεται στους Κανονισμούς αυτούς ή σε συμφωνία που έγινε μεταξύ της Εταιρείας και του μέλους αυτού.». Όπως λογικό θα ήταν επίσης να αντιδρούσε η ενάγουσα στο μεταγενέστερο διορισμό και τρίτου συμβούλου, της συζύγου του αδελφού της, αφού, όπως θέτει στην παράγραφο 15 της γραπτής δήλωσής της, Τεκμ. «Α»: «Η Εναγόμενη 1 εταιρεία ιδρύθηκε από τον Εναγόμενο 3 και εμένα στην βάση σαφούς συμφωνίας και συναντίληψης ότι θα είμασταν και οι δύο οι διοικητικοί σύμβουλοι της Εταιρείας και ότι θα ενεργούσαμε από κοινού σε σχέση με τις υποθέσεις της.». Θέση η οποία αντιμάχεται τη σαφή διάταξη, άρθρο 96, του Καταστατικού της εναγόμενης 1, που διαλαμβάνει: «Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει σε οποιαδήποτε στιγμή και από καιρό σε καιρό εξουσία να διορίζει κάθε φορά οποιοδήποτε πρόσωπο ως μέλος του είτε για πλήρωση κάποιας κενής θέσης είτε ως πρόσθετο μέλος προς τα ήδη υπάρχοντα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.». Είναι, τέλος, αφύσικο, ούτως ή άλλως, σε μία εταιρεία όπου η ενάγουσα ήταν μέτοχος σε περιορισμένο βαθμό να καθοριζόταν με προφορική συμφωνία η διά βίου παραμονή της ως συμβούλου, με όλα τα συνεπαγόμενα από την ιδιότητά της αυτή δικαιώματα. Υπό το πρίσμα αυτό εκφεύγει των εξουσιών του Δικαστηρίου η έκδοση του υπό εξέταση αξιούμενου διατάγματος, αφού κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την επέμβασή του, χωρίς νόμιμη βάση, στις αποκλειστικές αρμοδιότητες της εταιρείας - εναγόμενης 1, όπως αυτές καθορίζονται από τα άρθρα 177 και 178 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και τις πιο πάνω πρόνοιες του Καταστατικού της, για διορισμό και παύση των συμβούλων της. Καταληκτικά, και ως αποτέλεσμα της εξ υπαρχής παρανομίας και αντικαταστατικής συμπεριφοράς, εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης της έκδοσης των 8.000 επίδικων μετοχών και ταυτόχρονης διόρθωσης του μητρώου μετόχων. Οι λοιπές αξιώσεις απορρίπτονται ως ατεκμηρίωτες και αβάσιμες. Συνακόλουθα η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ως απόρροια της προηγηθείσας απόσυρσης μέρους των αιτούμενων θεραπειών και με δεδομένη, περαιτέρω, τη μερική επιτυχία στην αγωγή, η έκδοση διαταγής όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της είναι, κρίνω, η αρμόζουσα. Τέτοια διαταγή και εκδίδεται. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.